Monday, 29 December 2014

Scripta manent

Γράμματα,τα (ουσ.):

Γραμμές: καμπύλες, κύκλοι και ευθείες, που στοιχίζονται στη σειρά, δημιουργώντας σχήματα που έχουν καταχωρηθεί, ποιος ξέρει από ποιον, σε έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας, 

στοιβάζονται σε αράδες, σχηματίζοντας προτάσεις, φράσεις, παραγράφους, σελίδες, αναλυτικές περιγραφές του περιβάλλοντα χώρου, του κόσμου, προσπαθώντας να περιγράψουν, λέξεις, έννοιες που μόνος τους δημιουργός είναι η ανθρώπινη

φαντασία,

νοήματα, συναισθήματα, μεγάλες ιδέες, μεγαλόπνοες ιδέες φανταστικές ιδέες, και συναισθήματα, συναισθήματα, συναισθήματα, εκείνα τα βαρύγδουπα σύνολα γραμμάτων που στη σκέψη τους στη προφορά τους νιώθεις εκείνο το σφίξιμο στο στομάχι, έννοιες για τις οποίες πέθανε, έχει πεθάνει και θα πεθάνει πολλές φορές κανείς, ώπα μη συγχίζεσαι, κανείς είπαμε, δεν είπαμε εγώ ή εσύ,

και άλλα γράμματα,

χαραγμένα, τυπωμένα, δακτυλογραφημένα σε σελίδες, σελίδες λευκές ή σελίδες κίτρινες, σελίδες κάθε μεγέθους, χρώματος, υλικού, σελίδες πολλές, κι άλλες, σελίδες,

δάση ολόκληρα,

σελίδες, γράμματα, αράδες, προτάσεις, παράγραφοι και άλλες συλίδες, και συναισθήματα, συναισθήματα, συναισθήματα, πολλές σελίδες,

να γράφεις,
να γράφεις ξανά και ξανά, να τυπώνεις την ιδέα του να νιώθεις, 

είναι πολύ σημαντικό να

γράφουμε τι νιώθουμε τί νιώσαμε ή τι θέλουμε να νιώσουμε, είναι σημαντικό να  καταγράφουμε, να τα περιγράφουμε, να αναλύουμε τα συναισθήματα με όμορφες λέξεις και καλλιγραφικά γράμματα, να μας λένε μπράβο, να παίρνουμε καλούς βαθμούς, να μας δίνουν βραβεία να χαιρόμαστε με τον εαυτό μας και ύστερα να καταχωνιάζουμε τις λευκές, κίτρινες σελίδες κάθε μεγέθους και υλικού, σε ράφια, βιβλιοθήκες, αποθήκες, δεν έχει σημασία που, αρκεί να γράφουμε, αρκεί να γράφουμε για αυτά που θα θέλαμε να νιώσουμε, ναι, είναι πολύ σημαντικό να γράφουμε,

 πιο σημαντικό να γράφουμε από το να νιώθουμε,

καθώς σιωπηλοί, αμίλητοι και άνιωθοι, βαδίζουμε προς το σκοτεινό τέλος του τούνελ, αυτό που στη γλώσσα μας αποκαλούμε

Θάνατος, ο (ουσ.): 

.






Thursday, 25 December 2014

Τα πράγματα

"Παλιά τα πράγματα ήταν καλύτερα-". Στοπ. Αλλαγή γραμμής. "Παλιά τα πράγματα ήταν-". Στοπ και πάλι. Αλλαγή γραμμής. "Παλιά ήταν-". Στοπ. "Παλιά-". Το μυαλό του είχε κολλήσει. Παλιά τα πράγματα ήταν καλύτερα; Ήταν τα πράγματα παλιά; Και αν ναι, πώς ήταν; Και πόσο παλιά δηλαδή;

Κοίταξε όλες εκείνες τις διορθώσεις, τις πιτσιλιές μελανιών και τις αλλαγές γραμμών στη γραφομηχανή που είχε αγοράσει, λόγω των φαντασιώσεων που του προκαλούσαν τα μυθιστορήματα που συνήθιζε να διαβάζει.

Τί νόημα είχε αν τα πράγματα παλιά ήταν καλύτερα; Και κυρίως τί νόημα είχε να γράφεις για αυτά; Για τα παλιά; Ό,τι και να ήταν είχαν γίνει. Παλιά. Όπως και να ΄χαν γίνει.

Ξαφνικά, πετάχτηκε σαν ελατήριο από το γραφείο του, άρπαξε τη γραφομηχανή και κατέβηκε κάτω. Στο δρόμο. Με μια αποφασιστική κίνηση πέταξε τη γραφομηχανή μαζί με τα χαρτιά με τις πιτσιλιές μελανιών και τις αλλαγές γραμμών στον πλησιέστερο κάδο και άρχισε να περπατάει βιαστικά.

"Όχι", σκέφτηκε. "Δεν έχει καμία σημασία να σκέφτεσαι το παρελθόν, να γράφεις για τα πράγματα  παλιά, που στο κάτω κάτω έχουν γραφτεί, αλλά για τα καινούρια, αυτά που θα 'ρθουν. Και για αυτά δεν μπορεί να γράψει κανείς κλεισμένος μέσα, αλλά μόνο έξω. 

"Nαι, μόνο έξω"
επανέλαβε καθώς απομακρυνόταν από την ασφάλεια του κλειστού γραφείου του.  

"Μόνο έξω, στο δρόμο."

Tuesday, 2 December 2014

Και έτρεχε, έτρεχε να ξεφύγει

απο όλα αυτά που τον κυνηγούσαν.

Μα ύστερα κατάλαβε πως δεν ήταν θέμα απόστασης.

Wednesday, 12 November 2014

Κλαμπ

Δυνατές μουσικές,  δυνατά ποτά, διατρητικά βλέμματα, διάφορες συζητήσεις, αδιάφορες συζητήσεις, αδιάφορες συζήτησεις που όμως κάποιους θα ενδιαφέρουν, και άλλα ποτά, ποτά - δικαιολογίες για πράξεις που πάντα ήθελες αλλά δίσταζες να κάνεις,και άλλα βλέμματα, βλέμματα "θα ήθελες εσύ όταν εγώ " και "θα ήθελα όταν εσύ θα ήθελες να", βλέμματα που υπόσχονται,  υποσχέσεις εφήμερες, υποσχέσεις που θα τηρηθούν για λίγες μόνο ώρες, λίγα λεπτά, λίγα δευτερόλεπτα, υποσχέσεις πολλά υποσχόμενες, και χοροί, ξέφρενοι χοροί, χοροί χωρίς αρχή και τέλος, χοροί για πάντα και χοροί για τίποτα,  χοροί γιατί σήμερα είμαστε και αύριο δεν είμαστε, και άλλα βλέμματα, πιο έντονα βλέμματα, και άλλες υποσχέσεις, και ποτά, δυνατά ποτά, και μουσικές και βλέμματα, μέχρι που να-

ξημερώσει.

Και η διστακτικότητα της μέρας να κοιτάξει περιφρονητικά, σχεδόν με λύπηση, την προθυμία της νύχτας.




Saturday, 8 November 2014

Σταγόνες

Οι σταγόνες της βροχής γλιστρούσαν όπως οι στιγμές της ζωής του, σκεφτόταν καθώς κοιτούσε το παράθυρό του.

Τα "τικ" του ρολογιού μαρτυρούσαν επίσης, αυτό που πεισματικά αρνιόταν: τη συνεχή μεταβολή, το ασταμάτητο πέρασμα του χρόνου.

Ήξερε όμως, ότι ακόμη και αν ο χρόνος αδιαμφισβήτητα κυλούσε, κυλούσε διαφορετικά, ανάλογα με τον πως τον μετρούσες: αλλιώς έπεφταν οι σταγόνες της βροχής έξω στο πεζοδρόμιο, αλλιώς χτυπούσαν τα "τικ" του ρολογιού του δωματίου του, αλλιώς αντιλαμβανόταν το πέρασμά του το μυαλό του, η καρδιά του μέσα στο σώμα του.

Και αφού αποφάσισε ότι το να σταματήσεις τους δείκτες του ρολογιού δεν είχε κανένα νόημα, μιας και ο χρόνος θα αδιαφορούσε και θα συνέχιζε να κυλάει, ευχήθηκε να σταματούσε τουλάχιστον εκείνη η βροχή.



Tuesday, 4 November 2014

Δια-λογικές πλάνες

Συζητώντας για τα μελλοντικά μας σχέδια

από μέσα μας γελάμε με την ψεύτική μας αισιοδοξία.

Monday, 3 November 2014

Στο Γυμναστήριο

-Έρχεσαι συχνά εδώ;
-Όχι.
-Φαίνεται.

Μονομερής κήρυξη

Η σταθερότητά μου σου προκάλεσε αστάθεια
και κάλεσες σε βοήθεια τις "σταθεροποιητικές δυνάμεις".

Από τότε δεν ξαναμιλήσαμε.


Τα έχουν αυτά, βλέπεις, οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις.

Η ανάγκη ενός σχεδίου και το σχέδιο της ανάγκης

Ποτέ της δεν κατανόησε την έννοια του αυθόρμητου: πάντα με ρωτούσε τι σχέδιο έχουμε.

Φοβόταν, βλέπετε, μην πέσει έξω.

Μέχρι που το έξω έπεσε από αυτή. 

Και τότε κατάλαβε.

Sunday, 2 November 2014

Μπαρ "Το Ναυάγιο"

Άσχημες οι καιρικές συνθήκες, είπανε στην τηλεόραση. Δύσκολο να βγει κανείς έξω.

Ίσως μόνο για να πάει στις αγορές.

Στο μπαρ μας ρώτησαν αν έχουμε κάνει κράτηση.

"Κοιτάξτε στο όνομα Εθνική Σωτηρία" απάντησες
και ο μαιτρ μας ρώτησε αν θα είμαστε και οι 180.

Εγώ κοίταξα πρώτα τον μαιτρ και μετά εσένα, αμίλητος,
δεν ήξερα τι να απαντήσω.

"Κοιτάχτε στο όνομα Για Τη Δική μας Σωτηρία", είπα τελικά.

"Συγγνώμη, αλλά είμαστε κλεισμένοι", αποκρίθηκε ο μαιτρ με αυστηρότητα

Με κοίταξες απορημένη.

"Δεν υπάρχει κάποιο σχέδιο. Η μόνη μου υπόσχεση είναι ότι θα παλέψουμε μαζί για το καλύτερο.Το αποτέλεσμα είναι αβέβαιο" είπα.

Εσύ με κοίταξες, φανερά απογοητευμένη, και ύστερα έφυγες,
αφήνοντάς με, μόνο, έξω από κείνο το ρημαγμένο μπαρ, να αναρωτιέμαι τί είχα κάνει λάθος.


Θα ήθελα να ξέρεις

ότι θα ήθελα να ήξερα πως θα ήθελες να ξέρεις να ήθελα ότι θα 'ξερες ότι θα ήθελες πως θα 'ξερα ότι θα ήξερες ότι θα ήθελα να ήθελες.

Το ξέρεις;

Thursday, 30 October 2014

Σε είδα

καθισμένη στο μάρμαρο σε έξοδο του Μετρό να παίζεις με τα κουμπιά της φωτογραφικής σου μηχανής και να κουνάς χαριτωμένα τα πόδια σου πέρα δώθε και ύστερα να ξαπλώνεις

στο γρασίδι κάποιου πάρκου κάποιας Πανεπιστημίουπολης και κοιτώντας τον ουρανό αφήνοντας τον χρόνο να κυλάει, χωρίς να σε ακουμπάει, χωρίς να σε νοιάζει, βλέποντας

κάποια ταινία σε κάποιο μικρό σινεμά, που χωράει βία άλλους δυο - τρεις ανθρώπους, και ύστερα να διαφωνείς με μανία για το τί ήθελε να πει ο σκηνοθέτης πίσω από αυτά που τελικά είπε και με τους τρεις, κουνώντας τα χέρια σου με μανία,

καθώς έτρεχες να με πιάσεις, μεθυσμένη σε κάποιο σοκάκι του κέντρου, σ' ένα κυνηγητό που μόνο εμείς οι δύο θα ξέραμε πώς παίζεται, και μετά να πετάγεσαι πάνω μου και να με σφιχταγκαλιάζεις όταν 

αρχίζει η δυνατή μπόρα, και εμείς πιασμένοι χέρι - χέρι παρατηρούμε τον κόσμο να βιάζεται να προστατευθεί, ενώ εμείς περπατάμε αργά, βλέποντας τον χρόνο να περνάει, τις μέρες να κυλούν, αφήνοντάς μας ανέπαφους, γιατί εμείς ήμαστε και θα είμαστε για πάντα, γιατί θα νικήσουμε το χρόνο, όπως θα μας αρέσει τότε να πιστεύουμε, με εκείνη την ηλίθια τόλμη και αισιοδοξία που σου δίνει το γεγονός ότι είσαι ερωτευμένος. 

Και τότε

γνωρίζοντας ότι οι λέξεις, και η επικοινωνία, οι συνθήκες και η καθημερινότητα, δεν ευνοούν τη γνωριμία δύο πλήρως ξένων μεταξύ τους ανθρώπων σε λίγα δευτερόλεπτα έξω από μια στάση του Μετρό, ευχήθηκα

ο χρόνος να περάσει, μέχρι κάπως, κάπου, κάποτε να γνωριστούμε, και τότε

ο δείκτης του ρολογιού να σταματήσει μια και καλή, πάντα εκεί, στην στιγμή της γνωριμίας μας, του πρώτου φλερτ, του πρώτου φιλιού, του πρώτου έρωτα, αφήνοντας μας ανέπαφους, νέους, αιώνιους, με εκείνη την ηλίθια τόλμη και αισιοδοξία που σου δίνει το γεγονός ότι είσαι ερωτευμένος.


Μέχρι τότε 

θα γραφτώ σε κάθε σχολή φωτογραφίας, κινηματογράφου και θεάτρου, θα συμμετάσχω σε όλα τα ερασιτεχνικά σεμινάρια εξωτικών κρουστών, ανατολίτικης κουζίνας και αυτοσχέδιου κινηματογράφου και θα παρακολουθήσω όλες τις βουβές παραστάσεις σε όποιο πειραματικό υπόγειο θέατρο βρω μπροστά μου, μπας και σε συναντήσω, χαριτωμένη χιπστερού. 

Tuesday, 28 October 2014

Κάτι παρατημένες Κυριακές

"Κυριακή βράδυ. Στο παιδικό σπίτι. Στα παιδικά χρόνια. Παιδικό σαπούνι ελεφαντάκι, από εκείνα του ταξιδίου που μας κάναν δώρο κάτι άσχετοι νονοί και θείοι, στο μπάνιο. Μυρίζει καθαριότητα. Βρωμάει καθαριότητα. Όλο το σπίτι βρωμάει καθαριότητα. Στο ραδιόφωνο ακούγεται. Μελαγχολική μελωδία ενός μελαγχολικού σταθμού. Η μητέρα μου τρίβει με δύναμη.  Το πάτωμα. Τα έπιπλα. Η χλωρίνη ξεπλένει τα όσα συνέβησαν στο σπίτι την προηγούμενη βδομάδα.Οι αναμνήσεις των τελευταίων ημερών χάνονται στη μυρωδιά της. Αύριο είναι μια νέα μέρα. Μια νέα βδομάδα. Μια νέα περίοδος. Χωρίς το βάρος των αναμνήσεων της προηγούμενης. Το μελαγχολικό τραγούδι φτάνει στο κρεσέντο του. Νυχτώνει. Η μητέρα μου κλείνει το ραδιόφωνο. Εγώ πέφτω για ύπνο. Έχω σχολείο αύριο. 

Πραγματικά δεν μπορούσα να βρω καταλληλότερα λόγια και καταλληλότερη μέρα να στα πω.

Καληνύχτα. Καλή εβδομάδα.
Αντίο.

Σάββας"


Η Κυριακή, αφού διάβασε το μήνυμα του Σάββα, ξέσπασε σε κλάμματα.







Saturday, 18 October 2014

Τζιν τόνικ

Πάντοτε, όταν βγαίναμε, συνήθιζε προς το τέλος της βραδιάς, να παραγγέλνει ένα τζιν τόνικ.

Ισχυριζόταν ότι το έκανε γιατί η δυνατή του γεύση, "ξέπλενε" όλες εκείνες τις κακόγευστες καταχρήσεις της νύχτας. Μερικές φορές, όταν είχαμε ήδη πιει πολύ, πρόσθετε ότι το ένιωθε σαν ένα κύμα αλκοόλ που σκορπούσε όλες σου τις σκουτούρες, τις αρνητικές σου σκέψεις, ένα γλυκό οινόπνευμα που σου πρόσφερε εκείνη την χαρακτηριστική ξέγνοιαστη νεανική ζάλη.

Μια τέτοια νύχτα ήπια και 'γω τζιν τόνικ από το ποτήρι της. Η γεύση όντως ήταν δυνατή και με συνόδευσε σε όλο το μεγάλο ζαλισμένο μου γυρισμό στο σπίτι με τα πόδια, μέχρι που έπεσα στο κρεβάτι μου.

Την επόμενη μέρα όμως, όταν ξύπνησα, δεν είχε μείνει τίποτε.

Την επόμενη μέρα, ξύπνησα χωρίς τζιν τόνικ. Ξύπνησα, χωρίς γεύση. Ξύπνησα, χωρίς εκείνη.






Tuesday, 14 October 2014

Ο δρόμος με τα χυσόδεντρα

Χυσόδεντρα. Χύσια και δέντρα. Δέντρα και χύσια. Είναι άραγε δέντρα που τα έχουν χύσει; Ή μήπως δέντρα που εκκρίνουν χύσια από τα φύλλα τους; Ποιός ξέρει; Το μόνο βέβαιο είναι ότι η μυρωδιά των δέντρων μπλέκεται με εκείνη των χυσιών (ή μήπως χυσίων είναι το σωστό; ). Ή ότι, τέλος πάντων, εκείνες οι δυο μυρωδιές τούτη την εποχή, μοιάζουν εκπληκτικά. Μια αλήθεια που όλοι μας έχουμε σκεφτεί, αλλά ντρεπόμαστε να παραδεχθούμε δημόσια.

Φθινόπωρο. Η εποχή που αποχαιρετά το καλοκαίρι και καλοσωρίζει το χειμώνα. Η εποχή της μετάβασης. Προς το καλύτερο; Προς το χειρότερο; Ποιος ξέρει. Εξαρτάται. Από το αν σου αρέσει καλοκαίρι ή ο χειμώνας περισσότερο.

Ο δρόμος με τα χυσόδεντρα χάνεται στο βάθος. Δεν μπορείς να δεις. Το τέλος. Μόνο να μυρίζεις. Τα χυσόδεντρα. 

Ζευγάρια, κάθε μεγέθους, ηλικίας, ποικιλίας, περπατούν. Τα παρατηρώ. Μια γυναίκα με μεγάλο στήθος και μεγάλα πόδια με κοιτάζει. Ο άντρας δίπλα της τη σφίγγει στην αγκαλιά του. Δηλώνει την ιδιοκτησία του. Για όσους δεν το έχουν καταλάβει. Για όσους πρέπει να το καταλάβουν.

Πιο δίπλα, συζήτηση. "Ίσως και να 'χεις και δίκιο, αλλά ξέρεις εγώ στην πραγματικότητα, δεν είμαι τόσο πολύ έτσι... Εσύ;" Συζήτηση γνωριμίας. Πρώτο ραντεβού. Ίσως και τελευταίο.

Περίπτερο πιο κάτω. Ένας άντρας αποχωρίζεται μια γυναίκα προς αποφυγή του εμποδίου. Περπατούν αριστερά και δεξιά, δρόμος παράλληλους, για λίγη ώρα. Ραντεβού; Αν ναι, σίγουρα το τελευταίο. 

Κι άλλο ζευγάρι. Το βλέμμα μου διασταυρώνεται με εκείνο του θηλυκού μέρους του ζευγαριού. Βλέμμα απόμακρο. Απορίας. "Τί κοιτάς ρε φίλε; Γνωριζόμαστε από κάπου;" Ο φόβος του άγνωστου. Του διαφορετικού. Το θηλυκό μέρος σφίγγει το χέρι του αρσενικού μέρους του ζευγαριού. Επιστροφή στην ήρεμη ασφάλεια του γνωστού, του δοκιμασμένου.

Ο δρόμος κοντεύει να τελειώσει. Η χαρακτηριστική μυρωδιά σφραγίζει το τέλος του. Μια μυρωδιά που υποδηλώνει το τέλος μιας ερωτικής πράξης. Και την προετοιμασία για μια άλλη, νέα. 

Φθινόπωρο. Εποχή μετάβασης. Εγώ προχωρώ. Προς το καλύτερο. Ή προς το χειρότερο. 

Tuesday, 7 October 2014

Οκέη

Στα εύκολα και στα δύσκολα, στα όμορφα και στα άσχημα, στα ευχάριστα και στα δυσάρεστα, 
πάντοτε απαντούσε μ' εκείνο το "Οk". 

Είτε ήταν εκνευρισμένη, είτε στενοχωρημένη, είτε χαρούμενη, είτε ενθουσιώδης, είτε συγκαταβατική, είτε είτε, "Ok" ήταν η μόνη λέξη που μπορούσες να της πάρεις ως απάντηση.

"Ok" έλεγε και όταν τη ρωτούσες κάτι, "Ok" και όταν συμφωνούσε, "Ok" όταν διαφωνούσε, "Ok" έδειχνε συγκατάβαση, "Ok" κι όταν δεν έδειχνε.

Ήταν πάντοτε εκείνο, το ίδιο, το πανομοιότυπο "Ok". Εκείνο το "Ok" που ερχόταν βίαια να κόψει τη συζήτηση, εκείνο το "ok" που έκρυβε μέσα του δεκάδες σελίδες σκέψεων απόψεων, απαντήσεων, συναισθημάτων τις οποίες δεν ήθελε, δεν μπορούσε ή ακόμη και φοβόταν να εκφράσει. Αλλά μ'εκείνο το "Ok" είχε μεγαλώσει και ,καμιά φορά, είναι όπως μάθει κανείς.

Εκείνος, πάλι, δεν ήταν τέτοιος τύπος. Και εκείνα τα "Ok" της δεν τα χώνευε καθόλου.

Μια μέρα, πάνω σε ένα τέτοιο "ok" δεν κρατήθηκε και τη σκότωσε με 13 απανωτές μαχαιριές.



Όταν οι Αρχές μπήκαν μέσα στο σπίτι, είδαν στον τοίχο του σαλονιού τους ένα τεράστιο σύνθημα, γραμμένο με μαύρη μπογιά: "ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ OK - ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟ ΠΑΘΟΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ".

Στα κανάλια μίλησαν για "αποτρόπαιο έγκλημα πάθους" και εκείνος έφαγε ισόβια.

Εγώ, απ' όταν άκουσα για το έγκλημα, δεν μπορώ παρά να σκεφτώ ένα μόνο πράγμα: Αν όντως ζούσαμε σε μια κοινωνία δικαιοσύνης, θα είχαν βρει και  βάλει στη φυλακή τον πραγματικό ένοχο. Που δεν ήταν άλλος, από 'κείνο το "Ok".

Το πρόβλημα στη ζωή

είναι ότι ασχολούμαστε με μαλακίες.

Ή μάλλον, ότι αυτές ασχολούνται με μας. 

Την είδα σήμερα.

Μετά από πολλά χρόνια.

Ήταν αμήχανα.

Ο χρόνος πάγωσε.

Ήθελα τόσα να της πω. Το κεφάλι μου κόντεψε να εκραγεί.

Τελικά, το μόνο που είπα ήταν ένα "γεια".

Εκείνη με χαιρέτησε και απομακρύνθηκε.

Δεν ξέρω για που.

Monday, 6 October 2014

Μετρό vol. 3

- Γιατί έχει τόσο κόσμο το Μετρό;
- Ίσως γιατί δεν χρειάζεται πιστοποιητικό πολιτικού φρονήματος για μπεις μέσα.

Friday, 3 October 2014

Κρύο ντους

 Με μια αποφασιστική κίνηση, έσπρωξε τον μοχλό με την μπλε βούλα όσο πιο μέσα γινόταν. Ύστερα σήκωσε το ακουστικό πάνω από το σώμα του και έγειρε το κεφάλι του προς τα πίσω. Πολλοί παγωμένοι πήδακες χείμηξαν προς το πρόσωπό του και δημιούργησαν τα πρώτα παγωμένα ρυάκια που άρχισαν να διασχίζουν με ορμή όλο του το σώμα. Εκείνος έκλεισε τα μάτια του. Και χαμογέλασε.

Ήταν εκείνες οι στιγμές, στο κρύο ντους, στο κλειστό μπάνιο, που ένιωθε τον χρόνο να παγώνει. Ήταν εκείνες οι στιγμές, που ένιωθε ότι ο κόσμος γύρω του έπαυε να υπάρχει, έχανε κάθε υπόσταση, ,κάθε σημασία, και το μόνο που υπήρχε στ'αλήθεια, το μόνο που είχε σημασία, ήταν εκείνος, και το κρύο ντους μέσα στο κλειστό μπάνιο. Ήταν εκείνες οι στιγμές που το παγωμένο νερό καθάριζε το μυαλό του από κάθε σκέψη και έγνοια. Και το μόνο που ένιωθε, το μόνο που αισθανόταν, το μόνο που σκεφτόταν, ήταν το κρύο νερό που αγκάλιαζε το γυμνό του σώμα.

Ήταν εκείνες οι στιγμές που διαρκούσε το κρύο ντους που το μυαλό του καθάριζε,  που δεν άνηκε πουθενά,  που δεν είχε έννοιες, υποχρεώσεις, όνειρα, χώρο και χρόνο, τότε που ήταν οι πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής του. Και ίσως να προσέθετε, χωρίς υπερβολή, ότι σιγά - σιγά γινόντουσαν και οι μόνες ευτυχισμένες στιγμές της ζωής του.

Μια ξαφνική διαύγεια τον πλημμύρισε ταυτόχρονα με το κρύο νερό. Με αργές κινήσεις, έστρεψε τον μοχλό με την μπλε βούλα προς την αντίθετη φορά. Ύστερα, άφησε το ακουστικό να πέσει  και βγήκε από ντους. Προχώρησε με αργά διστακτικά βήματα, ενώ οι σταγόνες γλιστρούσαν από το βρεγμένο γυμνό του κορμί και διαλυόντουσαν με ανεπαίσθητους ήχους στο πατωμα.

Πλησίασε την αποθήκη του σπιτιού, ενώ γυναικείες φωνές έφταναν στα αυτιά του, σαν από κάπου μακριά. Ύστερα με αργές αλλά σταθερές κινήσεις, έβγαλε την παλιά κυνηγετική καραμπίνα του παππού του, την γέμισε, την όπλισε, ακούμπισε την κάννη της στο σαγόνι του και τίναξε τα μυαλά του στον αέρα.

Ναι, το να καθαρίζεις το μυαλό σου είναι το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο, είχε καταλήξει.

Λίγο πιο μετά, η γυναίκα του βγήκε από το δωμάτιό της και πλησίασε την αποθήκη. Αφού παρατήρησε για λίγα λεπτά το πτώμα του συζύγου της, έβγαλε έναν κουβά και σφουγγαρίστρα, και άρχιζε να σκουπίζει το δωμάτιο από τα αίματα.

Το κρατάς το σπίτι σου καθαρό είναι το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο, είχε καταλήξει εκείνη.

Monday, 11 August 2014

Αυγουστιάτικα Τριπ

Περπατώντας γρήγορα στο δρόμο, ο ήλιος καίει το δέρμα μου, διαπερνάει τη ματιά μου, διαπερνάει τη ματιά σου.

Η θολή ατμόσφαιρα κοροϊδεύει το βλέμμα - μοιάζει σα να στέκεσαι στο απέναντι πεζοδρόμο αλλά δεν είσαι εσύ. 

Τα κοντά τζιν σορτσάκια συνεχίζουν νωχελικά την καθιερωμένη καθημερινή πορεία τους. 

Ο κόσμος περπατάει πιο αργά, η ρουτίνα επαναλαμβάνεται πιο αργά, ο πλανήτης περιστρέφεται πιο αργά, μπας και αντέξει τη ζέστη. Ο ιδρώτας της κοινωνίας μπλέκεται με τη βρώμα της πόλης, δημιουργώντας εκείνη την ιδιαίτερη μυρωδιά του καλοκαιριού.

Bγαίνοντας από το σταθμό, δίνω το χρησιμοποιημένο μου εισητήριο σε μια άγνωστη κοπέλα και εκείνη χαμογελά. Η αδρεναλίνη χτυπάει κόκκινο και με κάνει να νιώσω ζωντανός. "Και αν το κράτος μας παρακολουθεί; Και αν μας πιάσουν;" 

Αφήνω  πίσω μου το σταθμό και σκέφτομαι πως θα 'θελα εκείνη η άγνωστη κοπέλα να ήσουν εσύ. Να σου έδινα το εισητήριο και να φεύγαμε μαζί. Με εκείνο το τρένο που πηγαίνει πιο πέρα από την πόλη, πιο πέρα από την καθημερινότητα, πιο πέρα από την πραγματικότητα. 


Friday, 8 August 2014

Τους ανέργους

Αναταραχή επικράτησε στην αίθουσα του κατά τα άλλα ήσυχου κοινοβουλίου καθώς ο βουλευτής της κυβέρνησης, παίρνοντας το λόγο χτύπησε με δύναμη το χέρι του στην έδρα και ύψωσε τον τόνο της φωνής του. "Είστε αχρείοι συνάδελφοι και συναδέλφισσες της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης! Θα έπρεπε να ντρέπεστε! Επαναλαμβάνω! Να ντρέπεστε!" Ύστερα, θέλοντας να ικανοποιήσει την περιέργεια στα μάτια όλων και τους σκόρπιους ψίθυρους που πεταγόντουσαν από δω και από εκεί, πήρε στο χέρι του μια εφημερίδα  και τη σήκωσε ψηλά.

"Αναρωτιέμαι! Η αχρειότητά σας δεν έχει τέλος; Πόσο χαμηλά θα πέσετε κύριοι; Αναρωτιέμαι!". Και ενώ οι σκόρποι ψίθυροι άρχισαν να ξεπετάγονται όλο και πιο ψηλά και όλο και πιο άτακτα, και αφού ο πρόεδρος διέταξε ησυχία,ο βουλευτής συνέχισε, μετά από ολιγόλεπτη παύση: "Και εξηγούμαι! Σελίδα πρώτη φύλλου αρ. 381 της εφημερίδας "Εφημερίς της Αξιωματικής Αντιπολιτεύσεως", είπε και έδειξε με το δάχτυλό το αναφερθέν πρωτοσέλιδο, "διαβάζουμε όλοι με μεγάλα έντονα μαύρα γράμματα: 'Κοροϊδεύουν τους άνεργους'  ".  "Μα καλά, καμία ντροπή πια;" φώναζε, κατακόκκινος πια, ο βουλευτής της Κυβερνήσεως προς τα έδρανα των βουλευτών της Αξιωματικής Αντιπολιτεύσεως. "Κοροιδεύουμε τους  ανέργους, α' πληθυντικός, ναι, α' πληθυντικός, θα έπρεπε να είναι ο τίτλος, συνάδελφοι και συναδέλφισσες της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης", ακούστηκε η φωνή του βουλευτού μέσα στο συνεχές θόρυβο από τα έδρανα της Αξιωματικής Αντιπολιτεύσεως.

 "Και επειδή κάνετε πως δεν καταλαβαίνετε, εξηγούμαι περαιτέρω: Μέχρι και τα μωρά παιδιά γνωρίζουν -χάρη στην παιδεία που προσφέρει η κυβέρνησή μας βεβαίως, βεβαίως-  ότι οι τρισύλλαβες λέξεις όταν συντάσσονται καθαυτό τον τρόπο τονίζονται στη δεύτερη συλλαβή, συνάδελφοι και συναδέλφισσες της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης! Μέχρι και οι πέτρες το γνωρίζουν αυτό! Αλλά έρχεστε εσείς και με θράσος γράφετε τους άνεργους τονίζοντας τη λέξη στην πρώτη συλλαβή! Έρχεστε εσείς, συνάδελφοι και συναδέλφισσες της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, και αφαιρείτε το βασικό δικαίωμα της σωστής ορθογραφίας σ' ένα τόσο πληττόμενο κομμάτι της κοινωνίας όπως οι άνεργοι!Τους ρίχνετε αλάτι στην πληγή της ανεργίας τους, γράφοντάς την και λάθος! Σαν να μην έφταναν τα βάσανά τους, τους αντιμετωπίζετε σαν ένα σκουπίδι, σαν ένα ασήμαντο εμπόδιο του κόσμου της ελληνικής ορθογραφίας!  Έρχεστε εσείς και τους αφαιρείτε με αυτό τον βάναυσο τρόπο την ταυτότητά τους! Τους κάνετε ένα μηδενικό!  Και αναρωτιέμαι! Έχει πάτο το βαρέλι της ντροπής; Θα σταματήσει πουθενά αυτή η κατρακύλα; Αλήθεια, συνάδελφοι και συναδέλφισσες της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, εσείς που υποτίθετε ότι τόσο κόπτεστε για τους άνεργους και τους φτωχούς, θα κάνατε το ίδιο λάθος με τους επιχειρηματίες πχ; Θα τους γράφατε ποτέ επιχειρηματιές ή επιχειρημάτιες;  Τους τραπεζίτες άραγε θα τους γράφατε τράπεζιτες εκ παραδρομής ;Αναρωτιέμαι! Σημαίνουν τελικά τίποτα για σας οι άνεργοι τούτης της δοκιμαζόμενης χώρας, που ούτε να μπείτε στον κόπο να τους γράψετε ορθογραφημένα δεν μπορείτε; Αίσχος κύριοι και κυρίες της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης! Αίσχος! Θα έπρεπε να ντρέπεστε!"

Ο Σάκης ο άνεργος που παρακολουθούσε την συνεδρίαση της βουλής από το σπίτι του ήταν στ'αλήθεια εξοργισμένος. "Πάλι καλά που δεν ξέρω ανάγνωση" σκέφτηκε και πάτησε θυμωμένα το κουμπί για να κλείσει η τηλεόραση.

 Ήταν το τελευταίο πράγμα που είδε, μιας και λίγα λεπτά αργότερα ένα συνεργείο σταλμένο από την τράπεζα του πήρε την τηλεόραση μαζί με τα υπόλοιπα έπιπλα του σπιτιού λόγω κάποιου δανείου που δεν είχε πληρώσει. 

Monday, 21 July 2014

Τέσσερα Χρώματα

Τέσσερα τα χρώματα που σημαδεύουν τις καρδιές μας. 

Πράσινο, για το χώμα που κάποτε θα ξαναγίνει δικό μας.
Λευκό, της ελπίδας για τη λευτεριά που θα ξανάρθει.
Κόκκινο, του αίματος που χύνεται στους δρόμους.
Μαύρο, για τον αδερφό μας το θάνατο.

Σήμερα, τα τέσσερα χρώματα, ξεθωριάζουν, και χάνονται.

Σήμερα, το κόκκινο καταπίνει σχεδόν όλο το πράσινο.
Σήμερα το λευκό σκουραίνει και κοντεύει να γίνει ένα με το μαύρο.

Σήμερα, τις σημαίες μας σκίζουν οι φωτιές από τα πυροβόλα όπλα. Τις καρδιές μας σκίζουν οι σφαίρες και οι κραυγές των παιδιών που χάνονται  στους δρόμους.

Και σήμερα, και αύριο και πάντα, όμως, τα τέσσερα χρώματα δεν είναι η σημαία που ανεμίζουμε. Τα τέσσερα χρώματα δεν είναι ο τόπος που γεννιόμαστε.

Και σήμερα, και αύριο και πάντα,τα τέσσερα χρώματα δεν θα τα βρεις μόνο εδώ. Αλλά είναι και θα είναι, παντού σ' όλο τον κόσμο.

Τα τέσσερα χρώματα είμαι εγώ που έτυχε να γεννηθώ σε λάθος τόπο.
Τα τέσσερα χρώματα είσαι εσύ που χάθηκες για ένα κομμάτι ψωμί στα oρυχεία.
Τα τέσσερα χρώματα είναι 'κείνοι που χάθηκαν στης θάλασσας τα σύνορα, μέσα σ' ένα όνειρο για καλύτερη ζωή.
Τα τέσσερα χρώματα είναι το δίκιο που αντιστέκεται στο άδικο.
Τα τέσσερα χρώματα είναι η φωτιά που σιγοκαίει στα σωθικά μας, και κάποια μέρα θα βγει από τα στήθια μας και θα τους κάψει όλους.

Πράσινο, για το χώμα που κάποτε θα ξαναγίνει δικό μας.
Λευκό, της ελπίδας για τη λευτεριά που θα ξανάρθει.
Κόκκινο, του αίματος που χύνεται στους δρόμους.
Μαύρο, για τον αδερφό μας το θάνατο.

Τέσσερα τα χρώματα που σημαδεύουν τις καρδιές μας.

Saturday, 19 July 2014

زواج

Σα μεθυσμένος ακούω συνέχεια έναν επαναλαμβανόμενο βόμβο - μοιάζει με το όνομά μου αλλά δεν είμαι σίγουρος αν είναι το όνομά μου  - το μόνο που ξέρω είναι ότι είναι επαναλαμβανόμενος - το ακούω ξανά και ξανά - τρυπάει τα αυτιά μου - προσπαθώ να αναγνωρίσω

τη φωνή.

Μου θυμίζει κάτι - όπως και ο ήχος - τον ξέρω - νομίζω πως τον ξέρω αλλά δεν είμαι σίγουρος - δεν είμαι για τίποτα σίγουρος - προσπαθώ να καταλάβω τι που πως πότε, γιατί, ποιος, τί - προσπαθώ - προσπαθώ να θυμηθώ - θυμάμαι ότι κάπως, κάποιος, κάποτε,

εκείνη.

Θυμάμαι.

Εκείνη, εγώ, αυτοί, εμείς, καλοντυμένοι, έτοιμοι, ευτυχισμένοι, πατέρας, μητέρα, αδέρφια, λουλούδια, όλα έτοιμα, όλα στην εντέλεια ερώτηση, για μέλλον, θέλεις, απάντηση, θέλει, και τότε,

η φωνή.

Ένα όνομα - δεν θυμάμαι -  πάνε μέρες, μήνες χρόνια - το φωνάζουν - το φωνάζω - ακούω - έναν επαναλαμβανόμενο βόμβο -  σκίζει τον αέρα - σκίζει την πραγματικότητα  -  και άλλα ονόματα - πολλά ονόματα - τα φωνάζουν - ο φοβερός βόμβος - κόβει κάθε δυνατότητα επικοινωνίας - όλοι φαίνονται να ανοιγοκλείνουν τα στόματά τους - κάτι θέλουν να πουν μα δεν μπορούν - μα γιατί δεν το λένε - κάπου κοιτάνε - κάπου κοιτάει και εκείνη - είναι έντρομη - είμαστε έντρομοι - ο Άμπου Άλι γίνεται κομμάτια - αίματα - αίματα πετάγονται παντού - δεν μπορεί να γίνεται αυτό - μα γιατί γίνεται αυτό - μα γιατί γίνεται αυτό - και άλλο όνομα - τώρα - τώρα κοιτάνε εμένα - γυρνάω να κοιτάξω και 'γω -  και ξαφνικά,

σκοτάδι.

Πάνε μέρες, μήνες, χρόνια στο λευκό δωμάτιο - που  προσπαθώ - προσπαθώ - προσπαθώ να θυμηθώ  - το όνομά μου - το όνομά που όπως το έλεγε εκείνη - προσπαθώ να φέρω στη μνήμη μου - τη φωνή της - προσπαθώ να τη ξανακούσω - μα το μόνο που ακούω είναι

έναν επαναλαμβανόμενος βόμβο.


Friday, 11 July 2014

Σήμερα γράφουμε ιστορία.

Αύριο, λατινικά.

Καλοκαίρι στην πόλη

Ζαλισμένοι από τη μέθη που προκαλούν παρασκευάσματα που ελαφρύνουν τη συνείδηση και διευκολύνουν την ανθρώπινη επαφή, αλλά και από την άλλη μέθη, τη φυσική, εκείνη του έρωτα και του πάθους συζητάμε αδιάφορα με φίλους σε υπαίθριους χώρους για ανεκπλήρωτα όνειρα, ψεύτικες ελπίδες και σχέδια που θα παραμείνουν σχέδια,  ενώ μια ελαφριά μυρωδιά από χημικά που κάνουν αυτούς που διεκδικούν το δίκιο τους να δακρύζουν και κείνη η βαριά, πηχτή σκιά της απογοήτευσης που πλησιάζει,  μας περιτριγυρίζουν.

Σήμερα εκείνοι που ρυπαίνουν το δημόσιο χώρο συνέλλαβαν κάποια από αυτές που τον καθαρίζουν. Οξύμωρο, δεν βρίσκετε;


Tuesday, 8 July 2014

Συμβουλές για ένα λαμπρό μέλλον

Πάρε ένα χαρτί, έτσι μεγάλο και γυαλιστερό, δεν έχει σημασία τι, χαρτί να ΄ναι κι ότι να ΄ναι, αρκεί να 'ναι γυαλιστερό, μην πάρεις μόνο ένα, πάρε κι άλλο, και μετά κι άλλο, μια στοίβα από χαρτιά, πάρε πολλά, παράχωσέ τα στα συρτάρια σου, στα ντουλάπια σου, κάτω από το μαξιλάρι σου, δώστα στους γείτονές σου, κάντα κορνίζα στο δωμάτιό σου, να τα βλέπεις συνέχεια, να τα σκέφτεσαι, δεν γίνεται να μην τα σκέφτεσαι, μέχρι να σου γίνουν έμμονη ιδέα, πρέπει να σου γίνουν έμμονη ιδέα. Χαρτιά πυκνά γραμμένα, κι επισήμως υπογεγραμμένα.

Τρέξε, πρόλαβε, μάζεψε, σύλλεξε, κυνήγησε το όνειρο, πούντο, νάτο, πρόσεξε, πάει να σου ξεφύγει, το μέλλον, που 'ναι, δεν το βλέπω, συγγνώμη μας τελείωσε πριν λίγο, δεν έχουμε μέλλον, να σας βάλουμε λίγο παρελθόν; Γύρισε στο παρελθόν, πρέπει να γυρίσεις το παρελθόν, αν και τώρα είναι καλύτερα, πρέπει όμως, δεν γίνεται αλλιώς, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, θυμίσου τους προγόνους σου, γίνε ο  άνθρωπος συλλέκτης - ο άνθρωπος κυνηγός στο σωτήριον έτος 2014.

Σύλλεξε. Σύλλεξε βεβαίωσεις για γεγονότα αβέβαια. Είναι ικανός, συνεργάσιμος,. πειθήνιος, πολύ πειθήνιος, υπακούει κάθε εντολή χωρίς σφάλματα και αντιρρήσεις, σκύβει το κεφάλι, σκύβει κι άλλο το κεφάλι, μπορεί να γλύψει μέχρι και το πάτωμα με σκυμμένο το κεφάλι, είναι αστείο, θέλετε να δείτε; Κυνήγησε. Κυνήγησε πιθανές υποσχέσεις για μια εξέλιξη υποθετική. Θα, σίγουρα, μπορεί, όταν, όταν και αν, ίσως, πιθανόν, θα έλεγα, θα σας ειδοποιήσουμε εμείς όταν και αν, δεν ξέρουμε, δεν μπορούμε να ξέρουμε, είναι και η κρίση βλέπετε.

Ξεροσταλιάζοντας στις ουρές των ευρέσεων μοναδικών ευκαιριών ζωής για πολλούς υποψήφιους, χτυπάμε το κεφάλι μας στον τοίχο - η σφοδρή σύγκρουση με την πραγματικότητα.


Sunday, 29 June 2014

Δείπνο

Το γλυκό φως των κεριών, που έκανε το στιλπνό τραπεζομάντηλο αλλά και τα δεκάδες προσεκτικά διατεταγμένα σε διάφορα μεγέθη και σχήματα, ασημένια και γυάλινα σκέυη να λάμπουν, τελειοποιούσε το ήδη εξαιρετικά ρομαντικό τραπέζι.

Ο εξαιρετικά καλοντυμένος νεαρός, μπροστά στην θέα της εξίσου καλοντυμένης νεαρής, σηκώθηκε, όπως πρόσταζαν οι στοιχείωδεις κανόνες ευγενίας, και τράβηξε πίσω την καρέκλα που βρισκόταν απέναντί του, κάνοντάς της χώρο να κάτσει.

Αφού περίμενε να καθήσει εκείνη, κάθησε και ο ίδιος και με αργές κινήσεις άνοιξε το μπουκάλι από το λευκό κρασί (τουλάχιστον 20 χρόνων) που είχε διαλέξει ο ίδιος και γέμισε τα δυό κρυστάλλινα ποτήρια.

Ύστερα ύψωσε το δικό του ποτήρι για πρόποση: "Για πάντα μαζί!" είπε κοιτώντας τη συνδαιτήμονά του στα μάτια με εκείνο το πολλά υποσχόμενο ύφος του. "Για πάντα μαζί!" απάντησε εκείνη και ξέσπασαν και οι δυο σε δυνατά γέλια. Ο καθένας για διαφορετικούς λόγους.


Friday, 27 June 2014

Το βιβλίο των προσώπων

Εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια μπλε παραλληλόγραμμα, στοιβαγμένα σε σειρές και στήλες, άλλα πιο φωτεινά, άλλα πιο σκοτεινά, άλλα αναβοσβηνόμενα, ορθώνονται μέσα στο πηχτό σκοτάδι.

Εμείς καθόμαστε και περιμένουμε με ανυπομονησία, μπροστά από γυάλινες ψυχρές οθόνες,   να φανεί εκείνος ο αριθμός σε κόκκινο φόντο πάνω από τα συννεφάκια. Προσπαθώντας να μεταφράσουμε τον χρόνο που κάνει να εμφανιστεί με αντίδραση, τους χαρακτήρες που σχηματίζουν τα πλήκρτα σε επικοινωνία, το ηλεκτρονικό προσωπάκι σε μορφασμό προσώπου, τα σημεία στίξης με διάθεση και ύφος. 

Φανταζόμαστε αυτό που δεν βλέπουμε επειδή δεν θέλουμε να ξέρουμε.

Ύστερα, οι οθόνες σβήνουν, τα μπλε παραλληλόγραμμα γίνονται ένα με το σκοτάδι και  εμείς ξεσπούμε σε λυγμούς.
Αλλά κανείς  δεν ακούει κανέναν.
Είμαστε μακριά. Πολύ μακριά. 

Wednesday, 25 June 2014

Αναμνήσεις pt.3

"Θυμάστε όταν ήμασταν μικροί; Ήμασταν αδίστακτοι τότε. Ήταν αδίστακτοι, δηλαδή. Όλοι εκείνοι. Ο Κώστας, ο αδερφός του ο Τάκης, ο Ηλίας και η παρέα τους, αυτοί που φορούσαν καινούριαν τζην, είχαν πάντα το τελευταίο μοντέλο κινητό, αγόραζαν εκείνα τα πανάκριβα μπουφάν που σε κάνουν να μοιάζεις με την μασκότ της Μισελέν με ενισχυμένο γουνάκι και ο μεγαλύτερος ξάδερφός τους τους άφηνε να έρχονται στο σχολείο με το "κωλοφτιαγμένο" μηχανάκι του με τα μπλε λεντάκια και να κάνουν μόστρα στην Καιτούλα... Τους θυμάμαι πολύ καλά όλους αυτούς. Δεν με άφηναν σε ησυχία θυμάμαι τότε. Το τί καζούρα μου ρίχναν δε λέγεται. Μιά για τα σπυράκια, μια για τα γυαλιά, μια για το πολύ διάβασμα. Σκληρές εποχές. Ήταν και η Καιτούλα, θυμάμαι, στη "συμμορία τους". Την είχαν θαμπώσει εκείνα τα μπλε λεντάκια, το τσιγάρο στις τουαλέτες κρυφά από τους καθηγητές, τα  Levis που σου φτιάχνουν "ωραίο κώλο" και οι βόλτες στα κλαμπ της παραλιακής με το μηχανάκι του ξαδέρφου. 

Και τώρα; Τώρα;  Που 'ναι όλοι αυτοί  που στο σχολείο το παίζαν μάγκες και καμπόσοι ; Από τα λίγα που ξέρω από γνωστούς, ο Κώστας  δουλεύει το ψιλικατζίδικο του πατέρα του. Ο Τάκης έβγαλε ένα ιδιωτικό ΤΕΙ και τώρα κάνει μεροκάματα που - και - που γιατί δουλειά δεν υπάρχει, ενώ ο Ηλίας και ο ξάδερφος δουλεύουν στο βενζινάδικου του θείου και πατέρα του ξαδέρφου εναλλάξ την ίδια βάρδια.

Ενώ εγώ; Τί πτυχία, τί μάστερ, τί διδακτορικά, τι εξωτερικά, τί φοιτήτριες, τι παραστάσεις, τί συναυλίες, τί να γυρίσω και να φτιάξω μόνος μου τη ζωή ως σερβιτόρος σε καφετέρια στο κέντρο της Αθήνας για τρεις κι εξήντα ; Όλα τα 'χω. 

Το μόνο που με στενοχωρεί είναι ότι δεν έχω ιδέα τι κάνει η Καιτούλα. Το μόνο που με θλίβει είναι ότι δεν κατάφερα να την πηδήξω τότε. Και ότι κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα την πηδήξω ποτέ. Α ρε Καιτούλα... Γιατί ρε Καιτούλα, γιατί ρε Καιτούλα, ΓΙΑΤΙ ΡΕΕΕ;",

 φώναξε και ξέσπασε σε λυγμούς, σκουπίζοντας τα δάκρυά του με το βετέξ που είχε για να καθαρίζει τα τραπέζια.

Friday, 13 June 2014

Ιστορία μιας σχέσης

Δυό- τρία πράγματα που ξέρω γι' αυτή.

Δυό - τρία  πράγματα που νόμιζα πως ξέρω γι'αυτή.
.
Δυό - τρία πράγματα που θα 'θελα να ξέρω γι'αυτή.

Δυό - τρία πράγματα που έμαθα γι'αυτή.

Δυό - τρία πράγματα που θα 'θελα να ξεχάσω γι' αυτή.


Δεν θα 'θελα να ξανακούσω τίποτα γι'αυτή.

Monday, 9 June 2014

Έξοδος

Βγαίνουν από τις πόρτες των πολυκατοικιών. Με τα πρόσωπά τους σοβαρά και ανέκφραστα, φορώντας τα εξίσου σοβαρά μαύρα τους γυαλιά. Σε κοιτάζουν εξονυχιστικά από πάνω ως κάτω.  Eξετάζουν αν είσαι άξιος να μάθεις τον σκοπό τους, τον απόλυτης μυστικότητας στόχο τους. Αν είσαι αρκετά τυχερός ώστε να κριθείς αρκούντως άξιος, ίσως αποσπάσεις ένα αμήχανο μισοφαγωμένο "γεια" ή ένα αδιάφορο "τί λέει;".

Κοιτώντας από ψηλά, ένας ολόκληρο τσούρμο από ανθρώπους, σαν πολύχρωμος πειθήνιος στρατός από μυρμήγκια, προχωράει και χάνεται στους φιδογυριστούς δρόμους της πόλης με μια οργανωμένη χαοτικότητα, και σαφή προσήλωση στον ασαφή, αέναα επαναλαμβανόμενο στόχο του.



Friday, 6 June 2014

Κορίτσια & αγόρια

Τo αγόρι από τη διαφήμιση των Malboro κοίταξε απεγνωσμένα το κορίτσι από τη διαφήμιση του Playboy που καθόταν μπροστά του. Στα μάτια του ζωγραφιζόταν το αδιέξοδο. Απ' ότι φαίνεται, μάλλον ήθελε πολύ να κλάψει, μα δεν μπορούσε. Δεν ήξερε πως. Το κορίτσι από το Playboy από την άλλη, έπαιζε αδιάφορα με τις μπούκλες των ξε - βαμμένων πλατινέ μαλλιών του κοιτώντας το υπερπέραν.

Δυο άδεια τραπέζια πιο δίπλα, ένα αγόρι έκλαιγε με λυγμούς, ίσως ακριβώς επειδή θα 'θελε να ΄ταν το αγόρι από τη διαφήμιση των Malboro. Δεν μπορούσα να καταλάβω σε ποια διαφήμιση θα ταίριαζε εκείνος. Πλησιάζοντας για να καθαρίσω το τασάκι και να κάνω ότι μαζεύω λίγο το τραπέζι του (πολιτική του μαγαζιού, καταλαβαίνετε), μάζεψα πολλά χρησιμοποιημένα χαρτομάντηλα. Ίσως Kleenex λοιπόν.

Απέναντί του, άλλο ένα κορίτσι, έφευγε σχεδόν τρέχοντας εκνευρισμένο καθώς εκείνος έκλαιγε.  "Cosmote ή κάποια άλλη εταιρία κινητής τηλεφωνίας" σκέφτηκα κατευθείαν, μιας και είχε ανταλλάξει πάνω από 50 μηνύματα στα 10 λεπτά που είχε κάτσει στην καφετέρια.

"Τί κρίμα που όλοι αυτοί δεν θα συναντηθούν ποτέ στην ίδια διαφήμιση", σκέφτηκα ξεφυσώντας, ίσως με μια ελάχιστη δόση θλίψης.

Ξαφνικά ο τύπος που ταίριαζε στη διαφήμιση των Malboro έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα από το βαθύ - μπλε Calvin Klein τζιν του και άναψε ένα μόνο και μόνο για να το πετάξει κάτω λίγο αργότερα και να φύγει, μην αντέχοντας άλλο το κορίτσι από το Playboy αλλά και τη δική του ανικανότητα να επιδείξει την μη - αντοχή του. Έσκυψα και το μάζεψα, διώχνοντας και τα τελευταία απομεινάρια αξιοπρέπειας που είχαν καταλάθος ξεχαστεί μέσα μου.

Καθώς ξαναάναβα το σβησμένο Malboro του αγοριού των Malboro, σκέφτηκα μα ατάκα από τα λιγοστά αγγλικά που είχα συγκρατήσει απ' όταν έκανα μεταπτυχιακό στην Αμερική ώστε να μπορώ να επιστρέψω στην Ελλάδα και να σερβίρω αξιοπρεπώς ανθρώπους που δεν είχαν την δική μου τύχη.

"This shit is fucked up, man. Completely fucked up, man", έλεγαν οι φίλοι μου οι Αμερικάνοι σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Thursday, 5 June 2014

Μαζί

Ανταλλάξαμε πρόθυμα την θέληση για ζωή με απελπισία. Τα όνειρά μας, με αδιέξοδα.

Χτίσαμε στέρεα, ασφαλή ατομικά κελιά, να μας προστατεύουν από το κρύο και από τις  ενοχλητικές επαφές με τρίτους.

Μετατρέψαμε τον έρωτα, από μεθυστικό συναίσθημα, σε αρρωστημένη εμμονή με ολίγον τι από ενοχή.

Κρύψαμε καλά τα "θέλω" κάτω από τα μεγάλα "πρέπει".

Σβήσαμε το πάθος που σικόκαιγε μέσα μας, με τις ιδέες της καριέρας και της κοινωνικής ανέλιξης.

Ξεδιαλέξαμε προσεκτικά τα λόγια μας: κρατήσαμε τα απολύτως απαραίτητα για την καθημερινή μας επικοινωνία και πετάξαμε τα άλλα, τα περιττά,  στο σκοτεινό πίσω μέρος του μυαλού μας.

Τα πρόσωπά, τα βλέμματά μας τα χώσαμε πίσω από τεράστιες γυάλινες οθόνες που προσφέρουν την απαραίτητη απόσταση και ασφάλεια. Οι συζητήσεις, οι φιλοφρονήσεις, το φλερτ, η θλίψη, η αγάπη, το πάθος, ο πόθος, έγιναν εικονικά χεράκια με αντίχειρες που δείχνουν προς τα πάνω ή προς τα κάτω.

Τα συναισθήματα κρύφτηκαν καλά στις τσέπες μας, να τα ψάχνουμε, όπως τα ψιλά, τις στιγμές που χρειάζονται, και να μην τα βρίσκουμε.


Όχι μόνο "αυτοί". Και εμείς.  Όλοι μαζί τα κάναμε.

Έξω ψάχνουν μα δε βρίσκουν, αγαπούν μα δεν αγαπιούνται,  θέλουν να χαρούν μα κλαίνε, θέλουν να φάνε μα δεν έχουν, απολύονται και δεν ξαναπροσλαμβάνονται,  αποστρέφουν το βλέμμα τους από τη ζωή, χάνουν τα σπίτια τους, δεν τα χάνουν, τους τα παίρνουν, διαμαρτύρονται, τους δέρνουν, πεθαίνουν από την πείνα και το κρύο, τους ξαναδέρνουν, πάει τέλειωσε λένε, αυτοκτονούν. Δολοφονούνται.

Κράτα μου το χέρι σφιχτά και πάμε. Μαζί θα τ'αλλάξουμε όλα. Μόνο εμείς μπορούμε. Μόνο μαζί μπορούμε.

Είσαι;


Τσιγάρο ατέλειωτο, βαρύ

η μοναξιά.

Τουλάχιστον δεν ξοδεύεσαι αγοράζοντας συνέχεια καινούρια πακέτα.

Υγεία, μαλακία,

επανάσταση.

Wednesday, 4 June 2014

Σκοτάδι

"Ξέρεις, ήλπισα. Ήλπισα ότι δεν θα γίνει έτσι. Ντάξει, ίσως είμαι λίγο αθώος. Όπως όταν ήμαστε παιδιά. Που είχαμε αυτό το περίεργο μείγμα λογικής και φαντασίας. Τότε που φοβόμασταν τη νύχτα και τους μπαμπούλες που ερχόντουσαν μαζί της. Και αφήναμε την πόρτα ανοιχτή, ίσα που να μπαίνει το λιγοστό φως του φωτισμένου διαδρόμου, ή ανάβαμε εκείνο το άλλο, το μικρό "φωτάκι νυχτός". Τότε ξέραμε, μες στην παράλογη λογική μας, ότι το φως δεν ήταν ικανό για να κρατήσει τους μπαμπούλες μακριά. Αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο, μας έδινε μια αίσθηση προστασίας, ασφάλειας.


Έτσι και 'γω. Ήλπισα. Άφησα εκείνη την μικρή αισιόδοξη πορτούλα ανοιχτή, να μπαίνει το λιγοστό φως της ελπίδας, από κείνης ντε, του διαδρόμου.

Ύστερα ήρθες εσύ, σαν μπαμπούλας του σήμερα,  και αναδεικνύοντας την παιδική αφέλειά μου, έκλεισες την πόρτα με δύναμη. Και με άφησες μόνο μου, στο σκοτάδι. Ο μεντεσές ξεχαρβαλώθηκε και η πόρτα θα χρειαστεί καιρό να επισκευαστεί.

Ας είναι. Τους φόβους μας, λένε, μπορούμε να τους νικήσουμε μόνο αν τους αντιμετωπίσουμε κατάματα.

Θα μάθω, λοιπόν, και 'γω, να κοιμάμαι στο σκοτάδι.

Καληνύχτα...
", είπε και έσβησε το φως.  

Tuesday, 3 June 2014

Κάτι το διαφορετικό

Σηκώθηκε και κοίταξε για λίγη ώρα τον εαυτό της στον καθρέφτη.

Ύστερα, πήρε το λαστιχάκι από το κομοδίνο, το έμπλεξε και το έφιξε ψηλά στα μαλλιά της. Έμεινε να χαμογελάει και να θαυμάζει τον εαυτό της αρκετή ώρα, μπροστά στην φρέσκια ομορφιά που συνόδευε το διαφορετικό της χτένισμα.

Λίγο αργότερα πήγε στην άχαρη δουλειά της, έκανε τα συνήθη απαραίτητά της ψώνια, βγήκε με την παρέα της για ποτό στο ίδιο μαγαζί, απογοητεύτηκε και φλέρταρε με τους ίδιους άντρες. Ακριβώς όπως και κάθε άλλη, ίδια μέρα της ζωής της.

Friday, 30 May 2014

Ο δρόμος με τις καρδιές

"Θα ζωγραφίζω μια καρδιά σε μια κολώνα αυτού του δρόμου για κάθε μήνα που είμαστε μαζί, για κάθε κομμάτι μου που μοιράζομαι μαζί σου", της είχε ψιθυρίσει σε μια από τις συνηθισμένες τους βόλτες στον κεντρικό δρόμο της γειτονιάς. Εκείνη είχε χαμογελάσει.

Τώρα, τόσο καιρό μετά, περπατώντας στο δρόμο με τις ξεθωριασμένες καρδιές, εκείνη θα τις έβλεπε, θα τον σκεφτόταν και θα ξαναχαμογελούσε.

Ή τουλάχιστον, αυτό του άρεσε να σκέφτεται κάθε φορά που τύχαινε να περνάει από 'κει.

Tuesday, 27 May 2014

Μετρό vol. 2

Μπαίνουμε στο σταθμό. Κρατάμε τα εισητήρια σφιχτά, τα δαγκώνουμε ακόμη σφιχτότερα με τα στόματά μας. Τρανή απόδειξη ότι είμαστε νόμιμοι, προβλεπόμενοι, είτε νεκροί, είτε ζωντανοί.

Η σκάλα μας παρασέρνει αργά αλλά σταθερά στον κατήφορο, στο σκοτάδι. Και εμείς απλά στεκόμαστε και το υπομένουμε, αδύναμοι να αντισταθούμε. 

Ύστερα τρέχουμε να προλάβουμε το τρένο, μα πάντα φτάνουμε καθυστερημένοι. 

Στο τέλος, χανόμαστε με πάταγο στο σκοτεινό τούνελ. Εκεί που κάθε μορφής επικοινωνία είναι αδύνατη. 

Saturday, 24 May 2014

Μικροαστικές επιθυμίες

Θα ήθελα,
να πάψουμε να χρησιμοποιούμε την κρίση ως δικαιολογία της ανημπόριας μας και των δικών μας αδυναμιών.

Θα ήθελα,
να βγάλουμε επιτέλους τις μάσκες της σοβαρότητας και της απροσωπίας που άκριτα δεχτήκαμε να φορέσουμε.

Θα ήθελα,
να κατεδαφίσουμε τον τοίχο της απόστασης και της επίπλαστης ασφάλειάς που έντεχνα χτίσαμε μεταξύ μας γιατί φοβόμασταν.

Θα ήθελα,
να γκρεμίσουμε το πάτωμα της βόλεψης μας στη σιγουριά και σε κείνη την τελματώδη σταθερότητα που μας οδήγησαν να επιλέξουμε.

Θα ήθελα ύστερα, να πιαστούμε χέρι με χέρι,σε μια ελεύθερη πτώση προς το άγνωστο, χωρίς κανένα στήριγμα, δυο έρμαια της τύχης που στροβιλίζονται στη δίνη των επιθυμιών.

Θα ήθελα να απωλέσουμε κάθε είδους λογικής και μελλοντικών σκέψεων και να κυλιστούμε στον πάτο, στο τέρμα της πτώσης,

όπως προστάζουν τα πιο βίαια, αρχέγονα, ζωώδη μας ένστικτα.

Friday, 23 May 2014

Μετα - κόμιση

Δωμάτιο. Πάτωμα. Στοιβαγμένες  κούτες γεμάτες σκονισμένα συναισθήματα σε μια γωνιά. Σκισμένες αφίσες, αναμνήσεις ενός χαμένου πρόσφατου ή παλιότερου παρελθόντος στην άλλη. Ένα κομοδίνο που ξεχειλίζει από χρησιμοποιημένα λάθη και ξεχασμένες αγάπες, σχεδόν χάνεται ανάμεσά τους.

Μισοσκόταδο. Η λάμπα της άγνοιας και του φόβου τρεμοπαίζει. Το φως επιστρέφει μόνο και μόνο για να ξαναχαθεί. Τα μόρια της σκόνης της αμφιβολίας καταφέρνουν και χώνονται, σχεδόν χορευτικά, μέσα από τις μισόκλειστες γρύλιες.

Ξαπλώνω στο κρεβάτι. Κοιτάω το ταβάνι. "Θέλει οπωσδήποτε καθάρισμα", σκέφτομαι.

Tuesday, 20 May 2014

Η κοπέλα με την κόκκινη ομπρέλα

Γεύση από ατέλειωτο τσιγάρο. Στο μυαλό σου αντηχεί. Πενιά από τις ζαλισμένες νύχτες της κρίσης. Παθιάρικη και παραπονεμένη. Σηκώνεσαι. Παραπατάς. Στο ρυθμό ενός υποθετικού ζεμπέκικου. Ανοίγεις παράθυρα. Κοιτάς. Μέρα χωρίς χρώματα και χωρίς μουσική. Σκέφτεσαι. Η άνοιξη μάλλον έχει πάρει το πρώτο της ρεπό. Κοιτάς. Ρολόι στον τοίχο. Ο χρόνος έχει σταματήσει, νιώθεις. Σαν να είσαι εδώ για πάντα. Σαν να είσαι εδώ από πάντα. Σαν ο χρόνος και ο τόπος να διαστέλλεται αυτή την μέρα. Αναζητάς απεγνωσμένα. Ένα σημάδι. Μια ένδειξη αλλαγής. Μια νύξη ελπίδας.

Εκεί. Στο πάρκο. Βλέπεις. Μια κοπέλα με κόκκινη ομπρέλα. Μια χρωματιστή κουκίδα σε άχρωμη σελίδα ενός ξεφτισμένου, από τα χρόνια και τα δάκρυα, τετραδίου.
Αφουγκράζεσαι. Σαν τα πόδια της να κάνουν θόρυβό μέσα στο νοσηρά σιωπηλό σούρσιμο του βουβού πλήθους. Παρατηρείς. Σαν το κόκκινο πινέλο της να δίνει λίγο χρώμα σε αυτό τον μουντό καμβά.

"Λευτεριά σε όλους όσους αντιστέκονται στο πάγωμα του χρόνου και του τόπου". Σκέφτεσαι. Και ως ελάχιστη ένδειξη αλληλεγγύης, βγαίνεις.  Απ'την μικρή προσωπική σου φυλακή. Από την στενή ασφυκτική σου ζώνη ασφαλείας.
Δεν υπάρχει γιατί και πως. Μερικές φορές υπάρχει απλά το πρέπει. Ή το δεν πρέπει.

Κατεβαίνοντας τις σκάλες, στο δρόμο για τον γκρίζο κόσμο και την κόκκινη κουκίδα, ελέγχεις αν πήρες μαζί σου την ομπρέλα σου και το κλειδί που ανοίγει το κελί στο οποίο είχε φυλακίσει κάποτε η λογική τα συναισθήματα. "Έχει σκουριάσει από τον χρόνο", σκέφτεσαι, "αλλά με λίγο λαδάκι ίσως κάνει δουλειά".

Thursday, 15 May 2014

Ο άνθρωπος που κοιτούσε τους στύλους

Το γλυκό και κόκκινο σαν κοκκινέλι φως του δειλινού ποτίζει τον καθαρό ουρανό. Αλλά εκείνος όντας γερός πότης δεν μεθάει εύκολα. Εγώ περπατάω αμέριμνος με το βλέμμα στραμμένο πότε προς τα κάτω και πότε προς τον ουρανό. Με το κεφάλι στραμμένο παντού εκτός από κάπου συγκεκριμένα.

Εκείνος στέκεται εκεί. Τον παρατηρώ ξαφνικά με την άκρη του ματιού μου. Κατά τύχη. Λίγα ακόμη βήματα. Κοιτάζω καλύτερα. Παρατηρώ το βλέμμα του. Είναι γύρω στα πενήντα, φοράει σακίδιο και δεν στέκεται απλά. Όχι. Στέκεται και παρατηρεί με προσοχή τον στύλο μπροστά του. Ο χρόνος φαίνεται να περνάει δίπλα του ζητώντας του συγγνώμη χωρίς να τον αγγίζει. Εκείνος στέκεται. Για λεπτά. Για ώρες. Για χρόνια. Ο κόσμος γύρω του αλλάζει αλλά εκείνος στέκεται. Η προσοχή του τραβάει την προσοχή μου. Στέκομαι δίπλα του. Παρατηρώ και εγώ. Την μια αυτόν. Την άλλη τον στύλο. Την μία τον στύλο και την άλλη αυτόν. 

Αναρωτιέμαι. Το γιατί. Πάντα πρέπει να υπάρχει ένα γιατί. Δεν μπορείς κύριε να βγαίνεις έτσι χωρίς το γιατί σου πρόχειρο και καλοταϊσμένο. Γιατί λοιπόν; Να τα έχει χαμένα; Να του έπεσαν άραγε από την μνήμη τα προσωπικά του στοιχεία και να μην μπορεί να τα βρει πουθενά; Να προσπαθεί να  δώσει λύση στο αιώνιο ερώτημα αν ο στύλος είναι στραβός και εκείνος ίσιος ή το αντίθετο; Να είναι άραγε ο κατασκευαστής του εν λόγω στύλου και να αξιολογεί το έργο του; 

Η επιμονή του να κοιτάζει το στύλο αντί να απαντάει στα σιωπηρά μου ερωτήματα με εκνευρίζει μεν, αλλά με πείθει. Προχωρώ πιο κοντά. Στέκομαι και γω και παρατηρώ με τη σειρά μου τον στύλο. Μετά από λίγα λεπτά παρατήρησης καταλήγω σε επιστημονικό συμπέρασμα. Είναι ένας στύλος. Στέκεται εκεί και τον βλέπω. Όπερ έδη δείξαι. Ακόμη λίγα λεπτά έρευνας δείχνουν ότι ο στύλος είναι ένας πλήρως συνηθισμένος στύλος. Ένας άχαρος, ψηλόλιγνος βαθυπράσινος στύλος σαν αυτούς που υπάρχουν κατά χιλιάδες στην πόλη. Σαν έναν από αυτούς που μου φάγαν την Μαίρη. Για την ακρίβεια αυτός ο στύλος είναι τόσο βαρετός που δεν έχει ούτε καν μία γρατζουνιά πάνω του, ενώ η Μαίρη θα τον χώριζε μετά την πρώτη βδομάδα. 

Σαν να χλευάζει τα τουλάχιστον πέντε λεπτά επιστημονικής μου μελέτης και εξέλιξης, εκείνος προχωρά. Όχι για πολύ. Δυο βήματα μόνο. Μέχρι να συναντήσει τον επόμενο στύλο, να σταθεί και να τον παρατηρήσει. Για λεπτά; Για ώρες; Για χρόνια; Ποιος ξέρει.

Σε εκείνο το σημείο αποχωρώ. Αισθάνομαι ηττημένος. 

Λίγα μέτρα πιο μετά, καθώς ο υπεύθυνος για τα χρώματα της ημέρας, συνεχίζει να ανακατεύει σταθερά με μαύρο το κόκκινο του ουρανού σκουραίνοντάς, το σκέφτομαι. Η χαρά της ανακάλυψης με κατακλύζει και η αρκούντως μελό μουσική των credits αρχίζει να παίζει καθώς οι τίτλοι τέλους εμφανίζονται πίσω από την πλάτη μου. 

"Τί το εντυπωσιακό, τί το περίεργο έχει τελικά να κοιτάς ένα στύλο; Μήπως άραγε τόσοι και τόσοι άνθρωποι δεν στέκονται να κοιτάνε για λεπτά, για ώρες, για χρόνια έναν στύλο, έναν άνθρωπο - στύλο, ή έναν άνθρωπο που αντιμετωπίζουν σαν στύλο, λες και αυτός πρόκειται να κάνει κάτι; Λες και πρόκειται ξαφνικά να ξεριζώσει τις πλάκες γύρω  του, να τεντωθεί, να τους πει ότι βαρέθηκε την απραγία τους και να τους και με ένα μαγικό τρόπο να τους λύσει όλα τους τα προβλήματα, να τους αλλάξει τη ζωή και τους εαυτούς τους τους ίδιους,  να τους ορκιστεί αιώνια αγάπη, φιλία, πίστη και δεν ξέρω γω τί άλλο; 

Και σα να μην έφτανε αυτό, μετά προχωρούν και στον επόμενο και κάνουν ακριβώς το ίδιο". 

Tuesday, 13 May 2014

Μπλε

Μπλε φως που εναλάσσεται με λευκό με προσεγγίζει επικίνδυνα. Θυμάμαι.

Απέναντι μας βρίσκεται ένα μπλε Skoda. Τρία αστέρια είναι διακριτικά τοποθετημένα στο μανίκι της γαλάζιας μπλούζας του οδηγού. Πιο κάτω, ένα σύννεφο καπνού αιωρείται πάνω από τέσσερις πέντε συγκεντρωμένες μπλε στολές. Πίσω από τα δέντρα είναι απειλητικά κρυμμένο ένα τεράστιο σιωπηλό βαθύ μπλε όχημα με αδιευκρίνηστο περιεχόμενο. Λες και περιμένει να ξεχαστεί κάποιος και να περάσει από κοντά, για να πεταχτεί και να τον τσακώσει.

Οι άνθρωποι με τις μπλε στολές κινούνται, ζουν και υπάρχουν, ανάμεσά μας. Σε κάθε δρόμο. Σε κάθε γωνιά. Σε κάθε γειτονιά.

Μας εξετάζουν με τα διευρευνητικά τους βλέμματα. Μας προστατεύουν από τους ίδιους τους  επικίνδυνους εαυτούς μας. Καθορίζουν ο δρόμο μας, τις σκέψεις μας, τα όνειρά μας, τα όριά μας, το τί πρέπει, τί δεν πρέπει, το καθωσπρέπει. Με την ευλογία του Θεού, του κράτους και του Θεού - Κράτους, μας νουθετούν με την μεταλλική πυγμή με την οποία τους έχουν εξοπλήσει τα λεφτά των φορολογουμένων.

Καλπάζουν με τα ατσάλινα άτια τους κάτω από το συννεφιασμένο ουρανό της πόλης, σε μια από τις συνηθισμένες μας βόλτες στο πλακόστρωτο.

Τα φώτα τους λούζουν την πόλη με ένα περίεργο, αρρωστημένα μπλε φως, και εσύ δίπλα μου απορείς πότε επιτέλους θα δεις την πόλη ντυμένη στα κόκκινα.

Κάποια στιγμή χάνεσαι. Δεν θυμάμαι πως ή ποιος. Όμως τώρα δεν είσαι πια εδώ, άρα χάθηκες.

Η διστακτικότητα που επιτρέπει την μετατροπή της παρουσίας σε απουσία είναι εντελώς άχρωμη, όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις.

Αν όμως έπρεπε να τη ζωγραφίσω, θα την χρωμάτιζα με μπλε χρώμα.

Μπλε και φως άσπρο φως βρίσκονται πια εκτυφλωτικά κοντά. Παράθυρο οχήματος χαμηλώνει. "Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;". Ερώτηση εντός οχήματος.
"Πολλά". Απάντηση εκτός. 



Monday, 12 May 2014

Αστέρι

Στην πρώτη μας βόλτα σε δάσος. Τότε που ξαπλώσαμε στο γρασίδι. Και κοιτάξαμε τον ουρανό. Όπως κάθε πρωτοεμφανιζόμενο ζευγάρι που σέβεται τον εαυτό του. Στρέψαμε το βλέμμα μας. Σε ένα αστέρι. Μου είπες πως θα ήμασταν για πάντα μαζί. Όπως εκείνο το αστέρι στο ουράνιο στερέωμα.

Λίγο καιρό αργότερα έμαθα. Πως στην πραγματικότητα αυτό το αστέρι είχε "σβήσει" εδώ και χιλιάδες χρόνια.


Έτσι εξηγούνται όλα.

Sunday, 11 May 2014

Ειδοποιήσεις

Είχε καταργήσει από τη ζωή του κάθε είδους και μορφής ειδοποιήσεις. Πάντα έλεγε ότι σημασία στη ζωή έχει το αυθόρμητο, η έκπληξη.

Έτσι ποτέ του δεν κατάφερε να προλάβει το τρένο της ευτυχίας: πάντα ξεχνιόταν και έφτανε αργότερα στο σταθμό, με αποτέλεσμα να κάθεται και να περιμένει εκεί, μαζί με άλλους αυθόρμητους, τεμπέληδες ή απλώς αργόστροφους.

Κάποιοι από αυτούς ήταν πολύ συμπαθητικοί τύποι και έτσι, μέρα με την μέρα, αρχίσανε να κάνουνε παρέα. Σε μια τέτοια παρέα ήταν που γνώρισε και εκείνη.

Ταίριαξαν αμέσως και κανόνισαν να βρεθούν μόνοι.

Δυστυχώς δεν τα κατάφεραν ποτέ να συναντηθούν έγκαιρα. Βλέπετε, κανείς από τους δύο δεν γούσταρε τις ειδοποιήσεις.

Saturday, 10 May 2014

(Αν)οικειότητα

"Σπίτι σου ή σπίτι μου;" ρώτησε εκείνος με βλέμμα γεμάτο προσμονή.


"Στη ΓΑΔΑ", απάντησε ο αστυνομικός, που δεν συμμεριζόταν την οικειότητα που αισθανόταν ο συλληφθέντας. 

Friday, 9 May 2014

Στην Εντατική

Πανικός επικρατούσε στην αίθουσα της εντατικής καθώς τα απαραίτητα εργαλεία άλλαζαν συνεχώς χέρια, και οι επεμβάσεις στο σώμα του ασθενούς διαδεχόντουσαν η μία την άλλη.

"Μην ανησυχείτε σύντομα θα έχουμε ανάκαμψη!" καθησύχαζαν ψευδώς τον κόσμο οι υπεύθυνοι.
"Ίσως αργότερα να χρειαστεί να μπει στο γύψο, θα δούμε" προσέθεταν άλλοι.

"Η κατάσταση είναι σοβαρή, θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσουμε την μέθοδο του ηλεκτροσόκ και των ψευδών δηλώσεων" γνωμάτευαν όταν ήταν μεταξύ τους.

"Μα αυτό θα κοστίσει τη ζωή χιλιάδων ανθρώπων", αντιδρούσε κάποιες φορές κάποιος. 
"Είναι λύση ανάγκης", επέμεναν οι περισσότεροι.

Γρήγορα όλοι οι πρωθυπουργοί, οι υπουργοί οικονομικών και οι παρατρεχάμενοί τους, είχαν καταλήξει: η οικονομία ήταν κλινικά νεκρή. Αλλά θα την κρατούσαν συνδεδεμένη με τα μηχανήματα, για όσο τους έπαιρνε. 



Επιστροφή vol. 2

Γυρνάς. Μόνος. Και συνειδητοποιείς ότι. Βρίσκεσαι εκεί. Ξανά. Βαριανασαίνεις. Σκέφτεσαι. Ξαναβαριανασαίνεις. Θα έρθει. Η αλλαγή.  Κάποτε. Κάπως. Αλλά γιατί να έρθει εδώ;  Ηλίθια είναι; Βαθιά μέσα σου. Ελπίζεις. Να είναι λίγο ηλίθια. Ή λίγο τρελή. Τόσο δα. Όχι πολύ. Μόνο όσο χρειάζεται. Για να έρθει. Σκέφτεσαι αυτό. Που είχε πει κάποιος. Τον κόσμο τον αλλάζουν οι τρελοί και οι επαναστάτες. Σκέφτεσαι το άλλο. Που είχε πει ο Άλλος. Επαναστάτες λέγονται αυτοί που κάνουν την επανάσταση.

Μακάρι όλοι να ήμασταν αυτό που δηλώναμε, καταλήγεις.

Thursday, 8 May 2014

Ανοιξιάτικο Μπάνιο

Έγλειψα λίγο αλάτι από το πόδι της. Τα χείλη μου γεύτηκαν την δροσερή αρμύρα της θάλασσας, και εγώ άφησα τον εαυτό μου να χαθεί  στη νεανική και ορμητική ζωντάνια της, στην ακαταμάχητη αθωότητά που εξέπεμπε.

Εκείνη χαμογέλασε, με ευχαρίστηση, χωρίς να με κοιτάξει. Απολαμβάνε με κλειστά τα μάτια τον παφλασμό των κοιμάτων, ενώ το δέρμα της έπαιρνε όλο και πιο σκουρόχρωμους τόνους κάτω από το φως του μεσημεριάτικου ήλιου. 

Ένα κλικ πριν σταματήσει ο χρόνος και ο χώρος και οι λέξεις όπως κρίση και ανεργία χάσουν ολοκληρωτικά το νόημά τους, σηκώθηκε, τίναξε από πάνω της λίγη άμμο και περπάτησε αργά προς τη θάλασσα. Τα σφριγηλά της πόδια, σχεδόν χορευτικά σημάδευαν το μονοπάτι που έπρεπε να ακολουθήσω με τη σειρά μου. 

Όταν έφτασε να βρίσκεται μέχρι τη μέση μες στο νερό, γύρισε προς το μέρος μου και μου έδωσε το σινιάλιο με ένα κούνημα του χεριού της, φορώντας μόνο αυτό το ανέμελο χαμόγελο που είχε και την μέρα που την πρωτοείδα. 

Εγώ  έμεινα να την κοιτάω αμήχανα: η θάλασσα της ευτυχίας, αυτής που φτιάχνεται μόνο από δυό, ήταν  πολύ βαθιά, και τα νερά της άγνωστα. Φοβόμουν. 

Το διαρκές κάλεσμά της, όμως, με γέμισε αποφασιστικότητα: άρχισα να τρέχω προς το μέρος Της, κλείνοντας ταυτόχρονα την μύτη μου. 

Θα βουτούσαμε μαζί σε αυτό το άγνωστο πέλαγος, θα εξερευνούσαμε μαζί τα αχαρτογράφητα νερά, αποφάσισα. Προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο.


Wednesday, 7 May 2014

Η προσπάθειά της να μην ξεχωρίζει

ήταν αυτό  που την έκανε ξεχωριστή.

O Γιαννούτσος

Στο χωριό είχαμε έναν τύπο από αυτούς που οι άνθρωποι της πόλης νομίζουν ότι υπάρχουν μόνο στα χωριά, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχουν και στις πόλεις. Με τη διαφορά ότι εκεί, είναι πολύ πιθανό να μην συναντηθείτε ποτέ.

Ο Γιαννούτσος ήταν γύρω στα 40 με 45 και το πραγματικό του όνομα ήταν Γιάννης. Το όνομα "Γιαννούτσος" του κουβαλούσε πάνω από 30 χρόνια: του το είχε "κολλήσει" ένας καθηγητής του στο δημοτικό  -μάλλον συντηρητικών φρονημάτων- εμπνευσμένος από τον καπετάν Γιαννούτσο του τάγματος του Άρη που καταγόταν από διπλανό χωριό.Ο λόγος ήταν απλός:  ο Γιάννης -αν και ολιγομίλητος- ήταν ο "αρχηγός των ατάκτων" μαθητών στο σχολείου του χωριού.

Ο Γιαννούτσος, μάλιστα, ποτέ δεν κατάφερε να τέλειωσε το δημοτικό: κάποια στιγμή κληρονόμησε το καφενείο του παππού του και έκτοτε "ρίζωσε" εκεί. Τον έβλεπες κάθε μέρα, να κάθεται αμίλητος στο πιο απομακρυσμένο τραπέζι και να αγναντεύει με το μελαγχολικό του βλέμμα τα χιονισμένα, το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου, βουνά. Που και που, σαν έμπαινε κανάς πελάτης, ο Γιαννούτσος σηκωνόταν αργά - αργά και του σέρβιρε, αποκλεισιτκά ελληνικό ή φραπέ, για να επιστρέψει μετά από λίγο στο αμίλητο αγνάντι του.

Τον Γιαννούτσο τον "έμαθα", όταν επέστρεψα, λόγω κρίσης, να μείνω μόνιμα στο χωριό: και η αλήθεια είναι ότι στην αρχή μου φάνηκε πολύ περίεργος. Είχα φτάσει μάλιστα στο σημείο να νομίζω ότι είναι και μουγγός. Σιγά - σιγά όμως, για κάποιο περίεργο ρόλο, τον συμπάθησα. Δυστυχώς,  κάτι η προϊστορία του ονόματός του, κάτι ο ιδιόμορφος χαρακτήρας του, έκανε να μην ισχύει το ίδο για την πλειοψηφία του χωριού: ιδιαίτερα εκείνοι οι οποίοι απλώς καταγόντουσαν από το χωριό χωρίς να μένουν μόνιμα, και ειδικά σε περιόδους όπως οι εκλογικές, επιδιδόντουσαν σε πειράγματα.

"Άντε ρε Γιαννούτσο! Τί θα γίνει; Θα κάνεις καμιά επανάσταση;" ξεκινούσε το πείραγμα κάποιος. "Άντε, ρε καπετάνιο! Εκεί θα κάθεσαι όλη μέρα; Δεν βλέπεις πόσο χάλια είναι η κατάσταση; Κάνε κάτι να αλλάξεις  τα πράγματα!" συνέχιζε άλλος . Και ο Γιαννούτσος καθόταν εκεί,΄στο απομακρυσμένο τραπεζάκι με το βάζο με το μοναδικό λουλούδι, να αγναντεύει αμίλητος, υπομένοντας τα πειράγματα.

Η είδηση του θανάτου του πραγματικού καπετάν  Γιαννούτσου, που στο χωριό την μάθαμε από την τηλεόραση που έπαιζε βουβά στο καφενείο του συνονόματό του σόκαρε πολλούς από μας: πιο πολύ  απ' όλους όμως  τον δικό μας Γιαννούτσο, ο οποίος έμεινε να κοιτάει την οθόνη αποσβολωμένος  και μετά το τέλος των ειδήσεων, και μετά αφού άδειασε το μαγαζί.

Από την ημέρα που ο τελευταίος τον μαυροσκούφηδων πέθανε, ο Γιαννούτσος φαινόταν κάπως διαφορετικός: συνέχιζε να αγναντεύει τις χιονισμένες κορφές, μόνο που το έκανε ακόμη πιο αμίλητα, ακόμη πιο μελαγχολικά. Πολλές φορές δεν σηκωνόταν καν όταν έμπαινε κάποιος νέος πελάτης. Ήταν σαν κάτι να τον προβλημάτιζε.

Ώσπου, μια μέρα, καθώς πήγαινα να πιω τον πρωϊνό μου καφέ στο καφενείο του Γιαννούτσου, είδα την πόρτα κλειδωμένη και μια τεράστια ταμπέλα από προσεκτικά κομμένο χαρτόνι να είναι κρεμασμένη στο χερούλι: "ΚΛΙΣΤΟ ΛΟΓΟ ΑΛΑΓΗΣ" έγραφε με μεγάλα κόκκινα γράμματα.

Αργότερα, έμαθα από συγχωριανό, ότι κάποιος τον είχε δει την ίδια μέρα τα ξημερώματα να χάνεται προς τα βουνά που αγνάντευε όλη του τη ζωή, κουβαλώντας μαζί του την κυνηγετική καραμπίνα του παππού του.

Δεν ξανακούσαμε ποτέ νέα του Γιαννούτσου στο χωριό, ούτε κανείς μπορούσε να σκεφτεί τί την ήθελε εκείνη την καραμπίνα. Βαθιά μέσα μου, όμως, ήμουν σίγουρος ότι ο Γιαννούτσος, ο δικός μας Γιαννούτσος, θα έκανε τα πάντα για ν' αλλάξει την κατάσταση, αφήνοντάς μας εμάς να γκρινιάζουμε για αυτή στον καινούριο καφετζή του χωριού.


Tuesday, 6 May 2014

Mute

Ξυπνάς και τινάζεσαι απότομα ιδρωμένος, από αυτούς τους λόγους που ύστερα συνειδητοποιείς ότι γεννιούνται και πεθαίνουν αποκλειστικά στο μυαλό σου.

Το χνώτο σου ποτίζει την ατμόσφαιρα με κάτι της χθεσινής νύχτας που θες να ξεχάσεις, που ήπιες επειδή ακριβώς ήθελες να ξεχάσεις.

Πηγαίνεις στην κουζίνα και προσπαθείς μάταια να ξεγελάσεις τη δίψα σου. Τα χείλη σου ξεραίνονται μετά από δυο δευτερόλεπτα, όμοια με φλογισμένη έρημο. Δεν είναι το νερό αυτό που θα σε ξεδιψάσει, σκέφτεσαι.

Μες στην παραζάλη σου, συνειδητοποιείς ότι  οι λέξεις είναι ορειβάτες που κάνουν ελεύθερη κατάβαση από το στόμα σου, όμως τα σκοινιά ασφαλείας τους τις αναγκάζουν απλά να κρέμονται εκεί, και να μην πέφτουν κάτω, στο κόσμο, στη ζωή και να πεθαίνουν και αυτές εκεί, κρεμασμένες στην αιωνιότητα.

Ανοίγεις το παράθυρο και μπαίνει εκείνο το λιγοστό φως που συνοδεύει το διάστημα ανάμεσα στην νύχτα  και στην μέρα κάνοντας σε να αναρωτιέσαι αν τελικά ξημερώνει ή αν νυχτώνει.

Στα απέναντι παράθυρα, των απέναντι πολυκατοικιών, στην πλατεία, στους γύρω δρόμους, στον γύρω κόσμο, βλέπεις ανθρώπους. Εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια ανθρώπους που στέκονται, περπατούν και ζουν με ανοιχτό το στόμα, ανθρώπους που ουρλιάζουν σιωπηλά.

Και εσύ τότε ψάχνεις αμήχανα στις τσέπες σου για εκείνο το μαγικό κουμπάκι που βγάζει το "mute".


Monday, 5 May 2014

Holter Πίεσης

09:30.

Εκατομμύρια σταγονίδια εκτοξεύονται με υπερβολική ταχύτητα, ενώ η γη περιστρέφεται πιο αργά από χθες, πιο αργά από προχθές.

Τα όνειρα δίνουν τη θέση τους στην πραγματικότητα, η οποία καθυστερεί στο πρωινό της ραντεβού. Και εσύ βρίσκεσαι σε αυτό το μεσοδιάστημα, προσπαθώντας να ξεδιαλέξεις προσεκτικά την αλήθεια από το ψέμμα, αυτά που σκέφτεσαι από αυτά που θα πεις, αυτά που θες από αυτά που θα κάνεις.

Η οθόνη μας έχει φορεθεί βίαια σαν μάσκα που πασχίζει να κρύψει τα συναισθήματά μας εκείνα τα λυπημένα βράδια της κρίσης.

10:30.

Οι κορυφές των δέντρων πλησιάζουν αστραπιαία και δίνουν τη θέση τους σε μεταλλικές κεραίες πολυκατοικιών, διαρκής υπενθύμιση της αλλαγής προς το χειρότερο ή προς το καλύτερο.

To μόνο που θα 'θελα είναι να φεύγαμε μαζί. Σ'ένα ταξίδι εσωτερικό, αναζήτησης στόχων, κοινών σκέψεων, χαμένων ονείρων.

11:30.

Η κοινωνία παρακολουθείται από τον προσωπικό της γιατρό, κλεισμένη σε μικρά δωμάτια πολυκατοικιών. Υποτάσσοντας τα συμπτώματα σε προσωπικές σκέψεις, προκειμένου η συνταγή να είναι ότο το δυνατόν ολιγοέξοδη.

Ο κόσμος υποφέρει από την κακή πεζοδρόμηση και οι κύριοι με τις  λευκές ρόμπες φροντίζουν για την ασφάλειά του.

"Περάστε, χαλαρώστε, θα πάρετε κάτι, θα μας αφήσετε μια ψήφο;" σου λένε προσπαθώντας να σε καθησυχάσουν.

"Καπνίζετε; Έχετε κάποιο χρόνιο πρόβλημα υγείας"; Μην ανησυχείτε γιατί Εκείνος ξέρει.

12.00.

Ο μικρός έχει τα μάτια του πατέρα του, η κυρία θα περάσει πριν από την άλλη κυρία, η άλλη κυρία θα αργήσει διότι δεν έχει καλή μνήμη.

Καθόμαστε στο δωμάτιο με τους λευκούς τοίχους που βαριανασαίνουν, ακίνητοι, αμίλητοι, ασυγκίνητοι, για όλη μας τη ζωή. Ρίχνοντας κλεφτές καχύποπτες ματιές σε αυτό που δεν γνωρίζουμε, μα κυρίως κοιτώντας με προσοχή εκείνο το τεράστιο HOLTER ΠΙΕΣΗΣ.





Saturday, 3 May 2014

Φορντ Μάστανγκ

Ο κινητήρας μουγκρίζει καθώς η Μάστανγκ απομακρύνεται με εκατοντάδες χιλιόμετρα από τον κόσμο, από την πραγματικότητα, από τη ζωή.

Η άσφαλτος φλέγεται και κομματιάζεται κάτω από τις ρόδες της, ενώ η κοπέλα δίπλα σου χαΐδεύει ανέμελα τα ριγμένα στο πλάι, ξανθά μαλλιά της.

Ο αέρας σου μαστιγώνει το πρόσωπο και καθώς την παρατηρείς μέσα από τον καθρέφτη σκέφτεσαι αν θα μπορούσες να επιταχύνεις τόσο ώστε να ταξιδέψεις πίσω στο χρόνο. Τότε που η μόνη σου έγνοια ήταν αν θα o οι γονείς σου θα σε αφήσουν να παίξεις με τα παιδιά στην αλάνα, τότε που η μόνη σου σκοτούρα ήταν η κατσάδα της μητέρας σου όταν λέρωνες τη μπλούζα σου με παγωτό.

Ναι, θα βρισκόσασταν σίγουρα και τότε. Αφού είναι γραφτό ν' ανταμώνετε, να χωρίζετε και να ξανασμίγετε, ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου.


Άλλωστε, ήσουν δεν ήσουν πέντε χρονών όταν ο πατέρας σου σου είχε αγοράσει το πρώτο σου μοντέλο Φορντ Μάστανγκ σε μικρογραφία. Και να σου, τόσα χρόνια μετά, που οδηγούσες το αυθεντικό.


Thursday, 1 May 2014

Λευκό

Έλλειψη συγκέντρωσης. Ασθένεια. Αποτέλεσμα υψηλής ταχύτητας internet. Αποτέλεσμα υψηλού ρυθμού ζωής. Πιθανώς. Προσωπικώς αμφισβητουμένως. Εγώ δεν γνωρίζω. Μου το 'πανε. Γιατροί. Καλοί; Πιθανώς.

Η μητέρα. Η μητέρα μου. Μου το 'λεγε πάντα. Πιθανώς. Ότι δεν συγκεντρώνομαι. Ότι γενικά δεν. Εκείνη απογοητεύθη. Παντελώς. Εγώ αδιαφορώ. Προσωπικώς. 

Ενημερώθηκα στο νοσοκομείο. Τα νοσοκομεία. Ωραία κτίρια. Λευκοί τοίχοι. Μου αρέσει το λευκό. Οι γιατροί λένε ότι είναι σημάδι πραότητας. Ή τρέλας. Εγώ πάλι, πιστεύω ότι μου αρέσει το λευκό.

Η τρέλα. Η τρέλα είναι κάτι ακαθόριστο. Οι γιατροί λένε ότι δεν ξέρουν. Η ευκολία με την οποία χρησιμοποιείται ο χαρακτηρισμός τρελός συνηγορεί υπέρ τους. Η προσωπική μου άποψη πάλι, όχι. 

Η τρέλα καθορίζεται. Στα παράθυρα των δελτίων. Ο κόσμος καθορίζεται στα παράθυρα των δελτίων. Τα παράθυρα των δελτίων καθορίζουν τον κόσμο. 

Μ'αρέσουν τα παράθυρα. Όχι των δελτίων. Τα άλλα.

Τί λέγαμε;

Tuesday, 29 April 2014

Αυτή η νύχτα

Η νύχτα που μένει. Η τελευταία νύχτα. Όταν η αίσθηση του αποχωρισμού σμίγει με αυτή του ανεκπλήρωτου. 

Κοίταξε πάνω. Τον ουρανό. Τα αστέρια και το φεγγάρι.

"Τα αστέρια. Τα αστέρια είναι τα μόνα που μένουν εκεί ό,τι και αν γίνει. Ακλόνητα.Αμετάβλητα. Αιώνια", είπε από μέσα του.

"Ίσως βέβαια και να μην είναι έτσι, γιατί στην πραγματικότητα κάποια αστέρια που εμείς νομίζουμε ότι βλέπουμε έχουν εκλείψει εδώ και χιλιάδες χρόνια".

Χαμογέλασε.

"...Η βεβαιότητα της αβεβαιότητας; Ή μήπως η αβεβαιότητα της βεβαιότητας; Ένα 'α' μετακινείς και γίνεται τέχνη", σκέφτηκε. "Κι ύστερα, τί είναι η τέχνη;"

"Μια μαλακία σκέτη είναι" απάντησε. "Ο ουρανός είναι ουρανός. Τα αστέρια αστέρια. Το φεγγάρι φεγγάρι. Και εσύ ένα σύνολο δισεκατομμύριων μορίων τα οποία αλληλεπιδρώντας μεταξύ τους σχηματίζουν όργανα, μυΐκό και δερματικό ιστό, το σύνολο των οποίων λειτουργεί με εντολές που εκμπέμπει ένα πολύπλοκο δίκτυο νευρώνων που αποκαλούμε εγκέφαλο".

"Ο εγκέφαλος. Ο ηθικός αυτουργός όλων μας των σκέψεων. Ο μοναδικός χειριστής της ερμηνείας μας για την πραγματικότητα".

"Περίεργο πράγμα  εγκέφαλος", σκέφτηκε." Είναι ο λόγος που μεταφράζουμε το γεγονός ότι ο οργανισμός μας δεν αντέχει άλλο σε πόνο, τα τραγούδια σε νοσταλγία, το άγγιγμα δυο ξένων σωμάτων σε συναίσθημα, και εκείνο το περίεργο σφίξιμο στην καρδιά σαν πέφτει η νύχτα,σε έρωτα".

"Ίσως να μπορούσε να βρεθεί ένας τρόπος ώστε να προγραματίζουμε τον εγκέφαλο νας μας κάνει να σκεφτόμαστε όπως εμείς θα θέλαμε. Προβλεπόμενα. Ελεγχόμενα. Χωρίς σφάλματα και απρόοπτα".

 "Αλλά τότε δεν θα έχει πλάκα, έτσι δεν είναι;", αναρωτήθηκε.

Χαμογέλασε ξανά. Και την σκέφτηκε.


Δεν ήξερε ποια ήταν, αλλά κάποια ήταν. Δεν ήξερε που ήταν, αλλά κάπου ήταν. Δεν ήξερε ποια ακριβώς ήταν εκείνη η νύχτα, αλλά ίσως να ήταν η τελευταία τους. Ίσως και η πρώτη τους.

Σκεπτόμενος αυτά, ξεκίνησε για να τη βρει.



Sunday, 20 April 2014

Αναστάσιμος Ακολουθία

12 η ώρα.

Χτυπάνε οι καμπάνες στην εκκλησιά.

Χτυπάνε και τα κουτάλια τους στα κάγκελια οι φυλακισμένοι στα λευκά κελιά.

12 η ώρα και χτυπάνε οι σφαίρες των συνοριοφυλάκων τα  στήθη των μεταναστών μπροστά από το σιδερένiο φράχτη. 

Χτυπάνε και τα τρυπημένα φουσκωτά που μεταφέρουν πρόσφυγες στα βράχια κάποιας ακτής.

12 η ώρα και χτυπάνε οι ανάποδες πλευρές των γκλοπ των μπάτσων, πάνω στα κεφάλια ανυπάκουων διαδηλωτών.

Χτυπάνε και οι βαριές μπότες φαντασμάτων που επέστρεψαν να ξαναστοιχειώσουν τον τόπο, πάνω στα πεζοδρόμια. 

12 η ώρα και χτυπάνε τις πόρτες, υπηρεσιών, επιχειρήσεων, βιομηχανιών και βιοτεχνιών, δεκάδες χιλιάδες άνεργοι. 

Χτυπάνε και τα δόντια των άστεγων που τουρτουρίζουν από το κρύο.

Χτυπάνε και τα ανήμπορα σώματα των απελπισμένων στο δρόμο, πέφτοντας από κάποια πολυόροφη πολυκατοικία. 

12 η ώρα. Και βεγγαλικά, πυροτεχνήματα, κρότου - λάμψης, μολότωφ και βόμβες  ταράζουν την βαθιά σιωπή της νύχτας. 

12 η ώρα. Και εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια στόματα, ενώνουν τις φωνές τους σε μιά απεγνωσμένη, αβέβαιη, κραυγή: 

"Χριστός Ανέστη ;"



Wednesday, 2 April 2014

Έρωτας στα χρόνια της κρίσης

Ποδοβολητό.  Θόρυβος. Ένα πλοίο και ένα αεροπλάνο φεύγουν. Eσύ είσαι που μεταναστεύεις; Για έναν άλλο προορισμό;  Για μια άλλη πατρίδα; Για μια άλλη ζωή;

Υπάρχει άλλη ζωή; Ο χριστιανισμός καταρρέει, όμως η Εκκλησία διατηρεί το αφορολόγητο.

Θυμάμαι.
Κρότου - λάμψης στην Πανεπιστημίου. Οι τουρίστες διώχνονται από το κέντρο με σφοδρή επίπτωση στην εθνική μας οικονομία. Τα θραύσματα των ονείρων μου διασκορπίζονται μαζί με αυτά της φωνής σου. "Βοήθεια!" φώναξες. Άπλωσα το χέρι μου να σε πιάσω, μα το παρατήρησα έκπλητος να λιώνει μπροστά στα μάτια μου. Ήμουν αδύναμος. Εκείνο πρωί δεν είχα φάει. Όπως και τόσα πρωινά τότε.

Η άσφαλτος βούλιαξε κάτω από τα πόδια μας, ανάμνηση της μεγάλης κομπίνας που είχε παιχτεί με τα δημόσια έργα. 

Κάποια στιγμή μου πρότεινες να πάμε για ένα ποτό. Έχωσα το χέρι στην τσέπη μου και έβγαλα δυο - τρία ευρώ. Τα νομίσματα έλαμψαν το φως, όπως και τα μάτια σου. "Ευτυχώς που ακόμη δεν έχουμε επιλέξει την εθνική απομόνωση και μπορούμε να απολαμβάνουμε διαπολιτισμικά προϊόντα, όπως ντακίρι και μαρτίνι" σκέφτηκα.
Εσύ παρήγγειλες ένα milkshake. Ρώτησα τον μπάρμαν αν το αφεντικό επέλεγε γάλα από το καλό ράφι. "Ιδέα δεν έχω" μου είπε. Εσύ ύστερα μου είπες πως ήλπιζες να επιλέγει από το κακό, μπας και πλήρωνε τον μπάρμαν κάπως περισσότερο. Ύστερα χάθηκες. 

Σε ξαναβρήκα να προσπαθείς να πηδήξεις πιο ψηλά από μια κλούβα και μια σιδερόφρακτη διμοιρία ΜΑΤ, για να με χαιρετίσεις. Εκείνοι στέκονταν αγέρωχοι. Ευθυτενείς. Ακλόνητοι. Με την προσμονή και τον επαγγελματισμό που αρμόζει σ' ένα 500ευρο παραπάνω. 

Ύστερα, κι άλλος κρότος. Σύγκρουση. Πανικός. Σε πήρα στην αγκαλιά μου. Ένα ειδικά εκπαιδευμένο συνεργείο καθαρισμού, εξαφάνισε τις κηλίδες αίματος από την ελληνική σημαία που στέκεται στην κορυφή της Βουλής. Την άφησαν να κυματίζει περήφανη, σύμβολο Δημοκρατίας, καθώς νομοθέτες τρομοκρατούσαν και τρομοκράτες νομοθετούσαν, και καθώς άλλο ένα συνεργείο ξεκολλούσε τις τσίχλες από την πλατεία Συντάγματος κατόπιν εντολής ιδιώτη ευεργέτη. 

Ελπίζω να μην έφυγες. Και να σε δω ξανά στο δρόμο. Αν οι μπάχαλοι αφήσουν κανά πλακάκι στη θέση του.


Οι εργολάβοι έχουν καταστρέψει τούτο τον τόπο.



Wednesday, 19 March 2014

Μια σχεδόν ανοιξιάτικη νύχτα στην πόλη

Ήχος από περπάτημα στο πλακώστρωτο. Δεκάδες ζευγαράκια φιλιούνται σε ευθεία γραμμή. Ένας φανταστικός υπάλληλος τα μετακινεί λίγο πιο δω ή λίγο πιο κει, για να εξισώσει τις μεταξύ τους αποστάσεις. Τα πάντα πρέπει να είναι άψογα. Οφείλουν να είναι άψογα.
Το προϊόν πρέπει να είναι ευπαρουσίαστο για να είναι ευπώλητο.
Ακρόπολη στο βάθος. Πανσέληνος βαθύτερα. Αγάπη σαν ψέμμα. Ψεύτικη αγάπη.
 Το φανταστικό σποτάκι λέει: "Live your myth in Greece".

Σε μια γωνιά στέκεται. Εκείνη. Εκείνες. Οι πολλές. Η μία. Η καμία. Άλλες φορές, με κοιτάει φευγαλέα. Άλλες φορές, αποστρέφει το βλέμμα της. Άλλες φορές, αγνοεί την ύπαρξή μου. Την κοιτάω. Την παρατηρώ. Τις παρατηρώ. Έντονα. Για ώρα. Αυτή στέκεται. Στέκονται. Ύστερα χάνεται στο πλήθος. Μετά από λίγο και το πλήθος χάνεται.

Εμφανίζεται πάλι σε κλάσματα δευτερολέπτου. Τώρα δεν περπατάει. Είναι ξαπλωμένο. " "Πλαφ πλουφ" κάνουν τα πόδια του λιγοστού κόσμου που περπατά ακόμα, στις λάσπες. Γύρω γύρω, το πλήθος. Άστεγοι. Άποροι. Πεινάνε. Κρυώνουν. Για λίγο. Γιατί σε λίγο έρχεται η άνοιξη. Ο καιρός θα ζεστάνει. Τα σώματα των ανθρώπων, όμως; Κι άμα ζεστάνουν τα σώματα, οι καρδιές θα ζεστάνουν; Κι άμα ζεστάνουν οι καρδιές, θα ζεστάνει και το πνεύμα;

Έτσι είναι. Άλλοι νοιάζονται για το πνεύμα. Άλλοι για τις καρδιές. Άλλοι για το πνεύμα. Υπάρχουν και οι λαϊκιστές, που νοιάζονται για όλα.

Οι λάσπες δίνουν τη θέση τους στο πλακώστρωτο. Τα πόδια των ανθρώπων φοράνε τακούνια. Ηχούν δυνατά. "Τακ τακ". O θίασος συγχρονίζεται πλήρως. Άμεσα. Τέλεια. Φιλιέται. Περπατάει. Αγναντεύει. Υπάρχει.
Όλα είναι τέλεια. Όλα είναι άψογα. Σχεδόν.

Ένα φανταστικό μεγάφωνο ηχεί. "Ο ΕΟΤ παρακαλείται να απομακρύνει τους άπορους από τα τουριστικά σημεία της πόλης. Ευχαριστώ".


Friday, 14 February 2014

Φαμ Φατάλ #2

"Το μυστικό είναι στο ψιλόκομμα" του είπε, καθώς εκείνος την κοίταζε που χειριζόταν με επιδεξιότητα το μαχαίρι. Και ήταν στ'αλήθεια εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο το χειριζόταν!
Αν και η μυρωδιά δεν ήταν και ό,τι καλύτερο, οι κινήσεις της φανέρωναν ότι ήταν το δίχως άλλο μια σπουδαία μαγείρισσα.

Κάποια στιγμή την πλησίασε και τη φίλησε με πάθος, και ύστερα συνέχιζε να την χαζεύει να κόβει το πτώμα του συζύγου της αρκούντως ψιλά ώστε να μην μπορεί να αναγνωριστεί από τις Αρχές.

Wednesday, 29 January 2014

Cliché

"Ναι, το άφησα. Ναι, ήταν δύσκολο, αλλά τώρα το άφησα. Τί το έκανα; Το πέταξα στα σκουπίδια. Που να ξέρω που ναι τώρα; Σε κάποια χωματερή υποθέτω. Τροφή για γλάρους. Στην καλύτερη. Θυμάσαι όταν στο 'χα πάρει; Το τράβηξα απότομα από τα μαλλιά σου όταν δεν το περίμενες. Πόνεσες λίγο - ήμουν και 'γω άγαρμπος είναι η αλήθεια- μα γέλασες. Έτσι ήταν τότε, πονούσαμε μα γελούσαμε. "Μα, καλά τί θα κάνεις το λαστιχάκι;" με ρώτησες γελώντας. "Σκοπεύεις να αφήσεις μακριά μαλλιά;". Εγώ σου χαμογέλασα. "Για να σε θυμάμαι", είπα μόνο. Δεν απάντησες. Με κοίταξες και χαμογέλασες. Μ' αυτό το  περίεργο χαμόγελο δυσπιστίας και έρωτα. Αυτό που σκέφτεσαι 'πόσο ηλίθιος φαίνεσαι' και 'πόσο μ'αρέσει αυτό που λες΄ταυτόχρονα. Ίσως να νόμιζες ότι το λεγα έτσι. Ίσως να νόμιζες ότι μπλόφαρα. Ίσως να νόμιζες ότι δεν το κράτησα. Δε στο ΄χα πει και ποτέ άλλωστε.

Και όμως. Το κράτησα. Και μετά. Πολύ μετά. Ήταν ποτισμένο με το άρωμα σου. Το αγαπημένο σου. Άντεξε και μετά, ξέρεις. Πολύ μετά. Τί το έκανα; Το είχα πάντοτε στην τσέπη μου, μαζί μου. Μερικές φορές το έβγαζα, το κρατούσα κοντά στο πρόσωπό μου και ανέπνεα βαθιά. Ένιωθα το άρωμά σου. Σε ένιωθα. Μερικές φορές το περνούσα στο χέρι μου. Ένιωθα σχεδόν σα να σε αγγίζω. Μετά. Μετά ήταν πιο δύσκολο. Έπρεπε το κλείνω μέσα στις φούχτες μου, να σκύβω και να εισπνέω βαθιά, όσο το άρωμα εξασθένιζε. Όλο και πιο πολύ. Όλο και πιο βαθιά. 

Μετά. Τότε που πονούσαμε αλλά δεν γελούσαμε. Ήταν δύσκολα μετά, ναι. Πολύ. Αλλά τι στα λέω τώρα... Τέλος πάντων, αυτό ήθελα να πω. Το άρωμά σου εξασθένησε. Τέλειωσε. Το λαστιχάκι πετάχτηκε. Γεια"

Ο Κώστας κατέβασε το ακουστικό και κοίταξε το λαστιχάκι που κρατούσε στο δεξί του χέρι.  Δεν το είχε πετάξει. Αλλά έτσι θα της έλεγε. Έτσι θα της έλεγε όταν έβρισκε το κουράγιο να πληκτρολογήσει τον αριθμό που είχε σημειώσει στο χαρτάκι δίπλα από το τηλέφωνο.

Ο Κώστας ξεφύσυξε και πήγε προς την τηλεόραση. Κάνοντας ζάπινγκ πέτυχε μια μεσημεριανή εκπομπή σε ένα μεσημεριανό κανάλι. Κοίταξε τον τίτλο της εκπομπής. "ΣΤΑΡ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΣΟΟΥΜΠΙΖ: Ο ΕΡΩΤΑΣ ΠΟΥ ΖΩ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΠΡΑΓΜΑ ΠΟΥ ΜΟΥ ΕΧΕΙ ΣΥΜΒΕΙ ΠΟΤΕ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ".

Ο Κώστας χαμογέλασε. Οι μεσημεριανές τηλεπαρουσιάστριες ήταν στ'αλήθεια οι βασίλισσες των κλισέ. Πίστευε ότι οποιαδήποτε από δαύτες θα μπορούσε να γινόταν την επόμενη μέρα κιόλας τουλάχιστον πρωθυπουργός άμα ήθελε. Ο κόσμος τα λάτρευε τα κλισέ. Η σκέψη αυτή τον γέμισε κουράγιο και αυτοπεποίθηση. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και περπάτησε προς το τραπεζάκι του τηλεφώνου αποφασισμένος. Είχε ένα τηλεφώνημα να κάνει.

Ο Κώστας κοίταξε τον αριθμό στο χαρτάκι που είχε σημειώσει τυχαία από τον τηλεφωνικό κατάλογο. Ήλπιζε τουλάχιστον να άνηκε σε γυναίκα. Μην γίνει και καμιά μαλακία.

Tuesday, 21 January 2014

3 χρόνια (και κάτι μέρες) κουλτούρας

στο internet.

Σε 97 χρόνια θα τα κατοστήσουμε.


Αν υπάρχει ακόμα internet.