Friday, 22 November 2013

Βόλτα

Δρόμος. Αμάξι. Περνάει. Ταχύτητα. Οδηγός. Δεν κοιτάζει πίσω. Σίγουρος. Αποφασισμένος. Ή και αναποφάσιστος. Δεν μπορεί. Να κοιτάξει πίσω. Είναι μονόδρομος. Απέναντι. Σουβλατζίδικο. Η μηχανή που κόβει γύρο, κόβει γύρο. "Δύο πίτα απ' όλα!". "Ή μάλλον...". Ο πελάτης. Κάτι δεν θέλει.  "Ή μάλλον άσ'το, απ' όλα..". Δεν ξέρει. Τί δε θέλει. Ο γύρος κόβεται. Τηλεφώνημα. "Ναι, μωράκι μου, ναι...". "Όχι, δεν ξέρω αν...". "Ναι, και μένα μου λείπεις...". Σκύλος. Γαύγιζει στο γύρο. Κυρία. Κρατάει τον σκύλο. Σφίγγει το λουρί. Ο σκύλος. Δεν θα φάει γύρο. Όχι σε αυτή τη ζωή. Ο άντρας κλείνει το τηλέφωνο και πιάνει. Τη γυναίκα δίπλα.  Κρατιούνται. Αγκαλιά. Σφιχτά. Ζευγάρι. Περπατάνε. Αργά. Φεύγουν. Αργά. Εμποδίζουν. Την κυκλοφορία. Εμποδίζουν. Τον χρόνο. Πρόσωπα. Ευτυχισμένα. Σχεδόν. Τηλεφωνικός θάλαμος. "Ναι, μήπως ξέρετε...". Στην άλλη γραμμή. Φαντάζομαι. Μια. Κυρία. Γύρω στα σαρανταπέντε. Δίνει πληροφορίες. Χρόνια. Σκέφτεται. "Όχι, δεν ξέρω". "Όχι, δεν μπορώ να ξέρω". "Ποιος μπορεί να ξέρει;". Αναρωτιέται. Δεν ξέρει. Επιστροφή. Πεζοδρόμιο. Κόσμος. Περνάει. Βιάζεται. Πάντα. Προχωράει. Παντού. Δεν ξέρει. Ποτέ. Σπρώχνει. Ζευγάρι. Εμποδίζει. Δεν ξέρει. Ούτε αυτός, ούτε αυτή. Περίπτερο. Κάποιος. Κοιτάει. Το περίπτερο. Ψάχνει. Αναρωτιέται. Εντοπίζει. Πάει να το πιάσει. Αμφιβάλλει. Μαζεύεται. Ξανακοιτάει. Ξανααναρωτιέται. Δίπλα. Παγκάκι. Άντρας. Γυναίκα. Κάθονται. Σε απόσταση. Εκείνος. Την κοιτάει. Εκείνη. Τον κοιτάει. Εκείνος. Χαμογελάει. Εκείνη. Χαμογελάει. Εκείνος. Μιλάει. "Ξέρεις, είμαι μόνος..."Εκείνη. Σιωπή. Εκείνος. Αμηχανία. Εκείνη.  Μαζεύει. Την τσάντα της. Σηκώνεται. Μιλάει. "Ε, ξέρεις... Πρέπει να φύγω. Γεια σου.". Εκείνος. Χαμογελάει. Πιέζεται. Μιλάει. "Καληνύχτα". Εκείνη. Απομακρύνεται. Τη φαντάζομαι. Σκέφτεται. "Και εγώ τι να κάνω που είσαι μόνος;". Περπατάει. Γρήγορα. Χάνεται. Εγώ. Στέκομαι απέναντι από το παγκάκι. Κοιτάω. Εκείνον. Εκείνος. Με κοιτάει. Χαμογελάει. Εγώ. Χαμογελάω. Τον φαντάζομαι. Σκέφτεται. "Μήπως ξέρεις...". Αμηχανία. Γυρνάω. Αλλού. Κοιτάω. Τα αστέρια. Είναι πολλά. Σκέφτομαι. Το παιδί στο βιβλίο. Τα μετρούσε. Άραγε βρήκε πόσα είναι; Φεύγω. Σκέφτομαι. "Όχι, δεν ξέρω...". "Ποιός μπορεί να ξέρει;"

Wednesday, 20 November 2013

Σχέσεις vol. 2

-Σε ενδιαφέρω ακόμη;
-Ναι.
-Και μένα..
Κοίταξαν ο ένας τον άλλο με κατανόηση και χαμογέλασαν ελαφρά. Ύστερα εκείνος της ακούμπησε απαλά την άκρη του χεριού της με το δικό του. Ήταν συμβιβασμός και το γνώριζαν πολύ καλά και οι δύο.
Αλλά τόσο που έχει πάει το πετρέλαιο, χρειάζεται να 'χεις μια ζεστή αγκαλιά.

Monday, 11 November 2013

Ο Άλκης

"Κάθε σενάριο για να αξίζει πρέπει να έχει τουλάχιστον έναν απρόσμενο θάνατο". 
Αυτό σκεφτόταν πάντοτε ο Άλκης. Και ήταν σίγουρος για αυτό που σκεφτόταν. Δεν ήταν λόγια κάποιου μεγάλου σκηνοθέτη: το αντίθετο, μόνος του το είχε σκεφτεί. Απλά ήταν σίγουρος. Για αυτά που σκεφτόταν.

Ο Άλκης πάντοτε ήθελε να γίνει σκηνοθέτης. Ήταν το όνειρό του. Και μάλιστα δεν ήθελε να γίνει ο οποιοσδήποτε σκηνοθέτης. Όχι. Ήθελε να γίνει ένας διάσημος, σπουδαίος σκηνοθέτης.

Το μεγάλο πρόβλημα του Άλκη ήταν ότι δεν μπορούσε να βρει ένα καλό σενάριο: για το μόνο που ήταν σίγουρος ήταν ότι θα είχε κάποιον απρόσμενο θάνατο. Αλλά ποτέ δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα πέρα από αυτό. Πάντα κολλούσε. Απρόσμενος θάνατος και μετά...τίποτα.

Έτσι ο καιρός πέρασε και ο Άλκης δεν έγινε ποτέ του σκηνοθέτης. Μεγάλωσε και έμεινε ένας συνηθισμένος άνθρωπος με μια συνηθισμένη δουλειά. Ένας συνηθισμένος άνθρωπος που ερωτεύτηκε, πόνεσε, αγάπησε, γέλασε και έκλαψε ακριβώς όπως εκατομμύρια άλλοι.

Τουλάχιστον η ζωή του δεν είχε κανέναν απρόσμενο θάνατο.

Friday, 8 November 2013

Δίπλα μένουμε

Με ένα κλικ, ο Γιώργος άνοιξε το pc του και μπήκε κατευθείαν στο skype. To πρώτο πράγμα που έκανε κάθε φορά, όταν άνοιγε το pc του ήταν να μπαίνει στο skype. Ήταν κάτι σαν ιεροτελεστία. Πληκτρολόγησε το όνομα χρήστη mary89 και επέλεξε συνομιλία με βίντεο μαζί της.

Το χαμόγελο της mary89 μεγενθυμένο στην οθόνη έκανε τις γνώριμες από τις ταινίες πεταλουδίτσες να φτερουγίσουν στο στομάχι του Γιώργου. Ήταν το συναίσθημα που ένιωθε κάφε φορά. Ήταν το συναίσθημα που είχε νιώσει και την πρώτη φορά που είχε αντικρύσει την mary89 στην οθόνη του pc του.

Ο Γιώργος χάιδεψε το μέρος της οθόνης το οποίο απεικόνιζε τα ξανθά μαλλιά της Μαίρη. Εκείνη του χαμογέλασε και αυτός της ανταπέδωσε το χαμόγελο. Ο Γιώργος δεν γνώριζε την Μαίρη. Δηλαδή, την γνώριζε αλλά δεν είχαν βρεθεί από κοντά. Ούτε μια φορά. Εκείνος ζούσε στην Αθήνα και εκείνη κάπου στο Λονδίνο. Είχαν γνωριστεί στο internet, και μετά από πολλές μέρες συνεχούς επικοινωνίας, αποφάσισαν "να τα φτιάξουν". Υπήρξαν κάποιες υποσχέσεις και προθέσεις για ταξίδια, αλλά τελικά τίποτα δεν έκατσε. Ξέρετε άλλωστε πως είναι αυτά.

Ο Γιώργος και η Μαίρη είχαν κάθε μορφής επικοινωνία που θα μπορούσε να έχει ένα κανονικό ζευγάρι. Ή τουλάχιστον κάθε μορφής. Τουλάχιστον, συναισθηματικά, τα πήγαιναν καλά. Από απόσταση.  "Αλλά τι να κάνεις... Κανείς δεν μπορεί να τα έχει όλα" αναστέναξε ο Γιώργος και έστειλε ένα φιλί από την οθόνη του στην οθόνη της Μαίρη.

Η  Ειρήνη κοίταξε το παράθυρο του διαμερίσματος που βρισκόταν απέναντί της. Δυστυχώς αυτή τη φορά ήταν κλειστό. Η Ειρήνη φαντάστηκε τον νεαρό που ζούσε εκεί να κάθεται σιωπηλά μπροστά από την οθόνη του pc του, όπως έκανε πάντα. Η Ειρήνη περνούσε ώρες ολόκληρες βλέποντας εκείνον τον νεαρό να κάθεται μπροστά από την οθόνη του pc του. Α,χ πόσο της άρεσε! Ευχόταν πραγματικά κάποια στιγμή να τον συναντούσε και στον δρόμο. Δεν είχε τύχει ποτέ να τον δει.  Έστω και κατά τύχη.  Η μόνη εικόνα που είχε ήταν από το παράθυρό της. Πολλές φορές, η Ειρήνη καθόταν και, κοιτάζοντας από το παράθυρο,  υπολόγιζε ποιο είναι το διαμέρισμα στο οποίο μένει εκείνος, ώστε να πάει να του χτυπήσει το κουδούνι. Και κάποια στιγμή, θα το έκανε. Το είχε πάρει απόφαση. Ναι, κάποια στιγμή. Με τη σκέψη αυτή, η ζωή της συνέχιζε. Με τη σκέψη αυτή έβαλε το τραγούδι του Παντελίδη που άκουγε στη διαπασών.

Τα ενοχλητικά τραγούδια της διπλανής ήταν το τελευταίο πράγμα που πείραζε εκείνη τη στιγμή τον Πέτρο. Για την ακρίβεια, ούτε καν τα άκουγε. Ανεβασμένος στην σκάλα, βεβαιώθηκε πως η θηλιά που είχε περάσει από το φωτιστικό ήταν γερή και δεν θα έσπαγε την πιο κρίσιμη στιγμή.
Ο Πέτρος αναλογίστηκε λίγο τον αριθμό των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας που έμενε, και αναρωτήθηκε τι ποσοστό τους θα μάθαινε τον θάνατό του. Ύστερα αναρωτήθηκε τι ποσοστό εκείνων που μάθαιναν τον θάνατό του τον γνώριζε ή τον είχε δει ποτέ του έστω και μια φορά. Έτσι ήταν η ζωή του Πέτρου. Ερωτήσεις χωρίς απαντήσεις.

Καθώς περνούσε τη θηλιά στο λαιμό του, ο Πέτρος θυμήθηκε την ατάκα που του είχε πει η πρώην του, η Μαίρη, όταν είχαν πρωτογνωριστεί: "Και αν χρειαστείς κάτι, χτύπα μου, ε! Δίπλα μένουμε". Μετά από λίγο, εκείνη είχε φύγει για Λονδίνο.

Με την σκέψη αυτή, κλώτσησε τη σκάλα που, με τη σειρά της, έπεσε στο πάτωμα.