Monday, 4 February 2013

Ανώνυμος

Το ρολόι πάνω από τους πάγκους έδειχνε 10 και μισή. Εκείνος κατέβασε τα ρολλά του μαγαζιού και κλείδωσε το λουκέτο. Ήταν από εκείνες τις μέρες της εβδομάδας που το αφεντικό τον άφηνε μόνο να κλείσει το μαγαζί. Ύστερα πήρε το δρόμο του γυρισμού. Με τα πόδια, όπως πάντα. Λεφτά για αμάξι δεν είχε άλλωστε δεν είχε, ούτε καν για μηχανάκι. Με το ζόρι του έφταναν για να πληρώνει το μερίδιο του νοικιού που του αναλογούσε και για να στέλνει πίσω στην οικογένειά του.

Πάνω από τους δρόμους, πάνω από τα πεζοδρόμια και τις πολυκατοικίες της πόλης, πλανιώταν μια περίεργη ησυχία: μια ησυχία που κάλυπτε τη φτώχεια, τη βρώμα και τη δυσωδία της πόλης. Μια ησυχία που προανήγγειλε την καταιγίδα. Η ίδια ησυχία που υπήρχε και χθες που πέθανε ο Σικ και προχθές που πέθανε ο Σαχζάτ. Η ίδια ησυχία που υπήρχε κάθε μέρα, η ίδια ησυχία που επικρατούσε σε κάθε φόνο.

Ο Μ. περπατούσε ήσυχα, ήσυχα όπως είχε έρθει σε τούτη τη χώρα. Είχε περπατήσει κάμποση ώρα όταν έστριψε σε ένα σκοτεινό σοκάκι.Τότε ήταν που τους είδε. Τους είδε να στέκονται εκεί, να κλείνουν το δρόμο. Τους είδε να στέκονται εκεί, και αλλά δεν ένιωσε τίποτα. Η σκηνή δεν διέφερε πολύ από όπως την είχε φανταστεί στο μυαλό του χιλιάδες φορές. Δεν διέφερε από όπως την είχε φανταστεί στο μυαλό του κάθε μέρα, τους τελευταίους οκτώ μήνες. Δεν διέφερε από κανέναν εφιάλτη που τον έκανε να ξυπνήσει ιδρωμένος στη μέση της νύχτας.

Απέναντί του, στο  στεκόντουσαν κάμποσοι μαυροντυμένοι με ξυρισμένα κεφάλια. Το πόσοι ήταν δεν είχε σημασία.  Μια κολώνα της ΔΕΗ ήταν στην γωνία ακριβώς από πίσω τους και έτσι δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τα πρόσωπά τους. Μα ούτε αυτά είχαν σημασία. Το φως αποκάλυπτε μεταλλικά αντικείμενα, μαχαίρια, αλυσίδες και λοστούς που μερικοί κρατούσαν σφιχτά στα χέρια τους.

Τη φανταζόταν καιρό αυτή τη σκηνή. Την είχε αναπαραγάγει χιλιάδες φορές στο μυαλό του. Τους τελευταίους οκτώ μήνες, από τότε χτυπήσαν έναν από τους δέκα συγκάτοικούς του,  κάθε φορά που γυρνούσε μόνος του από το μαγαζί φοβόταν ότι θα του συνέβαινε και του ίδιου. Φοβόταν τόσο πολύ και η παραμικρή σκιά και ο παραμικρός θόρυβος του έκοβαν τα πόδια. Φοβόταν τόσο πολύ που τώρα, τώρα που του συνέβαινε στ' αλήθεια, δεν ένιωθε τίποτα.

Ένας από αυτούς, που φαινόταν να φοράει κάτι σαν στολή και να είναι αρχηγός τους, φώναξε κάτι. Κάποιος άλλος ακολούθησε. Μετά από λίγη ώρα γώναζαν όλοι μαζί, δυνατά, πιθανότατα υβριστικά συνθήματα. Ο Μ. δεν τους άκουγε. Έβλεπε απλώς τα στόματά τους να ανοιγοκλέινουν. Έβλεπε τα σταγονίδια από τα σάλια τους να λαμπυρίζουν στο φως καθώς εκτοξευόντουσαν με μανία, έβλεπε τις φλέβες στα γυμνά τους κρανία να φουσκώνουν, έτοιμες να σπάσουν. Ναι, η σκηνή ήταν όπως ακριβώς την φανταζόταν 8 μήνες τώρα.

Ο Μ. δεν κουνιόταν. Απλά περίμενε. Περίμενε τώρα, όπως περίμενε κάθε φορά στη φαντασία του. Περίμενε τώρα, όπως περίμενε και το όλο σκηνικό πριν καν συμβεί. Ήσυχα, όπως ήσυχα είχε έρθει σε αυτή τη χώρα.

Ξαφνικά οι μαυροντυμένοι άρχισαν να τρέχουν προς το μέρος του. Ο Μ. παρέμεινε στη θέση του και τους κοίταζε. Αυτοί φώναζαν, αλλά το μόνο που εκείνος άκουγε ήταν ο ήχος από τις αρβύλες τους. Ένας ήχος που του έσπαγε τα αυτιά. Ένας ήχος που ο Μ. ήξερε ότι αυτή η χώρα είχε ξανακούσει, πολλά χρόνια πριν. Ένας ήχος που όμως που οι κάτοικοι της χώρας είχαν ξεχάσει τί σήμαινε - έτσι τουλάχιστον καταλάβαινε ο Μ.

"Αυτή η χώρα, έχει ξεχάσει τον Μπρεχτ, αυτή η χώρα τιμωρεί αυτούς που γαυγίζουν και όχι αυτούς που δαγκώνουν" είχε πει κάποτε κάποιος στον Μ. Εκείνος δεν είχε καταλάβει τί ακριβώς εννοούσε, αλλά αυτός ο κύριος φαινόταν σοφός, οπότε μάλλον θα είχε δίκιο. Ο Μ. δεν καταλάβαινε γενικά τί συνέβαινε στη χώρα αυτή.

Οι μαυροντυμένοι βρίσκονταν σε απόσταση αναπνοής. Ο ήχος από τις μπότες του τρυπούσε το μυαλό. Ο Μ. δεν έτρεξε, ούτε φώναξε, δεν του είχε περάσει από το μυαλό να το κάνει. Ήξερε ότι όλοι οι προηγούμενοι θα είχαν τρέξει ή θα είχαν φωνάξει: μα κανείς από αυτούς δεν είχε γλιτώσει.

Ο Μ. σκέφτηκε την μητέρα του και τις αδερφές του στην πατρίδα. Σκέφτηκε αν θα έφτανε ποτέ στα χέρια τους καμιά εφημερίδα που είχε δημοσιεύσει το θάνατό του. Ο Μ. σκέφτηκε αν θα δημοσίευε ποτέ καμιά εφημερίδα τον θάνατό του. Ο Μ. αναρωτήθηκε αν θα υπήρχε κανείς που θα θρηνούσε το θάνατό του.

Ένας λοστός έσχισε τον αέρα και προσγειώθηκε βάναυσα στο κεφάλι του Μ.  Τα πάντα συνέβησαν πολύ γρήγορα. Λίγες μαχαιριές, κλωτσιές και χτυπήματα με το λοστό αργότερα, ο Μ. έπεφτε νεκρός στο πεζοδρόμιο. Έπεφτε νεκρός σε αυτή τη χώρα που έχει ξεχάσει τον Μπρεχτ και τιμωρεί μόνο αυτούς που γαυγίζουν και όχι αυτούς που δαγκώνουν. Έπεφτε νεκρός ήσυχα, όπως ακριβώς είχε έρθει.