Tuesday, 28 February 2017

O Χαρταετός

Κοίταξε τα κρόσσια της μακριάς ουράς που επιτέλους ανέμιζαν περήφανα, κόντρα στον άνεμο.

Σκούπισε με την παλάμη του τον ιδρώτα από τον μέτωπό του, ένδειξη του πολύλεπτου αγώνα ενάντια σε τουλάχιστον δύο νόμους τους φυσικής.
Και καθώς θαύμαζε ακόμη μια μικρή νίκη του σύγχρονου ανθρώπου ενάντια στη νομοτέλεια της άγριας φύσης, άρχισε να τα μετράει.

Ένα, δύο, τρία, πολλά....

Ποτέ του δεν ήταν καλός στο μέτρημα. Ούτε με τα κρόσσια, ούτε με τα χρόνια.

Ένα, δύο, τρία πολλά...


Σαν χθες του φαινόταν, που στην άλλη άκρη της καλούμπας ήταν ο ίδιος, σε αισθητά μικρότερο μέγεθος και ηλικία. Και που εκείνος που σκούπιζε τον ιδρώτα με την παλάμη του, σε παρόμοιο μέγεθος και ηλικία με τη δική του τώρα, ήταν ο πατέρας του.

Ένα, δύο, τρία, πολλά...

Ποτέ του δεν κατάλαβε πως πέρασαν τα χρόνια. Γιατί ποτέ του δεν τα μετρούσε. Δεν μπορούσε να τα μετρήσει. Γιατί δεν ήθελε. Ή απλά δεν μπορούσε.
Έτσι, ποτέ του, δεν κατάλαβε πως εκείνος ο κάποτε αισθητά μικρότερος άνθρωπος στην άλλη άκρη της καλούμπας μεγάλωσε δύο - τρία νούμερα, σε ρούχα και παπούτσια, πώς βρέθηκε σε εκείνο το πάρτυ, πώς βγήκε για ποτό σ'εκείνο το μπαρ μ'εκείνη που είχε γνωρίσει στο πάρτυ, πώς βρέθηκαν στο ίδιο κρεβάτι, στο ίδιο σπίτι, πώς βρέθηκε εκείνη τη νύχτα στο νοσοκομείο, να κόβει βόλτες πάνω - κάτω και γύρω - γύρω, πως έτυχε να κρατήσει στην αγκαλιά του ένα πλασματάκι, τόσο μικροσκοπικό και ευαίσθητο που αγχώνόχταν μήπως και πάθαινε κάτι μόνο και μόνο από το σφίξιμό του.

Τις σκέψεις του διέκοψαν. Κλάμματα. Από εκείνο το μικροσκοπικό πλασματάκι, κάμποσα νούμερα και χρόνια μεγαλύτερο. Δίπλα του, ο χαρταετός με τα πολλά κρόσσια, κείτονταν στο χώμα, ηττημένος συντριπτικά, σχεδόν σπαράλια. Η φύση είχε πάρει την ρεβάνς απέναντι στον προσωρινό θρίαμβο των ανθρώπων, υπενθυμίζοντάς τους ποιος ήταν ο αδιαφιλονίκητος νικής μιας υπόθεσης που κρατούσε χρόνια.

Αμέσως, άρχισε να τρέχει προς την πηγή της δυστυχίας και το πεδίο της μάχης, κρατώντας ένα κομμάτι ταινία, ένα κομμάτι σπάγγο και όση εφημερίδα δεν είχε χρησιμοποιήσει για τα προηγούμενα κρόσσια. Με μια πρώτη ματιά το αποτέλεσμα του πολέμου φαινόταν μη αναστρέψιμο,αλλά ήξερε πολύ καλά ότι για χάρη του εγωισμού του και της ψυχικής του ηρεμίας έπρεπενα προσπαθήσει.

Καθώς πλησίαζε, σκέφτηκε ότι ακόμη δεν είχε καταλάβει πότε βρέθηκε να επισκευάζει τον χαρταετό αντί να κρατάει την καλούμπα. Ακόμη δεν είχε καταλάβει, πού και πότε στο καλό είχε μάθει να επισκευάζει χαρταετούς και  να κρατάει μικροσκοπικά πλασματάκια στην αγκαλιά του.

Σκύβοντας να πιάσει τα απομεινάρια της ήττας των ανθρώπων, κοίταξε το πρόσωπο του παιδιού που πριν λίγα λεπτά κρατούσε τη καλούμπα. Του χαμογέλασε. Εκείνο σταμάτησε το κλάμμα, σκούπισε τα δάκρυά του με την παλάμη του.

Και, τότε, σκέφτηκε.

Σκέφτηκε ότι σε ένα δύο, τρία, πολλά χρόνια το παιδί που τώρα σκούπιζε τα δάκρυά του, θα προσπαθεί να επισκευάσει έναν χαρταετό, δίνοντας μια ακόμη άνιση μάχη με την αγριότητα της φύσης, μπροστά στο δακρυσμένο βλέμμα ενός άλλου παιδιού.

Αναρωτιόμενο, πιθανόν, πού στο καλό είχε μάθει να επισκευάζει χαρταετούς. Και πώς  πέρασαν  ένα, δύο, τρία, πολλά χρόνια.


Friday, 24 February 2017

Μια νυχτιάτικη βόλτα μεσ' το κέντρο της πόλης

Σε μια νυχτιάτικη βόλτα μεσ' στο κέντρο της πόλης,

ένας ιδιοκτήτης ψιλικατζίδικου, φτυστός ο Κώνσταντίνος Καραμανλής ο πρεσβύτερος, με αρκούντως σοβαρό κουστούμι συνδιαλέγεται στο τηλέφωνο με ύφος σοβαρό σαν η διαχείριση ενός ψιλικατζίδικου να είναι ίσης σημασίας με τη διακυβέρνηση μιας χώρας. Διατάζει έναν φανταστικό υπάλληλο να πουλήσει φανταστικές μετοχές, ή να διαπραγμευτεί, άλλοτε σκληρότερα και άλλοτε μαλακότερα με τους υπαρκτούς δανειστές.

Στο πεζοδρόμιο, ένας άστεγος προχωρά αργά, ασθμαίνοντας και σέρνοντας, μαζί με τα  βήματά του, μια κουβέρτα που περιέχει πάνω - κάτω όλη την περιουσία του. Με βλέμμα σκυφτό, σαν το ηθικό του, αναζητά ένα προσωρινό καταφύγιο, μια γωνιά προστασίας από την επιθετικότητα του καιρού και της αδιαφορίας.

Απέναντι, μια γυναίκα, γύρω στα πενήντα, με γυαλιστερή γούνα, έντονο μακιγιάζ και μαλλί κομμωτηρίου, φοράει καλτσόν που αποκαλύπτει τα -σχετικά καλλίγραμμα- πόδια της. Προσπαθεί  να ανακτήσει κάτι από τη λάμψη του παρελθόντος, αγωνίζεται να γυρίσει πίσω το χρόνο. Μα μάταια.

Πιο κάτω, μια φωτεινή περιγραφή ενημερώνει το περαστικό κοινό ότι οι θέσεις πάρκινγκ στο Κοιμητήριο είναι πολύ περισσότερες από αυτές στον Καρέα, οι οποίες με τη σειρά τους αφήνουν κατά πολύ πίσω τις θέσεις πάρκινγκ στη Νέα Ελβετία. Περιμένουν εκείνους που έχουν τη χρηματική δυνατότητα να διασφαλίσουν την ταχύτερη ανακούφιση της αβεβαιότητας και του άγχους που προκαλεί η αέναη αναζήτηση.

Στους γύρω δρόμους, ακούγονται θόρυβοι μηχανών των αναποφάσιστων ντελιβεράδων που κοντοστέκονται στις διασταυρώσεις. Διστάζουν και ελέγχουν ξανά το χαρτάκι με τη διεύθυνση της παραγγελίας, σκεπτόμενοι ταυτόχρονα το πρόσφατο θάνατο του κούριερ συναδέλφου τους  λόγω των αντίξοων συνθηκών εργασίας.

Σε μια νυχτιάτικη βόλτα στο κέντρο της πόλης , ένα λάθος παρκάρισμα στο Παγκράτι προκαλεί σύγχιση και αβεβαιότητα στην Ηλιούπολη.

Η θεωρία του χάους των μεγαλουπόλεων.



Tuesday, 14 February 2017

Τα Ίδια

-Και τώρα;
-Και τώρα τι;
-Και τώρα τι, τι;
-Ωχ, πάλι τα ίδια...
-Τί εννοείς πάλι τα ίδια;
-Τί να εννοώ ρε Μάκη; Αυτό που λέω εννοώ, πάλι τα "ίδια".
-Λογικό δεν είναι; Όλη μας η ζωή δεν είναι μια επανάληψη;
-Όχι, τουλάχιστον όχι η δικιά μου. Ή, τουλάχιστον, δεν θα ήθελα να είναι έτσι.

Ο Μ. ανάβει τσιγάρο 

-Δυστυχώς στη ζωή δεν μπορούμε να έχουμε αυτό που θέλουμε.

Ξεφύσημα καπνού 

-Έχεις όρεξη για φιλοσοφία σήμερα, ε;
-Πάλι τα ίδια;
-Τι εννοείς πάλι τα ίδια;
-Τί να εννοώ ρε Τίνα; Αυτό που λέω εννοώ, πάλι τα "ίδια".
-Λογικό δεν είναι;

Η Τ. ανάβει τσιγάρο

Ξεφύσημα καπνού


Και κάπως έτσι, οι μέρες κυλούσαν.
Δυστυχώς στη ζωή δεν μπορούμε να έχουμε αυτό που θέλουμε.

Στο Αεροδρόμιο

Ένα βλέμμα. Ένα νεύμα. Και δάκρυα.
Ρούφηγμα μύτης. Χαμήλωμα βλέμματος. Αδέξια προσπάθεια απόκρυψης συναισθημάτων.

Ένας αποχαιρετισμός. Και βήματα. Βήματα μπρος.Βήματα πίσω.

Μια αγκαλιά. Μια προσπάθεια. Να γαντζωθείς από έναν άνθρωπο. Μια άγκυρα ενάντια στα κύματα της ξενιτιάς. Ή μία ακόμη αποσκευή συναισθημάτων στο ταξίδι του.

Ο επαναλαμβανόμενος αγώνας ένωσης. Δύο ανθρώπων. Δύο κόσμων με αρκετή απόσταση σημείων σε οποιαδηποτε υδρόγειο μαθητή δημοτικού.

Μπάρες. Έλεγχος. Εισητηρίων.Έλεγχος. Συναισθημάτων.

Σκέφτεσαι.

Οι μπάρες του αεροδρομίου είναι τα σύγχρονα σύνορα. Διαχωρισμού των συναισθημάτων.

Κοιτάς.

Ανάμεσα στο κινούμενο πλήθος. Ανάμεσα στα βήματα μπρος. Και βήματα πίσω.
Μένεις να κοιτάς το πλοίο. Που φεύγει χωρίς άγκυρα. Μένεις να κοιτάς τον άνθρωπο. Που φεύγει χωρίς αποσκευές συναισθημάτων.

Και κάνεις. Άσχημες σκέψεις για τους ελεγκτές. Του αεροδρομίου. Απαίσιες φαντασιώσεις για τους ελεγκτές. Της καρδιάς σου.

Και σκέφτεσαι.

Σε έναν διαφορετικό κόσμο. Δεν θα υπάρχουν. Σύνορα.

Σε έναν διαφορετικό κόσμο. Δεν θα υπάρχει. Κρίση.

Σε έναν διαφορετικό κόσμο.

Και ελπίζεις. Μέχρι τότε.

Μέχρι τότε;