Tuesday, 11 December 2012

"Ιωάννα"

Κοίταξε την οθόνη του κινητού και χαμογέλασε. "Ιωάννα" μουρμούρισε διαβάζοντας το όνομα που έγραφε με κεφαλαία γράμματα η οθόνη καθώς αναβόσβηνε.

"Ιωάννα", ξαναμουρμούρισε.

Πόσο καιρό είχε να εμφανιστεί στην οθόνη του κινητού του γυναικείο όνομα! Και πόσο ωραίο όνομα ήταν το "Ιωάννα"! Θυμήθηκε τους ατέλειωτους μήνες μοναξιάς, τότε που αναζητούσε ένα απαλό χάδι, μία μαλακή φωνή, ένα γυναικείο όνομα για να εμφανιστεί στην οθόνη του κινητού του 11 η ώρα το βράδυ...

Τόσος καιρός, τόσες κρύες νύχτες, τόσες φορές έπεσε στο κρεβάτι μόνος χωρίς μια γυναικεία φωνή να του πει καληνύχτα. Αλλά όχι τώρα, όχι τώρα, τώρα τον έπαιρνε η Ιωάννα, τώρα δεν θα ήταν ποτέ πια μόνος, ποτέ πια χωρίς χάδι, ποτέ πια χωρίς καληνύχτα. Όχι, δεν θα το άφηνε να συμβεί ποτέ ξανά.

Το γεγονός ότι το τηλέφωνο του χτυπούσε ακόμη και ότι αν συνέχιζε να μην το σηκώνει θα έκλεινε , διέκοψε απότομα τη σκέψη του. Κοίταξε την οθόνη του κινητού του αγχωμένος. Ευτυχώς αναβόσβηνε ακόμη.

Με μια γρήγορη κίνηση πάτησε το κουμπί για να το σηκώσει.


Ύστερα πήρε το άλλο του κινητό, εκείνο που είχε καταχωρήσει ως "Ιωάννα" και είπε με απαλή, λεπτή, φωνή: "Έλα μωρό μου, τι κάνεις;"

Monday, 10 December 2012

Ετεροτοπία

Η πορεία προς κάτι ανούσιο νοηματοδοτεί με απουσία νοήματος την ανυπαρξία της ύπαρξης καθώς καλύπτει με τρύπες το κενό ενός άδειου εαυτού. Και αυτό είναι νόμος.

Sunday, 9 December 2012

Ρομάντζο του 2012

Με την πρώτη ματιά είχε καταλάβει ότι εκείνη είχε κάτι ξεχωριστό. Από την στιγμή που έστριψε στο δρόμο που περπατούσε, αυτό το περπάτημά της, το πως τίναζε τα πλούσια μαλλιά της πέρα δώθε ανά δύο - τρία βήματα, τον έκανε να μην μπορεί να τραβήξει το βλέμμα του από πάνω της.

Με τη δεύτερη ματιά κατάλαβε ότι και εκείνη είχε νιώσει κάτι. Καθώς περνούσε από δίπλα του, αυτό το βλέμμα, τα μάτια γεμάτα φωτιά, ήταν άκρως αποκαλυπτικά για τη δυναμική που θα προκαλούσε μια οποιαδήποτε είδους συνερευσή τους.

Πέρασε από μπροστά του και εκείνος, πιο αποφασιστικά από ποτέ την πήρε από πίσω.


Πιο Βίαια, πιο αχόρταγα, πιο βάναυσα απ' όσο είχε πάρει οποιαδήποτε άλλη.

Τελείωσαν μαζί και ύστερα με ένα χαμόγελο ικανοποίησης γύρισε ο καθένας σπίτι του.


Είπαμε, ένα βλέμμα ήταν, δεν ήταν και για σχέση.

Friday, 2 November 2012

Κουτσό

Ο Σωκράτης ήταν παιδί μικρό, ήταν δεν ήταν 12 χρονών, και  τότε  πήγαινε σε μια από τις τελευταίες τάξεις του δημοτικού. Ιδιαίτερα καλός μαθητής δεν ήταν, δεν σκάμπαζε και πολλά - πολλά από σχολείο. Και ο ίδιος, άλλωστε, το έλεγε συχνά: "το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν ξέρω τίποτα".

Παρόλο που ήταν μικρός, ο Σωκράτης ήταν πολύ κοινωνικός και λόγω του ότι είχε μεγαλώσει σε πολύ μικρή γειτονιά, είχε ένα φίλο, τον κ. Παντελή. Ο κ. Παντελής ήταν πολλά χρόνια μεγαλύτερος του, νεαρός άντρας σοβαρός, σπουδαγμένος, με πτυχίο και μάστερ.

Ο Σωκράτης ήξερε πολλά χρόνια τον Νίκο: αλλά επέμενε να τον λέει κύριο, γιατί τα γυαλιά του, το γκρίζο κουστούμι του και ο χαρτοφύλακάς του τον στόλιζαν με μια σοβαρότητα που μόνο ένας κύριος θα μπορούσε να έχει.

Ένα πρωί, καθώς ο Σωκράτης πήγαινε σχολείο, είδε τον φίλο του τον κ. Παντελή να κοιτάζει σκεφτικός το οδόστρωμα. Μόλις πλησίασε πιο κοντά για να τον χαιρετήσει, παρατήρησε ότι ο κ. Παντελής κοίταζε εναλλάξ δυο χοντρές άσπρες τελείες που ήταν σημειωμένες με κιμωλία στο δρόμο. Κοίταζε αυτές τις τελείες εναλλάξ, έξυνε το κεφάλι του, έτριβε το πηγούνι του και έπεφτε σε βαθιά, πολλή βαθιά σκέψη.

Όταν ο Σωκράτης ρώτησε γιατί είναι τόσο σκεφτικός, ο κ. Παντελής του απάντησε με μεγάλη σοβαρότητα, λέγοντάς του ότι προσπαθεί να αντιμετωπίσει ένα πολύ σημαντικό και σοβαρό πρόβλημα. Του εξήγησε ότι είχε ζωγραφίσει δυο τελείες που συμβόλιζαν 2 καταστάσεις, την κατάσταση Α (ο Σωκράτης παρατήρησε ότι πάνω από την πρώτη παχιά τελεία ήταν γραμμένο ένα μεγάλο Α)  και την κατάσταση Β (ο Σωκράτης είδε ένα κάτασπρο μεγάλο Β πάνω από τη δεύτερη τελεία). Του είπε ότι η πρώτη κατάσταση, η Α, είναι μια κατάσταση δυσάρεστη από την οποία θέλει να ξεφύγει, μην παραλείποντας να του τονίσει ότι η κατάσταση η Α συνεπάγεται συγκεκριμένες δεδομένες συνθήκες. Συνέχισε, λέγοντας ότι η κατάσταση Β είναι μια κατάσταση με πολλές άγνωστες παραμέτρους που πιθανόν να είναι καλύτερη από την κατάσταση Β, πιθανόν και όχι. Το πρόβλημα ήταν, ότι η μετάβαση από την κατάσταση Α στην κατάσταση Β ίσως να διαφοροποιούσε τις συνθήκες τις οποίες συνεπαγόταν η Α, με αποτέλεσμα η κατάσταση Β να κατέληγε να είναι πιο δυσάρεστη, για αυτόν από την Α. Έτσι, δεν ήξερε αν ήταν καλό, ή ακόμη και αν μπορούσε να προχωρήσει ομαλά από την κατάσταση Α στην κατάσταση Β.

Καθώς τα άκουγε όλα αυτά, ο Σωκράτης που ήταν μικρός και δεν σκάμπαζε πολλά - πολλά από σχολείο, βαρέθηκε και άρχισε να παίζει μόνος του προσπαθώντας να ισορροπήσει με το ένα του πόδι, πάνω στην τελεία που έγραφε "Α".

Μετά από πολλή προσπάθεια, και καθώς βαρέθηκε και αυτό, άρχισε να κάνει κουτσό με το πιο δυνατό από τα δυό του πόδια. Και καθώς έκανε κουτσό, βρέθηκε, χωρίς να το καταλάβει, να πατάει το σημείο Β.

Ο κ. Παντελής τότε σφίχτηκε, εξοργίστηκε, έγινε κόκκινος από τον θυμό του, και άρχισε να του φωνάζει πως μπορεί να τον ειρωνεύεται έτσι, ότι δεν μπορεί να τα ισοπεδώνει όλα και ότι ας αφήσει αυτά τα κόλπα που ξέρει, καθώς η φιλοσοφία έχει αλλάξει από τα αρχαία χρόνια και δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα με αρχαϊκούς τρόπους σκέψεις.

Ο Σωκράτης όμως δεν τον άκουγε: ήταν αρκετά μέτρα μακριά και έκανε κουτσό, χαμογελώντας.



Saturday, 8 September 2012

Εθνική Απειλή

Οι καμπάνες χτύπησαν σημαίνοντας τον εθνικό κίνδυνο. Δυναμικοί ρήτορες, με τα ξυρισμένα κεφάλια τους να αστράφτουν στο φως του ήλιου προειδοποιούσαν τον κόσμο από τα βήματά τους. Ο δήμαρχος έθεσε την πόλη σε κατάσταση "έκτακτης ανάγκης".Ο κρατικός μηχανισμός κινητοποιήθηκε άμεσα. Ο στρατός παρουσιάστηκε με τα άρματά του. Ο λαός συγκεντρώθηκε στην κεντρική πλατεία, αγωνιόντας για την τύχη του.

Τα βήματα όλων πάγωσαν μπροστά στο αποτρόπαιο θέαμα. Σύννεφα με χώμα από την Αίγυπτο, που δυσκόλευε αισθητά την αναπνοή των ευαίσθητων ελληνικών πνευμόνων.

Δίπλα κάτι μπουλντόζες γνωστής κατασκευαστικής απαλλοτροίωναν νωχελικά ένα ακόμη οικόπεδο.

Wednesday, 5 September 2012

Φαντασίωση

"Την πηδάω. Την πηδάω. Πηδάω τη Μυρσίνη. Γουστάρεις Μυρσινάκι, γουστάρεις; Όταν σε γούσταρα στο σχολείο εσύ μ' έφτυνες. Τώρα είναι καλά; Τώρα σ' αρέσει; Κάτσε στα τέσσερα μωρή. Κάτσε και σκάσε.  Πηδάω το αφεντικό μου. Το πηδάω. Πάρτα ρε αρχίδι, πάρτα ρε γαμιόλη, πάρτα. Τί θες ρε μαλάκα; Κι άλλες υπερωρίες; Να δουλέψεις εσύ με 400 ευρώ ρε μαλάκα. Να με απολύσεις δεν ήθελες; Πάρτα τώρα. Σε γαμάω. Σε γαμάω. Ρε κωλοεφοριακέ, 400 ευρώ παίρνω, τι θες τώρα; Να μου τα πάρεις και αυτά θες;  Δεν μπορώ να ζήσω ρε μαλάκα. Να τα πάρεις και να τα βάλεις στον κώλο σου. Σε γαμάω και σένα. Σε γαμάω. Σου σκίζω το κωλαράκι. Στο σκίζω. Σε γαμάω. Σε γαμάω. Πάρτα ρε. Εσύ ρε κωλόμπατσε; Τι κοιτάς ρε; Έχεις κάποιο πρόβλημα; Να τις βάλεις στον κώλο σου τις κλήσεις. Άλλη δουλειά δεν είχα, να ακού τις κομπλεξαρισμένες μαλακίες σου. Ναι ρε μαλάκα, ναι ρε αρχίδι, ήπια λίγο παραπάνω, υπάρχει κάποιο πρόβλημα; Σκύψε και εσύ ρε μαλάκα. Και εσύ στα τέσσερα. Βγάλε το σκασμό. Έρχεται και η σειρά σου. Πάρτα και εσύ. Σε γαμάω. Σε γαμάω. Σου ξεσκίζω τον κώλο. Σε γαμάω. Σε γαμάω. Σε γαμάω. ΣΕ ΓΑΜΑΩ. Σε ΓΑΜ..."

Μ' ένα αγκομαχητό, ο Κώστας έχυσε στον τοίχο. 

"Σας άρεσε, ρε μουνάκια; Σας άρεσε που σας γάμησα;" είπε και άναψε ένα τσιγάρο, θαυμάζοντας το αποτέλεσμα των επιδόσεών του.



Tuesday, 28 August 2012

Κοπέλα

Η κοπέλα. Η κοπέλα μου. Η δική μου κοπέλα. Παλιά δεν ήταν. Μετά έγινε. Έγινε γιατί την έριξα. Την κέρδισα. Εγώ την κέρδισα. Εγώ, με την ικανότητά μου. Βγήκαμε ραντεβού. Εγώ της το ζήτησα. Και εκείνη δέχτηκε. Πάντα της ζητάω. Και εκείνη δέχεται. Γιατί ο ρόλος μου είναι να της ζητάω. Και εκείνης να απαντάει. Να δέχεται. Χθες την γάμησα. Εγώ την γάμησα. Εκείνη γαμήθηκε. Της έσκισα το μουνάκι. Το μουνάκι της σκίστηκε. Εγώ την γάμησα. Εγώ γαμάω. Εγώ. Εκείνη απλώς γαμιέται. Όταν κάτι μου βρώμαγε τη ρώτησα στα ίσια: "με ποιον γαμήθηκες μωρή;". Γιατί εκείνη γαμιέται. Εκείνη πάντα γαμιέται. Κάποιος άλλος την γάμησε. Εκείνη απλώς γαμιέται.Μου είπε ότι δεν το έκανε, μου είπε ότι με αγαπάει. Τη ρώτησα αν με κοροϊδεύει. Γιατί εκείνη κοροϊδεύει. Εκείνη πάντα κοροϊδεύει. Εκείνη κοροϊδεύει και εγώ πιάνομαι κορόιδο. Αν έχω πάει με άλλες ενώ είμαστε μαζί; Προφανώς. Μαλάκας είμαι να μην πάω; Έχω πάει. Τις έχω γαμήσει. Τους έχω σκίσει τα μουνάκια. Μαλάκας είμαι να μην πάω; Αφού εκείνη με την πρώτη ευκαιρία θα πάει. Αφού είναι καριόλα. Ανά πάσα στιγμή μπορεί να πάει. Έτσι είναι. Πουτάνα. Όλες είναι πουτάνες. Όλες είναι καριόλες. Έτσι. Εσύ να τους φέρεσαι με το σεις, και με το σας, και εκείνες με την πρώτη ευκαιρία να γαμηθούν. Να γαμηθούν. Γιατί αυτές γαμιούνται. Αυτοί τις γαμάνε και αυτές γαμιούνται. Γιατί είναι καριόλες. Όλες τους.

Monday, 27 August 2012

Σ' ένα μπαρ στην Αθήνα

"Ώρες ώρες νομίζω πως έχω βγει από κάποιο διήγημα του Σαμαράκη", είπε ο Κώστας βαριανασαίνοντας και ήπιε μια τεράστια γουλιά από το ποτό του.

"Ξέρεις, η ζωή δεν είναι ταινία", του είπε ο άγνωστος που καθόταν δίπλα του.

"Ε;," έκανε ο Κώστας ξαφνιασμένος, μιας και ο μόνος στον οποίο απευθυνόταν η προηγούμενη φράση του ήταν ο εαυτός του.

"Τώρα νιώθεις ένα μείγμα χαρακτήρων του Σαμαράκη, ίσως Βίκτωρα του Κυριαζή, κάτι από
Χαραλαμπίδη και μια δόση από Trainspotting, έτσι;"

"Παρακαλώ;"

"Τραγικός ήρωας, απόκληρος της κοινωνίας, πλην όμως ρομαντικός αλήτης που κανείς δεν τον καταλαβαίνει πραγματικά, που και που κάνει και καμιά φούντα, και όλο και κάπου θα πετύχει και καμιά γκόμενα, ε; Και άμα παίξει και κανά ξύλο, έχει καλώς, η αδρεναλίνη θα του θυμίσει πως είναι ζωντανός".

"Σε μένα μιλάτε κύριε;", είπε ο Κώστας που είχε κάπως αρχίσει να δυσανασχετεί με την υπεβρολική οικειότητα του ξένου.

"Κοίτα γύρω σου ρε μαλάκα. Είσαι σε ένα μπαρ στην μέση της Αθήνας και πίνεις μόνος, πιθανότατα τρώγοντας τα λεφτά του μπαμπάκα σου. Γκόμενα δεν πρόκειται να σου κάτσει σήμερα, και το ξέρεις καλά. Κοίτα γύρω σου. Όλος ο χώρος βρωμάει μικροαστίλα. Βλέπεις εκεί στη γωνία; Ένα ζευγάρι που βαριέται ο ένας τον άλλο, αλλά θα συνεχίσουν να είναι μαζί γιατί έχουν εθιστεί στη ρουτίνα. Στην άλλη άκρη, δυο γκόμενες με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους που έχουν βγει μπαρότσαρκα για να βρουν γκόμενους, αλλά δεν θα κάτσουν σε κανέναν γιατί όλοι τους πέφτουν πολύ "λίγοι". Δίπλα τους δυο μεσήλικες που απογοητευμένοι από την καθημερινότητα του γάμου τους, τους την πέφτουν χυδαία, αλλά και οι ίδιοι ξέρουν ότι ποτέ δεν πρόκειται να τις "ρίξουν". Στο άλλο τραπέζι, ο σερβιτόρος που σιχαίνεται την κακοπληρωμένη δουλειά του, αλλά θα αντέξει κάθε εκμετάλλευση γιατί έχει ανάγκη τα χρήματα. Στο μπαρ, ένας μπάρμαν που έχει βαρεθεί το γεγονός ότι μπορεί όποια θέλει από εδώ μέσα και είναι τόσο ρηχός που λόγω αυτού έχει χάσει κάθε ενδιαφέρον του για τη ζωή.

Αν βγεις έξω θα δεις ότι είσαι σε μια σκατούπολη, γεμάτη βρωμιά, πείνα και φτώχεια. στην γωνία κοιμούνται δύο άστεγοι, δυο δρόμους πιο κάτω είναι στοιβαγμένοι ναρκομανείς και μετανάστες.
Όλο το στενό έξω από το μπαρ βρωμάει κάτουρο.

Ξέρεις, η ζωή δεν είναι ταινία. Δεν θα βρεις ενδιαφέροντες χαρακτήρες και έξυπνες ατάκες εδώ, Μόνο μίζερους, εξαθλιωμένους ή βαριεστημένα συμβιβασμένα ανθρωπάκια που φοβούνται να αντιδράσουν, να ζήσουν. Μια ανομοιογενής κοινωνία μαριονετών που ελέγχεται πλήρως από το μεγάλο κεφάλαιο.
Ξέρεις, αν κάποιος σε χτυπήσει το πολύ πολύ να είναι κανάς μπάτσος ή Χρυσαυγίτης -το ίδιο κάνει, ούτως ή άλλως-  επειδή είσαι αξύριστος. Αν βγεις βόλτα μόνος τη νύχτα, δεν θα δεις φεγγάρι γιατί το κρύβουν οι πολυκατοικές, ούτε ερωτευμεύνα ζευγαράκια, γιατί ο έρωτας έχει πεθάνει εδώ και χρόνια.

Έχουμε χούντα ξέρεις. Και μάλιστα, χούντα χωρίς κανένα λογοτεχνικό ενδιαφέρον".

"Μάλιστα...", έκανε ο Κώστας που βιαζόταν να ξεφορτωθεί τον άγνωστο, ώστε να μπορέσει και πάλι να μελαγχολήσει με την ησυχία του.

"Βέβαια υπάρχει και ένα καλό σε όλα αυτά..."

"Α, ναι; Και ποιό είναι αυτό;"

"Δουλεύω μπάρμαν", είπε ο άγνωστος και έφυγε, αφού πλήρωσε πρώτα το ποτό του στο συνάδελφό του.

Sunday, 26 August 2012

Γάμα τη κι άστην

Αν ο Νίκος είχε ένα μότο στη ζωή του, αυτό ήταν το "γάμα τη κι άστην".

Πάντα, όταν βρισκόμασταν για καφέ ή για ποτό, μου έλεγε "γάμα την κι άστην" και όταν ήταν στο τσακίρ κέφι ή είχε διάθεση για περαιτέρω επιχειρηματολόγηση, συμπλήρωνε "Γάμα τη κι άστην. Έτσι είναι ρε μαλάκα, με πουτάνες θα κάθεσαι να μπλέκεις; Αφού όλες είναι καριόλες. Έτσι είναι. Γάμα τες και άστες. Απλά τα πράγματα".

Στην προσωπική του ζωή, ο Νίκος ακολουθούσε πιστά τις "διδαχές" του. Όποτε γνώριζε μια κοπέλα, συνήθιζε να βγαίνει μαζί της μέχρι να την πηδήξει. Ήταν γλυκός, τρυφερός, ευγενικός, και μόλις τα κατάφερνε, μην τον είδατε. Εξαφανιζόταν. Ούτε σήκωνε τηλέφωνα, ούτε τίποτα.
Τις "γαμούσε και τις άφηνε". Απλά πράγματα.

Φαντάζεστε λοιπόν την έκπληξή μου, όταν κάποια μέρα βρήκα έξω από την πόρτα μου μία κάρτα που προσκαλούσε στο γάμο του φίλου μου του Νίκου με κάποια Μαίρη. Η πρώτη μου σκέψη ήταν η καζούρα που θα έτρωγε την επόμενη φορά που θα τον έβλεπα.

Όταν ξανασυνάντησα το Νίκο όμως, μαζί με την Μαίρη εκείνη τη φορά, οποιαδήποτε τέτοια διάθεση εξαφανίστηκε αμέσως: ο τρόπος που την κοιτούσε, ο τρόπος που την άγγιζε, ο τρόπος που τις μιλούσε φανέρωναν ότι για πρώτη φορά ίσως στη ζωή του, ο Νίκος είχε ερωτευτεί πραγματικά.
Ο γάμος τους ήταν μία σεμνή τελετή, που εύκολα θα μπορούσες να την χαρακτηρίσεις την πιο ευτυχισμένη στιγμή στη ζωή του Νίκου.


Όταν είδα το Νίκο τυχαία στο δρόμο, λίγες μέρες μετά τον γάμο, φαινόταν συντετριμμένος. Για την ακρίβεια, πρώτη φορά τον έβλεπα τόσο χάλια. Προσπάθησα με τα χίλια ζόρια να μάθω τί είχε, αλλά ήταν τόσο άσχημα που δεν μπορούσες να του πάρεις κουβέντα.

Δεν άργησα να μάθω όμως, τί είχε από έναν κοινό μας φίλο: Όπως είχα υποψιαστεί η κατάσταση του Νίκου είχε άμεση σχέση με τη γυναίκα του.

Όπως μου εκμυστηρεύτηκε ο κοινός μας φίλος, εν ολίγοις, η Μαίρη τον "γάμησε και τον άφησε".

Saturday, 25 August 2012

Η λίστα με τα ψώνια

Ο κύριος Κ. ξύπνησε νωρίς, όπως συνήθιζε εδώ και πάνω από μία δεκαετία. Έσυρε βαριεστημένα τις σκούρες μπλε παντούφλες του μέχρι το μπάνιο, όπου έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του. Ύστερα, πήγε μέχρι το παράθυρο το οποίο και άνοιξε για να μπει μέσα το λιγοστό φως που έφτανε μέχρι το σπίτι του, και πότισε προσεκτικά τους καλοδιατηρημένες γλάστρες με βασιλικό που είχε στο περβάζι. Μετά πήγε στην κουζίνα όπου έβρασε νερό για το πρωινό του τσάι.
Το μάτι του έπεσε σ' ένα κομμάτι χαρτί που ήταν ακουμπισμένο στο τραπεζάκι με το βάζο. Ο κύριος Κ. το σήκωσε, έβαλε τα γυαλιά πρεσβιοπίας του  και το κοίταξε προσεκτικά. Ήταν η λίστα με τα ψώνια, που ο ίδιος είχε σημειώσει από την προηγούμενη. Μα ναι! Πώς μπορούσε να το ξεχάσει! Εκείνη η μέρα, ήταν η μέρα για τα ψώνια, όπως άλλωστε και κάθε Τετάρτη, εδώ και πάνω από μία δεκαετία.

Ο κύριος Κ. διάβασε φωναχτά τη λίστα, για να βεβαιωθεί ότι δεν είχε ξεχάσει τίποτα.

"Μία φραντζόλα ψωμί
Τυρί και ζαμπόν για τοστ

1 κιλό ντομάτες
1 πακέτο μακαρόνια
1 γάλα άπαχο
λεμόνια
Ζάχαρη
Χλωρίνη
Υγρό Πιάτων"

"Χρειάζομαι τίποτα άλλο;" αναρωτήθηκε, επίσης φωναχτά. "Όχι", απάντησε μετά από λίγα δευτερόλεπτα σκέψης.

Όμως, ήξερε, βαθιά μέσα του, ότι η απάντηση σε αυτή την ερώτηση στην πραγματικότητα ήταν "Ναι".

Όπως επίσης ήξερε ότι αυτό που χρειάζοταν δεν θα το έβρισκε σε κανένα σουπερ - μάρκετ του κόσμου.

Wednesday, 22 August 2012

Φοιτητής

Καλημέρα σας. Η Γραμματεία θα παραμένει ανοιχτή κάθε μέρα, δέκα με μία, εκτός Δευτέρας. Έλα ρε, ο Μάκης είμαι, να σου κλείσω τραπέζι για το πάρτυ μας στον Βέρτη; Ναι ρε, θα είναι και η Μαίρη εκεί. Έρευνες έχουν δείξει ότι το πρόγραμμα σπουδών της σχολής μας είναι το καταλληλότερο για το αντικείμενό σας παγκοσμίως. Γάμα τους αυτούς, δεν τους βλέπεις είναι κολημμένοι σε ξεπερασμένες ιδέες, όλο λόγια λόγια, και από διάβασμα τίποτα. Πρέπει να βρεις δουλειά, δεν βγαίνουμε. Τη γάμησες ρε; Τη γάμησες; Ρε μην είσαι μαλάκας ρε, γάμησέ την. Θα με ψηφίσεις έτσι, τόσα κονέ σου έχω κάνει, μου το χρωστάς. Έλα ρε, μην ανησυχείς, βρίσκεις και μια δουλειά και είσαι κομπλέ. Διάβασε να τελειώνεις, άντε. Συγγνώμη, αυτή την περίοδο δεν ψάχνουμε υπαλλήλους. Τους άκουσες ρε τους μαλάκες τί λένε για τον κ. Μακρή, επειδή αυτή δε διαβάζουν, διαμαρτύρονται που δεν περνάνε. Ναι, προφανώς και το πανεπιστήμιο πρέπει να αλλάξει, οι παρατάξεις το έχουν καταστρέψει. Έλα ρε, ο Μάκης είμαι, για αύριο σε πήρα, στις εκλογές, ξέρεις τί να κάνεις έτσι; Τέρμα πια με αυτή την ασυδοσία του Δημοσίου, ας γίνει η σχολή ιδιωτική να τελειώνουμε. Ποιά πορεία, γάμησέ τη την πορεία, πάμε για κανά καφέ. Τί γίνεται, αγόρι μου, τελειώνεις με τη σχολή; Στο δικό μου το μάθημα απαιτώ απόλυτη αφοσίωση, για να περάσετε πρέπει να στήσετε κώλο. Εντάξει κύριέ μου, θα κοιτάξουμε το βιογραφικό σας και αν τυχόν σας χρειαστούμε θα σας καλέσουμε. Μην αγχώνεσαι, έχουμε εμείς κάτι σημειώσεις, θα σε βολέψουμε μια χαρά. Συγγνώμη, για τις εκπρόθεσμες δηλώσεις δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Όχι, δεν γνωρίζουμε πότε και αν θα κληρωθούν φέτος τα δωμάτια για τις εστίες. Κοίτα τους μαλάκες, πάλι τα ίδια, τί κατάληψη ρε, πάλι θέλουν να  χάσουμε την εξεταστική; Ο πατέρας σου απολύθηκε, φρόντισε να τελειώνεις γρήγορα. Τί δουλειά ρε αγόρι μου, εδώ δεν ξέρουμε καλά - καλά αν θα είναι αύριο το μαγαζί ανοιχτό. Ε ναι, υπάρχει ανεργία αλλά αν κάνεις και κανά μεταπτυχιακό, θα είσαι κομπλέ, εξειδίκευση θέλει η αγορά. Κοίτα, προφανώς και πρέπει να υπάρξει η αξιολόγηση, δεν μπορεί να κάνει ο καθένας ό,τι γουστάρει εδώ μέσα, μην ακούς τους άλλους τους οπισθοδρομικούς. Κοίτα ρε, πάλι κατάληψη, και μετά λένε εμάς φασίστες... Έλα ρε μαν, τόσες χάρες σου 'χω κάνει, ένα γαμημένο μπλουζάκι είναι, για μια μερούλα θα το φορέσεις, σιγά το πράμμα, είναι και μπλε, ωραίο χρώμα, έλα για μένα. Ρε γιατί πρέπει να μας νοιάζει εμάς τί συμβαίνει έξω, τί σχέση έχει τώρα το Πανεπιστήμιο με το Μνημόνιο; Ακόμη δεν τελείωσες τι σχολή; Συγγνώμη, αλλά για τη συγκεκριμένη θέση, θέλουμε μόνο κοπέλες. Εσένα μη σε νοιάζει, μην ασχολείσαι, κοίτα να στρωθείς και να διαβάσεις, να τελειώνεις, να βρεις καμιά δουλειά.

"Τα δίδακτρα για τους προπτυχιακούς φοιτητές υπολογίζεται ότι θα είναι διακόσια με τριακόσια ευρώ ετησίως".

Monday, 20 August 2012

Η Αρχή

Η Αρχή ήταν αυστηρή, αμείλικτη και απρόσωπη. Απαιτούσε από όλους απόλυτη υποταγή, και οποιοσδήποτε τολμούσε να αντιμιλήσει τιμωρούνταν παραδειγματικά.
Ώσπου, μια μέρα, κάποιος έγραψε σ΄ ένα τοίχο "Έρχεται η αρχή του τέλους". Συνελήφθη γρήγορα και η επανάσταση δεν άρχισε ποτέ. 

Είχε γίνει όμως, τουλάχιστον, μια κάποια αρχή....

Sunday, 19 August 2012

Η Δίκη

Ο Δικαστής έκανε νόημα στο κοινό να ησυχάσει. Η διαδικασία πήρε αρκετή ώρα, μιας και η αίθουσα σχεδόν ξεχείλιζε από τον πολύ κόσμο. Μόλις η φασαρία μειώθηκε σε πιο ανεκτά επίπεδα (γιατί το να εξαφανιστεί ήταν πρακτικά αδύνατο) έκανε νόημα στους φύλακες να φέρουν μέσα τον κατηγορούμενο.

Λίγα λεπτά αργότερα, μπήκε μέσα ένας αδύνατος νέος άντρας, αλυσοδεμένος και συνοδευόμενος από τέσσερις πάνοπλους φύλακες.
Η έκρηξη του πλήθους ήταν ακαριαία και η αίθουσα άρχισε να σείεται πάλι από το δίκαιο μένος του λαού. Άναρθρες κραυγές, εξευτελιστικές βρισιές, απειλές θανάτου  και υποσχέσεις εκδίκησης εκτοξευόντουσαν από κάθε γωνιά της. Παρά την φαινομενικά αδιάτρητη φύλαξη του δικαστηρίου, πολλοί κατάφεραν να ξεφύγουν από το κλοιό των φυλάκων, και πλησίασαν τον κατηγορούμενο, ενώ αρκετοί από αυτούς κατάφεραν να τον αγγίξουν, σκίζοντάς του τα ρούχα, γρατζουνώντας τον, ακόμη και χτυπώντας τον. Πέρασε πολύ ώρα μέχρι η ισχυρή ομάδα φύλαξης της αίθουσας να καταφέρει να ηρεμίσει τους 15 εξοργισμένους ανθρώπους. 

Ο Δικαστής χτύπησε το σφυρί του δυνατά στον πάγκο, σε μια προσπάθεια να επιβάλλει την τάξη, μα μάταια. Η φασαρία σταμάτησε με την υπόσχεση του δικαστή ότι η ομαλή διεξαγωγή της δίκης θα βοηθούσε στην γρήγορη τιμωρία του ενόχου. 

Ο κατηγορούμενος ήταν στη θέση του και με σκυφτό το κεφάλι περίμενε στωικά το τέλος της διαδικασίας. Το κλίμα που επικρατούσε στην αίθουσα δεν του έκανε εντύπωση. Δέκα χρόνια προφυλακιστέος χωρίς στοιχεία, μεταφερόμενος από φυλακή σε φυλακή και από αστυνομικό τμήμα σε αστυνομικό τμήμα, σχολιαζόμενος ανά τακτά χρονικά διαστήματα από πάσης φύσεως μίντια και γειτονιές, είχε πια συνηθίσει.

Το έγκλημα δεν ανακοινώθηκε ποτέ στην αίθουσα. Όχι, ότι είχε άλλωστε και σημασία. Ο Δικαστής απλώς το περιέγραψε με χαρακτηρισμούς που του άρμοζαν, όπως "ειδεχθές" και "προδοτικό".

Είχαν περάσει τόσα χρόνια, που και ο ίδιος ο κατηγορούμενος είχε ξεχάσει για ποιον λόγο κατηγορούνταν. Όχι, ότι είχε άλλωστε και σημασία. 

Η διαδικασία ούτως ή άλλως ήταν τυπική. Η ενοχή του είχε ήδη αποφασιστεί. Το Δικαστήριο άλλωστε δεν ήταν η αρμόδια αρχή για να αποφασίζει για τέτοιου είδους θέματα - ποτέ δεν ήταν.

Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο εισαγγελέας διάβασε στο δικαστήριο μία λεπτομερή περιγραφή της ζωής του κατηγορουμένου, από τη στιγμή της γέννησής του ως τη στιγμή της σύλληψής του. Τα πιο ντροπιαστικά σημεία της είχαν υπογραμιστεί και διαβαζόντουσαν με ταιριαστό ειρωνικό ύφος, ενώ συνοδευόντουσαν απόάγριες ιαχές του κόσμου που διψούσε για δικαιοσύνη. 

Μετά το τέλος της ανάγνωσης, ο εισαγγελέας απηύθυνε ευθέως στον κατηγορούμενο μία και μοναδική ερώτηση, μιας και υπεράσπιση από τρίτο δεν είχε το δικαίωμα να έχει:
 "Είσαι ένοχος;"

Ο κατηγορούμενος παρέμεινε σιωπηλός. Ήξερε, άλλωστε ότι η νομοθεσία υπαγόρευρε ρητά ότι ετυμηγορία του δικαστηρίου δεν μπορούσε να επηρρεαστεί από τις δηλώσεις του κατηγορούμενο. Ο Νόμος ήταν αυστηρός. 

Ο εισαγγελέας ανακοίνωσε το πέρας των ερωτήσεων και ζήτησε από τον Δικαστή την τελική ετυμηγορία. Ο θόρυβος στην αίθουσα πλέον είχε ξεπεράσει κάθε όριο. Ο Δικαστής προσπάθησε να επιβάλλει την τάξη, μόνο και μόνο για να ξανααποτύχει.

Η ανακοίνωση της ενοχής και η αναγγελία της καταδίκης του κατηγορούμενου ποτέ δεν πρόλαβαν να ολοκληρωθούν επίσημα, μιας και το εξοργισμένο πλέον πλήθος είχε καταφέρει να ρίξει κάτω τα κιγκλιδώματα που το διαχώριζαν από τον κατηγορούμενο, είχε παραμερίσει τους φύλακες, και με μπουνιές, νύχια, δόντια, καρέκλες που είχε ξηλώσει από την αίθουσα, και τυχόν αιχμηρά αντικείμενα που είχε φέρει μαζί του, είχε πέσει πάνω στον κατηγορούμενο, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των φυλάκων και των δικαστικών υπαλλήλων. 

Όταν, μετά από αρκετή ώρα, οι φύλακες κατάφεραν να διασπάσουν το πλήθος, φάνηκε το πτώμα του κατηγορουμένου να κείτεται σε μια λίμνη αίματος, γεμάτο μώλωπες και γρατζουνιές, ξεσκισμένο.  

Μπροστά σε αυτό το θέαμα, το πλήθος ηρέμησε. 

Η δίκη είχε επιτέλους τελείωσει. Η δικαιοσύνη είχε επιτέλους αποδοθεί.

Wednesday, 15 August 2012

Δεκαπενταύγουστος στην Αθήνα

Ο ήλιος έδυε και το κατακόκκινο φως του αντακλόνταν στα  παράθυρα των τερατόμορφων πολυκατοικιών του κέντρου χαρίζοντας στην πόλη ένα μοναδικό χρώμα.
Ήταν η ώρα εκείνη της αυγουστιάτικης μέρας που η ανυπόφορη ζέστη υποχωρούσε και έδινε τη θέση της σε μια πιο υποφερτή ζέστη.

Εκείνος περπατούσε αργά στην άδεια Πανεπιστημίου. Ήταν αυτός, η απέραντη ησυχία της άδειας πόλης, μια ελαφριά μυρωδιά από φτηνά τσιγάρα, κάτι ξεχασμένοι οπαδοί του Ολυμπιακού και μπάτσοι. Πολλοί μπάτσοι.

Τοσους μπάτσους και τόση μπάλα είχε να δει από τη χούντα.

Έλα να κάτσουμε στον καναπέ

και να κάνουμε καμιά επανάσταση.

Tuesday, 14 August 2012

Δράση και αντίδραση

"Δράση μάγκα μου, δράση. Αυτό είναι που μετράει. Δράση. Θες να γαμήσεις; Πρέπει να δράσεις. Δεν θες να γαμηθείς; Το ίδιο. Θες να φας; Δράση. Δεν θες να φαγωθείς; Παρομοίως. Έρευνες έδειξαν ότι ο μέσος άνθρωπος βλέπει 5 ώρες τηλεόραση κάθε μέρα. Με έναν πρόχειρο υπολογισμό, έχουμε 5 ώρες την ημέρα, επί 7 μέρες την εβδομάδα, 35 ώρες την εβδομάδα. Ένας μήνας έχει 4 βδομάδες, άρα έχουμε 120 ώρες κάθε μήνα τηλεόραση. Αυτό μας κάνει 1440 ώρες τον χρόνο, και αν πούμε ότι αυτός ο άνθρωπος ζήσει 60 χρόνια, έχουμε 86400 ώρες τηλεόραση για κάθε άνθρωπο. Φαντάσου τι θα συνέβαινε εάν αυτός τις ίδιες ώρες δρούσε. Γι' αυτό σου λέω μάγκα μου, δράση",

 είπε ο μυστήριος τύπος που καθόταν δίπλα μου στο μπαρ. Ύστερα με μια μεγάλη γουλιά τελείωσε το ποτό του και αφού με χτύπησε φιλικά στην πλάτη, έφυγε.


"Μην του δίνεις σημασία... Είναι τρελός, δεν  ξέρει τί λέει" είπε ένας χοντρός που καθόταν λίγο πιο δίπλα και ύστερα ξέσφιξε την γραβάτα του, καθαρίζοντας παράλληλα τον λεκέ από γιαούρτι που είχε στο πέτο του.

Monday, 13 August 2012

Κι ένα Haiku

Διψάω σαν ψάρι και ασφυκτιώ,
είπε το πουλί πάνω από το κόκκινο ποτάμι.

Ξάφνου, όλα γίναν μπλε
και η άνοιξη ήρθε στο Μανχάταν.

Friday, 27 July 2012

Η περίεργη αίσθηση της ισότητας

Φεμινιστικές τσόντες. Κάψτε τα σουτιέν σας, αυτά είναι που σας καταπιέζουν και σας υποβαθμίζουν. Όλες οι γυναίκες είναι πουτάνες εκτός από την μάνα μου. Όποιο δάχτυλο και αν κόψεις θα πονέσει το ίδιο, αλλά από την άλλη όλα τα δάχτυλα είναι διαφορετικά. Ανθρώπινος καπιταλισμός. Κοίταξε να δεις, η κατάσταση είναι σκατά αλλά αυτό δεν είναι λόγος για να καίμε την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας. Όταν εμείς φτιάχναμε την Ακρόπολη, αυτοί ακόμη σκαρφαλώνανε στα δέντρα ρε. Εγώ δεν είμαι με τη βία, αλλά η κατάσταση με τους μετανάστες έχει ξεφύγει, κάτι πρέπει να γίνει. Δεν έχω πρόβλημα με τους ανθρώπους σου λέω, αλλά ας γυρίσουν στη χώρα τους, τί κάνουν εδώ; Και οι Έλληνες μετανάστευσαν και τα κατάφεραν, αυτοί δηλαδή γιατί δεν μπορούν; Εμπόλεμη ειρήνη. 
Η κατάσταση στα Πανεπιστήμια είναι σκατά, δεν έχουμε βιβλία, οι παρατάξεις όμως τα κάνουν όλα ακόμη χειρότερα. Δεν την αντέχω άλλο τη γυναίκα μου, είναι ανυπόφορη, μου γκρινιάζει στο τηλέφωνο κάθε φορά που είμαι μαζί με την γκόμενα. Πω ρε πούστη μου κι άλλα μέτρα, η ανεργία έχει πάει στο Θεό, πάλι θ' αναγκαστώ ν' απολύσω καμιά εικοσαριά εργαζομένους. Ρε, αυτοί μας παίρνουν τις δουλειές, εγώ ο ίδιος προσέλαβα πέντε Πακιστανούς τις προάλλες. Ειρηνικός πόλεμος. Εντάξει, ναι, έχουν τα δίκια τους οι εργαζόμενοι, αλλά δεν είναι δυνατόν να έρχεται ο άλλος από την άλλη άκρη του κόσμου και να μην μπορεί να δει την Ακρόπολη, είναι απαράδεκτο. Παρανοϊκή Ηρεμία. Οι Γερμανοί μας πήραν τα πάντα, όμως πρέπει να τους δώσουμε περισσότερα για να επιβιώσουμε. Μαζί τα φάγαμε.Αυτή η Νέα Δημοκρατία έχει ξεπουλήσει στους Γερμανούς τα πάντα, πρέπει όμως να την ξαναψηφίσουμε γιατί παίζει να βγούμε από το ευρώ. Ψήφισα Νέα Δημοκρατία, ΒΑΛΤΟΥΣ ΚΑΜΙΑ ΓΚΟΛΑΡΑ ΡΕ ΣΑΜΑΡΑ ΑΓΟΡΙ ΜΟΥ ΝΑ ΔΕΙ Η ΚΑΡΙΟΛΑ Η ΜΕΡΚΕΛ ΤΙ ΠΑΕΙ ΝΑ ΠΕΙ ΕΛΛΑΔΑ! Το παιχνίδι είχε πολιτικές διαστάσεις. Η βία γεννάει βία. Εντάξει η αριστερά δεν έχει κυβερνήσει ποτέ, αλλά έχει καταστρέψει την Ελλάδα περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον. Οι απεργίες κατέστρεψαν την χώρα. Το αφεντικό μου μείωσε και άλλο το μισθό, δεν έχω να πληρώσω το νοίκι, ευτυχώς όμως δεν με απέλυσε. Δεν υπάρχει δουλειά, οι μισθοί πέφτουν, οι τιμές ανεβαίνουν, αλλά εγώ θα βρω τρόπο να τα καταφέρω, όποιος αξίζει ποτέ δεν χάνεται. Ήρεμη παράνοια. 

"Ευχαριστούμε που παρακολουθήσατε τις ειδήσεις των 8".

Friday, 20 July 2012

Γρήγορη Ζωή

Γρήγορα αμάξια.
Γρήγορες γυναίκες.
Γρήγορο περπάτημα.
Γρήγορο φαγητό.
Γρήγορες σχέσεις.
Γρήγορες ερωτήσεις.
Γρήγορες απαντήσεις.
Γρήγορες σπουδές.
Γρήγορο πτυχίο.
Γρήγορη ανεργία.
Γρήγορη εξαθλίωση.
Γρήγορη αυτοκτονία.

Ο τρόπος του να ζεις γρήγορα.

Thursday, 12 July 2012

Ηλιοβασίλεμα

Καθόμουν ώρα εκεί, στην άκρη του μεγάλου βράχου που υψωνόταν πάνω από τη θάλασσα.

Καθώς καθόμουν και περίμενα, άναψα ένα τσιγάρο.

-Αφού δεν καπνίζεις.
-Μπορείς να σκάσεις; Άσε με τουλάχιστον να το κάνω όπως θέλω εγώ.

Τράβηξα μια βαθιά τζούρα και το βλέμμα μου στράφηκε στον ήλιο που εκείνη την ώρα, έκανε σιγά σιγά τη βουτιά του στη θάλασσα. Κοίταξα την κατακκόνινη πύρινη σφαίρα που εκείνη την ώρα, άγγιζε απαλά τα κύματα και γινόταν ένα με τον απέραντο ωκεανό χαρίζοντας του το βαθύ κόκκινο χρώμα της, αυτό το τόσο μοναδικό της δώρο. Τα δυο πιο ισχυρά της φύσης, συνδύαζαν τέλεια τις δυνάμεις τους για να δημιουργήσουν αυτό το υπέροχο θέαμα, αυτό τον μαγευτικό πίνακα ζωγραφικής που εδώ και αιώνες τόσοι δημιουργοί έχουν αποτύχει να αποτυπώσουν στην εντέλεια.

-Ωχου, αρχίσαμε τις μαλακίες πάλι, ε;
-Να πας στο διάολο. Άσε με ήσυχο επιτέλους.



Τράβηξα μια δεύτερη τζούρα. Η θάλασσα εκείνη την μέρα δεν ήταν ούτε πολύ άγρια, ούτε πολύ ήρεμη: όπως ακριβώς έπρεπε. Έκλεισα τα μάτια μου. Άκουσα τους ρυθμικούς παφλασμούς των κυμάτων. Η μόνη μουσική που θα μπορούσε να συνοδεύσει τόσο αρμονικά αυτή την εικόνα.

-Γίνεσαι γελοίος, το ξέρεις; 
-Σκάσε.

Τρίτη τζούρα. Το μέρος αυτό ήταν εκπληκτικό ως είχε, αλλά αποκτούσε μια ιδιαίτερη σημασία, καθώς ήταν το πιο αγαπημένα της σημείο συνάντησης.

Περίμενα εκεί, για αρκετή ώρα, τόσο που πολλά από τα φανταστικά μου τσιγάρα τελείωσαν.

-Δεν θα 'ρθει ούτε και σήμερα, το ξέρεις έτσι; Δεν θα ξανάρθει ποτέ. 
-Έχεις δίκιο. Είσαι μαλάκας, αλλά έχεις δίκιο.
-Πάμε λοιπόν;
-Πάμε.


Έτσι εγώ και ο πιο λογικός μου εαυτός φύγαμε από εκείνο το μέρος της φαντασίας μου, αφού μαζέψαμε πρώτα τις γόπες.

Wednesday, 11 July 2012

Ο Κωστάκης με τη μεγάλη μύτη

O Κωστάκης είχε πολύ μεγάλη μύτη. Για την ακρίβεια ο Κωστάκης είχε την πιο μεγάλη μύτη στην τάξη του. Ίσως και στο σχολείο ολόκληρο.

 Η μύτη του Κωστάκη ήταν τόσο μεγάλη, που όλη η τάξη τον κορόιδευε για το μέγεθός της. Ήταν τόσο μεγάλη που το μέγεθός της είχε αποτελέσει κέντρο συζητήσεων, αστείων, κοροϊδίας και καζούρας, σε βαθμό που οι συμμαθητές του Κωστάκη ανάλωναν αρκετή ώρα από τα διαλείμματά τους για να τον κοροϊδεύουν για το μέγεθός της μύτης σου. Παρατσούκλια όπως "ο μυτόγκας"  και ατάκες του τύπου "Κοιτάξτε! Το παιδί με την πιο μεγάλη μύτη στην τάξη" έπεφταν βροχή κάθε φορά που κάποιος έβλεπε τον Κωστάκη στο προαύλιο του σχολείου, ενώ δεν έλειπαν τα σχόλια σχετικά με τις υπερφυσικές ικανότητες που σίγουρα θα έχει μια τόσο μεγάλη μύτη.

Ο Κωστάκης δεν τους κρατούσε κακία σε κανέναν  γι' αυτό. Ποτέ δεν διαμαρτυρόταν και μάλιστα πολλές φορές και ο ίδιος γελούσε με τα αστεία που γινόντουσαν για το μέγεθος της μύτης του. Του το 'λεγε συνέχεια και η μητέρα του άλλωστε: "ποτέ σου να μην κρατάς κακία σε κανέναν και για τίποτα".

Ήταν μια φορά μονάχα, όταν είχε πρωτοείχε έρθει στο σχολείο, που είχε πει κάτι στη δασκάλα του για το ζήτημα με τη μύτη του και εκείνη εξήγησε σε όλα παιδιά με αυστηρό ύφος ότι "είναι ανεπίτρεπτο να κοροϊδεύουν τους συμμαθητές τους", μα εκείνα δεν σταμάτησαν να τον κοροϊδεύουν -μάλιστα άρχισαν να τον κοροϊδεύουν ακόμη περισσότερο. Τότε ήταν που ο Κωστάκης σκέφτηκε ότι μάλλον το να κοροϊδεύουν την μύτη του τους άρεσε τόσο πολύ που δεν θα σταματούσαν, και άρχισε και αυτός να γελάει με την μύτη του.



Μια μέρα, Κωνσταντίνου και Ελένης ήταν, ο Κωστάκης έφερε σε όλη την τάξη (συμπεριλαμβανομένης και της δασκάλας) γλυκά που είχε φτιάξει με τα χεράκια του και τα μοίρασε σε όλη την τάξη.

 Λίγη ώρα αργότερα όλη η τάξη  (συμπεριλααμβανομένης και της δασκάλας) έπεφτε νεκρή από το ποντικοφάρμακο που είχε βάλει ο Κωστάκης μέσα στα γλυκά.

"Ναι, τώρα δεν υπάρχει αμφιβολία, έχω την πιο μεγάλη μύτη στην τάξη", είπε ο Κωστάκης αφού σιγουρεύτηκε ότι όλοι στην τάξη του (συμπεριλαμβανομένης και της δασκάλας) είχαν πεθάνει.

Sunday, 8 July 2012

Μικρές Γειτονιές

"Εγώ μερικές φορές βαριέμαι να με βιάζει ο πατέρας μου, αλλά εκείνος επιμένει",
είπε ο Κωστάκης όταν η δασκάλα τους ζήτησε να φτιάξουν μία πρόταση το ρήμα "βαριέμαι".

Όλη η τάξη έμεινε με ανοιχτό το στόμα συμπεριλαμβανομένης και της δασκάλας η οποία αρέσκονταν  στο να υμνεί  συχνά - πυκνά την υπέροχη διαπαιδαγώγηση και την οικογένεια του Κωστάκη. 

Τα υπόλοιπα έγιναν πολύ γρήγορα. Αστυνομία, δημοσιογράφοι, αρμόδιες υπηρεσίες του δήμου,  υπηρεσίες του δήμου που δεν είχαν καμία αρμοδιότητα, η κυρία Κική που είχε το απέναντι μπακάλικο και κάτι άνθρωποι που είχαν στρίψει κατά λάθος στο στενό βρέθηκαν μέσα σε σε λίγα λεπτά έξω από το σπίτι του Κωστάκη και της οικογένειάς του.

Τελικά η παρεξήγηση λύθηκε μετά από λίγη ώρα:

απ' ότι φαίνεται, "βιάζω" για τον Κωστάκη σήμαινε "ταΐζω", όπως του είχαν πει οι γονείς του όταν ο Κωστάκης είχε ρωτήσει τη σημασία της συγκεκριμένης λέξης - μιας και είχαν θεωρήσει ότι ήταν πολύ μικρός "για να σπηλώσουν το αμόλυντο παιδικό μυαλουδάκι του με 'κακές λέξούλες' ", όπως δήλωσε χαριτολογώντας η μητέρα του στις κάμερες, παίζοντας ταυτόχρονα με μια μπούκλα από το φρεσκοβαμμένο μαλλί της.

Παρόλα αυτά, και αν και ο πατέρας του Κωστάκη εν τέλει γλίτωσε τη φυλακή, και αθωώθηκε στα μάτια των αρχών και των μίντια, κανείς στην γειτονιά δεν του μιλούσε πια.

Ξέρετε, άλλωστε, πώς είναι αυτές οι μικρές γειτονιές. 



Wednesday, 4 July 2012

Μπροστά.

Έτρεχε αποφασισμένος, με το βλέμμα του καρφωμένο μπροστά. Μόνο μπροστά. Ούτε πίσω, ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Ήξερε πολύ καλά ότι σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να κοιτάς μόνο μπροστά. Ήξερε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν υπάρχει χρόνος για δεύτερες σκέψεις, δεν υπάρχει χρόνος για πισωγυρίσματα. Ήξερε ότι δεν έχεις την πολυτέλεια να κοντοσταθείς και να γυρίσεις πίσω. Δεν μπορείς καν να σταματήσεις, έστω και για λίγα δευτερόλεπτα, και να κοιτάξεις πίσω. Δεν μπορείς να ξανασκεφτείς τίποτα, να αναρωτηθείς τί πήγε στραβά, και τί θα μπορούσες να έχεις κάνει καλύτερα. Δεν γίνεται να κάτσεις και να αναλογιστείς τις δικές σου ευθύνες και ενδεχομένως πώς θα μπορούσες να είχες αποτρέψει αυτή την τροπή της κατάσταση. Όχι, δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω. Έστω και για λίγο. Δεν έπρεπε να κοιτάς καν πίσω. Έτσι έκανε και αυτός τώρα. Προχωρούσε, τρέχοντας και κοιτώντας μπροστά.

Γιατί από πίσω του ερχόταν ένας τεράστιος μπλε δεινόσαυρος έτοιμος να τα γαμήσει όλα. 

Sunday, 1 July 2012

Ο κύριος Όχι - όχι

Μια φορά και έναν καιρό, κάπου στον πλανήτη Γη, ζούσε ο κύριος Όχι - όχι.

Ο κύριος Όχι - όχι ήταν ένας πραγματικά ιδιότροπος άνθρωπος. Ήταν ένας από αυτούς τους ανθρώπους που είναι δύστροποι, δεν έχουν φίλους γιατί μισούν βαθιά όλους τους άλλους ανθρώπους, και συνηθίζουν να περνάνε όλη τους την ημέρα στα μεγάλα σκοτεινά και μοναχικά σπίτια τους. Ήταν ένας από αυτούς τους ανθρώπους που λένε σε όλα "όχι".

Για την ακρίβεια, ο κύριος Όχι - όχι είχε αναπτύξει μια μοναδική τακτική: 'ελεγε σε όλα δύο φορές "όχι", μιας και ήξερε πόσο επίμονοι μπορούν να γίνουν οι άνθρωποι όταν θέλουν να κάνεις το δικό τους. 'Ετσι ο κύριος Όχι - όχι είχε εξοπλιστεί με εκείνη τη μοναδική τακτική, να λέει όχι και ξανά όχι ακόμη και όταν ο συνομιλητής του επέμενε για κάτι, και με αυτό τον τρόπο κατάφερνε να μην κάνει σε κανέναν καμία χάρη. Κατάφερνε να τον αφήνουν όλοι στην ησυχία του.

Άλλωστε το Όχι - όχι δεν ήταν το πραγματικό του όνομα: ήταν το παρατσούκλι που του είχαν βγάλει οι γείτονές του λόγω της συνήθειάς του να λέει στα πάντα δυό φορές όχι.


Μια φορά, που ο κύριος Όχι - όχι είχε πάει στο μπακάλικο να πάρει γάλα και ψωμί, γνώρισε την κυρία Θες - θες - θες.

Η κυρία Θες - θες - θες ήταν μια πραγματική ευχάριστη παρουσία, κοινωνική και φιλική με τους πάντες. Ήταν από αυτούς τους ανθρώπους που το σπίτι τους είναι πάντα γεμάτο με άλλους ανθρώπους, με μουσική και ζεστασιά. Ήταν από αυτούς τους ανθρώπους που λένε στα πάντα ναι, και απαιτούν και από τους άλλους να κάνουν το ίδιο.

Άλλωστε το Θες - θες - θες δεν ήταν το πραγματικό της όνομα, μα το παρατσούκλι που της είχαν βγάλει οι γείτονές της λόγω της συνήθειας που είχε να επιμένει μέχρι να πείσει τον άλλον να κάνει αυτό που ήθελε. Γι' αυτό το λόγο η κυρία Θες - θες - θες ρωτούσε πάντα το συνομιλητή της τρεις φορές για το οτιδήποτε, μέχρι δηλαδή ο άλλος να βαρεθεί και να της απαντήσει καταφατικά.


Η κυρία Θες - θες - θες λοιπόν, είδε τον κύριο Όχι - όχι στο μπακάλικο και της άρεσε πολύ. Έτσι τον πλησίασε και με μια τυχαία αφορμή, έπιασαν τη συζήτηση. Δεν άργησε η ώρα που η κυρία Θες - θες - θες πρότεινε κάτι στον κύριο Όχι - όχι κάτι σαν καφέ ή δείπνο. Ο κύριος Όχι - όχι όπως ήταν φυσικό απάντησε "όχι" και η κυρία Θες - θες - θες, όπως ήταν επίσης φυσικό, επέμεινε. Ο κύριος Όχι - όχι απάντησε και πάλι "όχι", και μετά από λίγο η κυρία Θες - θες - θες τον ξαναρώτησε.

Σε εκείνο το σημείο ο κύριος Όχι - όχι τα 'χασε. Δεν είχε ξανασυνατήσει ποτέ στη ζωή του άνθρωπο που να επιμείνει τόσο πολύ για κάτι, δεν είχε ξαναγνωρίσει άνθρωπο που να αντέξει τόσο μαζί του. Δεν ήξερε τι να πει, δεν είχε ιδέα πως θα αντιδράσει. Συγχυσμένος καθώς ήταν, ο κύριος Όχι - όχι απάντησε στην πρόταση της κυρίας Θες - θες - θες με ένα αδιάφορο ανασήκωμα των ώμων.

Λίγες ώρες μετά, ο κύριος Όχι - όχι δειπνούσε με την κυρία Θες - θες - θες σε κάποιο πανάκριβο εστιατόριο. Και αυτό ήταν μόνο η αρχή: από τότε και έπειτα, πολλές ήταν εκείνες οι προτάσεις στις οποίες ο κύριος Όχι - όχι απαντούσε με ένα ανασήκωμα των ώμων, πολλά ήταν εκείνα τα οποία η κυρία Θες - θες - θες τον "έπειθε", ή όπως συνήθιζε να λέει ο ίδιος αργότερα "τον παρέσερνε χρησιμοποιώντας ύπουλα και υποχθόνια μέσα", να κάνει.


Κάπως έτσι η κυρία Θες - θες - θες μπήκε στη ζωή του κύριου Όχι - όχι, και η αλήθεια ήταν ότι αυτή άλλαξε πολύ. Πλέον ποτέ δεν έμενε μόνος στο σπίτι του, το σπίτι του δεν ήταν πια σκοτεινό και έπαψε να μισεί όλους τους ανθρώπους.

Να φανταστείτε ότι ο κύριος Όχι - όχι σταμάτησε να λέει σε όλα "όχι". Για την ακρίβεια, στην γειτονιά άρχισαν να τον φωνάζουν κύριο Ναι - ναι.

Ώσπου, μια μέρα, ο κύριος Όχι - όχι και η κυρία Θες - θες - θες τσακώθηκαν πολύ άσχημα. Ο λόγος δεν ήταν και πολύ συγκεκριμένος . Σήμερα, το μόνο που θυμάται ο κύριος Όχι - όχι είναι ότι σχετιζόταν με την "αλλαγή".  

Μετά τον τσακωμό τους, ο κύριος Όχι - όχι και η κυρία Θες - θες - θες δεν ξαναειδωθήκαν ποτέ.
Ο κύριος Όχι - όχι ήταν τόσο στενοχωρημένος που κλείστηκε στο σπίτι του για μέρες, βδομάδες, μήνες ολόκληρους. Το σπίτι του ξαναέγινε σκοτεινό και ξανάρχισε να μισεί τους ανθρώπους, όπως παλιά.

Πέρασε πολύς, πάρα πολύς καιρός, μέχρι ο κύριος Όχι - όχι να ξαναβγεί από το σπίτι του.

Εκείνη τη μέρα που ξαναβγήκε όμως, ο κύριος Όχι - όχι  περπατούσε στο δρόμο με ένα περίεργο χαμόγελο σιγουριάς. Περπατούσε στο δρόμο στητός, σίγουρος και ικανοποιημένος με τον εαυτό του. 

Στους ανθρώπους πλέον συστηνόταν ως κύριος Όχι - όχι - όχι, και ήταν πολύ χαρούμενος με την ιδέα  του αυτή. (Η ιδέα του αυτή ήταν μια πολύ έξυπνη ιδέα, έλεγε και ξανάλεγε από μέσα  του ο κύριος Όχι - όχι - όχι, μιας και θα τον προφύλασσε από μελλοντικά λάθη.)

Έτσι περπατούσε λοιπόν και συστηνόταν, ο κύριος Όχι - όχι - όχι.

Σίγουρος και  ικανοποιημένος με τον εαυτό του, μα ταυτόχρονα ελπίζοντας βαθιά μέσα του ότι δεν θα αργήσει ο καιρός που θα βρεθεί στο δρόμο του η κυρία Θες - θες - θες - θες.

Saturday, 30 June 2012

Να φεύγει το χέρι

Ο Αλέκος ήταν γκόμενος της Άννας. Άννα εστί φίλη κολλητή, τόσα πολλά χρόνια που έχω χάσει το λογαριασμό. Αλέκος εστί τυπάκι από αυτά τα  που ξέρουν πώς να αρχίζουν, να συνεχίζουν και να σταματήσουν τη συζήτηση σε ποιόν να πούν τί, καθώς και πότε ακριβώς να το πουν. Τυπάκι από αυτά τα τόσα κοινωνικά, που σε κάνει να μην απορείς που εσύ είσαι αντικοινωνικός μιας και καταλαβαίνεις ότι όλη η κοινωνικότητα του κόσμου πρέπει να έχει συγκεντρωθεί σε κάτι τέτοιους τύπους.

Με την Άννα και τον Αλέκο κάναμε παρέα κολλητή όλα τα φοιτητικά μας χρόνια, μιας και εκείνη ήταν κολλητή μου και εκείνος γκόμενος της κολλητής μου. Καφέδες, αράγματα, βόλτες, έξοδοι σε μπαρ, έξοδοι σε ταβέρνες, κι άλλες βόλτες, όλες τις δημιουργικές δραστηριότητες των φοιτητών, δηλαδή, τις κάναμε μαζί. Τώρα που το σκέφτομαι δεν υπήρχε λεπτό της φοιτητικής μου ζωής που να μην το μοιράστηκα με την Άννα και τον Αλέκο. Δεν υπήρχε λεπτό που να μην το μοιραζόμασταν, εκτός από τα λίγα ρομαντικά ρεντεζ - βουζ (σικ) που έβγαινα με το άλλο φύλο και τις ώρες που πηγαίναμε σχολή (τις λίγες φορές που το κάναμε, εθιμοτυπικά), που τότε ήμουν μόνο με τον Αλέκο, μιας και οι δυο μας ήμασταν συμφοιτητές στο Φυσικό ενώ η Άννα σπούδαζε φιλόλογος, φιλόσοφος ή κάτι τέτοιο (ποτέ δεν κατάλαβα τί ακριβώς).

Που λέτε έτσι ευχάριστα περνούσαμε τα φοιτητικά μας χρόνια, ο Αλέκος, η Άννα και 'γω. Και επειδή όλα τα ωραία δεν είναι και μόνο ωραία, κάπου κάπου (τρεις φορές το χρόνο για την ακρίβεια) ερχόταν και ο διαολεμένος καιρός της εξεταστικής. 

Όπως ίσως θα έχετε καταλάβει, ο Αλέκος, η Άννα και εγώ, εγώ, η Άννα και ο Αλέκος, δεν ήμασταν και ακριβώς "υποδείγματα" φοιτητή. Έτσι,θα περίμενε κανείς, ότι η εξεταστική δεν θα ήταν και η πιο ευχάριστη περίοδος για μας. Εξεταστική, θα περίμενε κανείς, ότι για μας θα σήμαινε "περίοδος-που-λιώνω-στοδιάβασμα-ή-(και)-ξύνω-τ'αρχίδιαμου-και-στο-τέλος-παίρνω-ακριβώς-αυτά-στην-συντριπτική-πλειοψηφία-των-μαθημάτων".

Περιέργως, το παραπάνω ίσχυε αποκλειστικά για μένα. Η Άννα, τα πήγαινε λίγο καλύτερα, μιας και η σχολή της ήταν αντικειμενικά για τον πούτσο.

Ο Αλέκος, από την άλλη, αποτελούσε τρανή εξαίρεση. Ήταν το φωτεινό παράδειγμα φοιτητή, η μετενσάρκωση του "τα κάνω όλα και συμφέρω", μιας και τα περισσότερα μαθήματα κάθε εξεταστικής, δεν τα περνούσε απλώς, μα έπαιρνε και καλούς βαθμούς.

Κάθε φορά εγώ και λοιποί συμφοιτητές μέναμε μαλάκες με τις επιδόσεις του. Και κάθε φορά, δεδομένου του ότι αφού περνούσαμε κάθε δευτερόλεπτο της ζωής μας μαζί και ποτέ δεν τον έβλεπα να διαβάζει ιδιαίτερα, τον ρωτούσα: "Ρε μαλάκα, πώς το κάνεις αυτό; " και εκείνος μου απαντούσε με μία φυσικότητα "Ρε, είναι απλό. Δεν χρειάζεται και πολύ διάβασμα. Απλώς σε κάθε μάθημα πρέπει να λύνεις ασκήσεις. Πολλές ασκήσεις. Όσο περισσότερες γίνεται. Να φεύγει το χέρι στην εξέταση" και εγώ μετά αναρωτιόμουν "Τί στο διάολο; Αφού ούτε ασκήσεις λύνεις" αλλά το κρατούσα για τον εαυτό  μου.

Ο καιρός περνούσε λοιπόν, οι εξεταστικές το ίδιο και εγώ κάθε φορά ρωτούσα τον Αλέκο "Ρε μαλάκα, πώς το κάνεις αυτό; " και εκείνος μου απαντούσε  "Ρε, είναι απλό. Δεν χρειάζεται και πολύ διάβασμα. Απλώς σε κάθε μάθημα πρέπει να λύνεις ασκήσεις. Πολλές ασκήσεις. Όσο περισσότερες γίνεται. Να φεύγει το χέρι στην εξέταση." και η ζωή συνεχιζόταν με τα καλά της και τα κακά της, και την Ελλάδα να μην ξαναφτάνει στον τελικό του Euro. 




Ώσπου σε μια εξεταστική, μετά από κάποια αποτελέσματα, είχα ξεκινήσει να πάω στο γραφείο της κ. Παπαπαύλου για να διαμαρτυρηθώ. Η κ. Παπαπαύλου ήταν μια από αυτές τις καθηγήτριες, που αφού πρώτα έχεςι δώσεις το μάθημά τους 14 φορές, έρχεται η φορά εκείνη που έχεις διαβάσει εφτά χιλιάδες ώρες, κόβεις το κεφάλι σου ότι έχεις περάσει, μόνο και μόνο για δεις μετά ένα "0.8" να πας στο γραφείο της για να ζητήσεις αναβαθμολόγηση να σου δείξει αυτές τις σωστές λύσεις των θεμάτων και εσύ να νομίσεις ότι σου δείχνει κινέζικα. 


Μόλις έφτασα στο γραφείο της και πήγα να χτυπήσω για να μπω μέσα, άκουσα κάτι περίεργες φωνές.  Βάζοντας το αυτί μου στην πόρτα σιγουρεύτηκα ότι ήταν η κ. Παπαπαύλου, την οποία το δίχως άλλο, σκοτώνανε εκείνη την ώρα. Αμέσως γύρισα το χερούλι της πόρτας, μα ήταν κλειδωμένη, όπως ήταν λογικό. Ποιός αξιοπρεπής δολοφόνος θα άφηνε την πόρτα ξεκλείδωτη; 


Γρήγορα σκέφτηκα ότι ο δράστης θα ήταν σίγουρα κάποιος αγανακτισμένος 9ετής φοιτητής ο οποίος θα είχε πρώτα εμπλακεί στο διάλογο "-Σας παρακαλώ, έχω γράψει 4.95, περάστε με για να πάρω πτυχίο, είναι το τελευταίο μου μάθημα./-Όχι, δεν θα σε περάσω ποτέ, θα πεθάνεις εδώ μέσα."
Το έμφυτο φοιτητικό μίσος για τους σαδιστές καθηγητές πάλεψε λίγο με την έμφυτη ανθρώπινη αλληλεγγύη που μόνο εγώ πιστεύω ότι όλοι οι έχουμε, για να νικήσει το δεύτερο.

Αμέσως σκέφτηκα ότι εφόσον η αστυνομία δεν θα έφτανε εγκαίρως, θα έπρεπε να δράσω μόνος, ως άλλος Σβαρτσενέγκερ, με τη διαφορά ότι μετά δε θα γινόμουν κυβερνήτης. Έτσι έψαξα για ένα βαρύ αντικείμενο και το μάτι μου έπεσε στον κοντινό πυροσβεστήρα.

Χωρίς πολλά πολλά, και με πρωτόγνωρη για μένα δύναμη, άρπαξα τον πυροσβεστήρα και άρχισα να τον κοπανάω με μανία την πόρτα.

Η πόρτα έσπασε αρκετά γρήγορα, όπως ήταν φυσικό: ήταν κοινό μυστικό άλλωστε, ότι οι εργολάβοι είχαν κάνει τρελές κομπίνες με τα υλικά του κτιρίου του Φυσικού.

Όταν μπήκα μέσα, και καταλάγιασε η σκόνη (δεν υπήρχε αλλά χρησιμοποιείται εδώ χάρην λυρικότητας της περιγραφής) και το πριονίδι, το θέαμα που αντίκρυσα ήταν αποτρόπαιο:

Η κ. Παπαπαύλου ήταν γυμνή ξάπλα ανάσκελα πάνω στο γραφείο της, και εκείνος που ήταν απο πάνω της έχοντας χώσει ένα εντυπωσιακά μεγάλο μέρος του χεριού του in her privates που λένε και οι φίλοι μας οι Εγγλέζοι, δεν ήταν άλλος από τον Αλέκο, τον γκόμενο της κολλητής μου.

Κοιταχτήκαμε για λίγα δευτερόλεπτα, η κ. Παπαπαύλου, ο Αλέκος και εγώ, εγώ, ο Αλέκος, και η κ. Παπαπαύλου, και ύστερα σοκαρισμένος, χωρίς να βγάλω μιλιά, γύρισα πλάτη, βγήκα από το γραφείο της ακολασίας, έκλεισα το κομμάτι της πόρτας που είχε απομείνει στον μεντεσέ, και απομακρύνθηκα με αργά αλλά μεγάλα βήματα.

Η αλήθεια είναι, πάντως, ότι το χέρι του Αλέκου "έφευγε" μια χαρά.

Friday, 29 June 2012

Οκτώ.

"Πόσο;"
"Οκτώ."
"Οκτώ; Οκτώ τί; Οκτώ μέρες; Οκτώ μήνες; Οκτώ χρόνια;"
"Δεν ξέρω. Όσο χρειαστεί. Όσο χρειαστεί για να σκεφτώ και να ξεκαθαρίσω μερικά πράγματα."
"Και δεν ξέρεις πόσο περίπου θα σου πάρει, δεν έχεις ιδέα; Έτσι απλά, οκτώ;"
"Δεν ξέρω, αυτά τα πράγματα δεν μπορείς να τα προκαθορίσεις, έτσι δεν είναι;" , του φώναξε και έφυγε κλείνοντας με δύναμη την πόρτα πίσω της.



Οκτώ λεπτά αργότερα μπήκε στο σπίτι του, με το ζευγάρι κλειδιά που εκείνος της είχε δώσει.
 Τον βρήκε στο σαλόνι, να φιλιέται με κάποια άλλη.


"Ήταν πολλά τα οκτώ", της είπε μόλις την είδε, απολογητικά.

Wednesday, 27 June 2012

Αναζητώντας τους Κροκανθρώπους

Κάθε φορά που άνοιγε το συγκεκριμένο βιβλίο έμενε σε αυτή τη λέξη: "Κροκάνθρωποι". Του έκανε μεγάλη εντύπωση αυτή η λέξη.

"Ποιοί είναι οι Κροκάνθρωποι; Τί διαφορά έχουν από τους ανθρώπους; Και γιατί κάνουν Κρακ και όχι  Κροκ;" ήταν οι απορίες που τριγύριζαν συνέχεια στο μυαλό του μικρού Γιαννάκη.

Το βιβλίο 'χε βρει μικρός, ίσα ίσα που 'χε μάθει ανάγνωση δηλαδή. Το 'χε βρει στα πράγματα του αδερφού του, τότε που οι γονείς του άδειαζαν το δωμάτιό του.

Είχε πολύ λίγες αναμνήσεις από τον αδερφό του. Είχε φύγει εδώ και καιρό και ο Γιαννάκης δεν είχε ιδέα το πού και το γιατί. Oι γονείς του δεν πολυμιλούσαν γι'αυτό το ζήτημα.

Μία από τις λίγες εικόνες που είχε συγκρατήσει από τον αδερφό του, ήταν εκείνος να διαβάζει αυτό το βιβλίο. "Αναζητώντας Κροκανθρώπους". Και πάντοτε, ο Γιαννάκης του έκανε την ίδια ερώτηση: "Ποιοί είναι οι Κροκάνθρωποι; Τί διαφορά έχουν από τους απλούς ανθρώπους; Και γιατί κάνουν Κρoκ και όχι  Κρακ;". Ο αδερφός του γελούσε δυνατά, και ο Γιαννάκης παραξενευόταν που αυτή η τόσο λογική απορία του φαινόταν αστεία.

Το βιβλίο το 'χε γράψει ένας φίλος του αδερφού του. Έτσι έλεγε πάντα. "Ο Νικόλας είναι φιλαράκι μου" του έλεγε, κάθε φορά που τον ρωτούσε ποιος είναι ο συγγραφέας.
Έτσι λοιπόν, δεν ήθελε και πολύ. Μια μέρα από εκείνες που οι γονείς του άδειαζαν το δωμάτιο του αδερφού του, έχοντας πάρει απόφαση μάλλον ότι εκείνος δεν θα ξαναγυρνούσε, ο Γιαννάκης τρύπωσε και άρπαξε το βιβλίο.

Δεν καταλάβαινε και πολλά βέβαια, μόλις είχε αρχίσει να μαθαίνει ανάγνωση. Όμως πάντα, μα πάντα κολλούσε σε αυτή τη λέξη "Κροκάνθρωποι". Και συνεχώς αναρωτιόταν: "Ποιοί είναι οι Κροκάνθρωποι; Τί διαφορά έχουν από τους ανθρώπους; Και γιατί κάνουν Κρoκ και όχι  Κρακ;" 

Καθώς περνούσε ο καιρός, και ο Γιαννάκης διάβαζε το βιβλίο, σκεφτόταν ολοένα και περισσότερα πράγματα, όπως μήπως ο αδερφός του είχε τελικά πάει να βρει τους Κροκανθρώπους, ή αν τελικά ο φίλος του αδερφού του ο Νικόλας είχε καταφέρει να τους βρει. Σκεφτόταν τέλος, ότι σε περίπτωση που συνέβαιναν και τα δύο ότι ο αδερφός του θα είχε βρει τον φίλο του το Νικόλα και θα περνούσαν φίνα μαζί με τους Κροκανθρώπους, οι οποίοι το δίχως άλλο θα ήταν πολύ ευχάριστοι τύποι.

Και καθώς περνούσε ο καιρός, και ολοένα και περισσότερες απορίες γεννιόντουσαν στο μυαλό του, ο Γιαννάκης πήρε μια γενναία απόφαση: θα πήγαινε να βρει τον αδερφό του, τον φίλο του αδερφού του το Νικόλα, και τους Κροκανθρώπους. Και μόνο στη σκέψη αυτή γέμιζε με ενθουσιασμό. Ναι, θα πήγαινε, θα έβρισκε τον αδερφό του και σε περίπτωση που εκείνος δεν τους είχε βρει πρώτος, μαζί θα πήγαιναν να ψάξουν για τους περίφημους Κροκανθρώπους. Και όταν θα τους έβρισκαν, θα περνούσαν φίνα, γιατί οι Κροκάνθρωποι θα είναι, το δίχως άλλο, πολύ ευχάριστοι τύποι.

 Το σχέδιο του Γιαννάκη δεν ήταν και το πιο εύκολο του κόσμου, αλλά ήξερε ότι μπορούσε να καταφέρει τα πάντα αν το ήθελε πολύ, όπως συνήθιζε να του λέει η μητέρα του. 

Ώσπου μια μέρα, η μητέρα του βρήκε το βιβλίο στο δωμάτιο του Γιαννάκης και του το άρπαξε, μαλώνοντάς τον και φωνάζοντας ότι ο άνθρωπος που το είχε γράψει είναι κακός και επικίνδυνος. 

Βέβαια, ο Γιαννάκης είπε  στη μητέρα του ότι δεν ξέρει τι λέει και ότι ο άνθρωπος που είχε γράψει το βιβλίο δεν ήταν κακός ή επικίνδυνος. Λίγο τρελούτσικος ήταν μόνο, της είπε, γιατί ήθελε ντε και καλά να βρει τους  Κροκανθρώπους και δεν του έκαναν οι "Κρακάνθρωποι" ή οι "Κρικάνθρωποι", ας πούμε.

Έτσι, ο Γιαννάκης δεν ξαναδιάβασε ποτέ το βιβλίο του αδερφού του και σιγά, σιγά, μεγάλωσε. Και από Γιαννάκης έγινε Γιάννης. Και ο Γιάννης σπούδασε οικονομικά, πήρε πτυχίο, έκανε μάστερ, έπιασε μια δουλειά σε μια μεγάλη επιχείρηση, αγόρασε σπίτι και αυτοκίνητο, παντρεύτηκε, αγόρασε μεγαλύτερο σπίτι, και έκανε δυο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Και όπως συμβαίνει συνήθως όταν μεγαλώνεις, ξέχασε. Ξέχασε την υπόσχεσή του, ξέχασε το μεγάλο του σχέδιο να φύγει από το σπίτι του και να ψάξει τον αδερφό του και τους Κροκανθρώπους. Και άρχισε να λέει ότι ο αδερφός του "αυτοκτόνησε", ενώ την ύπαρξη των Κροκανθρώπων την αγνοούσε τελείως.

Βέβαια, αν τον παρατηρήσεις προσεκτικά, κάποιες φορές όταν δουλεύει ή βλέπει τηλεόραση, ή πάει τα παιδιά του σχολείο, ή όταν μαλώνει με τη γυναίκα του, για λίγο, για κάποια ελάχιστα δευτερόλεπτα, θα τον δεις να σταματάει και το βλέμμα του να χάνεται.

Και είναι σίγουρο, ότι εκείνη την ώρα, ο Γιάννης σκέφτεται τον αδερφό του, τον Νικόλα και τους Κροκανθρώπους και αναρωτιέται αν τελικά όλοι αυτοί κατάφεραν ποτέ να συναντηθούν.

Είναι σίγουρο, ότι εκείνα τα ελάχιστα, τα απειροελάχιστα δευτερόλεπτα, ο Γιάννης θυμάται την υπόσχεση που είχε δώσει, να πάει να τους βρει.




Thursday, 21 June 2012

Προσευχή

Ο Αχμέτ κοίταξε τον ουρανό. Ο ήλιος βρισκόταν λίγο πιο κάτω από την πιο ψηλή του θέση.
Ήταν, το δίχως άλλο, η ώρα της δεύτερης προσευχής της ημέρας.

Κοίταξε γύρω του για κάποιου είδους χαλάκι, ή έστω μια πετσέτα, ένα κομμάτι σεντονιού, φλοκάτης ή και καμιά κατσιασμένη κουβέρτα, οτιδήποτε πάνω στο οποίο θα μπορούσε να γονατίσει για να προσευχηθεί τέλος πάντων, μα μάταια.

Υπήρχαν πάρα πολλά και κάθε λογής σκουπίδια στον σκουπιδότοπο που διέμενε τους τελευταίους 3 μήνες, μα τίποτε εκεί κοντά δεν μπορούσε να το χρησιμέψει για αυτό που το ήθελε. Και ό,τι θα μπορούσε ενδεχομένως να του φανεί χρήσιμο, το χρησιμοποιούσε ως σκέπασμα κάποιος από τους 150 άστεγους και μετανάστες που κοιμόντουσαν εκείνη την ώρα στον χώρο. Δεν τους αδικούσε. Ο χειμώνας ήταν πολύ τσουχτερός. 


"Δε βαριέσαι", είπε από μέσα του ο Αχμέτ.

"Εδώ πιστεύουν σε άλλο θεό. Και είμαι τόσο μακριά από την πατρίδα, που ο Αλλάχ δεν θα μπορούσε να με ακούσει.

Μα και να  με άκουγε, απ΄ ότι φαίνεται λείπω τόσο καιρό, που με έχει ξεχάσει τελείως...", είπε.

Tuesday, 19 June 2012

Σούπερ - Ήρωες

Ο μικρός Κωστάκης ήταν - δεν ήταν τεσσάρων χρονών. Και ως μικρό παιδί, είχε πολλά, πάρα πολλά παιχνίδια. Αλλά το αγαπημένο του ήταν ένα συγκεκριμένο: μια κούκλα Superman. Από τότε που του την είχε κάνει δώρο ο πατέρας του (σε κάποια γενέθλια ή γιορτή του) ο Κωστάκης είχε παρατήσει όλα υπόλοιπα παιχνίδια του και περνούσε την ώρα του αποκλειστικά με αυτή.

Ω, πόσο του άρεσε εκείνη η κούκλα Superman! Του άρεσε να την αρπάζει, να τρέχει γύρω - γύρω σε όλο το σπίτι και να καμώνεται ότι πετάει. Φαντασιωνόταν ότι η κούκλα ήταν ο αληθινός Superman που πετούσε, ότι εκείνος ήταν ο Superman που πετούσε ολόγυρα. 

Άλλες φορές έπιανε την κούκλα και έστηνε τα χέρια της και τα πόδια της ώστε να βρίσκεται "σε θέση μάχης". Και σχεδίαζε μάχες ολόκληρες με εχθρούς φανταστικούς. Μάχες σπουδαίες, τεράστιες, με εχθρούς τρομερούς. Και παρά την τεράστια δυσκολία και τα εμπόδια που αντιμετώπιζε κάθε φορά, η κούκλα που ήταν ο Superman, πάντοτε κατάφερνε να νικάει. Πάντοτε εκείνος που κατάφερνε να κερδίζει ήταν ο ίδιος, που ήταν ο Superman.

Έτσι περνούσε ο μικρός Κωστάκης ώρες ολόκληρες από τη ζωή του. Και όταν πια κουραζόταν από το παιχνίδι, έπαιρνε αγκαλιά την κούκλα του και κοιμόταν.

Και στον ύπνο του συνέχιζε να ονειρεύεται ότι ήταν ο Superman, ο Superman που πετούσε παντού και νικούσε κάθε του εχθρό. O Superman, εκείνος ο φοβερός ήρωας.


Κάπως έτσι, να κοιμάται κουρασμένος με την κούκλα του αγκαλιά, έβλεπε κάθε μέρα τον Κωστάκη ο πατέρας του. Γιατί ο πατέρας του Κωστάκη γυρνούσε στο σπίτι πάντα αργά το βράδυ: έκανε δυό και τρεις δουλειές, για να μπορεί ο Κωστάκης να έχει την κούκλα Superman και τόσα άλλα παιχνίδια.

Tuesday, 12 June 2012

Ακριβά Τσιγάρα

Ήταν γύρω στα μεσάνυχτα. Εκείνη βγήκε ένα ξαφνικά, μέσα από ένα σκοτεινό στενάκι. Με πλησίασε με γρήγορα, κοφτά βήματα.

"Σ'αγαπώ" μου φώναξε από απόσταση. 

Την κοίταξα καλά καλά από πάνω ως κάτω. Δεν μου θύμιζε κάτι.

"Ξέρεις, το σ'αγαπώ είναι πολύ ύπουλο. Κρύβει από πίσω του μια ερώτηση: 'μ'αγαπάς;'" είπα, καθώς άναψα ένα τσιγάρο.

"Φτηνά τσιγάρα!" ξαναφώναξε εκείνη χαρούμενη, αναγνωρίζοντας την ταινία από την οποία προερχόταν η ατάκα, και άρχισε να τρέχει προς το στενάκι απ' όπου είχε εμφανιστεί.


Για κάποιο περίεργο λόγο ένιωσα την ανάγκη να την ακολουθήσω. Δεν είναι και λίγο το πρώτο πράγμα που να σου λέει μια κοπέλα να είναι "σ'αγαπώ" και να έχει δει και τα Φτηνά Τσιγάρα. Εκτός των άλλων, ήταν και γκομενάρα. Χωρίς να το σκεφτώ πολύ, έτρεξα ξοπίσω της.

Την πέτυχα δυο στενά πιο μετά, και μόλις την πλησίασα με τράβηξε προς το μέρος της και άρχισε να με φιλάει παθιασμένα. 


Πριν προλάβω να καταλάβω πως και τί βρεθήκαμε σπίτι μου, να κάνουμε άγριο σεξ.


Όταν ξύπνησα το πρωί, εκείνη έλειπε. "Τί είχαμε, τί χάσαμε" σκέφτηκα και ζαλισμένος ακόμη απ'τον ύπνο παραπάτησα μέχρι το μπάνιο μου, για να ρίξω λίγο νερό στη μούρη μου.

Μόλις αντίκρυσα τον καθρέφτη του μπάνιου πάγωσα: πάνω του, με κατακόκκινο κραγιόν ήταν γραμμένη, με κεφαλαία γράμματα, η εξής φράση:

"ΕΙΜΑΙ ΜΙΑ ΟΡΟΘΕΤΙΚΗ ΠΟΡΝΗ. ΚΑΛΩΣΗΡΘΕΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ AIDS."

Αναπόφευκτα το μυαλό μου πήγε αμέσως στην φράση του Μπρεχτ:

"Όταν πήραν τους κομμουνιστές δεν διαμαρτυρήθηκα. Άλλωστε δεν ήμουν κομμουνιστής.

 Όταν πήραν τους Εβραίους δεν διαμαρτυρήθηκα. Άλλωστε δεν ήμουν Εβραίος. 

Όταν πήραν τους συνδικαλιστές δεν διαμαρτυρήθηκα. Άλλωστε δεν ήμουν συνδικαλιστής. 

Όταν ήρθαν να με πάρουν, δεν είχε μείνει κανείς να διαμαρτυρηθεί για μένα."


Monday, 11 June 2012

Τα του Νίκου μη εν Δήμω


Το τηλέφωνο χτύπησε -με εκείνον τον εκνευριστικά default ήχο που έχουν τα τηλέφωνα των ξενοδοχείων- όπως συνήθιζε να κάνει τις πιο ακατάλληλες στιγμές. Μετά από τρία - τέσσερα "ντρρρρριιιιιιν", ο Nίκος το σήκωσε. 

"Ναι;", είπε λαχανιασμένος.
"Έλα ρε μαλάκα, τί στον πούτσο έκανες; Ήμουν έτοιμος να το κλείσω" είπε η φωνή στην άλλη γραμμή. Ήταν ο Δήμος.
Ο Νίκος γέλασε ελαφρά, μετά από αρκετή προσπάθεια.

"Έλα ρε, σορρυ... Να, εδώ, ετοιμαζόμασταν να πάμε για μπάνιο" απάντησε.

"Πω ρε μαλάκα...αυτά είναι...Εσείς για μπάνιο και εγώ να πήζω στην σκατόπολη, στο μαγαζί. Δεν έχεις ιδέα  πόσο ζηλεύω που εσείς είστε στο νησί".

"Έλα ρε, μην κάνεις έτσι. Κουράγιο. Στην τελική, σκέψου ότι σε λιγότερο από μια βδομάδα και συ μαζί μας θα 'σαι", είπε ο Νίκος.
Φαντάστηκε τον Δήμο να χαμογελάει πλατιά, όπως συνήθιζε.  Πάντα το ζήλευε 
αυτό το χαμόγελο. Ειδικά τώρα. 


"Αυτό είναι που με κρατάει ακόμη όρθιο. Έπειτα, είναι και το άλλο...
Ξέρεις...μου λείπει, Νίκο. Μου λείπει πολύ. Πάρα πολύ.
Αλήθεια, μήπως είναι κοντά σου το το μωράκι μου;"

Ο Νίκος κοίταξε τη γυμνή γυναίκα που ήταν ξαπλωμένη δίπλα του.
"Είναι",του είπε. "Θες να στη δώσω;"

Friday, 18 May 2012

Ο Ταχυδακτυλουργός

Δυνατό χειροκρότημα κατέκλυσε την αίθουσα καθώς η αυλαία άνοιξε.

Ο φανταχτερά ντυμένος ταχυδακτυλουργός πλησίασε προς την άκρη της σκηνής, και έκανε μια βαθιά υπόκλιση.

Ύστερα, σηκώθηκε όρθιος. Το βλέμμα του "έψαξε το κοινό" και παρατήρησε προσεκτικά, έναν  - έναν, τους θεατές του.
Τέντωσε το χέρι του και έδειξε κάποιον από αυτούς - μια κοπέλα. Πάντα ήταν μια κοπέλα.
 Της έκανε νόημα να ανέβει στη σκηνή. Η επιλογή του έμοιαζε τυχαία, μα δεν ήταν. Ποτέ δεν ήταν.

Μόλις εκείνη έφτασε στη σκηνή στο πλάι του, της υπέδειξε προσεκτικά, εξηγώντας σε αυτή και στο κοινό παράλληλα τί έπρεπε να κάνει.

Εκείνος θα έμπαινε λέει σε ένα κουτί με δεμένα χέρια, και το κουτί θα ασφαλιζόταν με αποτέλεσμα εκείνος να μην μπορεί καν να κινηθεί. 

Ύστερα εκείνη, λέει, θα έπαιρνε ένα πριόνι που βρισκόταν δίπλα από το κουτί και θα έκοβε το κουτί πέρα ως πέρα στο σημείο της καρδιάς.

Ο ταχυδακτυλουργός ισχυρίστηκε στο κοινό ότι θα έβγαινε από αυτή τη δοκιμασία ζωντανός.

Χωρίς να χάνει χρόνο, έβαλε τις χειροπέδες και μπήκε στο κουτί. Μετά από υποδείξεις του η κοπέλα το έκλεισε και πήρε το πριόνι που βρισκόταν δίπλα. Με ένα νεύμα, της είπε να αρχίσει να κόβει το κουτί στο σημείο που ήταν σημειωμένο. Στο σημείο της καρδιάς.

Αυτή δίστασε για λίγο, μα γρήγορα υπάκουσε. Μουσική κατάλληλη για την περίσταση άρχισε να παίζει, ενώ εκείνη έκοβε πιο επίμονα, πιο αποφασισμένα.
Το κοινό είχε παγώσει, ενώ επιφωνήματα αγωνίας ακουγόντουσαν που και πού.

Λίγα λεπτά μετά, η κοπέλα είχε κόψει το κουτί και έκανε ένα βήμα πίσω να κοιτάξει το έργο της. Ο ταχυδακτυλουργός ήταν ακίνητος, εγκλωβισμένος μέσα στο κουτί, σχεδόν νεκρός. Σιωπή είχε κατακλύσει την αίθουσα.
 Εκείνη τα 'χασε. Το πριόνι της έπεσε από τα χέρια και έκανε τρομαγμένη δύο - τρία άτσαλα βήματα προς τα πίσω.

Ξαφνικά ο ταχυδακτυλουργός κινήθηκε. Άνοιξε τα μάτια του και ένα πλατύ χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του. Εκείνη έτρεξε αμέσως κοντά του, και άνοιξε το κουτί. 


Ο ταχυδακτυλουργός βγήκε από εκεί. Το πλουμιστό κουστούμι του δεν είχε την παραμικρή γρατζουνιά.  Πλησίασε την άκρη της σκηνής χαμογελώντας και έκανε μια βαθιά υπόκλιση.

Ακόμη πιο δυνατό χειροκρότημα κατέκλυσε την αίθουσα και η αυλαία έκλεισε, σηματοδοτώντας το τέλος της παράστασης.




Λίγα λεπτά αργότερα, ο ταχυδακτυλουργός βρισκόταν μόνος του, καθισμένος στο κρεβάτι του καμαρινιού του. Με αργές κινήσεις  έβγαλε το σακάκι και το γιλέκο του, αποκαλύπτοντας το λευκό του πουκάμισο που πλέον  ήταν γεμάτο αίματα. Άρχισε να το ξεκουμπώνει αργά και μετά και το τελευταίο κουμπί το έβγαλε και το πέταξε στο πάτωμα.

Το δάκτυλό του ψηλάφισε το σημείο του στέρνου του στο οποίο βρισκόταν η καρδιά και τα ράματα τα οποία οριοθετούσαν την περιοχή γύρω της. Αφού πήρε ένα ψαλίδι που βρισκόταν κοντά του, άρχισε να τα κόβει ένα ένα. Μορφασμοί και πνιχτές κραυγές φανέρωναν τον πόνο που λίγο πριν είχε κρύψει. 

Κραυγές που έγιναν ακόμη δυνατότερες, όταν, αφού "άνοιξε" το αντίστοιχο σημείο έβγαλε έξω την καρδιά του. 

Ο ταχυδακτυλουργός κράτησε  και περιεργάστηκε την καρδιά του για λίγη ώρα. Κοίταξε τα δεκάδες ράματα, ένιωσε τις εκατοντάδες γρατζουνιές που την είχαν σημαδέψει σε όλες εκείνες τις παραστάσεις.

Δεν άργησε να βρει την πληγή της αποψινής παράστασης - ήταν τόσο φρέσκια που ακόμη ξερνούσε αίμα. Πήρε  βελόνα και κλωστή από το κομοδίνο και με αργές κινήσεις, δαγκώνοντας τα χείλη του για να μην ουρλιάξει από τον πόνο έραψε προσεκτικά το πληγωμένο σημείο.

Ύστερα τοποθέτησε την καρδιά στη θέση της και έραψε πάλι, ένας προς ένα, τα ράματα του σημείου που είχε "ανοίξει". Έβαλε και πάλι τα ρούχα του, επιλέγοντας αυτή τη φορά ένα καθαρό πουκάμισο. Με αργές κινήσεις σηκώθηκε από το  κρεβάτι του. Πλησίασε το καθρέφτη του καμαρινιού του και κοντοστάθηκε.

Ο ταχυδακτυλουργός κοίταξε το είδωλό του στο καθρέφτη για λίγη ώρα. Ύστερα, χαμογέλασε πλατιά και έκανε μια βαθιά υπόκλιση, ακριβώς όπως μετά από κάθε μεγάλο του κόλπο.

Η διαφορά ήταν ανύπαρκτη.

Ακριβώς όπως μετά από κάθε μεγάλο του κόλπο.

Saturday, 14 April 2012

Ο καλός Χριστούλης


Δυο χιλιάδες  χρόνια πριν, σε μια όχι και τόσο μακρινή χώρα της Ανατολής, γεννήθηκε ο καλός Χριστούλης. Η κατάσταση που επικρατούσε σε αυτή την χώρα δεν διέφερε και πάρα πολύ από την κατάσταση στις περισσότερες χώρες του κόσμου σήμερα: Υπήρχε πείνα, φτώχεια και εκμετάλλευση των φτωχών από τους πλούσιους.

Οι φτωχοί γονείς του καλού Χριστούλη (σ.σ. τουλάχιστον η μητέρα του, γιατί  μέχρι και σήμερα υπάρχουν αμφιβολίες για την ταυτότητα του πραγματικού του πατέρα) έφτασαν σε μια πόλη εκείνης της όχι και τόσο μακρινής χώρας νύχτα,  μετά από μεγάλο ταξίδι. Ο φερόμενος ως πατέρας του Χριστούλη ήταν μαραγκός, δουλειές τότε δεν είχε (ποιος είχε χρήματα να χτίσει  με ξύλο άλλωστε;), οπότε ούτε λόγος για ξενοδοχεία και τέτοια.

Έμειναν λοιπόν σε έναν σταύλο, ενός μικρομεσαίου πανδοχέα, ο οποίος σε μια προσπάθεια να αποτινάξει μερικές από τις τύψεις του για την βολεμένη ζωή που ζούσε, είπε να δώσει για μια φορά στη ζωή του άσυλο σε άπορους. Δεν είχε ιδέα ότι από εκείνη την μέρα και έπειτα αυτή του η πράξη θα γινόταν κάτι σαν έθιμο της αντίστοιχης περιόδου για την υπόλοιπη ιστορία της ανθρωπότητας.

Εκεί η μητέρα του καλού Χριστούλη, η Μαρία, σκεπάστηκε με άχυρα για να μην κρυώνει και ο φερόμενος ως πατέρας του Χριστούλη, Ιωσήφ, την χάιδευε μέχρι να γεννήσει.

Ήταν στ’αλήθεια ένας πολύ καλός άνθρωπος ο μαραγκός Ιωσήφ. Παρόλο που ήξερε ότι το παιδί δεν ήταν δικό του, παρόλο που ήξερε ότι η Μαρία τον είχε απατήσει και ύστερα είχε κουκουλώσει την εγκυμοσύνη της με μια ηλίθια δικαιολογία του τύπου «το έμβρυο βρέθηκε μαγικά μες στην κοιλιά μου, αλήθεια σου λέω!» , ο Ιωσήφ περίμενε αυτό το παιδί με την ίδια ανυπομονησία όπως ακριβώς θα το περίμενε αν ήταν δικό του.

Λίγες ώρες και πολλούς πόνους μετά,  ο καλός Χριστούλης γεννήθηκε, μέσα σε μια ατμόσφαιρα που ξεχείλιζε θαλπωρή από τον συνδυασμό της ανιδιοτελής αγάπης των γονιών του και των καυτών χνώτων των αγελάδων και των λοιπών ζώων.

Σε ένα τέτοιο, ταπεινό μέρος γεννήθηκε ο καλός μας Χριστούλης: ένα μέρος που ήταν προάγγελος της ταπεινότητας του ίδιου.

Αμέσως μετά την γέννησή του τον επισκέφτηκαν, λέει, πάρα πολλοί: βοσκοί που χάριζαν την μητέρα του Μαρία ταθρεφτάρια τους αλλά  και άλλοι, επισκέπτες από μέρη μακρινά.

Ανάμεσα σε αυτούς ξεχώρισαν τρεις πάρα πολύ πλούσιοι άνθρωποι οι οποίοι του έκαναν τρία πολύ ξεχωριστά δώρα: λίγο μύρο, λίγο χρυσό και λίγο λιβάνι, δώρα καθαρά συμβολικά, τα οποία δεν αποτελούσαν παρά ένα πενιχρό μερίδιο του αμύθητου πλούτου τους.  Η πράξη τους αυτή διατηρήθηκε μέχρι και στις μέρες μας και είναι γνωστή ως «φιλανθρωπία».

Έτσι περνούσε ο καιρός, και ο καλός Χριστούλης μεγάλωνε. Λεφτά πολλά η οικογένειά του δεν είχε να τον στείλει στο σχολείο, έτσι από μικρός αναγκάστηκε  να δουλεύει στο ξυλουργείο του πατέρα του. Στο ξυλουργείο του πατέρα του γνώρισε αγάπη και στοργή σχεδόν απ’ όλο τον κόσμο. Έναν κόσμο φτωχό μα καλόκαρδο. Στο ξυλουργείο έμαθε ο καλός Χριστούλης την τέχνη του μαραγκού: είδε από κοντά πόση δουλειά έκανε ο πατέρας του για τους πιο πλούσιους της πόλης, και πόσα λίγα λεφτά έπαιρνε ως ανταμοιβή για τα σπίτια και τα έπιπλα που τους έχτιζε.

Δούλευε πολλές ώρες ο καλός Χριστούλης: Όλο το πρωί και λίγο από το μεσημέρι. Ύστερα γύριζε πίσω αποκαμωμένος και πολλές φορές, καθώς έφτανε στο κατώφλι του σπιτιού του, συναντούσε διάφορους άντρες. Συναντούσε διάφορους άντρες κατά καιρούς στο κατώφλι του σπιτιού του ο καλός Χριστούλης: ήταν άντρες, που αναγνωρίζοντας την κακή οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόταν η οικογένεια του καλού Χριστούλη, επισκεπτόντουσαν την μητέρα του, καθόντουσαν για λίγο μαζί της και της ύστερα της άφηναν χρήματα. Μερικοί από αυτούς, πιο καλοί, ερχόντουσαν πιο συχνά και άφηναν και περισσότερα χρήματα.

«Πάλι καλά που υπάρχουν και αυτοί», σκεφτόταν ο καλός Χριστούλης, που έδειχνε ιδιαίτερη συμπάθεια για αυτούς που ερχόντουσαν πιο συχνά. Αν δεν υπήρχαν και αυτοί, τα πράγματα θα ήταν ακόμη πιο δύσκολα για μας, έλεγε συχνά από μέσα του.

Έτσι ο καλός Χριστούλης μεγάλωνε: μεγάλωνε και έβλεπε την οικογένειά του να δουλεύει  όλο και πιο σκληρά, όλο και πιο σκληρά, μα ποτέ να μην έχει αρκετά χρήματα.
Ο καλός Χριστούλης αναγνώριζε ότι αυτό ήταν πολύ άδικο και για αυτούς αλλά και για όλες τις οικογένεις των φίλων του πατέρα του που βρισκόντουσαν στην ίδια κατάσταση. Ο καλός Χριστούλης ένιωθε βαθιά μέσα του, πως ήταν χρέος του να σταματήσει αυτή την αδικία.

Έτσι, μια μέρα, ανακοίνωσε το σχέδιό του στους γονείς του: «Μητέρα και Ιωσήφ (από την μέρα που έμαθε ότι δεν ήταν ο πραγματικός του πατέρας δεν τον ξαναφώναξε ποτέ μπαμπά, κάτι που κάθε φορά πλήγωνε λίγο τον φτωχό μαραγκό) ,  τόσα χρόνια μου σταθήκατε και σας ευχαριστώ για αυτό. Όμως το μέλλον μου δεν είναι σε αυτή την πόλη. Θέλω να αλλάξω τον κόσμο». Οι γονείς του τον αγκάλιασαν, τον φίλησαν και του ευχήθηκαν «καλή τύχη». Στην μητέρα του καλού Χριστούλη  δεν έκαναν καθόλου εντύπωση τα φιλόδοξα σχέδια του γιου της: πάντοτε έλεγε ότι αυτό το παιδί δεν είναι σαν τα άλλα, ότι είναι για μεγάλα πράγματα. Ούτως ή άλλως, βαθιά μέσα της πίστευε ότι δεν πρόκειται παρά για μια νεανική τρέλα,  και ότι σύντομα θα ξαναγύριζε σε αυτήν.

Έτσι, λοιπόν, ο καλός Χριστούλης ξεκίνησε το μεγαλεπήβολο ταξίδι του για να σώσει τον κόσμο από την αδικία, την φτώχεια και την εκμετάλλευση.


Και πράγματι, το ταξίδι του καλού Χριστούλη ήταν όντως μεγαλεπήβολο:
πήγαινε από πόλη σε πόλη και μιλούσε στον κόσμο. Μιλούσε στους φτωχούς, στους εργαζόμενους και τους έλεγε ότι όλοι είναι ίσοι μεταξύ τους, και ότι όλοι πρέπει να είναι αγαπημένοι.  Ότι δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν μεταξύ τους.


Ακόμη, διοργάνωνε συσσίτια για τους φτωχούς (κάτι που έμεινε στην ιστορία ως θαύμα  του διπλασσιασμού των ψωμιών και των ψαριών) εμπόδιζε όπως μπορούσε την επιβολή σκληρών φορολογικών μέτρων (κάτι που έγινε αργότερα γνωστό ως «η παραβολή του τελώνη» , και επιτιθόταν στην ασύστολη εμπορευματοποίηση των πάντων μεταφορικά και κυριολεκτικά. Και η αλήθεια είναι, ότι ήταν αρκετά χαρισματικός  και έπειθε.

Μιλούσε για μια εναλλακτική ζωή όπου όλοι θα ήταν αγαπημένοι και φιλιωμένοι. Δεν θα υπήρχαν πόλεμοι και η ζωή όλων θα ήταν ευτυχισμένη.

Πολύ σύντομα οι διδαχές του καλού Χριστούλη έγιναν γνωστές σε όλη την επικράτεια και πολλοί εντυπωσιάστηκαν από τα τόσο ασυνήθιστα  λόγια του. Παρόλα αυτά και αν και όλος ο κόσμος ήταν ήταν δυσαρεστημένος από τη ζωή του, από την αδικία και την ανισότητα, οι περισσότεροι των αντιμετώπιζαν ως ονειροπόλο στην καλύτερη, και ως παράφρονα στη χειρότερη.  Λίγοι, πολύ λίγοι ήταν αυτοί που τον πίστεψαν τόσο όσο να ακολουθήσουν τον ευγενή σκοπό του: μια παράδοση που ισχύει ακέραια μέχρι και στις μέρες μας.

Έτσι περνούσε ο καιρός, και  ο καλός Χριστούλης μαζί με τους 12 πιστούς ακόλουθούς του, μια αποφασισμένη μειοψηφία, κύρητταν παντού την δική τους, διαφορετική κοινωνία: μιλούσαν ξανά και ξανά για ισότητα, για ειρήνη και αμφισβητούσαν ευθέως την τότε άρχουσα τάξη.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και τα αντιδραστικά  λόγια του καλού Χριστούλη έφτασαν στα αυτιά της εν λόγω άρχουσας τάξης, τότε γνωστών ως Φαρισαίων, αργότερα ως φεουδαρχών και σήμερα ως επιχειρηματιών. Αυτά τα λόγια, που τόσο φανερά αμφισβητούσαν την εξουσία τους, ενόχλησαν τους Φαρισαίους, και αποφάσισαν ότι έπρεπε να θέσουν ένα τέρμα σε αυτό το «επαναστατικό παραλλήρημα» του καλού Χριστούλη και των μαθητών του.

Χωρίς να χάσουν πολύ χρόνο, οι Φαρισαίοι άρχισαν να στέλνουν έμπιστους υπαλλήλους τους στα μέρη όπου ο Χριστός έδινε τις ομιλίες τους. Οι υπάλληλοι αυτοί διείσδυαν κάθε φορά στο πλήθος και παρίσταναν ακροατές που ακούνε με ενδιαφέρον. Μετά το τέλος κάθε ομιλίας, προσπαθούσαν ν αα κάνουν ερωτήσεις όπως  «Μα πώς γίνεται να είναι όλοι ίσοι; Αφού ο κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός!» ή διαπιστώσεις του τύπου «Ένας καλός βασιλιάς μπορεί να διασφαλίσει ένα καλό μέλλον για όλους μας» σπέρνοντας τον σπόρο της αμφισβήτησης μέσα στο κοινό. Η πράξη αυτή έγινε αργότερα γνωστή ως «προβοκάτσια», και τα άτομα αυτά απέκτησαν την ονομασία «ασφαλίτες» ή «δημοσιογράφοι».

Αν και ο καλός Χριστούλης πάντοτε έδινε αφοπλιστικές απαντήσεις («ο άνθρωπος από τη φύση του είναι πλασμένος για να ζει ειρηνικά με τους άλλους», «οι άνθρωποι δεν γεννιούνται βίαιοι»), οι υπάλληλοι των Φαρισαίων κατάφερναν να πείθουν ολοένα και περισσότερο κόσμο, μιας και, για να λέμε και του στραβού το δίκιο, το λεξιλόγιο του Χριστούλη ,αν και ανατρεπτικό, ήταν ολίγον τι πολύπλοκο για τον κόσμο που στην πλειοψηφία του ήταν αναλφάβητος.


Το γεγονός ότι το κοινό των ομιλιών του καλού Χριστούλη όλο και μειωνόταν και το ότι το πλήθος αυτών που τον παρακολουθούσαν και τον αμφισβητούσαν ολοένα και αυξανόταν άρχισε να προβληματίζει έντονα και αυτόν και τους μαθητές του.

«Χωρίς τον κόσμο μαζί μας δεν θα καταφέρουμε να φτιάξουμε την κοινωνία που θέλουμε!» έλεγε συνεχώς ο καλός Χριστούλης.

Έτσι καθόντουσαν και έσπαγαν το κεφάλι τους ώρες για αυτό το ζήτημα, σκεπτόμενοι πώς θα μπορούσαν να πείσουν πάλι τον κόσμο, πώς θα μπορούσαν να αφαιρέσουν κάθε αμφιβολία για την αλήθεια αυτών που έλεγαν. Ώσπου, ένα απόγευμα…

«Το βρήκα!» φώναξε ο καλός Χριστούλης  ξαφνιάζοντας τους υπολοίπους.

«Θα διαδίδουμε τα ιδανικά μας όπως και πριν, όμως για να πείθουμε τον κόσμο, για να μην τα αμφιβάλλει ότι αυτά που λέμε είναι αλήθεια, θα λέμε ότι τα λόγια μας είναι τα λόγια ενός "θεού!"» είπε σε όλους ενθουσιασμένος.

Και κάπως έτσι γεννήθηκε η ιδέα του  «Θεού» . Μια ιδέα που απάλλαξε τον Χριστό από την ανάγκη να επιχειρηματολογεί υπέρ των πιστεύω του, μια ιδέα που έδιωξε τις αμφιβολίες από τα μυαλά και των πιο δύσπιστων.
Μάλιστα ο καλός Χριστούλης, έφτασε στο σημείο να διαδίδει ότι είναι ο ίδιος ο υιός του «θεού» και ότι τα λόγια αυτά δεν είναι δικά του, αλλά είναι του «θεού» και ότι αυτά απλώς τα μεταφέρει.

Το γεγονός ότι  την ισότητα, την ελευθερία, το τέλος της εκμετάλλευσης των πολλών από τους λίγους την υποστήριζε ένας «θεός» ήταν αρκετό για να πείσει τους πάντες. Ήταν αρκετό για να εξουδετερώσει την οποιαδήποτε «προβοκάτσια» των υπαλλήλων των Φαρισαίων. Αφού αυτά τα έλεγε ένας «θεός» και μάλιστα ένας «θεός», «τέλειος» και «παντοδύναμος»  ποιοι ήταν εκείνοι που θα τον αμφισβητούσαν;

Το σχέδιο του καλού Χριστούλη στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία, ο κόσμος που τον εμπιστευόταν αυξανόταν ραγδαία και εκείνος απέδιδε κάθε πράξη, κάθε φράση του στον «θεό». Πολύ σύντομα, ο «θεός», έγινε « Ο Θεός» και τα λόγια του έγιναν αδιάσειστα.

Το γεγονός ότι ο καλός Χριστούλης κέρδιζε με το μέρος του περισσότερους από ποτέ και ότι το αρχικό τους σχέδιο είχε αποτύχει, θορύβησε και πάλι τους Φαρισαίους, τους οποίους οι πιστοί σπιούνιοι  ενημέρωναν συνεχώς αναλυτικά.

Οι Φαρισαίοι αποφάσισαν ότι έπρεπε να περάσουν σε πιο δραστικά μέτρα. Γνώριζαν όμως, ότι μια εξώφθαλμη επίθεση ενάντια στον καλό Χριστούλη θα ξεσήκωνε βίαιες αντιδράσεις και ίσως και να είχε και αποτέλεσμα τον εκθρονισμό τους και την «επανάσταση» που προσπαθούσαν τόσο να αποφύγουν.

Έπρεπε να δράσουν πιο ύπουλα, πιο υποχθόνια και γρήγορα κατάλαβαν  πως:  επικοινώνησαν με ένα δικό τους άνθρωπο, μικρομεσαίο, που είχε καταφέρει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του καλού Χριστούλη και να διεισδύσει στον «κύκλο του» πιο βαθιά από καθένα,  λέγοντας δήθεν ότι ασπαζόταν τις «ανατρεπτικές ιδέες» του (σ.σ: γνωστός σήμερα ως «Ιούδας», «Ισκαριώτης» ή απλώς ως «προδότης»).  Του έκαναν ξεκάθαρο ότι ο καλός Χριστούλης έπρεπε να φύγει από την μέση με συνοπτικές διαδικασίες και του είπαν ότι σύντομα θα έστελναν ένοπλες δυνάμεις να τον συλλάβουν βάσει ψευδών κατηγοριών. Το μόνο που ζητούσαν από εκείνον ήταν να τους υποδείξει ποιός ακριβώς είναι, και τα υπόλοιπα θα τα αναλάμβαναν οι ίδιοι. Όλα αυτά φυσικά με το αζημίωτο (σ.σ: το ποσό που έλαβε είναι αδιευκρίνιστο, αλλά αναφέρεται στην ιστορία με τη συμβολική ονομασία «30 αργύρια»).

Βέβαια ο καλός Χριστούλης δεν ήταν ηλίθιος. Ήξερε από πριν ότι δεν μπορούσε να εμπιστεύεται μικρομεσαίους και ότι κάποια στιγμή θα τον πρόδιδαν (σ.σ.: γεγονός που αποκαλύπτεται με την γνωστή φράση "κάποιος από σας θα με προδώσει") όμως πίστευε ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει ειρηνικά. Μοιραίο σφάλμα, που έκαναν και αρκετοί μεταγενέστεροί του.

Έτσι λοιπόν, το σχέδιο των Φαρισαίων εξελίχθηκε χωρίς εμπόδια.
 Ένα βράδυ, καθώς ο καλός Χριστούλης και οι μαθητές του μετά από κουραστική μέρα «χαλάρωναν» σε ένα δάσος  (σ.σ. χαρακτηριστικά  αναφέρεται ότι ο εκείνη το βράδυ ο καλός Χριστούλης «είδε τον Θεό»), εμφανίστηκαν γύρω στους 20 πάνοπολους στρατιώτες.

Αμέσως, ο Ιούδας, θυμήθηκε τι έπρεπε να κάνει, και το πρώτο που ήρθε στο μυαλό στην κατάσταση που βρισκόταν ήταν να τον φιλήσει.  Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του, στη σκέψη του ότι λόγω αυτής της πράξης θα χεζόταν στο τάληρο.

Ένα ακόμη σχέδιο (των Φαρισαίων αυτή τη φορά) στέφθηκε με τόση επιτυχία, που παρόμοιες πρακτικές σύλληψης (μετά από ρουφιανιά) εξασκούνται μέχρι και στις μέρες μας.

Έτσι λοιπόν, ο καλός Χριστούλης  συνελλήφθη, βασανίστηκε και στο τέλος καταδικάστηκε σε θάνατο σε μια σικέ δίκη, επιβαρυμένος ένα σορό ψευδές κατηγορίες (σ.σ.: π.χ. ,μεταξύ άλλων, ότι ήθελε να γίνει «βασιλιάς της Ιουδαίας»).

Οι μαθητές του επίσης εκδιώχθηκαν βίαια, καθώς οι Φαρισαίοι ήθελαν να εξαλείψουν οποιοδήποτε «αντιδραστικό στοιχείο».

Οι εναπομείναντες μαθητές του προσπάθησαν να ξαναξεσηκώσουν  τον κόσμο ταξιδεύοντας από χώρα σε χώρα.

Σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να συνεχίσουν το έργο του, άρχισαν να διαδίδουν ότι ο καλός Χριστούλης "αναστήθηκε". Ο κόσμος πείστηκε για την είδησή αυτή  (σ.σ.: και παραμένει πεισμένος μέχρι και σήμερα), κάτι που δεν ήταν και ιδιαίτερα δύσκολο, μιας και ο καλός Χριστούλης ήταν ο "Υιός του Θεού".

Όμως  όπως όλοι ξέρουμε, μετά από μια αντεπανάσταση η απογοήτευση είναι τόσο μεγάλη και οι συνθήκες τόσο αντίξοες που εν τέλει, όλες οι προσπάθειες των μαθητών του καλού Χριστούλη έπεσαν στο κενό.

Βέβαια, παρά τον θάνατό του, ο καλός Χριστούλης είχε καταφέρει να σπείρει στον κόσμο τον καρπό της «ισότητας» και της «δημοκρατίας».

Oι ιδέες του καλού Χριστούλη παραμένουν μέχρι και σήμερα, άλλοτε αυτούσιες, άλλοτε διαστρεβλωμένες από την ιδέα του «θεού» που ο ίδιος είχε εισάγει.

Χίλια οκτακόσια εβδομήντα ένα χρόνια μετά τη γέννησή του και πολλά μίλια δυτικά της Ιουδαίας,άλλωστε, ήταν  και η πρώτη φορά που έγιναν και πράξη.


Tuesday, 10 April 2012

Μπιλ και Γουίλ

Από τη στιγμή που γεννήθηκε, ο γιος του ήταν η μόνη έγνοια του αγρότη Μπιλ Γουέμπον.

Πάντοτε έκανε τα πάντα για να μην του λείπει τίποτα. Φρόντισε δε από μικρό να τον μυήσει στις "χαρές" της αγροτικής ζωής. Έτσι από τα οκτώ του σχεδόν, ο μικρός Γουίλ έμαθε να ταίζει τις κότες, να οργώνει το χωράφι και να πηγαίνει τα γελάδια να βοσκήσουν. 

Κάθε μέσημέρι, όταν ο Μπιλ Γουέμπον συναντούσε τον γιο του στα κτήματα τον ρωτούσε "Πώς είσαι Γουίλ;" και εκείνος του απαντούσε "Καλά πατέρα! Τάισα τις κότες, όργωσα το χωράφι, και πήγα τα γελάδια να βοσκήσουν!" τελειώνοντας πάντα την πρότασή του με ένα τεράστιο χαμόγελο.

Έτσι περνούσε ο καιρός στο κτήμα του Μπιλ Γουέμπον, και ο γιος του ο Γουίλ, μεγάλωνε και γινόταν ένα γεροδεμένο παλικάρι.
Κάθε μέρα που περνούσε, ο Μπιλ πάντα φρόντιζε να ρωτάει το γιο του "Πώς είσαι Γουίλ;" και 'κείνος απαντούσε "Καλά, πατέρα! Τάισα τις κότες, όργωσα το χωράφι, και πήγα τα γελάδια να βοσκήσουν!" τελειώνοντας πάντα, μα πάντα, την πρότασή του με ένα τεράστιο χαμόγελο.

Και έτσι περνούσε ο καιρός...


Ώσπου ένα μεσημέρι, ο Μπιλ Γουέμπον είδε τον γιο του να είναι κάπως πιο σκυθρωπός απ' ότι συνήθως. Και έτσι τον ρώτησε: "Πώς είσαι Γουίλ;"
Και εκείνος του απάντησε: "Δεν είμαι καλά πατέρα."
"Γιατί παιδί μου;" ρώτησε, φανερά ανήσυχος ο Μπιλ. 

"Να, αυτό που  κάνω εδώ και 20 χρόνια είναι να ταΐζω τις κότες, να οργώνω το χωράφι, και να πηγαίνω τα γελάδια να βοσκήσουν..." είπε, εκείνη τη φορά χωρίς να χαμογελάσει.

Friday, 6 April 2012

Για Εμάς

"Τί σκέφτεσαι;"
"Τίποτα".

Ο Κ. απογοητεύτηκε από την απάντηση που μόλις είχε πάρει. Περπάτησε λίγο πιό κάτω.

"Εσύ τί σκέφτεσαι;", ρώτησε κάποιον άλλο.
"Τίποτα".

Ακόμη μεγαλύτερη απογοήτευση. Μα είχε πεισμώσει. Δεν θα τα παρατούσε έτσι εύκολα.  Συνάντησε ακόμη έναν περαστικό και επανέλαβε την ερώτησή του. Η απάντηση που πήρε ήταν η αναμενόμενη: "τίποτα".

Λίγη ώρα μετά, ο Κ. ένιωθε εξαντλημένος,  απογοητευμένος, έτοιμος να τα παρατήσει. Είχε ρωτήσει τόσο κόσμο και κανείς δεν σκεφτόταν τίποτα! "Τίποτα!" αναφωνούσε μόνος του. Αυτή η λέξη τον εξόργιζε, τώρα περισσότερο από ποτέ. "Τίποτα! Πώς γίνεται να μην σκέφτεται κανείς τίποτα;"

Ήταν έτοιμος να πάρει το δρόμο του γυρισμού, όταν τυχαία είδε μια κοπέλα να κάθεται μόνη σ'ένα παγκάκι στην πλατεία. Κάτι πάνω της του τράβηξε την προσοχή, κάτι που ποτέ του δεν κατάλαβε τι  ακριβώς ήταν, να 'ταν τα μαλλιά της, να 'ταν ο τρόπος που καθόταν, να 'ταν το  ανήσυχο βλέμμα της... Αφού την χάζεψε για λίγη ώρα, αποφάσισε να κάνει μια τελευταία προσπάθεια πριν πάει σπίτι.

"Συγγνώμη, να σε ρωτήσω κάτι;", της είπε πλησιάζοντας προς το μέρος της.
Εκείνη σήκωσε το βλέμμα της, και τον κοίταξε από πάνω ως κάτω.
"Μάλιστα".
"Μήπως μπορείς να μου πεις τί σκέφτεσαι;".
"Εμάς" του απάντησε εκείνη αμέσως. Η απάντηση τον αιφνιδίασε. "Εμάς;" επανέλαβε στο μυαλό του.

"Μα πώς γίνεται αυτό;", τη ρώτησε μετά από λίγα δευτερόλεπτα σιωπής. Και συνέχισε:
"Πώς γίνεται να σκέφτεσαι εμάς; Θέλω να πω υπάρχει το  'εμείς' για να το σκέφτεσαι;"

"Όχι, έχεις δίκιο, δεν υπάρχει. Μα αν δεν το σκεφτεί κάποιος, πώς γίνεται να υπάρξει, πώς μπορούμε να υπάρξουμε 'εμείς';" του απάντησε εκείνη, αποστομώνοντάς τον.


Ο Κ. έμεινε να την κοιτάει αμίλητος. Εκείνη, μετά από λίγο, άρχισε να περπατάει αργά, σαν να ήθελε να την ακολουθήσει.

Εκείνος, υπάκουσε αμέσως, και την ακολούθησε σα μεθυσμένος. Στη διαδρομή, του γεννήθηκαν πολλά ερωτήματα: Γιατί ακολουθούσε μία άγνωστη; Πού πηγαίναν;  Γιατί πήγαιναν εκεί;
Ήθελε απαντήσεις για όλα αυτά, αλλά δε ρώτησε τίποτα, παρά μόνο ακολουθούσε το περπάτημα της παράξενης ξένης. Στο κάτω κάτω, ήταν και η μόνη που του είχε απαντήσει.

Μετά από λίγη ώρα, που στον Κ. φάνηκαν μέρες, μήνες, ίσως και χρόνια, έφτασαν σε ένα δάσος. Περπατώντας μέσα στο δάσος, βρήκαν ένα ξέφωτο που κοντά του βρισκόταν ένα τεράστιο βουνό. Σε εκείνο ακριβώς το σημείο, η γυναίκα σταμάτησε και πρότεινε το χέρι της, δείχνοντας στον Κ. αυτό που από απόσταση έμοιαζε με είσοδο σπηλιάς.

Ο Κ. προπορεύτηκε πλησιάζοντας τη σπηλιά. Η γυναίκα τον ακολούθησε.

Αυτό που είδε ο Κ. τον έκανε να μείνει με το στόμα ανοιχτό: Το άνοιγμα του βουνού κατέληγε σε μια αχανή σπηλιά. Στα τοιχώματά της σπηλιάς υπήρχαν παντού μικρές τρύπες που υποδήλωναν την ύπαρξη κατοικιών. Στο πιο χαμηλό της σημείο, σ' ένα πλάτωμα, έκαιγε μια τεράστια φωτιά, και γύρω της υπήρχαν άνθρωποι, χιλιάδες άνθρωποι. Άνθρωποι χαρούμενοι,άνθρωποι που συζητούσαν,  γελούσαν,  φώναζαν, ερωτευόντουσαν. Άνθρωποι που ζούσαν.

Ο Κ. έστρεψε το πρόσωπό του προς τη γυναίκα, μ'ένα βλέμμα που δήλωνε απορία μπερδεμένη με θαυμασμό.

"Καλωσήρθες στην Ουτοπία" του είπε εκείνη με μια ελαφριά υπόκλιση μόλις την κοίταξε.
"Το όνομά μου είναι Επανάσταση".

Ύστερα του χαμογέλασε, και από αυτό το χαμόγελο, σ' εκείνο το φως από τη φωτιά της σπηλιάς, σ'εκείνο το ζεστό φως από τη φωτιά των ανθρώπων, ο Κ. κατάλαβε πόσο όμορφη είναι.

"Εδώ είμαστε όλοι εμείς που σκεφτόμαστε  'εμάς'. Είμαστε όλοι εμείς, και είμαστε πολλοί όπως βλέπεις. Αλλά δεν φτάνουμε μόνοι μας. Δεν είμαστε αρκετοί. Θέλει κι άλλους, πολλούς άλλους να σκέφτονται 'για εμάς', για να υπάρξουμε 'εμείς'. Για να μπορέσουμε να γίνουμε στ' αλήθεια 'εμείς' και μετά όλοι 'εμείς' να γίνουμε 'ένα'."

Ο Κ. την κοίταζε σιωπηλός, απορροφώντας την κάθε της λέξη.

"Λοιπόν τί λες; Θα γίνεις και συ ένας από 'εμάς'; Θες να σκέφτεσαι για 'εμάς'; Θες να βοηθήσεις να υπάρξει το 'εμείς';"

Ο Κ. δεν απάντησε, παρά μόνο την άρπαξε και την φίλησε παθιασμένα. Φιλιόντουσαν για ώρα, και αν τους έβλεπες  από απόσταση προς στιγμήν θα νόμιζες ότι τα δύο σώματα ενωνόντουσαν σε ένα, θα νόμιζες ότι αυτοί οι δύο ήταν στην πραγματικότητα ένας.

 Αν έβλεπες από απόσταση τη σπηλιά, αν έβλεπες από απόσταση εκείνη την φωλιά των χιλιάδων ανθρώπων, μάλλον θα νόμιζες ότι οι κάτοικοί της δεν ήταν πολλοί αλλά όλοι ήταν ένας.

Και αν την επισκεπτόσουν πιο συχνά, θα έβλεπες ότι εκείνη η φωλιά, εκείνη η σπηλιά, εκείνοι οι πολλοί άνθρωποι, εκείνος ο ένας, μεγάλωνε μέρα με τη μέρα...

Και, μέχρι και σήμερα, συνεχίζει να μεγαλώνει.

Και κάποια μέρα, λένε, εκείνος ο ένας θα μεγαλώσει τόσο πολύ, οι πολλοί θα γίνουν τόσο πολλοί που η φωλιά θα ξεχειλίσει. Και θα ξεχυθεί στον κόσμο όλο, και τότε όλοι θα σκέφτονται για 'εμάς', όλοι θα γίνουν σαν 'ένας' και ο κόσμος όλος θα γίνει μια Ουτοπία.

Tuesday, 3 April 2012

Αποχαιρετισμός

Ο ήλιος ανέτειλλε δειλά - δειλά στο αεροδρόμιο. Την απόλυτη σιωπή του πρωινού έσπασε ένα Boeing που προσγειωνόταν.

Αγκαλιάστηκαν σφιχτά.

"Θα μου λείψεις" της ψιθύρισε σιγά στο αυτί.
Εκείνη χαμογέλασε.


Οι μαργαρίτες στα παρτέρια του αεροδρομίου μόλις είχαν αρχίσει να ανοίγουν διάπλατα τα πέταλά τους, προσπαθώντας να απορροφήσουν όσο περισσότερο φως του ήλιου μπορούσαν. Αυτός δάκρυσε.

"Πέντε μέρες θα λείψω μόνο" του απάντησε, σκουπίζοντας τα δάκρυά του με τα τα δάκτυλά της. Η χρυσή της βέρα άστραψε το φως.

Ύστερα τον φίλησε παθιασμένα και μείναν έτσι, αγκαλιασμένοι, για κάμποση ώρα.

Την είδε να απομακρύνεται προς το αεροπλάνο. Λίγο πριν μπει της κούνησε το μαντήλι του. Εκείνη του απάντησε με ένα νεύμα.

Το αεροπλάνο απογειώθηκε και εκείνος πληκτρολόγησε έναν αριθμό.

"-Ναι, έλα αγάπη μου...Ναι, μόλις έφυγε η καριόλα.
Θα έχουμε το σπίτι δικό μας για πέντε ολόκληρες μέρες!
 Ναι, και 'γω σ'αγαπώ. Θα τα πούμε το βράδυ."

Έστρεψε το πρόσωπό τους προς τις μαργαρίτες και ξαναδάκρυσε.

"Γαμημένη αλλεργία", μονολόγησε καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητό του.

Monday, 2 April 2012

Αισθησιακό

Ο πούτσος σου με χόρτασε,
και το μουνί μου, φά' το.

Wednesday, 28 March 2012

Η ζωή είναι...

"Και πού ξέρεις εσύ τί είναι η ζωή;"

Στο άκουσμα αυτής της ερώτησης, σταμάτησα έκπληκτος, μιας και δεν περίμενα ότι κάποιος θα μπορούσε να με ακούσει να μονολογώ, τόσο σιγά που το έκανα. Κοίταξα  γρήγορα δεξιά - αριστερά, για να βρω από πού μπορεί να είχε προέλθει. Το βλέμμα μου σταμάτησε σε έναν ηλικιωμένο κύριο που καθόταν μόνος μέσα σ' ένα καφενείο εκεί κοντά. Απ'ότι φαινόταν, ήταν ο μόνος άνθρωπος στην περιοχή.

Έκανα μερικά διστακτικά βήματα προς το καφενείο. "Παρακαλώ;"


"Πού ξέρεις εσύ τί είναι η ζωή;" είπε ο ηλικιωμένος κύριος, αποκαλύπτοντας ότι η φωνή που με είχε ρωτήσει το ίδιο πράγμα πριν άνηκε σε αυτόν.


Αργά, αργά, πέρασα το κατώφλι του καφενείου.


"Συγγνώμη, σε μένα μιλάτε;" ρώτησα. Σε εκείνο το σημείο κοντοστάθηκα και κοίταξα προσεκτικά τον "συνομιλητή" μου. Ήταν ένας αρκετά συνηθισμένος κύριος, λίγο πάνω από εβδομήντα με γυαλιά και καρώ πουκάμισο.Καθόταν σ'ένα μικρό τραπέζι κοντά στην είσοδο του μαγαζιού, και ήταν σκεπασμένος από τη μέση και κάτω με μια μάλλινη κουβέρτα.

"Τί ξέρεις εσύ από τη ζωή;" επανέλαβε, αργά αλλά σταθερά. "Θέλω να πω, μου φαίνεσαι αρκετά νέος" είπε, καθώς τέντωσε το λαιμό του και έσμιξε τα μάτια μου για να με δει καλύτερα, "...και εδώ εγώ, 70 χρονών γέρος, που έχω ζήσει πολλά και τα μάτια μου έχουν δει ακόμη περισσότερα δεν μπορώ να πω ότι ξέρω τίποτα απο τη ζωή, και εσύ ισχυρίζεσαι ότι την ξέρεις; Μάλιστα είσαι τόσο σίγουρος για τη ζωή, που μπαίνεις στον κόπο να την παρομοιάσεις, να τη συγκρίνεις με κάτι;"

Κόμπασα, καθώς στ'αλήθεια δεν είχα και τίποτα να πω. Παρατήρησα τον γέροντα καθώς εκείνος καθάρισε απαλά τα γυαλιά του μ'ένα πανάκι και ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το φλυτζάνι του καφέ που είχε δίπλα του.

"Και για να 'χουμε και καλό ρώτημα, πού πας νεαρέ μου;" με ρώτησε, αφού τελείωσε την όλη "τελετουργία".

"Ορίστε;" ρώτησα.

"Σε ρωτάω πού πας; Για πού το ΄βαλες; Ποιός είναι ο προορισμός σου; Για να περνούσες έξω από εδώ, κάπου πήγαινες έτσι; Πού είναι λοιπόν, αυτό το κάπου;"

"Εεεε...πουθενά συγκεκριμένα. Για μια βόλτα βγήκα, για έναν περίπατο, δεν είχα συγκεκριμένο προορισμό. Ένας περίπατος...αυτό είναι όλο".

Στο άκουσμα αυτών των λέξεων, ο γέρος γούρλωσε τα μάτια του. Η απάντηση δεν φάνηκε να τον ευχαριστεί, ούτε στο ελάχιστο. "Ένας περίπατος; Ένας περίπατος; Αυτό είναι όλο; Και το λες έτσι; Και γιατί βγήκες βόλτα, παρακαλώ;"

Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, το ύφος του γέροντα με άγχωνε υπερβολικά. Για κάποιον ακόμη ανεξήγητο λόγο, αισθανόμουν ότι ήμουν υποχρεωμένος να του απαντήσω.


"Εεεε...", είπα κομπάζοντας, "...να, απλώς βγήκα βόλτα. Γιατί το ήθελα. Το ήθελα. Έτσι. Χωρίς λόγο."

"Το ήθελες; Έτσι; Χωρίς λόγο;" φώναξε ο ηλικιωμένος κύριος, τόσο έξαλλος πια, που μπορούσα να φανταστώ ότι από στιγμή σε στιγμή θα χτυπούσε με δύναμη το χέρι του στο τραπέζι.

"Ξέρεις, είμαι 70 χρονών διάολε!" αναφώνησε, χτυπώντας, στην πραγματικότητα αυτή τη φορά, το χέρι του πάνω στο τραπέζι. Ύστερα, πήρε μια βαθιά ανάσα, και αφού φάνηκε να ηρεμεί λιγάκι, πρόσθεσε, πιο σιγά:

"70 γαμημένων χρονών! Ξέρεις, δουλεύω πάνω από μισό αιώνα. Και τί δεν έχω κάνει στη ζωή μου! Μικρός, έκανα δουλειές του ποδαριού, πιο μετά μπάρκαρα, και τα τελευταία 15 χρόνια δουλεύω αυτό τον καφενέ. Δουλεύω αυτό τον καφενέ, και παίζω πρέφα. Και για να 'μαστε και ξηγημένοι, πρέφα παίζω μόνο, γιατί μη φανταστείς ότι έρχεται και ποτέ κανείς εδώ πέρα. Και αυτά κάνω στη ζωή μου. Δεν είναι δηλαδή, ότι κάνω και πολλά στη ζωή μου. Αν όμως έχω μάθει κάτι από τη θάλασσα και τα χαρτιά, είναι ότι ποτέ δεν γίνεται, απλώς να βγαίνεις βόλτα, 'έτσι', επειδή θες."


"Ξέρεις, όλοι πρέπει να έχουμε έναν προορισμό στη ζωή. Έναν στόχο, κάτι να μας κατευθύνει. Έναν λόγο για να ξυπνάμε το πρωί, βρε παιδάκι μου. Κάτι που ν'αξίζει ν' αναπνέουμε. Μόνο έτσι μπορούμε να προχωρήσουμε. Μόνο έτσι θα καταφέρουμε να κερδίσουμε κάτι, οτιδήποτε και αν είναι αυτό. Μόνο στο δρόμο για κάτι συγκεκριμένο, μπορείς να κερδίσεις το οτιδήποτε. Αν περιπλανιέσαι έτσι άσκοπα, τίποτα δεν κερδίζεις, καμιά απόλαυση δεν πρόκειται να έχεις."

Στο σημείο εκείνο, ο γέροντας σταμάτησε για λίγο. Με κοίταξε διερευνητικά από πάνω ως κάτω, και ύστερα συνέχισε:

"Πόσο είσαι; Εγώ σε κάνω δε σε κάνω 20 χρονώ. Είσαι 20 λοιπόν και μου λες 'πάω βόλτα΄, 'έτσι;' Ε όχι ρε παιδάκι μου! Αυτό δεν μου κάθεται καλά! Εγώ είμαι 70 που να πάρει! 70, και τα χρόνια μου φύγανε στη δουλειά, στα καράβια, και στο καφενείο! Τα λεφτά μου τα 'χανα όλα στα χαρτιά! Και παρόλα αυτά, παρόλα αυτά, πάντα κάτι σκεφτόμουνα, πάντα κάτι είχα στο μυαλό μου! Και τώρα τί; Τώρα τίποτα! Δεν μπορώ!". Με μια αστραπιαία κίνηση, πέταξε την κουβέρτα που τον σκέπαζε, αποκαλύπτοντας τα πόδια του. Ή μάλλον, το μέρος των ποδιών του που είχε απομείνει, μιας και τα δυό του πόδια σταματούσαν απότομα λίγο κάτω από τα γόνατά του.

Το θέαμα ήταν φρικιαστικό και θέλησα να αποστρέψω το βλέμμα μου. Ο γέροντας όμως είχε άλλη γνώμη.

"Κοίτα με!" φώναξε με τρόπο τέτοιο που δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. "Κοίτα! Τα έχασα πριν χρόνια, ούτε 'γω θυμάμαι πόσα! Ατύχημα, στα καράβια.Τόσα χρόνια, δεν μπορώ να περπατήσω. Δεν μπορώ να κουνηθώ καν. Δεν μπορώ να φτάσω χωρίς τη βοήθεια των άλλων σε κανέναν προορισμό. Ξέρεις τί είναι να εξαρτάσαι από τους άλλους; Ε; Ξέρεις πόσο άσχημο είναι; Αλλά που να ξέρεις! Εσύ είσαι νέος, βλέπεις!"

Και πάλι παύση και βαθιά ανάσα.

Και ύστερα, ο γέρος συνέχισε με πιο σιγανή φωνή:
"Παιδί μου, θα σου δώσω μια συμβουλή. Φύγε από δω. Βγες από αυτό το καφενείο. Βγες και βρες έναν προορισμό. Σκέψου κάπου που θα ήθελες πολύ να βρίσκεσαι. Σκέψου και πήγαινε. Γιατί είναι κρίμα. Είσαι νέος, και δεν αξίζει να περιπλανιέσαι τυχαία. Είναι κρίμα. Είσαι νέος. Δεν σου αξίζει, δεν μου αξίζει."

Στάθηκα, εκεί μπροστά του για λίγη ώρα, αμίλητος. Εκείνος, άναψε την πίπα του και έκανε μία μεγάλη ρουφηξιά. Ύστερα, με πολύ αργές κινήσεις, έσκυψα, μάζεψα την κουβέρτα από κάτω και τον ξανασκέπασα. Γύρισα από την άλλη και κατευθύνθηκα προς την πόρτα του καφενείου.


"Ε! Και μην ξεχάσεις να κλείσεις την πόρτα, ε!" φώναξε εκείνος.



Η ξύλινη πόρτα του καφενείου έτριξε πίσω μου και εγώ απομακρύνθηκα από εκείνον τον περίεργο τύπο, σκεφτόμενος ταυτόχρονα πού στο καλό θα ήθελα να βρίσκομαι πιο πολύ εκείνη τη στιγμή.

Tuesday, 20 March 2012

Έγκλημα στην οδό Πανεπιστημίου

Η ώρα ήταν περασμένες δώδεκα και εγώ έβγαινα για τη συνηθισμένη μου, για εκείνον το καιρό, βόλτα (και ό,τι προέκυπτε).

Έκλεισα την πόρτα της πολυκατοικίας μου και κοίταξα καχύποτα αριστερά και δεξιά όπως υπέβαλλε η κακή συνήθεια που είχα αποκτήσει από  αμερικάνικες b-movies.

Όπως στις αντίστοιχες ταινίες, έτσι και εδώ, δεν είδα απολύτως τίποτα, όμως αυτό προφανώς και δεν σήμαινε ότι ήμουν ασφαλής.

Έκανα λίγα βιαστικά βήματα σκυφτός και με τα χέρια στις τσέπες (το οποιοδήποτε βλέμμα πάντα είναι ικανό να προκαλέσει προβλήματα διαφόρων ειδών, από το "κοίταξες τη γκόμενά μου ρε μαλάκα;" μέχρι το "κοίταξες ρε μαλάκα;" σκέτο).

Τα περιοδικά καχύποπτα κοιτάγματά μου δεξιά και αριστερά συνέχιζαν να μην μου αποκαλύπτουν τον παραμικρό κίνδυνο, όμως η διαίσθησή μου και η εμπειρία μου από τις ταινίες, με διαβεβαίωναν ότι κάτι υπήρχε εκεί έξω. Κάτι με παρακολουθούσε.

Πέντε λεπτά αργότερα, και καθώς είχα ψιλοξεχάσει τον φόβο μου (κακή συνήθεια τόσο στις ταινίες  όσο και στην πραγματικότητα) τσέκαρα το μπουφάν μου να δω αν είχα καθόλου λεφτά για αυτό το "ό,τι προκύψει". Ένα διάπλατο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό μου όταν ανακάλυψα ότι σε μια εσωτερική τσέπη του μπουφάν μου είχα 5 ξεχασμένα ευρώ. Καθώς έβγαζα το χαρτονόμισμα από την τσέπη για να το βάλω στο πορτοφόλι (κίνηση που ακόμη με κάνει να απορώ γιατί την έκανα, μιας και σχεδόν ποτέ δεν έβαζα τα λεφτά μου στο πορτοφόλι μου - μην ρωτάτε γιατί) νόμισα ότι άκουσα ένα ποδοβολητό από πίσω μου.

Ξαφνικά γύρισα να κοιτάξω μα δεν είδα τίποτα. Ξεφύσηξα με ανακούφιση.

Το ξεφύσημά μου διακόπηκε απότομα όταν ένιωσα κάτι να με χτυπάει με δύναμη από τα δεξιά μου. Χωρίς να προλάβω καν να το καταλάβω, βρισκόμουν πεσμένος ανάσκελα στο πεζοδρόμιο. Σχεδόν αστραπιαία, γύρισα να δω τί διάολο ήταν αυτό που με είχε χτυπήσει. Δεν πίστευα στα μάτια μου:

Ένας ογδοντάχρονος (με ελαφριά καραφλίτσα) με είχε "καβαλήσει" (no pun intended) εγκλωβίζοντάς με στο πάτωμα. Με το ένα του χέρι πίεζε το δικό μου κάτω, και με το άλλο προσπαθούσε απεγνωσμένα να μου πάρει το πεντάευρω το οποίο έσφιγγα ακόμη στο άλλο μου χέρι (η τσιγκουνιά είναι ισχυρότερη από κάθε ένστικτο).

Καθώς ο ογδοντάχρονος κουνούσε πέρα δώθε το χέρι του μανιασμένα, έμεινα λίγο και τον κοίταξα. Το πρόσωπό του ήταν αναψοκοκκινισμένο, και αγκομαχούσε συνέχεια στην τεράστια μάχη που έδινε για αυτά τα πέντε ευρώ. "Χμφ, χμφ" έκανε συνέχεια. Το πρόσωπό του κοκκίνιζε συνεχώς όλο και περισσότερο και τα χείλη του σούφρωναν όλο και πιο πολύ από το πείσμα. Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι παρόλη την αποφασιστικότητα και την φαινομενικά απαράμιλλη δύναμή του, ένα απλό σπρώξιμο με τον δεξί μου δείκτη ήταν αρκετό για να τον απωθήσει  και να σταματήσει μια για πάντα αυτή την τρέλα.

"Πρέπει...
να...
πάρω....φάρμακα",  ψέλλισε τότε εκείνος με χαρακτηριστική χωριάτικη προφορά, φτύνοντας ταυτόχρονα γενναίες ποσότητες σάλιου πάνω μου.

Ξανακοίταξα το παντζαροκόκκινο πια πρόσωπό του. Βρισκόταν ένα βήμα πριν το εγκεφαλικό. Με μια κίνηση, χαλάρωσα την γροθιά μου, και τον άφησα επιτέλους να τραβήξει εκείνο το πεντάευρο που προσπαθούσε να πάρει για τρία ολόκληρα λεπτά.

Εκείνος με ένα τίναγμα σηκώθηκε και άρχισε να τρέχει. Χάθηκε στα στενά, ενώ το σατανικό γέλιο του αντηχούσε τους γύρω δρόμους.

Μερικές φορές, μέχρι και σήμερα, αυτό το γέλιο στοιχειώνει τον ύπνο μου.