Sunday, 30 August 2015

Σολάκι

Η δίφυλλη πόρτα έτριξε και άνοιξε διάπλατα.

Ένα σύννεφο καπνού από τσιγάρo υψωνόταν και γέμιζε αποπνικτικά τον υποφωτισμένο χώρο.
Ο Φώτης προχώρησε προς την μπάρα όπως συνήθιζε να κάνει πριν πολλά χρόνια.
Κοίταξε γύρω του.

Μέσα στον χώρο, ροκάδες κάθε εποχής, γενιάς και ηλικίας.
Πάνω στους τοίχους φωτογραφίες από τύπους με μαλλιά, μούσια, περίεργα ρούχα. κιθάρες, μπαγκέτες. Τοποθετημένες με ευλάβεια, συνέθεταν ένα μοναδικό, ιδιαίτερο εικονοστάσιο, φόρο - τιμής στους "Αγίους της Ροκ".
Πέτσινα, αλυσίδες, τατουάζ, περίεργες γκριμάτσες, πάνω στους τοίχους και πάνω στις καρέκλες, συνέθεταν μια εικόνα από άλλη εποχή.
Ή, καλύτερα, μια εικόνα έξω από τις εποχές: μια εικόνα αναλλοίωτη στον χρόνο.

Κάθισε σε ένα σκαμπό, παρήγγειλε βότκα με 2 παγάκια και κοίταξε το σταματημένο ρολόι πάνω από το ράφι με τα ποτά.
Οι υποψίες  περί σχέσης χρόνου και μπαρ επιβεβαιωνόντουσαν.

Τις φιλοσοφικές αναζητήσεις του διέκοψε ο μπάρμαν:
"Φώτη, ωραίο σολάκι ε;" 
Ο Φώτης κοίταξε τον μπάρμαν να προσποιείται ότι παίζει κιθάρα στον αέρα.
Ίδιος, όπως τότε, λες και δεν είχε περάσει δευτερόλεπτο από πάνω του. Μόνη διαφορά το εμφανές γκριζάρισμα των μακριών μαλλιών του.

Ο Φώτης σκέφτηκε το τότε:
σχολείο ακόμη, ένα - δυο χρόνια πριν τελειώσει, πηγαίνε κάθε Σάββατο με την παρέα του στο μπαρ.
Το σχολείο, τα πρώτα ακούσματα, η πρώτη αγανάκτηση ενάντια στο σύστημα, οι πρώτες συναυλίες,  η Τζένη.
Η Τζένη.
Ο Φώτης θυμήθηκε τις απεγνωσμένες προσπάθειές του να μάθει κιθάρα, για να μπορέσει να παίξει στην Τζένη, συμμαθήτριά του στο σχολείο, το"Don't Cry" που ήταν το αγαπημένο της.
Ο απολογισμός ήταν αρκετές χορδές σπασμένες, αρκετές ώρες χαμένες, και μια παρατημένη κιθάρα στην αποθήκη του σπιτιού. Κάπου 200 ευρώ χασούρα συνολικά. Χωρίς τις ώρες.
Η Τζένη τελικά τα είχε φτιάξει με τον Μάκη, έναν εξωσχολικό που είχε παπάκι. Το γεγονός αυτό τότε είχε καταστρέψει ψυχολογικά τον Φώτη για αρκετούς μήνες.
Η Τζένη.
Σκέφτηκε ότι τώρα, δεν είχε ιδέα που ήταν, αν τελικά είχε περάσει σε κάποια σχολή, αν την είχε τελειώσει, αν είχε πιάσει δουλειά, αν είχε κάνει παιδιά, αν ζούσε ή αν πέθανε.
Η Τζένη. Το σχολείο.
Αχ, η Τζένη.

"Φώτη, σολάρα ε;" ξανακούστηκε η βραχνή φωνή του μπάρμαν που σόλαρε στον αέρα εκστασιασμένος.

"Ναι, ναι, και γαμώ τα σόλο" απάντησε ο Φώτης.

Άφησε ένα πεντάευρο, έβαλε το μπουφάν του και βγήκε από το μπαρ.
Ούτως ή άλλως, πλέον δεν άκουγε ροκ.





Friday, 21 August 2015

20 Αυγούστου στην Casa Viena

Μία κραυγή πόνου αναστάτωσε την συνήθη ησυχία του μικρού σπιτιού.

"Λιεφ Νταβίντοβιτς! 
Λιεφ Νταβίντοβιτς!"


Ποδοβολητά. Κυνηγητό. Θόρυβος. Και άλλα ποδοβολητά.

Μια κραυγή απόγνωσης,μπροστά στο αποκρουστικό θέαμα, έσκισε τον αέρα

"Λιεφ! ΟΧΙ!"


Μεγάλη αναταραχή μέσα και έξω από το μικρό σπίτι.


Κάμποσα χιλιόμετρα πιο πέρα, τα σύννεφα πύκνωσαν ακόμη περισσότερο.

Οι εργάτες του τεράστιου εργοστασίου κοντοστάθηκαν για λίγο και γύρισαν το βλέμμα τους προς τον γκρίζο ουρανό.

Δεν πέρασαν παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα και ξαναέσκυψαν το κεφάλι, γυρίζοντας με άγχος στη δουλειά τους, για ικανοποιήσουν το πλάνο του μήνα.

Και το αίμα τους συνέχισε να κυλάει στους σωλήνες του τεράστιου εργοστασίου.


Λίγο πιο πέρα, στο μεγάλο κτίριο, ο κύριος με το μουστάκι σήκωσε το ακουστικό του γραφείου του.
Στο άκουσμα των νέων χάιδεψε το μουστάκι του με ευχαρίστηση.

Ο Λιεφ Νταβίντοβιτς Μπρονστάιν κείτονταν νεκρός.
Η ανάπτυξη θα ερχόταν ανεμπόδιστα στη Ρωσία. 







Wednesday, 5 August 2015

Το κομπολογάκι

Πέταξε το τσιγάρο κάτω. Το στριφογύρισε καθώς το πατούσε με τη σόλα του στο έδαφος για να σιγουρευτεί ότι θα 'σβηνε. Και κοίταξε.

Κοίταξε αλλά δεν είδε αυτά που φαινόντουσαν, αυτά που υπήρχαν για τους υπόλοιπους ανθρώπους. Κοίταξε και είδε αυτά που εκείνος μπορούσε να δει, αυτά που γνώριζε από πάντα. 

Τα μάτια του, σωστή καμπίνα ταξιδιού στο χωροχρόνο, μετέτρεψαν τις πολυκατοικίες με τα στιβαγμένα όπως - όπως διαμερίσματα στα μισογκρεμισμένα χαμόσπιτα και μονοκατοικίες. 

Την κακοφτιαγμένη άσφαλτο - αποτέλεσμα κάποιας κομπίνας με τα έργα- στους κακοτράχαλους χωματόδρομους με τα χαλίκια. 

Τα βήματα των βιαστικών και αμίλητων περαστικών, σε γέλια ξυπόλητων παιδιών, που έτρεχαν εδώ και 'κει, σκόνταφταν στα χαλίκια, μάτωναν τα γόνατά τους και ξανασηκώνονταν.
Τα βουητά από τα οχήματα που μάρσαραν, στον γδούπο μιας μπαλωμένης μπάλας που κλωτσούσαν εδώ και εκεί. 

Και εκεί, στη γωνιά, κάποια έφηβη που περπατώντας ανάλαφρα έβγαινε από το σπίτι, έγινε Εκείνη η έφηβη. Η μία. Η μοναδική. Η. 

Αναστέναξε. Και σκέφτηκε.

Γκρίζα στάχτη είχε πέσει στα μαλλιά του και στη ζωή του, θάβοντας το παρελθόν του για πάντα από κάτω της. 



Κοίταξε για μια ακόμη φορά την παλιά γειτονιά του, όχι όπως την έβλεπαν οι άλλοι, αλλά  όπως εκείνος τη γνώρισε, λίγο πριν η στάχτη από ένα ατύχημα στη φάμπρικα που δούλευε τόσα χρόνια πριν, του κάψει τα μάτια.

Καθώς απομακρυνόταν, λήγοντας την επίσκεψή του στο παρελθόν, έψαξε την τσέπη του για την μόνη γέφυρα του τότε με το τώρα, του παρελθόντος με το παρόν: εκείνο το κομπολογάκι που είχε από μικρός. Εκείνο που του ΄χε χαρίσει ο πατέρας του έξω από το σπίτι τους, λίγα μέτρα πιο κάτω και κάμποσα χρόνια πιο πριν.
Το στριφογύρισε με τα δάχτυλά του. Οι ήχοι από τη "σύγκρουση" της μιας χάντρας με την άλλη, του υπενθύμισαν ότι ήταν ακόμη ζωντανός. Ότι ήταν γενικά.

Πίσω του, το γέλιο κάποιας έφηβης έσβηνε σιγά - σιγά. 


Monday, 3 August 2015

Παλιά Φωτογραφία

Κοιτώντας ανθρώπους και συναισθήματα,
πίσω από γυάλινους φακούς.

Αποθανατίζοντας στιγμές, κρατώντας τες αναλλοίωτες σ'ένα χρονικό καταψύκτη,
ξαναβλέποντάς τις βδομάδες,  μήνες, χρόνια μετά,
αποκομμένες από χωροχρονικά πλαίσια, αίτια και αιτιατά,
να έχουν μετατραπεί σε αναμνήσεις, σε ιδέες.

Πρόσωπα που κάποτε σε κοίταξαν μέσα από την παραμόρφωση ενός γυάλινου φακού, και χαμογέλασαν.
Μάτια που έλαμψαν μπροστά σε αυτόν που βρισκόταν πίσω από μια φωτογραφική μηχανή.
Πρόσωπα, χαμόγελα, μάτια, βλέμματα που κάποτε, κάποιος, κάπως, για κάτι.
Πρόσωπα, χαμόγελα, μάτια, βλέμματα που τώρα είναι απλώς πρόσωπα, χαμόγελα, μάτια βλέμματα. Χωρίς ποιος, που, πότε, γιατί.

Πρόσωπα, χαμόγελα, βλέμματα που πια δεν ξέρεις γιατί σου χαμογέλασαν, γιατί σε κοίταξαν, που δεν ξέρεις αν θα σου ξαναχαμογελάσουν, αν θα σε ξανακοιτάξουν.

Πρόσωπα, χαμόγελα, μάτια, βλέμματα, που δεν.