Friday, 30 May 2014

Ο δρόμος με τις καρδιές

"Θα ζωγραφίζω μια καρδιά σε μια κολώνα αυτού του δρόμου για κάθε μήνα που είμαστε μαζί, για κάθε κομμάτι μου που μοιράζομαι μαζί σου", της είχε ψιθυρίσει σε μια από τις συνηθισμένες τους βόλτες στον κεντρικό δρόμο της γειτονιάς. Εκείνη είχε χαμογελάσει.

Τώρα, τόσο καιρό μετά, περπατώντας στο δρόμο με τις ξεθωριασμένες καρδιές, εκείνη θα τις έβλεπε, θα τον σκεφτόταν και θα ξαναχαμογελούσε.

Ή τουλάχιστον, αυτό του άρεσε να σκέφτεται κάθε φορά που τύχαινε να περνάει από 'κει.

Tuesday, 27 May 2014

Μετρό vol. 2

Μπαίνουμε στο σταθμό. Κρατάμε τα εισητήρια σφιχτά, τα δαγκώνουμε ακόμη σφιχτότερα με τα στόματά μας. Τρανή απόδειξη ότι είμαστε νόμιμοι, προβλεπόμενοι, είτε νεκροί, είτε ζωντανοί.

Η σκάλα μας παρασέρνει αργά αλλά σταθερά στον κατήφορο, στο σκοτάδι. Και εμείς απλά στεκόμαστε και το υπομένουμε, αδύναμοι να αντισταθούμε. 

Ύστερα τρέχουμε να προλάβουμε το τρένο, μα πάντα φτάνουμε καθυστερημένοι. 

Στο τέλος, χανόμαστε με πάταγο στο σκοτεινό τούνελ. Εκεί που κάθε μορφής επικοινωνία είναι αδύνατη. 

Saturday, 24 May 2014

Μικροαστικές επιθυμίες

Θα ήθελα,
να πάψουμε να χρησιμοποιούμε την κρίση ως δικαιολογία της ανημπόριας μας και των δικών μας αδυναμιών.

Θα ήθελα,
να βγάλουμε επιτέλους τις μάσκες της σοβαρότητας και της απροσωπίας που άκριτα δεχτήκαμε να φορέσουμε.

Θα ήθελα,
να κατεδαφίσουμε τον τοίχο της απόστασης και της επίπλαστης ασφάλειάς που έντεχνα χτίσαμε μεταξύ μας γιατί φοβόμασταν.

Θα ήθελα,
να γκρεμίσουμε το πάτωμα της βόλεψης μας στη σιγουριά και σε κείνη την τελματώδη σταθερότητα που μας οδήγησαν να επιλέξουμε.

Θα ήθελα ύστερα, να πιαστούμε χέρι με χέρι,σε μια ελεύθερη πτώση προς το άγνωστο, χωρίς κανένα στήριγμα, δυο έρμαια της τύχης που στροβιλίζονται στη δίνη των επιθυμιών.

Θα ήθελα να απωλέσουμε κάθε είδους λογικής και μελλοντικών σκέψεων και να κυλιστούμε στον πάτο, στο τέρμα της πτώσης,

όπως προστάζουν τα πιο βίαια, αρχέγονα, ζωώδη μας ένστικτα.

Friday, 23 May 2014

Μετα - κόμιση

Δωμάτιο. Πάτωμα. Στοιβαγμένες  κούτες γεμάτες σκονισμένα συναισθήματα σε μια γωνιά. Σκισμένες αφίσες, αναμνήσεις ενός χαμένου πρόσφατου ή παλιότερου παρελθόντος στην άλλη. Ένα κομοδίνο που ξεχειλίζει από χρησιμοποιημένα λάθη και ξεχασμένες αγάπες, σχεδόν χάνεται ανάμεσά τους.

Μισοσκόταδο. Η λάμπα της άγνοιας και του φόβου τρεμοπαίζει. Το φως επιστρέφει μόνο και μόνο για να ξαναχαθεί. Τα μόρια της σκόνης της αμφιβολίας καταφέρνουν και χώνονται, σχεδόν χορευτικά, μέσα από τις μισόκλειστες γρύλιες.

Ξαπλώνω στο κρεβάτι. Κοιτάω το ταβάνι. "Θέλει οπωσδήποτε καθάρισμα", σκέφτομαι.

Tuesday, 20 May 2014

Η κοπέλα με την κόκκινη ομπρέλα

Γεύση από ατέλειωτο τσιγάρο. Στο μυαλό σου αντηχεί. Πενιά από τις ζαλισμένες νύχτες της κρίσης. Παθιάρικη και παραπονεμένη. Σηκώνεσαι. Παραπατάς. Στο ρυθμό ενός υποθετικού ζεμπέκικου. Ανοίγεις παράθυρα. Κοιτάς. Μέρα χωρίς χρώματα και χωρίς μουσική. Σκέφτεσαι. Η άνοιξη μάλλον έχει πάρει το πρώτο της ρεπό. Κοιτάς. Ρολόι στον τοίχο. Ο χρόνος έχει σταματήσει, νιώθεις. Σαν να είσαι εδώ για πάντα. Σαν να είσαι εδώ από πάντα. Σαν ο χρόνος και ο τόπος να διαστέλλεται αυτή την μέρα. Αναζητάς απεγνωσμένα. Ένα σημάδι. Μια ένδειξη αλλαγής. Μια νύξη ελπίδας.

Εκεί. Στο πάρκο. Βλέπεις. Μια κοπέλα με κόκκινη ομπρέλα. Μια χρωματιστή κουκίδα σε άχρωμη σελίδα ενός ξεφτισμένου, από τα χρόνια και τα δάκρυα, τετραδίου.
Αφουγκράζεσαι. Σαν τα πόδια της να κάνουν θόρυβό μέσα στο νοσηρά σιωπηλό σούρσιμο του βουβού πλήθους. Παρατηρείς. Σαν το κόκκινο πινέλο της να δίνει λίγο χρώμα σε αυτό τον μουντό καμβά.

"Λευτεριά σε όλους όσους αντιστέκονται στο πάγωμα του χρόνου και του τόπου". Σκέφτεσαι. Και ως ελάχιστη ένδειξη αλληλεγγύης, βγαίνεις.  Απ'την μικρή προσωπική σου φυλακή. Από την στενή ασφυκτική σου ζώνη ασφαλείας.
Δεν υπάρχει γιατί και πως. Μερικές φορές υπάρχει απλά το πρέπει. Ή το δεν πρέπει.

Κατεβαίνοντας τις σκάλες, στο δρόμο για τον γκρίζο κόσμο και την κόκκινη κουκίδα, ελέγχεις αν πήρες μαζί σου την ομπρέλα σου και το κλειδί που ανοίγει το κελί στο οποίο είχε φυλακίσει κάποτε η λογική τα συναισθήματα. "Έχει σκουριάσει από τον χρόνο", σκέφτεσαι, "αλλά με λίγο λαδάκι ίσως κάνει δουλειά".

Thursday, 15 May 2014

Ο άνθρωπος που κοιτούσε τους στύλους

Το γλυκό και κόκκινο σαν κοκκινέλι φως του δειλινού ποτίζει τον καθαρό ουρανό. Αλλά εκείνος όντας γερός πότης δεν μεθάει εύκολα. Εγώ περπατάω αμέριμνος με το βλέμμα στραμμένο πότε προς τα κάτω και πότε προς τον ουρανό. Με το κεφάλι στραμμένο παντού εκτός από κάπου συγκεκριμένα.

Εκείνος στέκεται εκεί. Τον παρατηρώ ξαφνικά με την άκρη του ματιού μου. Κατά τύχη. Λίγα ακόμη βήματα. Κοιτάζω καλύτερα. Παρατηρώ το βλέμμα του. Είναι γύρω στα πενήντα, φοράει σακίδιο και δεν στέκεται απλά. Όχι. Στέκεται και παρατηρεί με προσοχή τον στύλο μπροστά του. Ο χρόνος φαίνεται να περνάει δίπλα του ζητώντας του συγγνώμη χωρίς να τον αγγίζει. Εκείνος στέκεται. Για λεπτά. Για ώρες. Για χρόνια. Ο κόσμος γύρω του αλλάζει αλλά εκείνος στέκεται. Η προσοχή του τραβάει την προσοχή μου. Στέκομαι δίπλα του. Παρατηρώ και εγώ. Την μια αυτόν. Την άλλη τον στύλο. Την μία τον στύλο και την άλλη αυτόν. 

Αναρωτιέμαι. Το γιατί. Πάντα πρέπει να υπάρχει ένα γιατί. Δεν μπορείς κύριε να βγαίνεις έτσι χωρίς το γιατί σου πρόχειρο και καλοταϊσμένο. Γιατί λοιπόν; Να τα έχει χαμένα; Να του έπεσαν άραγε από την μνήμη τα προσωπικά του στοιχεία και να μην μπορεί να τα βρει πουθενά; Να προσπαθεί να  δώσει λύση στο αιώνιο ερώτημα αν ο στύλος είναι στραβός και εκείνος ίσιος ή το αντίθετο; Να είναι άραγε ο κατασκευαστής του εν λόγω στύλου και να αξιολογεί το έργο του; 

Η επιμονή του να κοιτάζει το στύλο αντί να απαντάει στα σιωπηρά μου ερωτήματα με εκνευρίζει μεν, αλλά με πείθει. Προχωρώ πιο κοντά. Στέκομαι και γω και παρατηρώ με τη σειρά μου τον στύλο. Μετά από λίγα λεπτά παρατήρησης καταλήγω σε επιστημονικό συμπέρασμα. Είναι ένας στύλος. Στέκεται εκεί και τον βλέπω. Όπερ έδη δείξαι. Ακόμη λίγα λεπτά έρευνας δείχνουν ότι ο στύλος είναι ένας πλήρως συνηθισμένος στύλος. Ένας άχαρος, ψηλόλιγνος βαθυπράσινος στύλος σαν αυτούς που υπάρχουν κατά χιλιάδες στην πόλη. Σαν έναν από αυτούς που μου φάγαν την Μαίρη. Για την ακρίβεια αυτός ο στύλος είναι τόσο βαρετός που δεν έχει ούτε καν μία γρατζουνιά πάνω του, ενώ η Μαίρη θα τον χώριζε μετά την πρώτη βδομάδα. 

Σαν να χλευάζει τα τουλάχιστον πέντε λεπτά επιστημονικής μου μελέτης και εξέλιξης, εκείνος προχωρά. Όχι για πολύ. Δυο βήματα μόνο. Μέχρι να συναντήσει τον επόμενο στύλο, να σταθεί και να τον παρατηρήσει. Για λεπτά; Για ώρες; Για χρόνια; Ποιος ξέρει.

Σε εκείνο το σημείο αποχωρώ. Αισθάνομαι ηττημένος. 

Λίγα μέτρα πιο μετά, καθώς ο υπεύθυνος για τα χρώματα της ημέρας, συνεχίζει να ανακατεύει σταθερά με μαύρο το κόκκινο του ουρανού σκουραίνοντάς, το σκέφτομαι. Η χαρά της ανακάλυψης με κατακλύζει και η αρκούντως μελό μουσική των credits αρχίζει να παίζει καθώς οι τίτλοι τέλους εμφανίζονται πίσω από την πλάτη μου. 

"Τί το εντυπωσιακό, τί το περίεργο έχει τελικά να κοιτάς ένα στύλο; Μήπως άραγε τόσοι και τόσοι άνθρωποι δεν στέκονται να κοιτάνε για λεπτά, για ώρες, για χρόνια έναν στύλο, έναν άνθρωπο - στύλο, ή έναν άνθρωπο που αντιμετωπίζουν σαν στύλο, λες και αυτός πρόκειται να κάνει κάτι; Λες και πρόκειται ξαφνικά να ξεριζώσει τις πλάκες γύρω  του, να τεντωθεί, να τους πει ότι βαρέθηκε την απραγία τους και να τους και με ένα μαγικό τρόπο να τους λύσει όλα τους τα προβλήματα, να τους αλλάξει τη ζωή και τους εαυτούς τους τους ίδιους,  να τους ορκιστεί αιώνια αγάπη, φιλία, πίστη και δεν ξέρω γω τί άλλο; 

Και σα να μην έφτανε αυτό, μετά προχωρούν και στον επόμενο και κάνουν ακριβώς το ίδιο". 

Tuesday, 13 May 2014

Μπλε

Μπλε φως που εναλάσσεται με λευκό με προσεγγίζει επικίνδυνα. Θυμάμαι.

Απέναντι μας βρίσκεται ένα μπλε Skoda. Τρία αστέρια είναι διακριτικά τοποθετημένα στο μανίκι της γαλάζιας μπλούζας του οδηγού. Πιο κάτω, ένα σύννεφο καπνού αιωρείται πάνω από τέσσερις πέντε συγκεντρωμένες μπλε στολές. Πίσω από τα δέντρα είναι απειλητικά κρυμμένο ένα τεράστιο σιωπηλό βαθύ μπλε όχημα με αδιευκρίνηστο περιεχόμενο. Λες και περιμένει να ξεχαστεί κάποιος και να περάσει από κοντά, για να πεταχτεί και να τον τσακώσει.

Οι άνθρωποι με τις μπλε στολές κινούνται, ζουν και υπάρχουν, ανάμεσά μας. Σε κάθε δρόμο. Σε κάθε γωνιά. Σε κάθε γειτονιά.

Μας εξετάζουν με τα διευρευνητικά τους βλέμματα. Μας προστατεύουν από τους ίδιους τους  επικίνδυνους εαυτούς μας. Καθορίζουν ο δρόμο μας, τις σκέψεις μας, τα όνειρά μας, τα όριά μας, το τί πρέπει, τί δεν πρέπει, το καθωσπρέπει. Με την ευλογία του Θεού, του κράτους και του Θεού - Κράτους, μας νουθετούν με την μεταλλική πυγμή με την οποία τους έχουν εξοπλήσει τα λεφτά των φορολογουμένων.

Καλπάζουν με τα ατσάλινα άτια τους κάτω από το συννεφιασμένο ουρανό της πόλης, σε μια από τις συνηθισμένες μας βόλτες στο πλακόστρωτο.

Τα φώτα τους λούζουν την πόλη με ένα περίεργο, αρρωστημένα μπλε φως, και εσύ δίπλα μου απορείς πότε επιτέλους θα δεις την πόλη ντυμένη στα κόκκινα.

Κάποια στιγμή χάνεσαι. Δεν θυμάμαι πως ή ποιος. Όμως τώρα δεν είσαι πια εδώ, άρα χάθηκες.

Η διστακτικότητα που επιτρέπει την μετατροπή της παρουσίας σε απουσία είναι εντελώς άχρωμη, όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις.

Αν όμως έπρεπε να τη ζωγραφίσω, θα την χρωμάτιζα με μπλε χρώμα.

Μπλε και φως άσπρο φως βρίσκονται πια εκτυφλωτικά κοντά. Παράθυρο οχήματος χαμηλώνει. "Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;". Ερώτηση εντός οχήματος.
"Πολλά". Απάντηση εκτός. 



Monday, 12 May 2014

Αστέρι

Στην πρώτη μας βόλτα σε δάσος. Τότε που ξαπλώσαμε στο γρασίδι. Και κοιτάξαμε τον ουρανό. Όπως κάθε πρωτοεμφανιζόμενο ζευγάρι που σέβεται τον εαυτό του. Στρέψαμε το βλέμμα μας. Σε ένα αστέρι. Μου είπες πως θα ήμασταν για πάντα μαζί. Όπως εκείνο το αστέρι στο ουράνιο στερέωμα.

Λίγο καιρό αργότερα έμαθα. Πως στην πραγματικότητα αυτό το αστέρι είχε "σβήσει" εδώ και χιλιάδες χρόνια.


Έτσι εξηγούνται όλα.

Sunday, 11 May 2014

Ειδοποιήσεις

Είχε καταργήσει από τη ζωή του κάθε είδους και μορφής ειδοποιήσεις. Πάντα έλεγε ότι σημασία στη ζωή έχει το αυθόρμητο, η έκπληξη.

Έτσι ποτέ του δεν κατάφερε να προλάβει το τρένο της ευτυχίας: πάντα ξεχνιόταν και έφτανε αργότερα στο σταθμό, με αποτέλεσμα να κάθεται και να περιμένει εκεί, μαζί με άλλους αυθόρμητους, τεμπέληδες ή απλώς αργόστροφους.

Κάποιοι από αυτούς ήταν πολύ συμπαθητικοί τύποι και έτσι, μέρα με την μέρα, αρχίσανε να κάνουνε παρέα. Σε μια τέτοια παρέα ήταν που γνώρισε και εκείνη.

Ταίριαξαν αμέσως και κανόνισαν να βρεθούν μόνοι.

Δυστυχώς δεν τα κατάφεραν ποτέ να συναντηθούν έγκαιρα. Βλέπετε, κανείς από τους δύο δεν γούσταρε τις ειδοποιήσεις.

Saturday, 10 May 2014

(Αν)οικειότητα

"Σπίτι σου ή σπίτι μου;" ρώτησε εκείνος με βλέμμα γεμάτο προσμονή.


"Στη ΓΑΔΑ", απάντησε ο αστυνομικός, που δεν συμμεριζόταν την οικειότητα που αισθανόταν ο συλληφθέντας. 

Friday, 9 May 2014

Στην Εντατική

Πανικός επικρατούσε στην αίθουσα της εντατικής καθώς τα απαραίτητα εργαλεία άλλαζαν συνεχώς χέρια, και οι επεμβάσεις στο σώμα του ασθενούς διαδεχόντουσαν η μία την άλλη.

"Μην ανησυχείτε σύντομα θα έχουμε ανάκαμψη!" καθησύχαζαν ψευδώς τον κόσμο οι υπεύθυνοι.
"Ίσως αργότερα να χρειαστεί να μπει στο γύψο, θα δούμε" προσέθεταν άλλοι.

"Η κατάσταση είναι σοβαρή, θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσουμε την μέθοδο του ηλεκτροσόκ και των ψευδών δηλώσεων" γνωμάτευαν όταν ήταν μεταξύ τους.

"Μα αυτό θα κοστίσει τη ζωή χιλιάδων ανθρώπων", αντιδρούσε κάποιες φορές κάποιος. 
"Είναι λύση ανάγκης", επέμεναν οι περισσότεροι.

Γρήγορα όλοι οι πρωθυπουργοί, οι υπουργοί οικονομικών και οι παρατρεχάμενοί τους, είχαν καταλήξει: η οικονομία ήταν κλινικά νεκρή. Αλλά θα την κρατούσαν συνδεδεμένη με τα μηχανήματα, για όσο τους έπαιρνε. 



Επιστροφή vol. 2

Γυρνάς. Μόνος. Και συνειδητοποιείς ότι. Βρίσκεσαι εκεί. Ξανά. Βαριανασαίνεις. Σκέφτεσαι. Ξαναβαριανασαίνεις. Θα έρθει. Η αλλαγή.  Κάποτε. Κάπως. Αλλά γιατί να έρθει εδώ;  Ηλίθια είναι; Βαθιά μέσα σου. Ελπίζεις. Να είναι λίγο ηλίθια. Ή λίγο τρελή. Τόσο δα. Όχι πολύ. Μόνο όσο χρειάζεται. Για να έρθει. Σκέφτεσαι αυτό. Που είχε πει κάποιος. Τον κόσμο τον αλλάζουν οι τρελοί και οι επαναστάτες. Σκέφτεσαι το άλλο. Που είχε πει ο Άλλος. Επαναστάτες λέγονται αυτοί που κάνουν την επανάσταση.

Μακάρι όλοι να ήμασταν αυτό που δηλώναμε, καταλήγεις.

Thursday, 8 May 2014

Ανοιξιάτικο Μπάνιο

Έγλειψα λίγο αλάτι από το πόδι της. Τα χείλη μου γεύτηκαν την δροσερή αρμύρα της θάλασσας, και εγώ άφησα τον εαυτό μου να χαθεί  στη νεανική και ορμητική ζωντάνια της, στην ακαταμάχητη αθωότητά που εξέπεμπε.

Εκείνη χαμογέλασε, με ευχαρίστηση, χωρίς να με κοιτάξει. Απολαμβάνε με κλειστά τα μάτια τον παφλασμό των κοιμάτων, ενώ το δέρμα της έπαιρνε όλο και πιο σκουρόχρωμους τόνους κάτω από το φως του μεσημεριάτικου ήλιου. 

Ένα κλικ πριν σταματήσει ο χρόνος και ο χώρος και οι λέξεις όπως κρίση και ανεργία χάσουν ολοκληρωτικά το νόημά τους, σηκώθηκε, τίναξε από πάνω της λίγη άμμο και περπάτησε αργά προς τη θάλασσα. Τα σφριγηλά της πόδια, σχεδόν χορευτικά σημάδευαν το μονοπάτι που έπρεπε να ακολουθήσω με τη σειρά μου. 

Όταν έφτασε να βρίσκεται μέχρι τη μέση μες στο νερό, γύρισε προς το μέρος μου και μου έδωσε το σινιάλιο με ένα κούνημα του χεριού της, φορώντας μόνο αυτό το ανέμελο χαμόγελο που είχε και την μέρα που την πρωτοείδα. 

Εγώ  έμεινα να την κοιτάω αμήχανα: η θάλασσα της ευτυχίας, αυτής που φτιάχνεται μόνο από δυό, ήταν  πολύ βαθιά, και τα νερά της άγνωστα. Φοβόμουν. 

Το διαρκές κάλεσμά της, όμως, με γέμισε αποφασιστικότητα: άρχισα να τρέχω προς το μέρος Της, κλείνοντας ταυτόχρονα την μύτη μου. 

Θα βουτούσαμε μαζί σε αυτό το άγνωστο πέλαγος, θα εξερευνούσαμε μαζί τα αχαρτογράφητα νερά, αποφάσισα. Προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο.


Wednesday, 7 May 2014

Η προσπάθειά της να μην ξεχωρίζει

ήταν αυτό  που την έκανε ξεχωριστή.

O Γιαννούτσος

Στο χωριό είχαμε έναν τύπο από αυτούς που οι άνθρωποι της πόλης νομίζουν ότι υπάρχουν μόνο στα χωριά, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχουν και στις πόλεις. Με τη διαφορά ότι εκεί, είναι πολύ πιθανό να μην συναντηθείτε ποτέ.

Ο Γιαννούτσος ήταν γύρω στα 40 με 45 και το πραγματικό του όνομα ήταν Γιάννης. Το όνομα "Γιαννούτσος" του κουβαλούσε πάνω από 30 χρόνια: του το είχε "κολλήσει" ένας καθηγητής του στο δημοτικό  -μάλλον συντηρητικών φρονημάτων- εμπνευσμένος από τον καπετάν Γιαννούτσο του τάγματος του Άρη που καταγόταν από διπλανό χωριό.Ο λόγος ήταν απλός:  ο Γιάννης -αν και ολιγομίλητος- ήταν ο "αρχηγός των ατάκτων" μαθητών στο σχολείου του χωριού.

Ο Γιαννούτσος, μάλιστα, ποτέ δεν κατάφερε να τέλειωσε το δημοτικό: κάποια στιγμή κληρονόμησε το καφενείο του παππού του και έκτοτε "ρίζωσε" εκεί. Τον έβλεπες κάθε μέρα, να κάθεται αμίλητος στο πιο απομακρυσμένο τραπέζι και να αγναντεύει με το μελαγχολικό του βλέμμα τα χιονισμένα, το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου, βουνά. Που και που, σαν έμπαινε κανάς πελάτης, ο Γιαννούτσος σηκωνόταν αργά - αργά και του σέρβιρε, αποκλεισιτκά ελληνικό ή φραπέ, για να επιστρέψει μετά από λίγο στο αμίλητο αγνάντι του.

Τον Γιαννούτσο τον "έμαθα", όταν επέστρεψα, λόγω κρίσης, να μείνω μόνιμα στο χωριό: και η αλήθεια είναι ότι στην αρχή μου φάνηκε πολύ περίεργος. Είχα φτάσει μάλιστα στο σημείο να νομίζω ότι είναι και μουγγός. Σιγά - σιγά όμως, για κάποιο περίεργο ρόλο, τον συμπάθησα. Δυστυχώς,  κάτι η προϊστορία του ονόματός του, κάτι ο ιδιόμορφος χαρακτήρας του, έκανε να μην ισχύει το ίδο για την πλειοψηφία του χωριού: ιδιαίτερα εκείνοι οι οποίοι απλώς καταγόντουσαν από το χωριό χωρίς να μένουν μόνιμα, και ειδικά σε περιόδους όπως οι εκλογικές, επιδιδόντουσαν σε πειράγματα.

"Άντε ρε Γιαννούτσο! Τί θα γίνει; Θα κάνεις καμιά επανάσταση;" ξεκινούσε το πείραγμα κάποιος. "Άντε, ρε καπετάνιο! Εκεί θα κάθεσαι όλη μέρα; Δεν βλέπεις πόσο χάλια είναι η κατάσταση; Κάνε κάτι να αλλάξεις  τα πράγματα!" συνέχιζε άλλος . Και ο Γιαννούτσος καθόταν εκεί,΄στο απομακρυσμένο τραπεζάκι με το βάζο με το μοναδικό λουλούδι, να αγναντεύει αμίλητος, υπομένοντας τα πειράγματα.

Η είδηση του θανάτου του πραγματικού καπετάν  Γιαννούτσου, που στο χωριό την μάθαμε από την τηλεόραση που έπαιζε βουβά στο καφενείο του συνονόματό του σόκαρε πολλούς από μας: πιο πολύ  απ' όλους όμως  τον δικό μας Γιαννούτσο, ο οποίος έμεινε να κοιτάει την οθόνη αποσβολωμένος  και μετά το τέλος των ειδήσεων, και μετά αφού άδειασε το μαγαζί.

Από την ημέρα που ο τελευταίος τον μαυροσκούφηδων πέθανε, ο Γιαννούτσος φαινόταν κάπως διαφορετικός: συνέχιζε να αγναντεύει τις χιονισμένες κορφές, μόνο που το έκανε ακόμη πιο αμίλητα, ακόμη πιο μελαγχολικά. Πολλές φορές δεν σηκωνόταν καν όταν έμπαινε κάποιος νέος πελάτης. Ήταν σαν κάτι να τον προβλημάτιζε.

Ώσπου, μια μέρα, καθώς πήγαινα να πιω τον πρωϊνό μου καφέ στο καφενείο του Γιαννούτσου, είδα την πόρτα κλειδωμένη και μια τεράστια ταμπέλα από προσεκτικά κομμένο χαρτόνι να είναι κρεμασμένη στο χερούλι: "ΚΛΙΣΤΟ ΛΟΓΟ ΑΛΑΓΗΣ" έγραφε με μεγάλα κόκκινα γράμματα.

Αργότερα, έμαθα από συγχωριανό, ότι κάποιος τον είχε δει την ίδια μέρα τα ξημερώματα να χάνεται προς τα βουνά που αγνάντευε όλη του τη ζωή, κουβαλώντας μαζί του την κυνηγετική καραμπίνα του παππού του.

Δεν ξανακούσαμε ποτέ νέα του Γιαννούτσου στο χωριό, ούτε κανείς μπορούσε να σκεφτεί τί την ήθελε εκείνη την καραμπίνα. Βαθιά μέσα μου, όμως, ήμουν σίγουρος ότι ο Γιαννούτσος, ο δικός μας Γιαννούτσος, θα έκανε τα πάντα για ν' αλλάξει την κατάσταση, αφήνοντάς μας εμάς να γκρινιάζουμε για αυτή στον καινούριο καφετζή του χωριού.


Tuesday, 6 May 2014

Mute

Ξυπνάς και τινάζεσαι απότομα ιδρωμένος, από αυτούς τους λόγους που ύστερα συνειδητοποιείς ότι γεννιούνται και πεθαίνουν αποκλειστικά στο μυαλό σου.

Το χνώτο σου ποτίζει την ατμόσφαιρα με κάτι της χθεσινής νύχτας που θες να ξεχάσεις, που ήπιες επειδή ακριβώς ήθελες να ξεχάσεις.

Πηγαίνεις στην κουζίνα και προσπαθείς μάταια να ξεγελάσεις τη δίψα σου. Τα χείλη σου ξεραίνονται μετά από δυο δευτερόλεπτα, όμοια με φλογισμένη έρημο. Δεν είναι το νερό αυτό που θα σε ξεδιψάσει, σκέφτεσαι.

Μες στην παραζάλη σου, συνειδητοποιείς ότι  οι λέξεις είναι ορειβάτες που κάνουν ελεύθερη κατάβαση από το στόμα σου, όμως τα σκοινιά ασφαλείας τους τις αναγκάζουν απλά να κρέμονται εκεί, και να μην πέφτουν κάτω, στο κόσμο, στη ζωή και να πεθαίνουν και αυτές εκεί, κρεμασμένες στην αιωνιότητα.

Ανοίγεις το παράθυρο και μπαίνει εκείνο το λιγοστό φως που συνοδεύει το διάστημα ανάμεσα στην νύχτα  και στην μέρα κάνοντας σε να αναρωτιέσαι αν τελικά ξημερώνει ή αν νυχτώνει.

Στα απέναντι παράθυρα, των απέναντι πολυκατοικιών, στην πλατεία, στους γύρω δρόμους, στον γύρω κόσμο, βλέπεις ανθρώπους. Εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια ανθρώπους που στέκονται, περπατούν και ζουν με ανοιχτό το στόμα, ανθρώπους που ουρλιάζουν σιωπηλά.

Και εσύ τότε ψάχνεις αμήχανα στις τσέπες σου για εκείνο το μαγικό κουμπάκι που βγάζει το "mute".


Monday, 5 May 2014

Holter Πίεσης

09:30.

Εκατομμύρια σταγονίδια εκτοξεύονται με υπερβολική ταχύτητα, ενώ η γη περιστρέφεται πιο αργά από χθες, πιο αργά από προχθές.

Τα όνειρα δίνουν τη θέση τους στην πραγματικότητα, η οποία καθυστερεί στο πρωινό της ραντεβού. Και εσύ βρίσκεσαι σε αυτό το μεσοδιάστημα, προσπαθώντας να ξεδιαλέξεις προσεκτικά την αλήθεια από το ψέμμα, αυτά που σκέφτεσαι από αυτά που θα πεις, αυτά που θες από αυτά που θα κάνεις.

Η οθόνη μας έχει φορεθεί βίαια σαν μάσκα που πασχίζει να κρύψει τα συναισθήματά μας εκείνα τα λυπημένα βράδια της κρίσης.

10:30.

Οι κορυφές των δέντρων πλησιάζουν αστραπιαία και δίνουν τη θέση τους σε μεταλλικές κεραίες πολυκατοικιών, διαρκής υπενθύμιση της αλλαγής προς το χειρότερο ή προς το καλύτερο.

To μόνο που θα 'θελα είναι να φεύγαμε μαζί. Σ'ένα ταξίδι εσωτερικό, αναζήτησης στόχων, κοινών σκέψεων, χαμένων ονείρων.

11:30.

Η κοινωνία παρακολουθείται από τον προσωπικό της γιατρό, κλεισμένη σε μικρά δωμάτια πολυκατοικιών. Υποτάσσοντας τα συμπτώματα σε προσωπικές σκέψεις, προκειμένου η συνταγή να είναι ότο το δυνατόν ολιγοέξοδη.

Ο κόσμος υποφέρει από την κακή πεζοδρόμηση και οι κύριοι με τις  λευκές ρόμπες φροντίζουν για την ασφάλειά του.

"Περάστε, χαλαρώστε, θα πάρετε κάτι, θα μας αφήσετε μια ψήφο;" σου λένε προσπαθώντας να σε καθησυχάσουν.

"Καπνίζετε; Έχετε κάποιο χρόνιο πρόβλημα υγείας"; Μην ανησυχείτε γιατί Εκείνος ξέρει.

12.00.

Ο μικρός έχει τα μάτια του πατέρα του, η κυρία θα περάσει πριν από την άλλη κυρία, η άλλη κυρία θα αργήσει διότι δεν έχει καλή μνήμη.

Καθόμαστε στο δωμάτιο με τους λευκούς τοίχους που βαριανασαίνουν, ακίνητοι, αμίλητοι, ασυγκίνητοι, για όλη μας τη ζωή. Ρίχνοντας κλεφτές καχύποπτες ματιές σε αυτό που δεν γνωρίζουμε, μα κυρίως κοιτώντας με προσοχή εκείνο το τεράστιο HOLTER ΠΙΕΣΗΣ.





Saturday, 3 May 2014

Φορντ Μάστανγκ

Ο κινητήρας μουγκρίζει καθώς η Μάστανγκ απομακρύνεται με εκατοντάδες χιλιόμετρα από τον κόσμο, από την πραγματικότητα, από τη ζωή.

Η άσφαλτος φλέγεται και κομματιάζεται κάτω από τις ρόδες της, ενώ η κοπέλα δίπλα σου χαΐδεύει ανέμελα τα ριγμένα στο πλάι, ξανθά μαλλιά της.

Ο αέρας σου μαστιγώνει το πρόσωπο και καθώς την παρατηρείς μέσα από τον καθρέφτη σκέφτεσαι αν θα μπορούσες να επιταχύνεις τόσο ώστε να ταξιδέψεις πίσω στο χρόνο. Τότε που η μόνη σου έγνοια ήταν αν θα o οι γονείς σου θα σε αφήσουν να παίξεις με τα παιδιά στην αλάνα, τότε που η μόνη σου σκοτούρα ήταν η κατσάδα της μητέρας σου όταν λέρωνες τη μπλούζα σου με παγωτό.

Ναι, θα βρισκόσασταν σίγουρα και τότε. Αφού είναι γραφτό ν' ανταμώνετε, να χωρίζετε και να ξανασμίγετε, ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου.


Άλλωστε, ήσουν δεν ήσουν πέντε χρονών όταν ο πατέρας σου σου είχε αγοράσει το πρώτο σου μοντέλο Φορντ Μάστανγκ σε μικρογραφία. Και να σου, τόσα χρόνια μετά, που οδηγούσες το αυθεντικό.


Thursday, 1 May 2014

Λευκό

Έλλειψη συγκέντρωσης. Ασθένεια. Αποτέλεσμα υψηλής ταχύτητας internet. Αποτέλεσμα υψηλού ρυθμού ζωής. Πιθανώς. Προσωπικώς αμφισβητουμένως. Εγώ δεν γνωρίζω. Μου το 'πανε. Γιατροί. Καλοί; Πιθανώς.

Η μητέρα. Η μητέρα μου. Μου το 'λεγε πάντα. Πιθανώς. Ότι δεν συγκεντρώνομαι. Ότι γενικά δεν. Εκείνη απογοητεύθη. Παντελώς. Εγώ αδιαφορώ. Προσωπικώς. 

Ενημερώθηκα στο νοσοκομείο. Τα νοσοκομεία. Ωραία κτίρια. Λευκοί τοίχοι. Μου αρέσει το λευκό. Οι γιατροί λένε ότι είναι σημάδι πραότητας. Ή τρέλας. Εγώ πάλι, πιστεύω ότι μου αρέσει το λευκό.

Η τρέλα. Η τρέλα είναι κάτι ακαθόριστο. Οι γιατροί λένε ότι δεν ξέρουν. Η ευκολία με την οποία χρησιμοποιείται ο χαρακτηρισμός τρελός συνηγορεί υπέρ τους. Η προσωπική μου άποψη πάλι, όχι. 

Η τρέλα καθορίζεται. Στα παράθυρα των δελτίων. Ο κόσμος καθορίζεται στα παράθυρα των δελτίων. Τα παράθυρα των δελτίων καθορίζουν τον κόσμο. 

Μ'αρέσουν τα παράθυρα. Όχι των δελτίων. Τα άλλα.

Τί λέγαμε;