Monday, 24 July 2017

Όμορφες αναμνήσεις

-H ομορφιά είναι εφήμερη.
-Και τελικά; Τί είναι αυτό που μένει;
-Οι αναμνήσεις.

-Αν είσαι όμορφος δεν αποκτάς αναμνήσεις που να αξίζουν;
-Ίσως ναι, ίσως όχι. Μα αλλού είναι το θέμα.
-Α ναι; Και πού είναι;
-Κι οι αναμνήσεις χάνονται. Το μυαλό γερνάει μαζί με το σώμα και το δέρμα.
-Και τί θα μας απομείνει στο τέλος;

-Μόνη βεβαιότητα ο θάνατος...

,σκέφτηκε ο μικρός Γιαννάκης, συνδιαλεγόμενος νοητά με τον εαυτό του, και αποτέλειωσε τρία δίπιτα με απ'όλα, μιας και η διατήρηση της σιλουέτας του φαινόταν πια να στερούταν νοήματος.

Thursday, 13 July 2017

Όνειρα που κάναμε μικροί

Όταν ήσουν μικρός, τα βράδια ή τα ξημερώματα, τις ώρες πριν το ξυπνητήρι σημάνει μια ακόμη μέρα στο σχολείο, ονειρευόσουν.

Ονειρευόσουν ότι σε κάποιο αγώνα μπάσκετ Τρίτης - Τετάρτης στο μεγάλο διάλειμμα, έκανες μια τρίπλα που τους άφηνε όλους άφωνους, και ύστερα ότι κάποιο αψεγάδιαστο τρίποντο ή μεγαλοπρεπές κάρφωμα -αν και το ύψος σου άγγιζε δεν άγγιζε το ένα και σαράντα- έβαζες.

Ή ότι κάποιο πέναλτυ, λίγο πριν τη λήξη της μπάλας και το κουδούνι που καλούσε τους μαθητές πίσω στις τάξεις, απέκρουες, χαρίζοντας τη νίκη -ή έστω, κάποια σπουδαία ισοπαλία- στην ομάδα σου.

Ή ότι "Άριστα" σε εκείνο το πολύ δύσκολο μάθημα, εκείνου του στριμμένου καθηγητή, που τώρα δεν θυμάσαι ούτε το πρόσωπό του, έπαιρνες ,κάνοντας την μισή τάξη να σκάει από την ζήλεια της, και την άλλη μισή να σε κοιτάει με θαυμασμό, ίσως και κάποιους -κορίτσια εάν ήσουν τυχερός- να σου πούνε μπράβο.

Ή, λίγα χρόνια μετά, ότι την Μαιρούλα, στο παγκάκι της πλατείας, φιλούσες, εκδηλώνοντας έτσι τα πρώτα σκιρτήματα της καρδιάς σου, και κερδίζοντας με το σπαθί σου το πρώτο σου κορίτσι.

Και ότι, αυτή την κουκέτα στο δωμάτιο που μοιραζόσουν με τα αδέρφια σου άφηνες, και ότι αγόραζες ένα μεγαλύτερο κρεβάτι, διπλό, για σένα, άντε και την Μαιρούλα. Ότι έπαιρνες αυτοκίνητο, ένα δυόροφο σπίτι στην εξοχή, και άντε, και την Μαιρούλα.



Και τώρα, τόσα χρόνια μετά τα "Άριστα", τις μπάλες και τις Μαιρούλες, αφού άλλαξες τόσα κρεβάτια, μεγάλα, μικρά, αναπαυτικά, σκληρά, μαλακά, διπλά, ημίδιπλα, υπέρδιπλα, πόλεις, χωριά, χώρες, έχεις ξαναγυρίσει σ'εκείνο το παλιό κρεβάτι πάνω στο οποίο ονειρευόσουνα μικρός, γιατί δεν μπορούσε ν'αντέξει η τσέπη σου πια ένα μεγαλύτερο κρεβάτι.

Και αντί για όνειρα, όταν ξυπνάς ιδρωμένος τη νύχτα μέσα στο άγχος, μετανιώνεις που δεν είχες φιλήσει τότε σ'εκείνη την πλατεία την Μαιρούλα. Και σκέφτεσαι ότι τώρα δεν θα ξανάχες ποτέ την ευκαιρία, μιας και είχες ακούσει ότι η Μαιρούλα είχε φύγει σε κάποια μακρινή χώρα, γιατί ποτέ της δεν είχε συμβιβαστεί με τον ύπνο σε παιδικά κρεβάτια.

Και αναρωτιέσαι, εκείνος ο άστεγος της γειτονιάς, που ολόκληρο πρόχειρο νοικοκυριό στο κεντρικό πεζοδρόμιο είχε στήσει, εκείνος ο πρόσφυγας που έβγαλε το χθεσινό βράδυ σ'ένα παγκάκι στην πλατεία ομονοίας, εκείνος που σου ζήτησε στον σταθμό του τρένου πενήντα λεπτά, τι όνειρα να έκαναν μικροί.

Αναρωτιέσαι, αν ονειρεύονται τώρα.




Sunday, 9 July 2017

Μέσα Μαζικής Μεταφοράς

 Οι πόρτες άνοιξαν μετά τον χαρακτηριστικό ήχο, και με τους επιβάτες να στέκονται πίσω από την κόκκινη γραμμή. Να μην καπνίζουν εντός του συρμού ή εντός του σταθμού.Εκείνος μπήκε, σχεδόν παραπατώντας.

Ακούμπησε με την πλάτη, στην απέναντι κλειστή πόρτα του Μετρό. Το τελευταίο του στήριγμα πριν την πτώση.  Στο Μετρό. Στη ζωή.

Τον παρατήρησα.

Λιγδωμένα καρέ μαλλιά, μπλουζάκι με σκισμένα μανίκια, λίγα πρόχειρα τατουάζ. Πρόσωπο ρουφηγμένο προς τα μέσα, κάποιες σκόρπιες τρίχιες που μαρτυρούσαν αξυρισιά. Πετσί και κόκκαλο.

Ένα διαρκές μπαλαντζάρισμα μπρος και πίσω, ένα απρόβλεπτο ζωντανό εκρεμμές, που σε ανάγκαζε να σκεφτείς ότι, δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα πέσει κάπου, είτε μπροστά είτε πίσω.

Ακουστικά στα αυτιά, και πείραγμα κουμπιών σε ένα παλιό κινητό, σαν να άκουγε ραδιόφωνο.
Και μια επαναλαμβανόμενη φράση. ""Το συκώτι δεν πονάει, με σφάζει".
Το βλέμμα του απλανές, κοιτούσε κάπου ακαθόριστα, πέρα από το Μετρό, πέρα από τους ανθρώπους πέρα από την ίδια την πραγματικότητα.
Αλλά και οι υπόλοιποι επιβάτες απεύφευγαν να κοιτάξουν προς το μέρος τους. Τον προσπερνούσαν με το βλέμμα τους και με το κορμί τους, αν και τύχαινε και τον πλησίαζαν για να βγουν ή για να μπουν. Σαν να μην υπήρχε.
Σαν οι άνθρωποι και αυτός να μην υπήρχαν στον ίδιο χώρο, αλλά σε δύο παράλληλες πραγματικότητες, που τύχαινε απλώς να συμπίπτουν χρονικά.

Τα βράδια τον έβλεπες σε κάποια σκοτεινή γωνιά της Ομόνοιας. να ζητάει λίγα ψηλά, ή να μπήγει στις εναπομείναντες φλέβες του κάποια χρησιμοποιημένη βελόνα. Οι περαστικοί τον προσπερνούσαν με το βλέμμα τους, και εκείνος με το δικό του.



Στεκόταν, εκεί στη στάση. Καταμεσήμερο, από τις πιο ζεστές μέρες εκείνου του καυτού  καλοκαιριού.

Το τρόλλεϋ διαμαρτυρόταν κατά την υπερπροσπάθεά του να μεταφέρει λίγους παραπάνω από τους προβλεπόμενους 120 όρθιους και 60 καθήμενους επιβάτες. Τα ρυάκια ιδρώτα από τα πρόσωπα των επιβατών, ενώνοντουσαν σε ένα τεράστιο ποτάμι που πίστευα πως θα μας έπνιγε. Μια δίκαιη τιμωρία της απόφασής μας να μη σεβαστούμε τα όρια του οχήματος.

Καθώς το τρόλλεϋ πλησίαζε στριγγλίζοντας στην στάση, τον παρατήρησα. Ρούχα πλουμιστά, βγαλμένα τόσο από μιαν άλλη εποχή, όσο και από την τωρινή, ή και από κάποια μετά. Ρούχα διαχρονικά. Γύρω του, τρία τέσσερα μελαμψά πιτσιρίκια, επίσης ντυμένα πλουμιστά, να κυνηγάνε το ένα το άλλο, σχηματίζοντας ένα πολύχρωμο γαϊτανάκι.

Έτεινε το χέρι του για να σταματήσει το τρόλλεϋ. Και ο οδηγός,λες και δεν υπήρχε κανείς στην στάση, επιτυχάνε. Το τρόλλεϋ σταμάτησε κάμποσα μέτρα μετά , κάνοντας εμφανές ότι δεν επρόκειτο περί στιγμιαίου λάθους αλλά οργανωμένου σχεδίου.Μια άρνηση εισόδου στον παράδεισο της υποφερτής μεταφοράς κατά την περίοδο καύσωνα, ένα βροντερό "δεν χωράς"σε ένα τρόλλεϋ που ούτε εμείς οι ίδιοι δεν χωρούσαμε.

Παρατήρησα τις αντιδράσεις των επιβατών. Δεν υπήρχε τίποτα που να υποδήλωνε κάποια διαταραχή της καθημερινότητάς τους. Δεν είχαν κοιτάξει καν προς το μέρος του ανθρώπου, που τώρα ξεστόμιζε βρισιές προς την οικογένεια και τα θρησκευτικά πιστεύω του οδηγού. Σαν να μη συνέβη καν το γεγονός.

Το βράδια τον έβλεπες κοντά σε κάποιο καταυλισμό κάποιας γειτονιάς, να γυρνοβολάει με τα πιτσιρίκια του, να προσπαθεί να τα μαζέψει για να μην απομακρυνθούν σε μέρη που δεν θα 'πρεπε.  Και οι περαστικοί τον προσπερνούσαν με τον βλέμμα τους, και ίσως να ήταν καλύτερα έτσι, γιατί τον τελευταίο καιρό όταν κάποιος έστρεφε την προσοχή του πάνω του, δεν ήταν για καλό λόγο.



Οι κινήσεις του ήταν διστακτικές. Βλέμμα χαμηλωμένο, που δεν διασταυρωνόταν με τα υπόλοιπα. 

Ανέβηκε στο λεωφορείο αργά, ψέλιζε σπαστά ελληνικά αν τύχαινε και παρά τις προσπάθειές του, αποκτούσε κάποια ανεπιθύμητη σωματική επαφή.

Το άλλο μέρος της επαφής συνήθως δεν αντιδρούσε,δεν μιλούσε, δεν μετακινούταν. Αυτό στην καλύτερη περίπτωση.

Επέλεξε ένα άδειο κάθισμα στο τέλος. Του λεωφορείου. Της ζωής. Τόσα χιλιόμετρα, με κάθε πιθανό μέσο που έχει θέσει ποτέ υπό την υπηρεσία του ο άνθρωπος, αλλά το ταξίδι δεν τελείωνε. Το βλέμμα του κοιτούσε στην άκρη του δρόμου,και σίγουρα και πέρα από αυτη. Τα δέντρα μεταμορφώντουσαν σε θάλασσες, ο δρόμος σε κακοτράχαλα μονοπάτια, οι πολυκατοικίες σε βουνοκορφές. Τα είχε διασχίσει και τα ξαναδιέσχιζε, και θα τα ξαναδιέσχιζε πνευματικά και φυσικά. Και αυτό στην καλύτερη περίπτωση.

Τα βράδια τον έβλεπες στην πλατεία Ομόνοιας, να στέκεται, εντός κάποιας σκόρπιας παρέας ταξιδευτών σαν και του λόγου του. Σκυφτός, ακίνητος και αμίλητος, με τον αγκώνα ακουμπισμένο στο γόνατο, για να στηρίζει το κεφάλι. Αν και πολλές φορές άκουγε τη γλώσσα του, ποτέ του δεν είχε νιώσει οικεία με τον τόπο που βρισκόταν. Από μακριά, έμοιαζε με άγαλμα πολιτικού σχολιασμού κάποιου ανερχόμενου γλύπτη. Οι περαστικοί διέσχιζαν το δρόμο τους, περνώντας από δίπλα του , από πίσω του, απέναντί του. Παρά τις προσπάθειές του, δεν κατάφερνε να αποποιηθεί το ρόλο του αγάλματος.



Καθόντουσαν δίπλα - δίπλα, σχεδόν κολλητά, άν και το βαγόνι δεν είχε πολύ κόσμο.


Που και που τους έβλεπα να ρίχνουν κλεφτές ματιές. Σαν ένα παιδί που ετοιμάζεται να κάνει σκανταλιά και εξετάζει τις πιθανότητες να μην τιμωρηθεί για αυτό.

Στην συνειδητοποίηση ότι στην τελευταία στάση το βαγόνι άδειασε με δυο - τρεις εξαιρέσεις, εκείνος έτεινε το χέρι του, και ο διπλανός ανταποκρίθηκε θετικά. Σφίξιμο των χεριών.Ένα χάδι που διήρκησε δευτερόλεπτα, αλλά ήταν αρκετό για να αλλάξει τη διάθεση μιας ολόκληρης μέρας και ίσως μιας ολόκληρης ζωής.

Οι επιβάτες φάνηκε να μην τους έχουν παρατηρήσει, να μην τους παρατηρούν, ή όσοι τους παρατήρησαν να αποστρέφουν γρήγορα το βλέμμα τους, σε μια εγκεφαλική προσπάθεια απόρριψης των πληροφοριών που μετέδιδαν τα ίδια τους τα μάτια.

Πριν κάμποσα χρόνια, τα βράδια, τους έβλεπες στις δημοτικές τουαλέτες του κέντρου, μια μικρή προστατευμένη φυλακή στην καρδιά της ελευθερίας της κόλασης.  Να αποζητάνε, ένα χάδι, ένα βλέμμα, λίγα δευτερόλεπτα στοργής ή πάθους.Η κοινωνία τους είχε εξορίσει σε δωμάτια δύο επί ένα, ώστε να μη χρειαστεί να τους συναντήσει. Δυο κόσμοι που υπήρχαν παράλληλα, αλλά δεν συναντιόντουσαν ποτέ.



Και κάπως έτσι, η ζωή κυλούσε. Εκείνοι ζούσαν, ζουν και θα ζούνε, με βλέμμα σε κάποια ακαθόριστη κατεύθυνση ώστε να μη διασταυρωθεί με τους υπόλοιπους. Και οι επιβάτες των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς τους προσπερνούσαν, προσπερνώντας τους και με το βλέμμα τους, σε μια αγωνιώδη προσπάθεια αδιάκοπτης συνέχισης της ήσυχης καθημερινότητάς τους. Μια επίμονη άρνηση της ύπαρξης των Άλλων. Δύο παράλληλοι κόσμοι που συνυπήρχαν χωρικά και χρονικά στον ίδιο.
Βαθιά μέσα τους όμως όλοι ήξεραν, ότι εκείνοι οι κόσμοι συνυπήρχαν τόσο κοντά, που στο τέλος θα συγκρούονταν βίαια.
Βαθιά μέσα τους ήξεραν ότι στο τέλος, μόνο ο ένας θα κατάφερνε να επιβιώσει.