Tuesday, 31 January 2012

Η Μαρία



"Πρέπει να κάνουμε τα πράγματα απλά αλλά όχι απλούστερα απ'ότι είναι", δηλώνει  ο Ντίμης Μπουρδέλογλου στο <εισάγετε όνομα  γνωστού κουτσομπολίστικου περιοδικού> . 

"Πφφφ, έχω βαρεθεί πια να βλέπω τσιτάτα διάσημων προσωπικοτήτων να περνιώνται ως πνευματική ιδιοκτησία τυχαίων τηλεμαϊντανών" είπα καθώς άφηνα το κουτσομπολίστικο περιοδικό <εισάγετε όνομα  γνωστού κουτσομπολίστικου περιοδικού> στο τραπέζι.

Ύστερα ρούφηξα μια τελευταία τζούρα από το τσιγάρο μου και έσβησα την γόπα στο τασάκι. Ήταν το 10ο τσιγάρο που κάπνιζα μέσα στις 2 τελευταίες ώρες.

"Πρέπει να κόψω το κάπνισμα ή να σταματήσω να σκέφτομαι την Μαρία" σκέφτηκα, αν και ήξερα πολύ καλά πως το πρώτο ήταν αδύνατο χωρίς το δεύτερο.

Η Μαρία ήταν ένα θεϊκό πλάσμα (ή τουλάχιστον έτσι μου φαινόταν εμένα) το οποίο εντοπιζόταν κυρίως στα γραφεία του δευτέρου ορόφου της εταιρίας που δούλευα εκείνη την περίοδο.
Μάτια λαμπερά, χαμόγελο απαστράπτον, μαλλιά μεταξένια και ένας κώλος κόλαση.
Δεν είχα ιδέα γιατί και πώς η Μαρία βρισκόταν στην εταιρία μου, γιατί αφενός αυτό που έκανα το 99% των ωρών που περνούσα εκεί μέσα ήταν να δουλεύω και αφετέρου δεν με ενδιέφερε καθόλου.

Το μόνο που θυμόμουν ήταν ότι μια φορά μετέφερε κάτι χαρτιά, παραπάτησε και τα χαρτιά της πέσανε. Ύστερα η Μαρία έσκυψε να τα πιάσει (κανείς δεν την βοήθησε - μετά κατάλαβα γιατί) και το κοντό φουστάνι που φορούσε αποκάλυψε ελαφρώς μία κωλάρα από άλλον πλανήτη (να γιατί) και λίγο -επαρκώς πρόστυχο- στρινγκάκι. Η μοίρα με ήθελε να βρίσκομαι λίγα βήματα από πίσω, και η Μαρία αφού μάζεψε όλη την χαρτούρα, σηκώθηκε, τίναξε τα μαλλιά της με περίσσια χάρη, και γυρίζοντας μου έριξε ένα χαμόγελο βγαλμένο από κλασσική διαφήμιση Colgate. Τότε ήταν που συνειδητοποίησα ότι είμαι ερωτευμένος.

Έκτοτε όταν βλεπόμασταν στην επιχείρηση ανταλλάζαμε ένα "γεια" (το δικό της συνοδευόταν με ένα λαμπερό χαμόγελο, το δικό μου με ελαφρύ στάξιμο σάλιου και στύση ολίγων δευτερολέπτων) και πάντοτε, μα πάντοτε, επανέφερα την σχεδόν θεία εκείνη στιγμή στο μυαλό μου.

Άλλη κουβέντα δεν είχαμε ανταλλάξει, πέραν των αυστηρώς τυπικών. Αυτό όμως δεν με εμπόδιζε να σκέφτομαι την Μαρία σχεδόν 24 ώρες το 24ωρο (παρεμβαλλόντουσαν κάποια εκνευριστικά διαλλείματα σε σχέση με θέματα επιβίωσης όπως "τί θα φάω", "τί θα πιώ", "πού θα χέσω") και να καπνίζω. Και κάπνιζα σαν πούστης, ο πούστης.

Περνούσα ώρες ολόκληρες έτσι, σκεπτόμενος την Μαρία και καπνίζοντας.
Όταν ήμουν σπίτι δε, έβαζα την κατάλληλη ερωτιάρικη μουσική  και στο τέλος τραβούσα και  καμιά μαλακία για πάρτη της κλείνοντας όμορφα τον κύκλο της ημέρας

Όμως εκείνη την ημέρα ήταν διαφορετικά. Δεν μπορούσα να αντέξω άλλο. Η σκέψη της μου πίεζε το κεφάλι, το μυαλό μου ήταν έτοιμο να εκραγεί. Κανένα τσιγάρο δεν με βοηθούσε, όσες φορές και να την έπαιζα δεν μπορούσα να ξεχαστώ, η νόησή μου ήταν ολοκληρωτικά αφοσιωμένη σε αυτό το πλάσμα, το αγγελικά πλασμένο.

"Αυτό ήταν! Δεν πάει άλλο! Θα πάω να της μιλήσω! Τώρα! Θα της πώ τα πάντα: τί νιώθω γιαυτή, τι ξυπνάει μέσα μου, πόσο την σκέφτομαι, τα πάντα!" φώναξα χτυπώντας με δύναμη το χέρι μου στο <εισάγετε όνομα  γνωστού κουτσομπολίστικου περιοδικού>.



"Καλά! Ίσως παραλείψω το κομμάτι με την μαλακία!" πρόσθεσα.


Κοίταξα το ρολόι του σαλονιού. Η ώρα ήταν τρεις το πρωί. Προς στιγμήν δίσταξα λόγω του αργοπορημένου της ώρας, όμως δεν άντεχα άλλο. Έπρεπε να το κάνω. Και σήμερα μάλιστα.

"Θα πάρω το αμάξι, θα οδηγήσω μέχρι το σπίτι της και θα της φωνάξω να μου ανοίξει" σκέφτηκα καθώς ντυνόμουν.

Προς απάντηση σε τυχούσα απορία αναγνώστη, η Μαρία δεν ήξερε σχεδόν τίποτε για μένα, όμως εγώ ήξερα τα πάντα για αυτήν. Τα πάντα. Με κάθε λεπτομέρεια. Από το τί μάρκα μακαρόνια προτιμούσε (Barilla no 6 αν δεν με απατούσε η μνήμη μου) μέχρι και το πού έμενε. Ήταν σχεδόν άρρωστο. Μα τί λέω, όχι σχεδόν,  ήταν άρρωστο.

" Ύστερα θ' ανεβώ σπίτι της και θα της πω ότι πρέπει να με ακούσει για λίγο. Μόνο για τρία λεπτά, και ότι αυτά που έχω να της πω είναι σημαντικά." σκέφτηκα καθώς κλείδωνα την πόρτα πίσω μου.


"Κι αν δεν μου ανοίγει;"
"Θα απειλήσω ότι θα φωνάζω μέχρι να σηκωθεί όλη η γειτονιά στο πόδι" αποφάσισα καθώς κατέβαινα τις σκάλες (κάτι τέτοιες στιγμές είμαι τόσο αγχωμένος που η ύπαρξη του ασανσέρ μου διαφεύγει).


"Κι αν δεν τη συγκινήσει αυτό και δεν ανοίξει;
"Το σπίτι της Μαρίας είναι διώροφη μονοκατοικία, και το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου είναι σχετικά χαμηλό. Δίπλα έχει ένα ξύλινο κατασκεύασμα από αυτά τα διακοσμητικά για τα αναριχώμενα φυτά. Θα σκαρφαλώσω σε αυτό και θα πηδήξω στο μπαλκόνι. Ύστερα θα χτυπήσω το τζάμι της μπαλκονόπορτας και αν δεν μου ανοίξει θα το σπάσω με μια πέτρα, από αυτές που έχει στις μεγάλες γλάστρες της", είπα καθώς προσπαθούσα να θυμηθώ πού ακριβώς είχα παρκάρει το μεσημέρι.

"Κι αν με απειλήσει ότι θα φωνάξει την αστυνομία;"
"Θα προσπαθήσω να τη καθησυχάσω, και θα της πω ότι απλά είμαι ένας ερωτευμένος που δεν μπορεί να τη βγάλει από το μυαλό του"
, σκέφτηκα καθώς έβαζα μπρος το αμάξι.



"Κι αν δεν την πτοήσει αυτό και πάρει το 100;"
"Θα μπορούσα να μπω στο σπίτι με τη βία και να την αρπάξω...Αλλά όχι, όχι, δεν πρέπει να γίνω επιθετικός. 


Θα φύγω αλλά θα ξαναεπιστρέψω με μια ανθοδέσμη, δυό κιθάρες και μια καντάδα που λέει τί ακριβώς αισθάνομαι γι' αυτήν. Ναι, αποκλείεται να μην πέσει με αυτό" σκέφτηκα καθώς έφτανα, πλέον, στην μονοκατοικία της Μαρίας.

"Το σχέδιό μου είναι σχεδόν τέλειο", αποφάνθηκα.
Χαμογέλασα ικανοποιημένος, κλείδωσα το αμάξι και πλησίασα το σπίτι του έρωτά μου.

Τα φώτα του σπιτιού ήταν αναμμένα. "Ωραία, δεν θα μπορεί να χρησιμοποιήσει ως δικαιολογία το ότι κοιμάται..."



"Και τώρα, ήρθε η ώρα της κρίσης".


Ξεφύσηξα.



"ΜΑΡΙΑ! ΜΑΡΙΑ! ΑΝΟΙΞΕ ΜΟΥ! ΜΑΡΙΑΑΑΑΑΑΑΑ!"  φώναξα τόσο δυνατά, που σίγουρα όλες οι Μαρίες σε ακτίνα τριών οικοδομικών τετραγώνων είχαν ανοίξει διάπλατα τις πόρτες των σπιτιών τους. Ή είχαν καλέσει την αστυνομία.

Ξαφνικά, ο άγγελος με μορφή ανθρώπου ξεπρόβαλλε στο μπαλκόνι.

Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά.  Ήμουν έτοιμος για τα πάντα. Για αρνήσεις, για απειλές, για βρισίδια, για την αστυνομία. Ένιωθα δυνατός. Μπορούσα να αντιμετωπίσω τα πάντα. Θα προσπαθούσα ξανά και ξανά, και στο τέλος η Μαρία θα γινόταν δικιά μου.

Το θεϊκό πλάσμα, έτριψε τα μάτια του νυσταγμένα και κοίταξε προς το μέρος μου.

"Ποιός είσαι; Και γιατί φωνάζεις;" ακούστηκε η φωνή της Μαρίας, σαν ψαλμός χιλίων Χερουβείμ.

"Μαρία...Ο Χρήστος είμαι, από τη δουλειά. Άνοιξε, πρέπει να μιλήσουμε..." της είπα, έτοιμος για όλα.

Λίγα δευτερόλεπτα σιωπής.

"Πέρνα μέσα...σου ανοίγω" είπε σιγά.


Πανικοβλήθηκα. Περίμενα τα πάντα, αλλα όχι αυτό. Να μου ανοίξει;  Αυτό όχι, ποτέ!

Άρχισα να τρέχω σαστισμένος μακριά από την Μαρία, μακριά από το σπίτι της....

"Γιατί αυτό; Γιατί Θέε μου σε μένα; Στις ταινίες ποτέ δεν γίνεται έτσι!" παραπονέθηκα καθώς έτρεχα με όλη μου τη δύναμη.






Friday, 27 January 2012

Τα πάντα είναι εδώ μέσα

"Ξόρκισε το θάνατο".

Αυτή ήταν η μόνη φράση που μου έλεγε. Η αγαπημένη του φράση.

"Ξόρκισε το θάνατο" μου επαναλάμβανε συνεχώς και έπαιρνε ένα ύφος το οποίο  φανέρωνε ότι γνώριζε το μυστικό και τον ακριβή τρόπο με τον οποίο μπορούσε να το υλοποιήσει.

"Νίκος ο τρελός". Αυτό ήταν το παρατσούκλι του  στη γειτονιά. Ήταν ένας μεσήλικας άστεγος ο οποίος τριγυρνούσε στην περιοχή με τα ίδια, φθαρμένα ρούχα.

Πολλές φορές, πλησίαζε τους περαστικούς και τους έλεγε ένα πράγμα. Μόνο ένα πράγμα:
"Ξόρκισε τον θάνατο".

Όλοι τον περνούσαν για τρελό και λέγαν διάφορες ιστορίες για το παρελθόν του. Ότι τάχα κάποτε ήταν επιτυχημένος και σπουδαίος, με οικογένεια. Και κάποια στιγμή έχασε τα λεφτά του και το σπίτι του με άγνωστο τραγικό τρόπο και η γυναίκα και τα παιδιά του τον παράτησαν. Και τον άφησαν μόνο, να περιφέρεται στους δρόμους. Εξ'ου και τρελάθηκε, εξ'ου και το προσωνύμιό του.

Όλοι τον περνούσαν για τρελό λοιπόν. Όλοι, εκτός από μένα.
Εμένα ο Νίκος δεν μου φαινόταν καθόλου τρελός. Το κάθε άλλο. Ήμουν σίγουρος ότι τα ευγενικά, γαλάζια μάτια του και το αγαθό του βλέμμα δεν θα  μπορούσαν να κρύβουν τρέλα. Ίσως να έκρυβαν μια ιδιαίτερη σοφία.
Μια πρωτότυπη γνώση που ο κόσμος δεν ήταν έτοιμος να την δεχτεί. Ναι, μια πρωτοτότυπη, ιδιαίτερη γνώση. Και σίγουρα, όχι τρέλα.

Οι συναντήσεις μας πάντοτε ήταν τυχαίες. Είτε σε κάποιο παγκάκι της πλατείας, είτε σε καφενείο της γειτονιάς, είτε στο δρόμο, όλο πάνω του έπεφτα.

Πολλές φορές με αναγνώριζε και με πλησίαζε μόνος του. Ποτέ όμως, δεν με χαιρετούσε.

"Ξόρκισε το θάνατο" μου έλεγε κατευθείαν ψιθυριστά και εγώ ποτέ δεν καταλάβαινα τη σημασία της έκφρασης. Ύστερα όμως, με κοιτούσε στα μάτια, μ'ένα ύφος που μου φανέρωνε ότι έπρεπε να το καταλάβω μόνος μου. Και έτσι, έπνιγα την απορία μου και προσπαθούσα να βρω την απάντηση σιωπηλά. Μόνος.

Δεν ήταν λίγες οι φορές περνούσαμε ώρες μαζί. Μόλις συναντιόμασταν, μου έλεγε να "ξορκίσω το θάνατο", και ύστερα καθόταν δίπλα μου.
Καθόμασταν έτσι, αμίλητοι, για ώρες ολόκληρες. Κάπου - κάπου τον κερνούσα και καμιά μπύρα και εκείνος την έπινε με ευχαρίστηση.

Μια μέρα ήρθε και με βρήκε σ'ένα παγκάκι που καθόμουν. Φαινόταν διαφορετικός από τις άλλες φορές. Κάθισε, βούτηξε τα χέρια μου, τα έσφιξε δυνατά με τα δικά του και μου είπε με μάτια γεμάτα δάκρυα:

"Ξόρκισε το θάνατο! Πρέπει να ξορκίσεις το θάνατο!"

Τότε, εγώ δεν άντεξα και τον ρώτησα:

"Πώς θα το κάνω αυτό; Πώς θα ξορκίσω το θάνατο;"

Εκείνος ξαφνικά άλλαξε τελείως ύφος. Η γαλήνη πλημμύρισε το πρόσωπό του. Άφησε τα χέρια μου, και έδειξε το κεφάλι του.

"Τα πάντα είναι εδώ μέσα." μου είπε.

"Εδώ" επανέλαβε αργά, κουνώντας πέρα δώθε τον δείκτη του.

Ύστερα έφυγε, αφήνοντάς με, όπως πάντα, με την απορία.

"Τα πάντα είναι εδώ μέσα..."


Την επόμενη  μέρα ο φούρναρης της γειτονιάς μου είπε πως ο "Νίκος ο τρελός" νοσηλευόταν σε κάποιο κεντρικό ίδρυμα.

Απ'ότι μου είπε, το προηγούμενο απόγευμα είχε σκαρφαλώσει στο κεντρικό συντριβάνι της πλατείας και φώναζε με όλη του τη δύναμη "Ξορκίστε το θάνατο! Ξορκίστε το θάνατο!". Γρήγορα μαζεύτηκε πολύς κόσμος και κάποιος κάλεσε την αστυνομία.

Λίγο πριν φτάσει  η αστυνομία μαζί με ένα ασθενοφόρο, εκείνος φάνηκε να χάνει τις αισθήσεις του, έπεσε κάτω από το συντριβάνι, και το ασθενοφόρο τον μετέφερε στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν μέχρι και εκείνη τη στιγμή.




Μισή ώρα αφού έμαθα το περιστατικό, εγώ άνοιγα την πόρτα του δωματίου 306 της πτέρυγας των "παραφρόνων" του νοσοκομειακού ιδρύματος "Υγεία".

Αναρίγησα ολόκληρος όταν τον είδα.  Τα χέρια του και τα πόδια του δεμένα, και εκείνος διασωληνομένος, να κοιτάζει με ένα βλέμμα απλανές το περιβάλλον του.

 Σε μια καρέκλα δίπλα, ένας νοσοκόμος με αυστηρό ύφος να επιβλέπει αυτό το "ταραχοποιό στοιχείο".

Τοποθέτησα τα λουλούδια που του είχα φέρει στο κομοδίνο δίπλα του και του έγνεψα με το χέρι. Δεν  φάνηκε να με καταλαβαίνει.

"Τα ηρεμιστηκά τον έχουν ναρκώσει", μουρμούρισε ο αυστηρός φύλακάς του.

Με αργά βήματα πλησίασα πιο πολύ το κρεββάτι του και έσκυψα του αυτί του. "Ξόρκισε το θάνατο",  του ψιθύρισα. Τίποτα.

"Τα πάντα είναι εδώ", είπα, ακουμπώντας το κεφάλι μου.

Αυτό φάνηκε να τραβάει κάπως την προσοχή του.

Με όση δύναμη του είχε απομείνει, τέντωσε το λαιμό του και ο νοσοκόμος-μπουλντόγκ πετάχτηκε για μια στιγμή από την καρέκλα περιμένοντας ότι "ο επικίνδυνος τρελός" θα μου έκανε κακό.

Ο Νίκος έστριψε το κεφάλι του προς τα 'μένα και με κοίταξε, με μάτια υγρά από το φάρμακο και την κούραση.


"Τον φοβάμαι τον θάνατο", μου είπε αργά.

Γύρισα από την άλλη και έφυγα γρήγορα, σκουπίζοντας όπως όπως τα δάκρυα από τα μάτια μου. Δεν μπορούσα να αντέξω άλλο εκεί μέσα.




Δεν ξανάκουσα ποτέ νέα του Νίκου. Άλλοι λένε ότι πέθανε σε κείνο το ίδρυμα, άλλοι ότι τον μετέφεραν σε διάφορα μέρη μέχρι να πεθάνει, άλλοι πάλι ότι τον άφησαν ελεύθερο και πέθανε μόνος, στο δρόμο...

Όμως εγώ δεν πιστεύω τίποτα απ' όλα αυτά.

Μέχρι και σήμερα, θέλω να πιστεύω ότι "ο Νίκος ο τρελός" πέτυχε αυτό που ήθελε τόσο καιρό, αυτό που πρέτρεπε όλη την ανθρωπότητα να κάνει:

Κατάφερε να "ξορκίσει το θάνατο".

Friday, 20 January 2012

Ένας καθημερινός διάλογος

"Τί θα γίνει με μας;"

"Δεν ξέρω", απάντησα με σχετικά αδιάφορο ύφος.

"Δεν αντέχω άλλο..."

"Και τί μπορώ να κάνω εγώ γι'αυτό;"

"Τα ξέρω όλα ξέρεις...Για την Λουίζα, για το παιδί, όλα..."

"Εκείνη η πουτάνα η Μαρία στα 'πε ε; Το ήξερα ότι δεν ήταν άτομο εμπιστοσύνης αυτή η καριόλα!"

"Δεν αντέχω, άλλο...Σ'αγαπώ..."

Έμεινα σιωπηλός, ως ένδειξη ανωτερότητας. Μπορεί να φαίνομαι κακός, αλλά κάτι τέτοιες σπάνιες που εγώ ήμουν από πάνω και αυτή από κάτω τις απολάμβανα και με το παραπάνω.


"Πες μου ότι με αγαπάς και συ..."


"Τί να σου πω; Η αλήθεια είναι ότι δεν μ'αρέσει να δεσμεύομαι. Δεν ξέρω αν σ'αγαπώ. Δεν είμαι σίγουρος" είπα διατηρώντας την "κυριαρχία" μου στο "παιχνίδι" λίγο παραπάνω.


"...Διαλέγεις ΥΦΑΝΤΗΣ, διαλέγεις ποιότητα. Τώρα, και με 30% λιγότερα λιπαρά",

απάντησε η τηλεόραση μου μόλις το είχε γυρίσει σε διαφημίσεις.

Thursday, 19 January 2012

Μια ιστορία αγάπης

"Θέλω να σε γαμήσω."

Έτσι ξεκινάει κάθε ιστορία αγάπης που σέβεται τον εαυτό της. Στο μυαλό του άντρα τουλάχιστον.

Έπειτα, η γυναίκα, τον πηγαίνει σχεδόν με το ζόρι σπίτι της όπου και βγάζει πρόθυμα την μπλούζα αποκαλύπτοντας τα βυζιά της που είναι πολύ μεγαλύτερα απ'όσο θα μπορούσε κανείς να φανταστεί βλέποντάς την ντυμένη.
Ύστερα ο άντρας τη ρίχνει στο κρεβάτι, όπου πηδιούνται λυσσασμένα για 14 ώρες, χωρίς προκαταρκτικά. Εκείνος τελειώνει 5 φορές, αυτή 10 σκούζοντας και υπενθυμίζοντάς του επανειλλημένα πόσο μεγάλο τον έχει. Κατά τη διάρκεια του σεξ, σπάνε 7 σούστες από το στρώμα και ακούγονται σε ακτίνα δύο οικοδομικών τετραγώνων. Και μιλάμε για μεγάλα τετράγωνα.


Στο μυαλό της γυναίκας τα πράγματα είναι λιγάκι διαφορετικά. Ένας μυστήριος τύπος εμφανίζεται μπροστά της στο μπαρ. Αυτή δεν μπορεί να διακρίνει καλά το πρόσωπό του λόγω του χαμηλού φωτισμού.

"Ξέρεις, έχω ένα πρόβλημα" της λέει με φωνή τόσο αισθησιακή που στο άκουσμά της και μόνο θα μπορούσε να τελειώσει.

"Άκουσες για την ανακάλυψη στο CERN; Που 'καταρρίπτει' τη θεωρία της σχετικότητας; Αναρωτιέμαι αν αυτό ισχύει και για υποατομικά σωματίδια, σε θετικά φορτισμένους 7-διάστατους χώρους χωρίς βαρύτητα, δεδομένης πάντα αρκούντως υψηλής επιτάχυνσης. Με προβληματίζει τόσο πολύ, που δεν μπορώ να κοιμηθώ."

Ύστερα της λέει κάτι σχετικά με το πως η στάση της και η αλληλεπίδρασή της με το χώρο αποκαλύπτουν την ευφυία και τη φινέτσα της, χωρίς να παραλείπει ποτέ να είναι τρυφερός και στοργικός, απόμακρος μα και συνάμα οικείος, μυστηριώδης τύπος που όμως της ανοίγει την καρδιά του λίγο - λίγο καθ'όλη τη διάρκεια της νύχτας. Έπειτα αποχωρίζονται με ένα "καληνύχτα" το οποίο ο κύριος το συνοδεύει με χειροφίλημα. Εκείνη τη στιγμή το πρόσωπό του φωτίζεται και αποκαλύπτει ένα πανέμορφο, γυμνασμένο ξανθό άντρα με γαλάζια μάτια, γωνίες και θεληματικό πηγούνι (ή μελαχρινό αξύριστο με πολύ σκούρα καστανά για τις εναλλακτικές - οι γωνίες και το πηγούνι παραμένουν). Εκείνη τον είχε ήδη ερωτευτεί αλλά όλως τυχαίως ανακαλύπτει ότι είναι και όμορφος.


Η συζήτηση συνεχίζεται στο ραντεβού της επόμενης μέρας, σε μέρος που αυτός επιμένει να μην της αποκαλύψει μέχρι να φτάσουν με τη διθέσια Πόρσε του. Τελικά είναι μια παραλία. Η ώρα είναι 8μιση, ο ήλιος δύει, ο ουρανός έχει τα πιο γλυκά και κοκκινωπά του χρώματα, και κάνουν μια τεράστια βόλτα κατά μήκος της παραλίας. Όταν βραδιάσει ξαπλώνουν, αυτή κρυώνει λίγο και εκείνος βγάζει μια κουβέρτα από την τσέπη του και τη σκεπάζει. Κουρνιάζει στην αγκαλιά του, και εκείνος μένει ξύπνιος για να της χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά μέχρι να ξημερώσει και να ξυπνήσει.

Κάποια ραντεβού μετά καταλήγουν να πηδιούνται λυσσασμένα στο σπίτι του. Εκείνος τελειώνει 5 φορές αυτή 30. Κατά τη διάρκεια του σεξ σπάνε 7 σούστες από το στρώμα και ακούγονται σε ακτίνα δύο οικοδομικών τετραγώνων. Αλλά όλα αυτά παρεπιμπτόντως.


Η πραγματικότητα βέβαια, είναι ακόμη πιο διαφορετική. Στην ιστορία μας, ο άντρας θα αναφέρεται ως "εκείνος" και η γυναίκα ως "εκείνη", γιατί στη θέση τους θα μπορούσε να βρισκόμουν εγώ, εσείς, ο άγνωστος γείτονάς σας, ο οποιοσδήποτε τέλος πάντων.



Η ιστορία μας αρχίζει σ'ένα μπαρ.

Εκείνος την έχει κοζάρει από ώρα. Είναι όμορφη κοπέλα, χωρίς να είναι κάτι το ιδιαίτερο. Έχει λίγη κυτταρίτιδα και μεγάλη μύτη, αλλά κατά τ'άλλα καλή. Ο κώλος δε, πολύ καλός. Τόσην ώρα εκείνος ζυγίσει τις πιθανότητες να του κάτσει και επεξεργάζεται στο μυαλό του κάποια καλή ατάκα για ν' ανοίξει τη συζήτηση. Τελικά την πλησιάζει.


"Γεια" της λέει - δε γαμιέται, οι καλές ατάκες υπάρχουν μόνο στις ταινίες. Είναι λίγο φοβισμένος στην σκέψη της χυλόπιτας και προσπαθεί με τα χίλια ζόρια να το παίξει άνετος. Και αυτό, δυστυχώς, φαίνεται.

"Γεια σου" του απαντάει εκείνη. Έχει ακουμπήσει τους αγκώνες της στη μπάρα και φαίνεται πολύ χαλαρή. Το περίμενε ότι θα της μιλούσε. Είναι ο τρίτος εκείνη τη νύχτα, και περιμένει πολλούς ακόμη, μιας και έχει φορέσει το πιο κολλητό της κολάν.

Εκείνος τη βλέπει άνετη και κομπλάρει λίγο. Το ξέρει ότι της έχουν μιλήσει κι άλλοι. Πρέπει να την εντυπωσιάσει και γρήγορα.

"Όλα καλά;" λέει, και χαστουκίζει τον εαυτό του νοητά για την επιεικώς ηλίθια ατάκα που επέλεξε.


Όλη τη νύχτα προσπαθεί να την εντυπωσιάσει. Θέλει να επιλέξει ατάκες που πιστεύει ότι θα την κάνουν να γελάσει και παράλληλα θα εμπεριέχουν και υποσυνείδητα σεξουαλικά υποννοούμενα. Αλλά επειδή κάθε φορά που το έκανε αυτό στο παρελθόν αποτύγχανε παταγωδώς, μένει μόνο στο χιούμορ.

Ιδρώνει σχεδόν κάθε φορά που λέει κάτι, και περιμένει την ανταπόκρισή της σαν υπέρτατη έγκριση της συνέχειας της ομιλίας του. Φοβάται ότι από στιγμή σε στιγμή η οθόνη θα βγάλει "Game Over".

Όταν δε μιλάει, σχεδιάζει προσεκτικά την επόμενη ατάκα. Δεν ακούει καν τί λέει εκείνη.

Είναι ένα απόρθητο κάστρο και αυτός είναι ο αρχηγός της πολιορκίας. Πρέπει να βρει μια έξυπνη στρατηγική για να το κατακτήσει.


Εκείνη από την άλλη είναι υπερβολικά άνετη. Είναι ο εαυτός της. Και γιατί να μην είναι; Στην τελική υπάρχει και ο Τάσος. Έχουν κάτι χαλαρό μαζί, αλλά εκείνος τη γουστάρει και ξέρει ότι δύσκολα θα την αφήσει.

Ο τύπος της φαίνεται σχετικά αδιάφορος, με αξιοπρεπή εμφάνιση. Πού και πού λέει κάτι πετυχημένα, ίσως να μπορεί να γίνει και αρκετά ευχάριστος. "Ok, προς το παρόν του δίνω το ok" σκέφτεται από μέσα της, και περιμένει να δει πως θα εξελιχθεί η βραδιά (αν και, μεταξύ μας, δεν του δίνει και πολλές πιθανότητες). "Στην χειρότερη, ίσως να μπορεί να γίνει ένας καλός φίλος", σκέφτεται.


Προς το τέλος της βραδιάς, εκείνος εφευρίσκει μια τρομερή αφορμή, του τύπου "Α τί καλά! Πας και εσύ για μηνιαίο μανικιούρ στην κυρία Σούλα στην Κηφισσιά; Μένω Πειραιά αλλά πάντα εκεί πάω, είναι το καλύτερο! Δώσε μου το τηλέφωνό σου να πάμε μαζί μια μέρα, έτσι για παρέα!"

"Δε γαμιέται", σκέφτεται εκείνη και του το δίνει. Εκείνος το παίρνει ως σημάδι και σκέφτεται ότι το γκομενάκι σε μια βδομάδα το πολύ θα σέρνεται στα πόδια του.

Ύστερα αποχαιρετίζονται με ένα σταυρωτό φιλί (που προέρχεται από την κρυφή επιθυμία εκείνου για κάτι μεγαλύτερο) το οποίο συνοδεύεται από την ατάκα "καληνύχτα" από εκείνη, και την απάντηση "θα τα ξαναπούμε σύντομα" από εκείνον.


Αποφασίζει να το παίξει αδιάφορος και έτσι περιμένει 8 ολόκληρες ώρες μέχρι να την πάρει τηλέφωνο.

Της λέει να βγούνε για καφέ, εκείνη του απαντάει ότι δεν μπορεί και αυτό το πράγμα επαναλαμβάνεται αρκετές φορές.

Παράλληλα όμως, μιλάνε συνεχώς στο facebook/twitter/myspace/MSN και εκείνος φροντίζει να τις στέλνει SMS κάθε 1,4 ώρες κατά μέσο όρο.


Κάποια μέρα, ο Τάσος με τον οποίο είχε εκείνη κάτι χαλαρό και τη γούσταρε πολύ, της κάνει μαλακία. Τσακώνονται, ψιλοχωρίζουν και αμέσως εκείνη σκέφτεται εκείνον και τον παίρνει τηλέφωνο.


Εκείνος κάνει μπάνιο εκείνη την ώρα και σκοτώνεται να πιάσει το τηλέφωνο, στην υποψία του ότι υπάρχει μια πιθανότητα να παίρνει εκείνη. Καθώς βγαίνει από την μπανιέρα, γλιστράει στις ίδιες του τις σαπουνάδες, σκάει φαρδύς πλατύς στο πάτωμα και ύστερα τρέχει στα τέσσερα να πιάσει το σταθερό.

Σχεδόν αμέσως συνειδητοποιεί ότι τον παίρνει στο κινητό και όχι στο σταθερό και με ένα άλμα εις μήκος που θα ζήλευε και ολυμπιονίκης επιστρέφει στο μπάνιο όπου είχε το κινητό του, για να το προλάβει στον τελευταίο χτύπο.

Εκείνη του προτείνει να "πάνε βόλτα" και εκείνος προσποιείται ότι το σκέφτεται για 0,3 δευτερόλεπτα για να της απαντήσει "μάλλον ναι". Η στιχομυθία εξελίσσεται ως εξής:

"Καλά αν δεν μπορείς, δεν πειρά..."

"8μιση η ώρα κάτω από το σπίτι σου".


Μέχρι της 8μιση φροντίζει να γίνει λιώμα από το αλκοόλ ώστε να είναι "πιο εκφραστικός".


Στη βόλτα, με κάποιο περίεργο τρόπο, καταφέρνει να κάνει και την άλλη να πιει και κατά τις 11 το βράδυ φασώνονται σε κάποιο ερημικό πάρκο.


Μετά από κανά 45λεπτο εκείνη του λέει ότι θέλει να την πάει σπίτι. Εκείνος το κάνει έχοντας την παράλογη προσδοκία να του πει να ανέβει σπίτι της.

Προφανώς εκείνη ουδέποτε είχε τέτοιο σκοπό στο μυαλό της, απλώς ήθελε κάποιον να τη πάει σπίτι γιατί ήταν αργά και φοβόταν. Εκείνος δεν πτοείται, της το προτείνει ο ίδιος μόνο και μόνο για να πάρει ένα ξερό "όχι μωρέ, είναι αργά" το οποίο ακολουθείται από ένα φιλί στο μάγουλο και το κλείσιμο της πόρτας.


Την επόμενη μέρα το πρωί εκείνος λαμβάνει ένα SMS από εκείνη το οποίο λέει "sorry για ό,τι έγινε χθες ήταν λάθος, καλύτερα να μείνουμε μόνο φίλοι".


Προφανώς εκείνος δεν τα δέχεται έτσι αυτά, είναι το αρσενικό, ο κυρίαρχος, και έτσι την παίρνει 58 απανωτά τηλέφωνα, από τα οποία αυτή δεν απαντάει κανένα. Έχει προνοήσει όμως και της έχει στείλει παράλληλα 124 sms τα οποία λένε "όχι δεν ήταν", "θέλω να σου μιλήσω", "σε θέλω" "πάρε με τηλέφωνο", "πάρε με τώρα", "Άσε μας ρε μάνα" και "Μαλάκα Μάκη θα τη δούμε την μπάλα απόψε;". Και όλα αυτά ανακατεμένα.

Εκείνη από την άλλη είναι μπερδεμένη. Δεν ξέρει τί να κάνει, δεν ξέρει γιατί φασώθηκε με εκείνον, δεν ξέρει γιατί την κεράτωσε ο Τάσος που τόσο πολύ τη γούσταρε, δεν ξέρει καν ποιός θα φύγει την επόμενη βδομάδα από το Big Brother.


"Μήπως κάνω κάτι λάθος; Μήπως έχω μαλακομαγνήτη; Μήπως δεν είμαι αρκετά όμορφη;" αναρωτιέται καθώς ανασηκώνει τα βυζιά της μπροστά από τον καθρέφτη.

Όλα αυτά όμως ξεδιαλύνουν στο μυαλό της με ένα τηλεφώνημα του Τάσου ο οποίος της έλεγε ότι και χθες πηδήχτηκε με άλλη αλλά ζητούσε ειλικρινά συγγνώμη για ό,τι συνέβη και της υποσχόταν να μην ξανασυμβεί (και αύριο).

Μετά από μισή ώρα εκείνη πάει σπίτι του Τάσου, όπου πηδιούνται σαν να μην υπάρχει αύριο. Εκμυστηρεύονται ο ένας στον άλλο πόσο πολύ αγαπιούνται και υπόσχονται να μην ξανακάνουν πουστιές μεταξύ τους και ό,τι από εκεί και πέρα "τα έχουν κανονικά".


Με εκείνον δεν μιλάνε καθόλου για δυό μήνες και εκείνη να απορεί γιατί δεν προσπαθεί εκείνος να επικοινωνήσει μαζί της και αναρωτιέται μήπως τελικά δεν την θέλει αρκετά.


Μια ωραία μέρα λοιπόν, εκείνος βλέπει ένα "geia!!!" στο facebook και κοντεύει να πνιγεί με τα ίδια του τα κορνφλέηκς. Είναι από εκείνη.


Από τότε, εκείνος και εκείνη αρχίζουν να ξαναμιλάνε πολλές ώρες, κάθε μέρα. Facebook/Twitter/Myspace/MSN/SMS και τα ρέστα, πάντα όμως "φιλικά".


Όπως τα φέρνει η πουτάνα η ζωή όμως, μια μέρα τυχαίνει να πηδηχτούν και να αρχίσουν μια μέτρια σχέση με μέτριο σεξ.

Καφέ, κλαμπς, μπαρς, σινεμάδες, απ'όλα τα 'χει ο μπαξές, γρήγορα όμως ο ένας θα βαρεθεί ο ένας τον άλλο.


Κάποια μέρα εκείνη θα του παραπονεθεί ότι δεν την αγαπάει αρκετά, εκείνος θα πει ότι την αγαπάει, εκείνη θα του απαντήσει ότι πρέπει να της το δείχνει περισσότερο και εκείνος θα της πει "χέσε μας ρε Μαρία".

Κάποια άλλη μέρα, εκείνος θα της αποκαλύψει ότι έχει σοβαρές υποψίες ότι πηδιέται με τον φίλο του τον Μάκη και εκείνη θα του απαντήσει ότι "είναι μαλάκας".


Για μεγάλα διαστήματα θα χωρίζουν και μετά θα τα ξαναφτιάχνουν, μέχρι μια μέρα να χωρίσουν οριστικά και να μην ξαναμιλήσει ποτέ ο ένας στον άλλο.



Και να φανταστείτε ότι η εναλλακτική είναι να παντρευτούνε.

Wednesday, 18 January 2012

Κωστάκης ο Σκληρός

Ήταν σκληρό παιδί ο Κωστάκης. Αυτό του το αναγνώριζε όλη η παρέα. Ανεξάρτητα από τα όποια ελαττώματά ή προτερήματά του, το ότι ήταν πολύ σκληρός ήταν γεγονός.

Μια φορά λοιπόν που τον πέτυχα τυχαία στο δρόμο, ήρθε φουριόζος προς το μέρος μου. Τον κοίταξα. Φαινόταν έξαλλος.

"Άκου εκεί ρε! Την πουτάνα ρε! Να μου πει εμένα ρε!" φώναζε οργισμένος, εκτοξεύοντας ταυτόχρονα σταγονίδια σάλιου προς κάθε κατεύθυνση.

"Τί έγινε ρε Κωστάκη;" τον ρώτησα εγώ αμέσως, αρκετά ανήσυχος.

"Τί να γίνει ρε; Τί να γίνει; Την πουτάνα ρε! Δεν βρέθηκε ακόμη η γυναίκα που θα μου μιλήσει έτσι εμένα ρε!"

"Σου έκανε μαλακία κάποια ρε Κωστάκη; Καινούρια περίπτωση; Και εγώ να μην ξέρω τίποτα; Για πες, πού τη γνώρισες;"

Ο Κωστάκης, καταλαβαίνοντας ότι με τις φωνές δεν επρόκειτο να βγάζαμε άκρη, πίεσε τον εαυτό του να ηρεμίσει. Μετά από σχεδόν ένα λεπτό σιωπής, ξαναμίλησε.

"Τί εννοείς πού την γνώρισα; Δεν την ξέρω καν!"

"Ε; Μα τώρα δεν είπες ότι κάποια σου μίλησε κάπως;" ρώτησα γεμάτος απορία.


"Ναι, η πουτάνα!" φώναξε ο Κωστάκης που είχε αρχίσει να ξαναφορτώνει.


"Και; πού την ξέρεις αυτή την 'πουτάνα';"


"Δεν την ξέρω σου είπα! Από το τηλέφωνο."

"Ε;"

"Να, ήμουν σπίτι, πεινούσα και δεν είχα τίποτα για φαί. Βρήκα ένα τυχαίο προσπέκτους από τον σωρό με τα προσπέκτους ντελιβεράδικα και πήρα τηλέφωνο την "πίτα του Μάκη"."

"Και;"


"Και το σηκώνει μια καριόλα τηλεφωνήτρια, και τί μου λέει;"


"Τί σου λέει;"

"Λέγετε;"

"'Λέγετε;'"


"'Λέγετε;'" ρε! 'Ναι'! Η πουτάνα! Που θα μου πεί εμένα ΄Λέγετε;'"

"Και συ τί έκανες;"

"Τί να κάνω; Της το κλεισα στα μούτρα της πουτάνας! Άκου εκεί, να μου πει εμένα 'λέγετε;'"

Η αλήθεια είναι ότι είχα μείνει λίγο μαλάκας, αλλά επίσης αλήθεια είναι ότι το καλύτερο που είχες να κάνεις όταν ο Κωστάκης βρισκόταν σε στιγμή έκρηξης, ήταν να τον αφήσεις απολύτως ήσυχο.
Έτσι συμπεριφέρθηκα σαν να μου είχαν πει το πιο λογικό πράγμα του κόσμου.

Μόλις βεβαιώθηκα ότι η μπόρα είχε περάσει, και με κίνδυνο της σωματικής μου ακεραιότητας, του είπα, όσο πο μαλακά μπορούσα:

"Ξέρεις Κωστάκη,νομίζω, χωρίς να ξέρω κιόλας, ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις, καλό είναι να δρας λίγο διαφορετικά".

Εκείνος, με κοίταξε για λίγη ώρα με μάτια έτοιμα να πεταχτούν έξω από τις κόγχες τους και την καρδιά μου να χτυπάει γρήγορα, μετά από λίγο όμως ηρέμησε απότομα και με αγκάλιασε σφιχτά.


"Έχεις δίκιο", μου είπε,"έχεις δίκιο". Ύστερα με φίλησε σταυρωτά και απομακρύνθηκε τόσο γρήγορα όσο είχε εμφανιστεί.





Λίγες μέρες αργότερα, σε κάποιο μεσημεριανό δελτίο, έμαθα ότι μια νεαρή υπάλληλος συνοικιακής ψησταριάς βρέθηκε άγρια δολοφονημένη στο διαμέρισμά της. Ο δράστης ήταν, μέχρι και τότε, εξαφανισμένος.


Δεν έχω ιδέα πώς είχε μάθει διεύθυνση, όνομα τηλέφωνο και λοιπά στοιχεία, αλλά ένα ήταν το μόνο σίγουρο:

Ήταν σκληρό παιδί ο Κωστάκης.

Saturday, 14 January 2012

1 χρόνος koultoura (στο internet)

Σας ευχαριστώ πολύ όλους. Ξέρετε ποιοί είστε.

Η Ελένη

Την Ελένη τη γνώρισα στο Πικέρμι που πηγαίναμε τα Σαββατοκύριακα με τους γονείς μου.

Εγώ ήμουν έξι, εκείνη δεκατριών και λόγω της έλλειψης παιδιών στη γειτονιά και της ντεμέκ φιλευσπλαχνίας που αρχίζει να αναπτύσσεται σε εκείνες τις ηλικίες στις γυναίκες, κάναμε πολύ παρέα.

Η Ελένη μόλις άρχιζε να αναπτύσσεται, εγώ μόλις άρχιζα να συνειδητοποιώ ότι τα κορίτσια δεν υπάρχουν μόνο και μόνο για να τα κοροϊδεύεις οπότε ο έρωτας ήταν αναπόφευκτος. Την ερωτεύτηκα σφόδρα λοιπόν, και μια μέρα που καθόμασταν στην αλάνα αποκαμωμένοι μετά από παιχνίδι και βλέπαμε το ηλιοβασίλεμα, γύρισα προς το μέρος της και με πολύ σοβαρό ύφος της είπα:

"Ελένη, θέλεις να με παντρευτείς;"

Εκείνη έμεινε για λίγο άφωνη, και εγώ, λες και ήθελα να μεγαλώσω την έκπληξή της, έβγαλα από την τσέπη του σορτς μου ένα καλογυαλισμένο δαχτυλίδι από τενεκεδάκι (το χαρτζιλίκι μου τότε ήταν πενιχρό και ήταν το πιο αξιοπρεπές πράγμα που μπορούσα να αγοράσω για την περίσταση).

Μετά από αυτό, η Ελένη γέλασε, με εκείνο το υπέροχο γουρούνισμά της, και εγώ για ελάχιστα δευτερόλεπτα, ήμουν σίγουρος ότι επρόκειτο για την πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου.

"Πόσο χρονών είσαι;" με ρώτησε μετά από λίγο εκείνη.

"Έξι" απάντησα εγώ με υπερήφανο ύφος που δήλωνε "τώρα πάω, δημοτικό, είμαι ώριμος πια".

"Χαχαχα", απάντησε εκείνη, "είναι λίγο βιαστικό να τα λέμε αυτά σε τόσο μικρή ηλικία, έλα να μου το ζητήσεις πάλι σε 20 χρόνια. Θα σε περιμένω".

Μετά με αγκάλιασε σφιχτά και τότε ήταν η πρώτη φορά που ανακάλυψα με ποιόν τρόπο μια γυναίκα μπορεί να χειροτερέψει τα πράγματα ακόμη περισσότερο μετά από μια χυλόπιτα.



(20 χρόνια και αρκετά τηλεφωνήματα μετά)




Σουρούπωνε και ΄γω μόλις είχα στρίψει στο στενό της Ηρώων Πολυτεχνείου, ψάχνοντας για το 58.
Μετά από πολλά παρακάλια και ακόμη περισσότερη επιμονή είχα μάθει πού έμενε τώρα η Ελένη μέσω της περιπτερούς της μπατζανάκισσας μιας γνωστής της μάνας μου. Δεν ήθελε και πολύ για να το πάρω απόφαση. Θα της έκανα έκπληξη. Την μεγαλύτερη έκπληξη της ζωής της.

Ήμουν αρκετά αγχωμένος, οπότε κοντοστάθηκα για να ξεσφίξω λίγο τη γραββάτα μου. Έπειτα κοίταξα το δεξί μου χέρι, για να βεβαιωθώ ότι κρατούσα ακόμη την ανθοδέσμη με τα κόκκινα τριαντάφυλλα (ηλίθια κίνηση που έκανα σε κάθε σημαντικό ραντεβού). Έπειτα, έβγαλα από την τσέπη μου, το μικρό κοκκάλινο κουτάκι και το άνοιξα. Κοίταξα για λίγο το αξίας τεσσάρων μηνιάτικων μονόπετρο και μετά το έκλεισα, και το ξανάβαλα σε διαφορετική τσέπη αυτή τη φορά. Ξεφύσηξα. "Ναι, είμαστε έτοιμοι, συμφώνησαμε με τον εαυτό μου".


(25 λεπτά μετά)



Είχα πεθάνει από την κούραση, γιατί βλέπεις τα τετράγωνα και τα δυόροφα στην Ηρώων Πολυτεχνείου είναι σαν αυτά του Τέξας, τεράστια. "Καλοπιάστηκε το Λενάκι", είπα από μέσα μου.

Ξαφνικά, ένας αριθμός αναστάτωσε τη σκέψη μου: στεκόμουν ακριβώς μπροστά από το 58.

Το μυαλό μου πλυμμήρισαν ευτυχισμένες σκέψεις, σκέψεις του κοινού μας μέλλοντος με την Ελένη, οι οποίες περιλάμβαναν ατέλειωτα κυνηγητά σε λειβάδια, άραγμα μπροστά από μεγάλες λίμνες, ταξίδια σε απομακρυσμένα μέρη, ένα σκασμό παιδιά, και ζωή στην ύπαιθρο. (Δεν ξέρω γιατί, αλλά από τέτοιες σκέψεις πάντοτε απουσιάζει το παθιασμένο και βρώμικο σεξ)

Ναι, λοιπόν ήταν αλήθεια. Ήμουν ελάχιστα λεπτά πριν από την πραγματοποίηση του ονείρου μου. Λίγα λεπτά πριν να αγγίξω τα αστέρια. Λίγα λεπτά πριν να νοηματοδοτήσω την μέχρι τώρα άσκοπη ζωή μου. Λίγα λεπτά πριν...

Τις σκέψεις μου διέκοψε απότομα το τρίξιμο της πόρτας του αριθμού 58 το οποίο ακολούθησε η Ελένη, 20 χρόνια μεγαλύτερη, ένας ψηλός μελαχροινός αχώνευτος τύπος και δύο κουτσούβελα που κουτρουβαλούσαν από πίσω.

Για να καταστρέψει ολοσχερώς τις όποιες ελπίδες μου για "μία απλή οικογενειακή επίσκεψη ενός φίλου και των παιδιών του - δεν τρέχει τίποτα", ο αχώνευτος τύπος έσφιξε την Ελένη με τα καλογυμνασμένα μπράτσα του και τη φίλησε παθιασμένα στο πλατύσκαλο για δύο ολόκληρα λεπτά.

Εγώ είχα μείνει μαλάκας καθ'όλη την διάρκεια του φιλιού και συνήλθα μόνο όταν η Ελένη, ο άντρας της και τα σκατόπαιδά τους μπήκαν στην κόκκινη Φερράρι τους και απομακρύνθηκαν μαρσάροντας από το σπίτι και από τη ζωή μου.

Με δάκρυα στα μάτια, πέταξα την ανθοδέσμη και το μονόπετρο σε ένα κάδο πιο δίπλα (μαλακία που θα συνειδητοποιούσα λίγες ώρες αργότερα).

"Παντρεμένη με δυό παιδιά. Ήταν που θα με περίμενες. Πουτάνα." μονολόγησα.

Ύστερα, γύρισα από την άλλη μεριά και πήρα τον μακρύ δρόμο του γυρισμού.

Friday, 13 January 2012

Χέστηκε η φοράδα

στο σαλόνι.

Η Τόνια

Περίεργο τυπάκι η Τόνια. Φαίνεται και από το όνομα νομίζω. Το σπίτι της ήταν αρκετά μεγάλο και για κάποιο λόγο, ήταν γεμάτο κωλόχαρτα. Κωλόχαρτα, παντού. Στο σαλόνι, στο δωμάτιό της. Κωλόχαρτα μέχρι καιι στη κουζίνα.

Γλυκούλα και έξυπνη η Τόνια, που λέτε. Πολύ έξυπνη. Τόσο έξυπνη που πολλές φορές καταντούσε εκνευριστικό. Χωρίσαμε γρήγορα. Και έτσι, έμεινα με την απορία. Ποτέ δεν πρόλαβα να της το πω, ποτέ δεν πρόλαβα να τη ρωτήσω...



ΤΙ ΣΚΑΤΑ ΤΑ ΕΚΑΝΕ ΤΟΣΑ ΚΩΛΟΧΑΡΤΑ;

Friday, 6 January 2012

Δεν μπορώ να είμαι εκεί για σένα,

αν δεν ξέρω που ακριβώς βρίσκεσαι.

Η ζωή είναι

Η ζωή είναι ένας διαρκής χορός tango, και εσύ πρέπει να καθοδηγείς, μα και να καθοδηγείσαι.


Η ζωή είναι ένας μεγάλος αγώνας μποξ, και εσύ πρέπει πάντα να χτυπάς δυνατά, μα και να μάθεις να δέχεσαι χτυπήματα, χωρίς να πέφτεις.


Η ζωή είναι ένας σοβαρός αγώνας σκάκι, και εσύ πρέπει πάντα να έχεις στο μυαλό σου το ματ, μα και να μπορείς να κάνεις κάποιες θυσίες, για να το πετύχεις.




Η ζωή είναι μια τεράστια τσόντα, και εσύ πρέπει να τον δίνεις συνέχεια, μα και να τον παίρνεις λίγο.

Wednesday, 4 January 2012

Αμφιβολίες

Μερικές φορές σκέφτομαι ότι δεν σου αξίζω.

Άλλες φορές,εσύ σκέφτεσαι ότι δεν μου αξίζεις.


Και κάπου κάπου, πηδιέσαι με κάποιον άλλο.


Και τότε σκεφτόμαστε όλοι το ίδιο πράγμα: τι μαλάκας που 'μαι.

Monday, 2 January 2012

Μερικές φορές είμαι περήφανος για τον εαυτό μου.

Δυστυχώς, αυτός δεν είναι ποτέ περήφανος για μένα.

Ο ιππότης και η πριγκήπισσα

Ο εκτυφλωτικός ήλιος έπεφτε πάνω στα γκρίζα του μαλλιά, κάνοντάς τα να μοιάζουν ασημένια. Η τενεκεδένια πανοπλία του, γεμάτη σκουριά και μπαλώματα, μνημείο μιας άλλης εποχής, δοξασμένης, μιας πανοπλίας στιβαρής και αστραφτερής, έφεγγε θαμπά. Το βλέμμα του, γεμάτο αποφασιστικότητα. Το μακρύ, καμπυλωτό μουστάκι του, έδινε στο ρυτιδιασμένο του πρόσωπο, μια έκφραση τόσο τρομακτική, όσο και γελοία. Το πλατύ , τσακισμένο του κοντάρι, έσκιζε με πείσμα τον αέρα. Και καλπασμός. Δυνατός καλπασμός. Από το ψωριάρικο, μα πιστό άλογό του.


Ο Δον Κιχώτης κάλπαζε, ακόμη μια φορά, προς τους ανεμόμυλους. Ή τουλάχιστον σε ό,τι είχε απομείνει απο αυτούς. Μόνος αυτή τη φορά. Χωρίς τον Σάντσο Πάντσα. Κάλπαζε, γνωρίζοντας, ότι η Δουλτσινέα δεν ήταν πια εκεί για να τον δει. Και ότι, ακόμη και αν ήταν εκεί, ίσως και να 'χε τυφλωθεί από τα χρόνια. Κάλπαζε,έχοντας μάθει πια, ότι το να καλπάζεις προς τους ανεμόμυλους δεν έχει, τελικά, κανένα νόημα.

Όμως ήξερε ότι ήταν ο Δον Κιχώτης. Και ότι αυτό που έπρεπε να κάνει είναι να καλπάζει προς τους ανεμόμυλους. Ξανά και ξανά. Για όσο χρειαστεί.