Thursday, 23 April 2015

Ερωτευμένοι

ποιητές,

ερωτικοί ποιητές,

ερωτεύσιμοι ποιητές,

ποιητές που ερωτεύονται,

ποιητές που ερωτεύθηκαν,

έρωτας που ποιήθηκε,

έρωτας που ποίησε,

έρωτας που πόνησε,

έρωτας που εκπόνησε,

έρωτας που πόνεσε,

έρωτας,

πόνος,

θλίψη,

ανεργία,

κατάθλιψη,

φτώχεια,

καταπίεση,

μιζέρια,

θάνατος.

Ζωή.

Monday, 20 April 2015

Συναλλαγές

"Τί; Τώρα θες αγκαλιά; Είσαι σοβαρός; Θεωρείς ότι αξίζεις αγκαλιά μετά απ' όλα όσα έκανες;"

Λόγια μητέρας.

Πόσο καλός ήσουν, αξίζεις μια αγκαλιά, μήπως δύο, ίσως ένα φιλί, δύο φιλιά, ένα χάδι στα μαλλιά, ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη, να τα κάνω δύο να το κλείσουμε; 

Λόγια συγγενών. Λόγια φίλων. Λόγια της κοινωνίας.

Είναι πολύ καλός γκόμενος, φιλάει καλά, αγκαλιάζει όμορφα, πηδάει όχι τόσο καλά, του βάζω έξι, ναι περνάει, μην ανησυχείτε καθόλου, λέω να τον κρατήσω ένα μήνα, ίσως τρεις, άμα βελτιώσει λίγο το χιούμορ του.

Η αγάπη ως μέσο ανταμοιβής.

Είναι πολύ καλός φίλος, μου απαντάει στα τηλέφωνα, βγαίνουμε για καφέ όποτε αισθάνομαι μοναξιά, συμβουλές, δεν ξέρω, εκεί, εκεί τα χαλάμε λίγο, χρειάζεστε προσπάθεια, έχετε δυνατότητες αλλά να, καταλαβαίνετε, νομίζω μπορείτε καλύτερα, περάστε πάλι από Σεπτέμβρη και τα ξαναλέμε.

Είναι καλός, καλή, μέτριος, μέτρια, καλύτερος, κάλλιστος, κάκιστος, αγάπη, ναι, αγάπη, ναι θα του/της/του(ουδέτερο) δώσω λίγο γιατί όχι, νομίζω το αξίζει, το αξίζει, ναι αυτή είναι η σωστή λέξη, το αξίζει, όχι σαν τους άλλους, ή όχι σαν τους περισσότερους, αυτός το αξίζει, το αξίζει, λίγο, πολύ, περισσότερο, λιγότερο, ναι, θα την έχει αφού του αξίζει.

Η αγάπη ως μέσο συναλλαγής.

Έχουμε τρεις αγκαλιές σε προσφορά μήπως θέλετε, πάρτε αξίζουν, είναι αρκετά φθηνές, σε προσφορά σας λέω, δεν βρίσκεις τώρα τέτοιες ευκαιρίες, μην το χάσετε, και φιλιά, πέντε συν ένα δώρο, ε κ π λ η κ τ ι κ έ ς τιμές, δεν βρίσκεις άλλες τέτοιες τιμές εκεί έξω, μου έπεσε και λίγο συναίσθημα, να τ'αφήσω, πολύ ωραία, τέλεια, τι τέλεια, δεν περιγράφεται σας λέω, θα τα καταναλώσετε εδώ ή να σας τα τυλίξω για το σπίτι;

Δύο και τρία πέντε, έξι μείον πέντε ένα, και δύο για τρία, και εφτά για τέσσερα και οκτώ για πέντε, πολύ σωστά, οι καλές συναλλαγές κάνουν τους καλούς φίλους και, ναι, μην είστε ηλίθιος, πάρτε και αυτό, είναι εκπληκτική προσφορά σας λέω, πάρτε, ίσα ίσα που προλαβαίνετε, καλέ ποιος μένει μόνος τη σήμερον ημέρα, μην είστε χαζός, ναι, ναι αυτό είναι εξελιγμένο μοντέλο, δίνει και αγάπη και ασφάλεια και συναίσθημα, ναι, συναίσθημα, ναι, πάρτε το καλέ, και η γειτόνισσα ένα τέτοιο έχει και είναι απόλυτα ικανοποιημένη, ναι, ποιος χρησιμοποιεί στις μέρες μας τα παλιά, πάρτε το και δώστε του λίγη αγάπη, κι έπειτα, αξίζει περισσότερο από το παλιό,
όλοι το λένε.

Wednesday, 15 April 2015

Όλη μας τη ζωή την περνάμε φοβούμενοι

μήπως οι άλλοι μας παρεξηγήσουν
επειδή  παρερμήνευσαν αυτά που θα θέλαμε να πούμε.

Tuesday, 14 April 2015

Η άκρη της αποβάθρας

Είσοδος Μετρό. Μεγάφωνο. Αντηχεί. Φωνή άγνωστη και αρκούντως σοβαρή.

"Ανακοίνωση: Οι κύριοι επιβάτες παρακαλούνται να μην στέκονται κοντά στην άκρη της αποβάθρας"
.

Κυλιόμενες σκάλες. Κατεβαίνουν. Κόσμος πάνω τους. Κατεβαίνει με τη σειρά του. Σκυφτός. Σιωπηλός. Άοσμος. Άχρωμος. Ο εξαιρετικός εξαερισμός του Μετρό απομακρύνει τις μυρωδιές από τα έντονα αρώματα, τις ιδρωμένες μασχάλες, τις βρώμικες κάλτσες. Αφαιρεί με επιτυχία κάθε ιδαίτερη μυρωδιά από τους επιβάτες δημιουρόντας έναν καθαρό, άνευ δυσάρεστων οσμών, άνευ χαρακτήρα, αέρα.

"Ανακοίνωση: Οι κύριοι επιβάτες παρακαλούνται να μην στέκονται κοντά στην άκρη της αποβάθρας". 

Συνωστισμός στον χώρο τον ακυρωτικών μηχανημάτων. Οι κύριοι επιβάτες, άοσμοι, σιωπηλοί και σκυφτοί, πραγματοποιούν αξιαίπενους ελιγμούς: ακυρώνουν τα εισητήριά τους, ψάχνουν να αγοράσουν καινούρια, αναζητούν τη σωστή κατεύθυνση και εφορμούν προς αυτή. Μια πλήρως εναρμονισμένη και  τουλάχιστον πολύπλοκη χορογραφία.

Ο Πιοτρ γίνεται με τη σειρά του μέλος της χορογραφίας. Ακυρώνει, αγοράζει, αναζητά.
Εφορμά.

Και άλλες σκάλες. Και μεγάφωνο.

"Ανακοίνωση: Οι κύριοι επιβάτες παρακαλούνται να μην στέκονται κοντά στην άκρη της αποβάθρας".

Ο Πιοτρ φτάνει στην πολυσυζητημένη αποβάθρα. Παρατηρεί αυτό που είναι γνωστό ως άκρη της.

Αποβάθρα. Άκρη. Και παρατήρηση.

Ξαφνικά, ένα ερώτημα γεννιέται στο μυαλό του  Πιοτρ: "γιατί μας παρακαλούν να μην στεκόμαστε στην άκρη της αποβάθρας; Τί θα γίνει δηλαδή άμα σταθούμε στην άκρη της;"

Ο Πιοτρ παρατηρεί. Όλο εκείνο τον κόσμο που περιμένει. Το Μετρό. Τη συνέχεια της διαδρομής του. Τους κοιτάζει να κάνουν βόλτες νευρικά μπρος πίσω. Να χαζεύουν αδιάφορα τους χάρτες. Να διαβάζουν με τα χείλη τους το όνομα της στάσης. Να χαζολογούν με της διπλανούς του. Να μην στέκονται στην άκρη της αποβάθρας. Σαν μικρά παιδιά που έχουν πάρει μια εντολή από το γονιό τους και πρέπει πάση θυσία να την τηρήσουν, χωρίς να ξέρουν γιατί και πως.
Οι κύριοι επιβάτες. Πειθήνιοι. Άοσμοι. Άχρωμοι.

Ο Πιοτρ φέρνει στο νου του τη φωνή του μεγαφώνου, Άχρωμη. Άοσμη. Μεταλλική. Με σοβαρότητα και κύρος. Να ανακοινώνει. Κάτι το δίχως άλλο σπουδαίο, μιας και πρόκειται περί ανακοίνωσης στο κάτω κάτω. "Οι κύριοι επιβάτες παρακαλούνται να μην στέκονται κοντά στην άκρη της αποβάθρας".
"Ναι αλλά γιατί; Γιατί στο διάολο να μην στεκόμαστε κοντά στην άκρη της αποβάθρας; Γιατί στο διάολο κανείς δεν στέκεται κοντά στην άκρη της αποβάθρας"; 

αναρωτιέται φωναχτά, προσελκύοντας το ενδιαφέρον και τα περίεργα βλέμματα των κυρίων επιβατών.

Ο Πιοτρ εκνευρισμένος ανάβει τσιγάρο.

Μεγάφωνο. Φωνή μεταλλική. "Ανακοίνωση: οι κύριοι επιβάτες παρακαλούνται να μην καταναλώνουν τρόφιμα και υγρά εντός του σταθμού του Μετρό".

Ο Πιοτρ είναι πια έξω φρενών. Κοιτάει το πιο κοντινό μεγάφωνο, τη πηγή της φωνής. Φυσάει τον καπνό του πάνω του. Το ενδιαφέρον και η απορία στα βλέμματα των κύριων επιβατών μεγαλώνει.

Μεγάφωνο. Φωνή άοσμη. "Ανακοίνωση: οι κύριοι επιβάτες παρακαλούνται να μην καταναλώνουν τρόφιμα και υγρά εντός του σταθμού του Μετρό".
Ο Πιοτρ κοντεύει να τρελαθεί. Ουρλιάζει. "ΓΙΑΤΙ να μην στέκομαι στην άκρη της αποβάθρας; ΓΙΑΤΙ να μην καταναλώνω τρόφιμα και υγρά εντός του σταθμού σας;" 

Μεγάφωνο. Φωνή άχρωμη. "Ανακοίνωση: οι κύριοι επιβάτες παρακαλούνται να μην καταναλώνουν τρόφιμα και υγρά στο εντός του σταθμού του Μετρό".

"Δεν είμαι κύριος επιβάτης γαμώτο! Είμαι ο Πιοτρ! Πές το! Πιοτρ! Πες μου 'Πιοτρ σε παρακαλώ μην καταναλώνεις τρόφιμα και υγρά εντός του Μετρό!' Καταναλώνεις! Β' ενικός!Κύριοι επιβάτες και παρακαλούνται είστε εσείς και όλα σας τα σόγια! Εγώ είμαι ο Πιοτρ! Ο ένας! Ο μοναδικός!"

Αφού είπε αυτά, πλησίασε τρέχνοντας την κίτρινη γραμμή που σήμαινε το τέλος της αποβάθρας.
 Και την αρχή της άκρης της.
Κοίταξε για λίγο το τέλος της νομιμότητας. Και την αρχή της παρανομίας.

Φωνή στο μεγάφωνο. "Ανακοίνωση: οι κύριοι επιβάτες παρακαλούνται να μην στέκονται κοντά στην άκρη της αποβάθρας".

Ο Πιοτρ ξανακοίταξε. Την αποβάθρα. Την άκρη της. Εκείνο το σκοτεινό χάσμα. Το απαγορευμένο. Το δεν - πρέπει. Το μη. Το "όχι δεν είναι σωστό".

Μεγάφωνο. "ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ: ΟΙ ΚΥΡΙΟΙ ΕΠΙΒΑΤΕΣ ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΣΤΕΚΟΝΤΑΙ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΑΠΟΒΑΘΡΑΣ". 

Ο Πιοτρ το ξανακοίταξε. Και σκέφτηκε. Άκουσε ξανά τη φωνή να ηχεί στο μυαλό του. Άχρωμη. Άοσμη. Σοβαρή.  Είδε τους κύριους επιβάτες. Άχρωμους. Σιωπηλούς. Αδιάφορους. Να μην στέκονται στην άκρη της αποβάθρας. Να τον κοιτάνε με περιέργεια: εκείνον, τον παρείσακτο, που είχε τολμήσει να παρακούσει τις προσταγές της φωνής, τις σοβαρές ανακοινώσεις του σταθμού του Μετρό.

Χωρίς να χάσει χρόνο, με μια αποφασιστική κίνηση πέταξε το αποτσίγαρό του στην άκρη της αποβάθρας.

Ύστερα, πήδηξε κάτω από την άκρη της.

Το Μετρό δεν άργησε να φτάσει με ταχύτητα στο σταθμό.
Ίσως, όμως, και να μην ήρθε ποτέ.

Δεν είναι άλλωστε αυτό το θέμα της ιστορίας μας.

Friday, 3 April 2015

Το κυνήγι του ορίζοντα

Πήγα στο νησί μετά από και εγώ δε θυμάμαι πόσα χρόνια.

Όταν έφτασα στο σπίτι, κάθισα στο πεζούλι ακριβώς απέναντι, και το χάζευα για πολλή ώρα. Τα συναισθήματα ήταν περίεργα και ανάμεικτα: σαν να είχαν αλλάξει τα πάντα και τίποτα από το τελευταίο μου καλοκαίρι εκεί. Έμεινα να κοιτάω τη βεράντα που λερωνόμασταν από τα ζουμιά των φετών από καρπούζι που καταβροχθίζαμε λαίμαργα και άγαρμπα, τα δρομάκια με τα χαλίκια που τρέχαμε, κουτροβαλώντας σχεδόν, για να φτάσουμε τη θάλασσα, πέφτωντας και κάνοντας τις πρώτες μας γνωριμίες με την αίσθηση του πόνου.

Και στο τέλος του δρόμου, η θάλασσα. Η θάλασσα, άλλοτε ήρεμη, και άλλοτε αγριεμένη, σαν την ίδια τη ζωή, και οι βουτιές που κάναμε  σε αυτή από τον μικρό κόλπο, που μετά από τόσα ταξίδια σε διαφορετικά μέρη σε άφηνε αδιάφορο, αλλά όταν ήσουν μικρός έμοιαζε με το δικό σου, προσωπικό κομμάτι του παράδεισου.

Όλα τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων, οι πρώτες φιλίες, οι πρώτοι τσακωμοί, τα πρώτα παγωτά, τα πρώτα νυχτερινά μπάνια, οι πρώτες αποτυχημένες προσπάθειες για το πρώτο φιλί, πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου σαν ταινία -γεγονότα τόσο απόμακρα και τόσο κοντινά- αφήνοντάς με μια αίσθηση ότι από τότε άλλαξαν τόσο τα πάντα, όσο και τίποτα.

Ναι, περνούσα όμορφα τότε στο νησί, συνειδητοποιούσα εκ των υστέρων, αλλά όπως και κάθε παιδί που οι γονείς του το εκτόπιζαν με το ζόρι από τις παρέες και τις δραστηριότητες που είχε στην πόλη κάθε που έπιαναν οι ζέστες,τότε δεν το εκτιμούσα καθόλου. Εκτός αυτού, όπως συμβαίνει συνήθως στη ζωή, όσο όμορφο και αν είναι κάτι, αν το βλέπεις συνέχεια, μπουχτίζεις. Έτσι όταν έφτασα σε ηλικία που μου επέτρεπαν να αποφασίζω για τον εαυτό μου, δεν ξαναπάτησα.


Αλλά, όπως επίσης συμβαίνει στη ζωή, πάντα υπάρχει λόγος να επιστρέψεις σε ένα μέρος: και πολλές φορές δυστυχώς δεν είναι διόλου ευχάριστος.

Ο δικός μου λόγος άκουγε στο όνομα "θείος Γιάννης": γνωστός και ως "ο κάτοχος του θερινού μου καταφυγίου", "ο λυτρωτής των γονιών μου τον καιρό των καλοκαιρινών διακοπών". Μεγαλύτερος αδερφός του πατέρα μου, μοναχικός και μόνιμος κάτοικος του νησιού που πέρασα σχεδόν όλα τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων.

Ή μάλλον πρώην μόνιμος κάτοικος νησιού, και νυν μόνιμος κάτοικος παραδείσου (ή και κόλασης, ποτέ δεν ξέρει κανείς σίγουρα) μιας και ο θείος Γιάννης μας άφησε νωρίς.

Εγώ, καθότι νυν κάτοικος εξωτερικού, δεν είχα προλάβει την κηδεία, αλλά ως ελάχιστο φόρο τιμής στις αναμνήσεις μου, ωραίες και άσχημες, ως μια ελάχιστη ανταμοιβή σε εκείνον που με ανέθρεψε για το ένα τρίτο της παιδικής μου ζωής, έκλεισα εισητήρια για να παρευρίσκομαι στις 40 μέρες.

Και να 'μουν εκεί, γεμάτος πολλά και αντιφατικά συναισθήματα, να αγγίζω το μπαλκόνι της μικρής βεράντας του σπιτιού του θείου Γιάννη, σα να θέλω να βεβαιωθώ ότι δεν θα φύγει και αυτό, ότι δεν θα ανοίξει μια μαύρη τρύπα να το καταπιεί ξαφνικά, μαζί με τα ξερά χόρτα, τα δρομάκια, τον μικρό κόλπο, εξαφανίζοντας αυτό το μικρό αλλά τόσο πολύτιμο κομμάτι της ταυτότητάς μου.

Καθώς στεκόμουν λοιπόν δίπλα από το σπίτι, χαμένος στις σκέψεις μου, συνειδητοποίησα ότι ένα ζευγάρι μάτια ήταν στραμμένα πάνω μου - δεν μου πήρε παρά λίγα δευτερόλεπτα για να αναγνωρίσω τον ιδιοκτήτη τους.

Στο υψωματάκι δίπλα από το σπίτι, σαφώς μεγαλύτερη αλλά το ίδιο υπέροχη, μέσα σε ένα μακρύ μαύρο φόρεμα, στεκόταν εκείνη.

Η Αριάδνη, ήταν από εκείνες τις παρέες του τα παιδιά των πόλεων που εξορίζονται από τους γονείς τους συνηθίζουν να συνάπτουν τα καλοκαίρια προκειμένου να μην οδηγηθούν στην αυτοκτονία από την πλήξη της υπαίθρου. Παραθέριζε σε γειτονικό σπίτι μαζί με τους γονείς της, και καθώς μοιραζόμασταν κοινή μοίρα, δεν αργήσαμε να κάνουμε παρέα, παρά την διαφορά ηλικίας μας (εκείνη ήταν λίγα χρόνια μεγαλύτερη). Και όπως και τη δική μου, έτσι και τη δική της καλοκαιρινή ανατροφή, ανέλαβε ο θείος Γιάννης.

Όπως ήταν φυσικό επόμενο, η παρέα δεν άργησε να μετατραπεί στα πρώτα -άγνωστα τότε-σκιρτήματα της καρδιάς, και τα σκιρτήματα δεν άργησαν να μετατραπούν στον πρώτο ανεκπλήρωτο έρωτα από πλευράς μου, που αν και όχι τόσο σοβαρός (όπως συνειδητοποίησα μεγαλώνοντας) συνόδευε μέχρι και σήμερα γλυκά τις αναμνήσεις των καλοκαιριών εκείνων.

Διακόπτωντας τις σκέψεις μου, η Αριάδνη με πλησίασε αργά.

Την κοίταξα να προχωράει με χάρη, πολύ μεγαλύτερη και πολύ πιο γοητευτική πλέον, και για λίγα δευτερόλεπτα αναρωτήθηκα τί να έκανε στη ζωή της από την τελευταία φορά που την είδα, αν σπούδασε, αν έχει δουλειά, αν έχει οικογένεια, αν γνώρισε ποτέ της την ευτυχία, ύστερα σκέφτηκα τί έκανα εγώ στη ζωή μου από τότε που την είδα, αν  εγώ είμαι ευτυχισμένος, και σκεφτόμενος εμάς τους δύο μέσα στις μαύρες μας φορεσιές, έναν νεαρό άντρα και μια νεαρή γυναίκα πια, σοβαρούς και καθωσπρέπει, αναρωτήθηκα πώς περνάνε έτσι τα γαμημένα τα χρόνια.

Η Αριάδνη με κοίταξε με ένα βλέμμα που έγραφε "συλληπητήρια". Ήταν σαφές ότι είχαμε επιστρέψει και οι δύο στο νησί μετά από χρόνια για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Εκείνο το θάνατο που σφράγιζε για τα καλά την παιδική μας ηλικία.

"Γεια..." μου είπε.
"Γεια..." της απάντησα. Σταθήκαμε για λίγη ώρα αμίλητοι, με την αμηχανία που διακρίνει δυο παλιούς γνωστούς που συναντιούνται μετά από χρόνια.

Την κατάσταση έσπευσε να σώσει πρώτη εκείνη:
"Θυμάσαι όταν ήμασταν μικροί, που κυνηγούσαμε τον ορίζοντα;"

Το μυαλό μου ανέτρεξε σε κάτι που νόμιζα ξεχασμένο: ένα παιχνίδι που παίζαμε με την Αριάδνη κάθε καλοκαίρι. Ιθύνων νους ήταν ο θείος Γιάννης, ο οποίος διασκεδάζοντας με την παιδική μας αφέλεια, μας είχε "εκμυστηρευτεί" δείχνοντάς μας την απέραντη αλάνα δίπλα από το σπίτι, ότι αν τρέχαμε αρκετά γρήγορα θα μπορούσαμε να "πιάσουμε τον ορίζοντα". Και ότι τότε, κάτι φανταστικό θα συνέβαινε.

Λίγο η καλοκαιρινή βαρεμάρα, λίγο η παιδική μας αισιοδοξία και η ανάγκη που είχαμε τότε να πιστέψουμε  σε κάτι μαγικό, δεν θέλαμε και πολύ.

 Σχεδόν κάθε απόγευμα για ποιος ξέρει πόσα χρόνια, εγώ και η Αριάδνη ,πηγαίναμε στην αλάνα, και αρχίζαμε μία τρελή πιλάλα, το λεγόμενο "κυνήγι του ορίζοντα". Και κάθε που βράδιαζε, γυρίζαμε κουρασμένοι και άπραγοι, χαρίζοντας στον θειό μου άφθονο γέλιο. Παρόλο που δεν καταλαβαίναμε γιατί γελούσε, η Αριάδνη, γυναίκα των στόχων, πεισματάρα από τότε, κάθε επόμενη μέρα με έβαζε να προσπαθήσω πιο σκληρά, μπας και καταφέρουμε να υλοποιήσουμε ποτέ τον πολυπόθητο στόχο. Περιττό να σας πω ότι το τέλος κάθε μέρας, είχε ακριβώς το ίδιο αποτέλεσμα: πλήρης αποτυχία.


"Ξέρεις, τελικά δεν γίνεται να πιάσεις τον ορίζοντα..." με επανέφερε απότομα στην πραγματικότητα η Αριάδνη, υπενθυμίζοντάς μου ότι πλέον ήμασταν δυο σοβαροί νέοι μέσα σε μαύρες φορεσιές, υποχρεώσεις και ρεαλιστικά όρια.

"Η αλήθεια είναι ότι το είχα καταλάβει ήδη από τότε", είπα εγώ.

"Και τότε; Γιατί έμπαινες σε αυτό τον κόπο;Γιατί δεχόσουν όλο αυτό το μαρτύριο;" με ρώτησε, γεμάτη απορία.

"Να, απλά μου άρεσε που τρέχαμε μαζί...", της απάντησα, αφήνοντάς τη για λίγο άφωνη.

Ύστερα κατηφορήσαμε μαζί το δρομάκι που οδηγούσε στην εκκλησία και στον τελευταίο αποχαιρετισμό του θείου Γιάννη, στον τελευταίο αποχαιρετισμό των δεσμών με την παιδική μας ηλικία.