Thursday, 28 May 2015

Πρώην

"Πάμε για κανά ποτό"; 

Η φωνή της ήταν βραχνή, αναμειγμένη με θόρυβο από τις ταλαιπωρημένες γραμμές  του τηλεφώνου μου.
Στο άκουσμά της μετά από τόσο καιρό, το μυαλό μου πλημμύρισε με χιλιάδες ερωτήματα, αντιδράσεις, συναισθήματα. Όλα σχεδόν ξεχείλιζαν, ήθελαν να βγουν έξω, να ουρλιάξουν.

"Και δεν πάμε;", ήταν το μόνο που βγήκε έξω στην πραγματικότητα, όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις.

"Κατά τις 9 είναι καλά;"
"ΟΚ".


Ο τόπος συνάντησης δεν ειπώθηκε στο τηλέφωνο. Υπέθεσα ότι θα ήταν η συνηθισμένη πλατεία. Όπως τότε.

Έφτασα εκεί 10 λεπτά πριν το ραντεβού. Όπως τότε.
Λίγα λεπτά μετά είχα καπνίσει πέντε τσιγάρα. Ή τόσα θα κάπνιζα πάνω στη φούρια μου, αν όντως κάπνιζα.
Είχα φτάσει στο σημείο να αναρωτιέμαι αν τελικά είχα υποθέσει λάθος για το σημείο του ραντεβού. Αν είχαν αλλάξει τόσα από τότε.

Την αμφιβολία μου καθησύχασε το αντίκρυσμα της σιλουέτας της να καλύπτει ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι του πεδίου όρασής μου, καθώς πλησιάζε. Να έρχεται από τη συνηθισμένη κατεύθυνση, με τη συνηθισμένη ταχύτητα, με το συνηθισμένο κούνημα των γοφών.


Έφτασε όμορφη και καθυστερημένη. Πολύ όμορφη. Και πολύ καθυστερημένη. Ναι, όπως τότε.

"Γεια..." ψέλλισε καθώς έφτασε κοντά.
"Γεια.." απάντησα.
"Σόρρυ που άργησα".
"Δεν πειράζει".


Ανταλλάξαμε το -τυπικό- σταυρωτό φιλί.

Στο άγγιγμα των χειλιών στα μάγουλα, τα ερωτήματα, οι αντιδράσεις, τα συναισθήματα, άρχισαν να κοπανιούνται λυσσαλέα στα τοιχώματα του μυαλού μου.

Ήταν λες και ήθελαν να το γκρεμίσουν, να βγουν έξω, στον καθαρό αέρα, να ξεχυθούν και να εκφραστούν ελεύθερα, ανεμπόδιστα,να χορέψουν σ'ένα αχαλίνωτο πάρτυ, μακριά από την καταστολή της λογικής.

Τα ένιωθα να διοργανώνουν μια συγκλονιστική διαμαρτυρία με μεγάλης έκτασης επεισόδια με την αστυνομία του μυαλού μου, που μου προκαλούσαν πονοκέφαλο.

Δεν ξέρω τι απ'όλα αυτά που σκεφτόμουν έβγαινε προς τα έξω. Ήλπιζα μόνο να ήταν κάτι όσο το δυνατόν πιο αξιοπρεπές.
Κάπου εκεί αναρωτήθηκα τί συνέβαινε στο δικό της μυαλό.

"Πώς πάει;", ρώτησα όσο πιο αδιάφορα μπορούσα να ρωτήσω. Και την κοίταξα.

Το βλέμμα της ήταν σχεδόν ανέκφραστο. Λες και είχε τοποθετήσει βαριές σκούρες κουρτίνες πίσω από τους αμφιβληστροειδείς της, που κάλυπταν το τί συνέβαινε από πίσω τους. Μου την έδινε εκείνο το βλέμμα. Ναι, ακόμη και τότε.

Δεν απάντησε. Δεν κοίταξε καν ακριβώς προς το μέρος μου. Μόνο προχώρησε, αμίλητη, προς μια κάποια κατεύθυνση. Και εγώ, σαν ένας κάποιος μαλάκας, την ακολούθησα. Αμίλητος, όπως και εκείνη.

"Πάμε για καμιά μπύρα εδώ κοντά;", ρώτησε, χωρίς καν να γυρίσει να με κοιτάξει.
"Και δεν πάμε;", απάντησα.

Άνοιξα το βήμα μου, ώστε να βρίσκομαι τουλάχιστον δίπλα της και όχι πίσω της. Έτσι, για χάρη του παλιού καλού ( ;) καιρού.

Περπατήσαμε μέσα από τα στενά που συνηθίζαμε να κάνουμε βόλτα τότε. Που και που, γύριζα να τη κοιτάξω. Το βλέμμα της, πάντα ακαθόριστο, στρεφόταν κάπου απροσδιόριστα.
Πού, άραγε; Στο μέλλον; Σε κάποιες αναμνήσεις; Σε κάποια όνειρα; Σε κάποιο γκόμενο; Στη ζωή της τώρα; Τί σκεφτόταν;
Ερωτήσεις που ήξερα ότι δεν θα απαντηθούν σήμερα. Ούτε αύριο. Ούτε ποτέ.

Περπατούσαμε παράλληλα. Όπως τότε. Όπως πάντα, μάλλον.
Φαντάστηκα πώς θα φαινόμασταν από ψηλά με το πέρασμα του χρόνου. Σαν δυο ευθείες που εκτείνονται στο άπειρο,κάπου - κάπου πλησιάζουν, και λες "να! τώρα θα συναντηθούν!".
Αλλά αν μπορούσες να δεις στο άπειρο, θα έβλεπες ότι τελικά δεν έχουν ούτε ένα κοινό σημείο. Ούτε τότε. Ούτε τώρα. Ούτε μετά. Ούτε ποτέ.

Κάποια στιγμή φτάσαμε σ'ένα μπαράκι. Σ'ένα από τα μπαράκια που πηγαίναμε. Ξέρεις. Τότε.
Όχι τίποτα το ιδιαίτερο. Ένα απλό, ήσυχο, μπαράκι. Που μέσα στα χρόνια είχε αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για μένα. Επειδή ήταν ένα από τα μπαράκια. Που πηγαίναμε.

Άνοιξα την πόρτα και περίμενα μέχρι να περάσει.
Την ξανακοίταξα. Με κοίταξε και αυτή. Το βλέμμα της απροσδιόριστο. Όπως και πριν. Προσπάθησα να τραβήξω τις κουρτίνες. Να δω τι υπάρχει μέσα.
Προσπάθησα να δω αν θυμάται. Αν αυτό το μπαρ τις ξυπνάει κάποιες αναμνήσεις. Αν αυτές οι αναμνήσεις τις ξυπνάνε κάτι. Αν τέλος πάντων έχει μείνει τίποτα, ή αν έχει περάσει μεταφορική και έχει μαζέψει τα πάντα από εκεί μέσα, τα έχει αμπαλάρει και τα 'χει στείλει στον αγύριστο.
Προσπάθησα, αλλά μάταια. Οι κουρτίνες αποδείχτηκαν πολύ βαριές.

Κάτσαμε σ'ένα μικρό τραπέζι στο βάθος. Παραγγείλαμε δυο μπύρες βαρέλι. Μεγάλες. Weiss εγώ, ξανθιά εκείνη. Όπως...Ναι. Ξέρεις. Μην στα ξαναλέω.

Ήπιαμε και μιλήσαμε. Συζήτηση τυπική. Αυστηρά τυπική.
Για τη δουλειά. Που ήταν κουραστική. Για τη ρουτίνα. Που ήταν ρουτίνα. Για τον χρόνο. Που δεν υπήρχε. Αυτά. Και μετά τέλος. Και μετά, σκατά.
Ούτε όνειρα. Ούτε στόχοι. Ούτε σκέψεις. Ούτε "μου έλειψες", έτσι για τυπικά. Ούτε τίποτα.

Λες και δεν είχαμε βρεθεί ποτέ αγκαλιά γυμνοί ανταλλάζοντας φόβους, επιθυμίες και όνειρα. Λες και δεν είχαμε τοποθετήσει ποτέ ο ενας τον τον άλλο νοητά έστω και σ'ένα μικρό, ελάχιστο, κομματάκι του μέλλοντός του.
Λες και δεν είχαμε.
Λες και δεν.

Ήπια τη μπύρα μου γρήγορα.

"Πάμε;", ρώτησα για, πρώτη φορά, πρώτος.
"Και δεν πάμε;", απάντησε εκείνη, ακολουθώντας πιστά το τελετουργικό της ημέρας.

Και πήγαμε. Και φτάσαμε πίσω. Στην πλατεία απ' όπου είχε ξεκινήσει η βραδιά μας. Στην πλατεία απ' όπου, κάποτε, είχαν ξεκινήσει όλα.

Πλησίασε για να μου δώσει ένα -τυπικό- σταυρωτό φιλί. Απομακρύνθηκα χωρίς καν να προλάβω να το σκεφτώ. Μία αυθόρμητη αντίδραση του συναισθήματος ενάντια στην τυπικότητα.
Μία μικρή νίκη του παρελθόντος ενάντια στο παρόν.

"Καληνύχτα", της είπα και απομακρύνθηκα.
"Καληνύχτα...", την άκουσα να απαντάει από πίσω.

Επέστρεψα σπίτι και ξάπλωσα στον καναπέ.
Έβγαλα το κινητό μου από την τσέπη και κοίταξα την οθόνη του. Από συνήθεια. Ή από ελπίδα.
Μηδέν εισερχόμενα. Πλήρως αναμενόμενα.
"Σκατά", σκέφτηκα.
Ήμουν εκνευρισμένος.

Πάντα με εκνεύριζαν αυτές οι -τυπικές- συναντήσεις.





Monday, 25 May 2015

Το απέναντι τρένο

Σταθμός. Σκάλα. Κατεβαίνεις. Από κάτω έρχεται. Θόρυβος - απόδειξη. Άφιξης τρένου. Θόρυβος -ένδειξη. Βιασύνης ανθρώπου.
Εσύ βιάζεσαι. Ως άνθρωπος. Ο θόρυβος ολοένα και αυξάνεται. Ως θόρυβος.

Τρέχεις. Σκοντάφτεις. Σχεδόν. Ο θόρυβος φτάνει την μεγαλύτερή του ένταση.Σχεδόν.

Τελικά φτάνεις. Στο τέλος της σκάλας. Τελικά πλησιάζεις. Την άκρη της αποβάθρας.

 Και συνειδητοποιείς ότι.Έχει έρθει το το απέναντι τρένο.
 Και σκέφτεσαι ότι. Πάντα, μα πάντα, είναι το απέναντι τρένο.

Wednesday, 13 May 2015

Hommage à un compromis

Συμβιβασμένες αντιλήψεις, συμβιβασμένες λήψεις, συμβιβασμένες επιλήψεις, συμβιβασμένες προλήψεις, συμβιβασμένες προκαταλήψεις.

Συμβιβασμένες οπτικές, συμβιβασμένες πρακτικές, συμβιβασμένες τακτικές, συμβιβασμένες στρατηγικές.

Συμβιβασμένες σκέψεις, συμβιβασμένες λέξεις, συμβιβασμένα όνειρα, συμβιβασμένα οράματα, συμβιβασμένα πανοράματα, συμβιβασμένα σχέδια, συμβιβασμένοι στόχοι, συμβιβασμένοι τρόποι, συμβιβασμένοι δρόμοι.

Συμβιβασμένο παρόν, συμβιβασμένο παρελθόν, συμβιβασμένο μέλλον, συμβιβασμένες ώρες, συμβιβασμένα λεπτά, συμβιβασμένα δευτερόλεπτα, συμβιβασμένος χρόνος, συμβιβασμένος χωροχρόνος.

Συμβιβασμός έντιμος, συμβιβασμός ανέντιμος, συμβιβασμός έτοιμος, συμβιβασμός πανέτοιμος,συμβιβασμός σχεδιασμένος, συμβιβασμός γεννημένος, συμβιβασμός αναγκαίος, συμβιβασμός σπουδαίος,συμβιβασμός σίγουρος, συμβιβασμός βέβαιος, συμβιβασμός στιβαρός, συμβιβασμός στυγερός,συμβιβασμός ωραίος,συμβιβασμός νέος, συμβιβασμός φρέσκος, συμβιβασμός ζεστός, συμβιβασμός δυνατός, συμβιβασμός μέτριος, συμβιβασμός σκέτος, συμβιβασμός απ'όλα, συμβιβασμός με όλα, συμβιβασμός με τα όλα του.

Συμβιβασμένοι, υποταγμένοι, σκυμμένοι, ταπεινωμένοι, παραδομένοι, ησυχασμένοι, ανακουφισμένοι,

προχωρούμε

καθώς συμβιβαζόμαστε συμβιβαζόμενοι  μέρα με την μέρα όλο και πιο πολύ με το συμβιβασμό.

Monday, 4 May 2015

Φωνές

Πρωί. Ήλιος. Ρίχνει τις ακτίνες του διακριτικά. Μέσα από τις χαραμάδες που έχει αφήσει το παντζούρι. Ακτίνες. Πέφτουν στα μάτια μου. Τα ανοιγοκλείνω. Σκέφτομαι.
"Ανάθεμα το παντζούρι. Και τις χαραμάδες που άφησε. Ανάθεμα τον ήλιο. Ανάθεμα το ξημέρωμα. Ανάθεμα την κοινωνία. Ανάθεμα γενικώς."

Φωνή. Γνώριμη. Εδώ και 25 χρόνια. Φωνάζει. Το όνομά μου. Εδώ και 25 χρόνια.
Έρχεται απέξω. Μαζί με τις ακτίνες του ήλιου. Μαζί με το ξημέρωμα. Μαζί με τις Δευτέρες.

"Μπορείς να σηκώσεις λίγο το παντζούρι να καθαρίσω λίγο  από κάτω σε παρακαλώ;" Σηκώνομαι. Με αργά βήματα. Ανοίγω. Παντζούρι. Μιλάω. Σιγά."Καλημέρα".
Το σώμα που συνοδεύει τη φωνή καθαρίζει. Από κάτω. Απομακρύνεται. Η φωνή. Ξαναακούγεται.
"Καλημέρα αγόρι μου". Απομακρύνομαι με τη σειρά μου.
Σκέφτομαι. Τη φωνή. Των τελευταίων 25 χρόνων.

Μπορείς να ανοίξεις το παντζούρι, μπορείς να ανοίξεις την πόρτα, μπορείς να κλείσεις το θερμοσίφωνα, μπορείς να κοιτάξεις τον φούρνο, μπορείς να κοιτάξεις αυτό, μπορείς να κοιτάξεις το άλλο, μπορείς να ξυπνήσεις, μπορείς, δεν μπορείς, θες, και να μη θες να θελήσεις, και να μη θες να μπορέσεις, να διαβάσεις, να φας όλο σου το φαί, να μην το φας, να ντυθείς, να γδυθείς, να κοιμηθείς, να μην κοιμηθείς, να φύγεις, να μη φύγεις, που πας τέτοια ώρα, είναι αργά, είναι νωρίς, δεν είναι ούτε αργά ούτε νωρίς που πας, τη μανούλα δεν τη σκέφτεσαι, εγώ για σένα τα λέω.

 Πρόσεξε, πρόσεξε τί θα κάνεις, τί δεν θα κάνεις, πώς θα φερθείς, πως δεν θα φερθείς, τι θα πεις και τι δεν θα πείς, με ποιους θα μπλέξεις, με ποιους δεν θα μπλέξεις,κοίτα τι κάνουν οι φίλοι σου, οι δικές τους μανάδες είναι χαρούμενες, μακάρι να με άκουγες και συ λίγο, εγώ για σένα νοιάζομαι, μάνα είμαι και νοιάζομαι, όταν γίνεις και συ γονιός, θα καταλάβεις, μόνο τότε, αλήθεια πότε θα γίνεις γονιός, πότε θα βρεις καμιά κοπέλα, καλή, όχι σαν την άλλη και την παράλλη, καλή, της προκοπής, αλήθεια, πότε θα βρεις δουλειά;"


Και ύστερα σκέφτομαι. Και τις άλλες φωνές. Των τελευταίων είκοσι, δεκαπέντε, πέντε χρόνων. Των τελευταίων μηνών. Μερών. Δευτερολέπτων.

Τι δουλειά θα βρεις, πώς θα τη βρεις, πως θα γαμήσεις, τί θα γαμήσεις, πώς θα αγαπήσεις, τί θα αγαπήσεις, τί  δεν θα αγαπήσεις, πόσο θα αγαπήσεις, πώς θα φάς, τί θα φας, τί δεν θα φάς, τί θα αγοράσεις, τί δεν θα αγοράσεις, τί θα σπουδάσεις, τί δεν θα σπουδάσεις, τί φίλους θα κάνεις, ποιούς, ποιούς δεν θα κάνεις, τί θα κάνεις, τί θα λες, τί δεν πρέπει να λες, πώς θα ζήσεις, πώς δεν θα ζήσεις, πόσο θα ζήσεις, τί θα ζήσεις,  τί ζωή είναι αυτή ρε γαμώτο. 

Ξαπλώνω. Κοιτάω. Το ταβάνι. Και σκέφτομαι. Πόσο θα 'θελα. Να πάνε όλες οι φωνές να γαμηθούν.  Όλες. Εκτός από τη δική σου.
Σκέφτομαι. Το μόνο που θα 'θελα. Είναι να  σ'αρπάξω και να φύγουμε μαζί. Το μόνο πρόβλημα. Είναι ότι δεν έχω ιδέα που είσαι.



Sunday, 3 May 2015

Χιόνι

Δωμάτιο. Καναπές. Κάθεται. Μόνος. Μπροστά. Τραπέζι. Πάνω στο τραπέζι. Τηλεόραση. Ανοιχτή. Χιόνι."Κλικ". Αλλαγή καναλιού. Πάλι χιόνι. "Κλικ". Αλλαγή της αλλαγής. Μαλακίες.
Χιόνι, χιόνι, μαλακίες, κιάλλες μαλακίες, περισσότερο χιόνι, πιο πολλές μαλακίες, και χιόνι,  και μαλακίες, μαλακίες, χιόνι, μαλακίες, χιόνι, χιόνι, μαλακίες.

"Κλικ"
.

Τηλεόραση. Κλείνει. Μάτια.

Αφουγκράζεται. Σιωπή. Χιόνι. Και σιωπή. Σκέφτεται. Το τηλέφωνο. Σιωπηλό.  Όπως τις τελευταίες ώρες. Άψυχο. Όπως τις τελευταίες μέρες. Σιωπή. Χιόνι. Εκείνος. Βυθίζεται. Απαλά. Χάνεται. Στη σιωπή.

"ΝΤΡΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΝ!"

Ξυπνάει. Απότομα. Μάτια. Ανοίγει. Μπροστά. Τηλεόραση. Χιόνι.
Τη σιωπή διαταράσσει. Ένας χτύπος.  "ΝΤΡΙΙΙΙΙΙΝ!". Τηλέφωνο. Συνειδητοποιεί. Τρέχει στο διάδρομο.

"ΝΤΡΙΙΙΙΙΙΙΙΝ!"



Ακουστικό. Σηκώνει.

-Ναι;
-Έλα...


Εκείνη.

Τηλεόραση. Χιόνι. Τηλέφωνο. Μαλακίες. Και "δεν μπορούσα". Και "δεν έπρεπε". Και "δεν θα 'θελα". Και "δεν". Και "ξέρεις, νόμιζω ότι". Και μαλακίες.
Σκέφτεται. "Απ'ότι φαίνεται, η τηλεόραση αντιγράφει τη ζωή".

Τηλεόραση. Χιόνι. Τηλέφωνο. Μαλακίες.
"Ε, άντε και γαμήσου". Τηλεόραση. Κλείνει. Τηλέφωνο.

"Κλικ".