Friday, 4 December 2015

Ο χρόνος

Περιμένοντας ένα λεωφορείο σε κάποια στάση.

Πρόσωπα αδιάφορα που κοιτάν κάπου απροσδιόριστα. Αναμονή.

Σκέφτεσαι.

Ζωή είναι τα ξεχωριστά διαλείμματα ανάμεσα στη ρουτίνα.

Κοιτάς.

Γύρω σου πρόσωπα, λεία, καθαρά, άλλα με ψήγματα τριχών, άλλα ξυρισμένα, με γένια, άλλα με χαρακιές, πιο βαθιές χαρακιές, ζάρες, λακούβες, προβλήματα, όλα εκείνα τα σημάδια που αφήνει ο χρόνος πάνω στους ανθρώπους.

Κοιτάς.

Και σκέφτεσαι ότι κάποτε μοιάζεις, έμοιαζες, θα μοιάζεις με ένα από όλα εκείνα τα αδιάφορα πρόσωπα που έχεις δει ποτέ να περιμένεουν το λεωφορείο.

Γεννιόμαστε και πεθαίνουμε. Το διάστημα ανάμεσα το αποκαλούμε ζωή.

Η ηλικία. Μεγάλο πρόβλημα. Ασθένεια ανίατη.

Την κουβαλάμε και μας κουβαλάει σε ολόκληρη τη ζωή μας. Και όσο μεγαλώνουμε, τόσο επιδεινώνεται.

Δεν φοβάμαι το θάνατο. Δεν πρόκειται να τον συναντήσω ποτέ. Γιατί όταν εγώ είμαι εκεί αυτός λείπει, και όταν αυτός έρθει, θα λείπω εγώ.

Το λεωφορείο φτάνει. Ανεβαίνουμε, με τα βήματά μας μικρά, συγχρονισμένα, και τα πρόσωπά μας αδιάφορα όπως την ώρα της αναμονής. Το λεωφορείο έφτασε αλλά η αναμονή απ'ότι φαίνεται δεν θα τελείωσει εδώ. Άραγε τι περιμένουμε όλοι;

Τη σκέψη σου διακόπτει. Ήχος.

Ακούς. Βήματα πίσω σου. Ασυγχρόνιστα, πιο γρήγορα από τους υπόλοιπους.
Κάποιος  παραβιάζει τον άγραφο κανόνα του συνήθως τρόπου επιβίβασης στο λεωφορείο.
Πηδάει πάνω λίγο πριν κλείσει η πόρτα. Άνθρωπος της τελευταίας στιγμής.

Το λεωφορείο ξεκινά. Φορτωμένο με τους επιβάτες, τα αδιάφορα πρόσωπά τους, τα προβλήματά τους, το βαρύ πρόγραμμα μιας ακόμη μέρας στη ρουτίνα.

Ξαφνικά ακούς.

Ένα σφύριγμα. Επαναλαμβανόμενο και ευχάριστο. Σκίζει τη σιωπή των αδιάφορων προσώπων που αναμένουν.

Κοιτάς. Την πηγή του σφυρίγματος.

Ανακαλύπτεις.

Ο κύριος της τελευταίας στιγμής.

Παρατηρείς. 

Λευκά καρέ μαλλιά, καρώ σακάκι, σκούρο μπλε πουκάμισο - σίγουρα όχι μοδάτος, ίσως και κάποτε βέβαια να ήταν - πρόσωπο που αποκαλύπτει πορεία τουλάχιστον επτά δεκαετιών σε τούτο τον κόσμο , μα βλέμμα, ένα βλέμμα που είναι λες και μόλις ήρθε, λες και έφτασε χθες στον πλανήτη, λες και δεν έχει περιμένει ποτέ του λεωφορείο, λες και εντυπωσιάζεται κάθε λεπτό, κάθε στιγμή, της όλης διαδικασίας.

Το σφύριγμα συνεχίζεται. Ο κύριος κραδαίνει σφιχτά στο δεξί του χέρι ένα τεράστιο βιβλίο.

Σκέφτεσαι.

Ένας όμορφος συμβολισμός. Η νίκη της διαρκούς γνώσης πάνω στο δόγμα του "τέλους της γνώσης", της σοφίας που κατακτιέται με την ηλικία. Η νίκη της εξέλιξης της ζωής πάνω στην στασιμότητα του θανάτου.

Σκέφτεσαι.

Όλοι μας τη ζωή την περνάμε φοβούμενοι μη γεράσουμε. Αλλά πρόβλημα δεν είναι αυτό. Το πρόβλημα είναι μη "γεράσουμε" ενώ δεν έχουμε καν γεράσει. 

Καταλήγεις.

Ο χρόνος είναι μια ανθρώπινη σύμβαση. Το θέμα είναι τι συμφωνία κάνει ο καθένας με τον εαυτό του. 





Tuesday, 24 November 2015

Το μαγκαλάκι

"Τρεις κι εξήντα, τρεις κι εβδομήντα, τρεις κι ογδόντα...".
Μετρούσε τα ευρώ όπως μετρούσαν τις δραχμές παλιά.

"Όλα τριγύρω αλλάζουν κι όλα τα ίδια μένουν" θα έλεγε ο αδερφός της, αν ήταν ακόμη εκεί.
Κοίταξε το, αδειανό πλέον, κρεβάτι του. Κοίταξε και τα υπόλοιπα αδειανά κρεβάτια. Της γιαγιάς, του πατέρα της, της μητέρας της, της αδερφής της.
Πού είχαν πάει όλοι; Άλλοι νεκροί, άλλοι διασκορπισμένοι σε διάφορα μήκη και πλάτη της γης.
 Δεν είχε σημασία.

"Οι οικογένειες έρχονται και χάνονται γρήγορα" έλεγε κάποτε η γιαγιά της. Ήξερε εκείνη. Είχε γνωρίσει και χάσει πολλούς συγγενείς.
Μεταξύ τους βέβαια δεν είχαν προλάβει να γνωριστούν τόσο καλά. Δεν τη θυμόταν παρά μόνο αμυδρά. Για την ακρίβεια, το μόνο που θυμόταν ήταν που όταν παιδί και πήγαιναν με την οικογένειά της στο χωριό, στο σπίτι της γιαγιάς της, κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα, εκείνη ερχόταν κάθε που βράδιαζε  και άναβε το μαγκαλάκι.

Τώρα, τόσα χρόνια μετά, το μαγκαλάκι στεκόταν σβηστό και κρύο ανάμεσα σε αδειανά κρεβάτια, μόνο ενθύμιο της γιαγιάς της και του χρόνου που περνάει αμείλικτα.

Η αλήθεια είναι ότι από όταν που αποφάσισε ότι δεν άντεχε άλλο να πληρώνει νοίκι στην Αθήνα και αποφάσισε να μείνει μόνιμα στο χωριό στο παλιό σπίτι της γιαγιάς, είχε νιώσει το τσουχτερό κρύο των ορεινών περιοχών. Το σπίτι θέρμανση δεν είχε, πέρα από κείνο το μαγκαλάκι.

Αλλά εκείνη, παρόλο που το κρύο της τρυπούσε τα κόκκαλα, επέμενε να μην ανάβει το μαγκαλάκι: φοβόταν τις αναθυμιάσεις και τις κατηγορίες.

Όχι τίποτα άλλο, αλλά μετά από ένα πτυχίο και δύο μάστερ, δεν της πήγαινε καρδιά να χαρακτηριστεί αμόρφωτη.


Friday, 30 October 2015

Ρουλέτα

Μπήκε στο καζίνο, με το περπάτημα εκείνου που είχε χρόνια εμπειρία στο χώρο, κι ας ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε σε καζίνο.
Μ' ένα κουστούμι νοικιασμένο, αλλά φορώντας το λες και ήταν ραμένο αποκλειστικά για αυτόν.
Έφτασε στο τραπέζι και την κάρφωσε με το βλέμμα του, σαν ίσος προς ίσο.
Εκείνη, γεμάτη λούσα και λαμπερά κοσμήματα, μια ζωή μεγαλωμένη στην πολυτέλεια, εντυπωσιάστηκε με το θράσος του.
Έπαιξε τις μάρκες της στα δάχτυλά της και σκόρπισε δυο - τρεις σε διάφορους αριθμούς και χρώματα.
Εκείνος πόνταρε όλες τις μάρκες του στο 13 μαύρο με θόρυβο.
Εκείνη του χαμογέλασε.
"Θα νικήσω", της ψιθύρισε.
"Πολύ σίγουρος δεν είσαι;", του απάντησε ψιθυριστά.
"Στην ρουλέτα της ζωής, χρειάζεται να ρισκάρεις. Και εγώ μπορώ. Εσύ;" τη ρώτησε και έφυγε, εντυπωσιακά, όπως είχε έρθει, χωρίς καν να μείνει να κοιτάξει το αποτέλεσμα της ρουλέτας.



Αντί για την έκρηξη που συμπληρώνει συνήθως τις σκηνές στις ταινίες, μια φράση διέκοψε την ονειροπώλησή του:
"Καλησπέρα. Ελπίζω να μην περίμενες πολύ.
".

Πέταξε το τσιγάρο του κάτω, γύρισε και κοίταξε την γυναίκα που μόλις του είχε μιλήσει.
Ήταν όμορφη, και φορούσε λαμπερά κοσμήματα.

"Όχι,όχι. Πάμε;",
της είπε και της έδειξε τον δρόμο προς το μπαρ που συνήθιζε να πηγαίνει στο πρώτο ραντεβού.

Θα τα πόνταρε όλα στο 13 μαύρο.
Εκείνος μπορούσε να ρισκάρει.


Saturday, 24 October 2015

Συρία, Γάζα ή Αθήνα

Συννεφιασμένος ουρανός. Πολυκατοικία.  Απέναντι.  Πίσω από σφαλισμένα παντζούρια.  Κλάμματα ακούγονται. Πίσω από σφαλισμένες καρδιές.

Τα σύννεφα απλώνονται. Στον ουρανό. Απλώνονται. Στις σκέψεις των ανθρώπων. Σκοτεινιάζει. Η διάθεση.

Τα αναφιλητά πυκνώνουν. Μαζί με τα σύννεφα. Βήχας. Το κλάμα πνίγει την πόλη.

Τουλάχιστον εδώ ακούγεται. Δεν το σκεπάζουν οι ήχοι από τις βόμβες.



Thursday, 22 October 2015

Το σχολικό

Ο κυρ  - Αντώνης είχε μια ασημένια Μερσεντές τετράπορτη και ευρύχωρη, που χωρούσε ένα σκασμό πιτσιρίκια, στιβαγμένα παράνομα το ένα πάνω στο άλλο.
Για αυτόν  το λόγο, ο κυρ - Αντώνης τελούσε χρέη σχολικού στο νηπιαγωγείο και δημοτικό της γειτονιάς.
Ο κυρ - Αντώνης είχε και έναν αδερφό, τον κυρ - Φάνη.
Δηλαδή, μπορεί και να μην ήταν αδέρφια. Απλά είχαν και οι δυό γκρίζα μαλλιά και  παχύ μουστάκι. Και όταν είσαι μικρός, αυτά τα δύα χαρακτηριστικά έφταναν για να θεωρήσεις δυό άτομα αδέρφια.
Ή ακόμη και να νομίζεις ότι είναι το ίδιο πρόσωπο.
Και,για να πω την αλήθεια, μου πήρε αρκετό καιρό να καταλάβω ότι πρόκειται περί δύο ξεχωριστών προσώπων.

Ο κυρ - Φάνης είχε με τη σειρά του ένα βανάκι Volkswagen. Τελούσε και εκείνος χρέη σχολικού στο νηπιαγωγείο - δημοτικό, εναλλάξ με τον κυρ - Αντώνη, ελλείψει κανονικού σχολικού.
Ο κυρ - Αντώνης και ο κυρ - Φάνης διατηρούσαν μια ιδιότυπη σύμβαση με το σχολείο. Έπαιρναν πιτσιρίκια, τα διένεμαν σπίτι τους και μισθωνόντουσαν από τους γονείς τους. Το σχολείο στην όλη υπόθεση έδινε απλώς την συγκατάθεσή του.

Έτσι, κάθε μέρα, μετά το χτύπημα του τελευταίου κουδουνιού, ανάμεσα από αλαλαγμούς του τσούρμου των μαθητών που έτρεχε ωσάν κοπάδι βισώνων -ισοπεδώνοντας τα πάντα στο πέρασμά του- προς την έξοδο, εγώ και άλλοι πέντε, έξι, πολλές φορές και εφτά στρίβαμε στην γωνία για να στριμωχτούμε υπομονετικά στην ασημένια Μερσεντές ή στο Volkswagen του κυρ - Αντώνη (ή του κυρ - Φάνη, ανάλογα με την μέρα).

Εκεί, στο εσωτερικό της ασημένιας Μερσεντές και του Volkswagen, ήταν που οι μεγαλύτεροι κορόιδευαν τους πιο μικρούς τρομοκρατώντας τους ότι δήθεν οι γονείς τους δεν θα τους παραλάβουν και  θα μείνουν για πάντα εκεί, εκεί αποκαλύπτονταν τα σχέδια των πιο "αλητών" για μπάλα στην παιδική χαρά το απόγευμα, εκεί ήταν που ο Φώτης ο μεγαλύτερος έτρωγε κάθε μεσημέρι το κομμάτι κέηκ που του έφτιαχνε η μητέρα του, και μοσχοβολούσε ο τόπος.

Εκεί,μέσα στο εσωτερικό του οχήματος του κυρ - Αντώνη (ή του κυρ - Φάνη), κυλούσε η ζωή μας.

Και, εκείνος, ο κυρ - Αντώνης (ή ο κυρ - Φάνης ανάλογα τη μέρα) καθόταν αμίλητος, ούτε κουβέντα δεν έλεγε,παρά μόνο κοιτούσε στο δρόμο, με μάτια του καρφωμένα στην επόμενη στροφή, προκειμένου να μην χάσει το σπίτι κάποιου μαθητή που παρέδιδε.

Εκεί,  πάνω στο κάθισμα του οδηγού, κυλούσε η δική του ζωή.



Περνώντας, τόσα χρόνια αργότερα, δίπλα από εκεί που κάποτε βρισκόταν το πλέον κατεδαφισμένο νηπιαγωγείο - δημοτικό είδα το επίσημο όχημα για αυτές τις δουλειές, ένα κίτρινο σχολικό του νέου ιδιωτικού σχολείου που δέσποζε στη θέση του.

Κοντοστάθηκα και είδα ένα παιδάκι να κατεβαίνει, ανάμεσα από τα πειράγματα, τις κοροϊδίες και τις φωνές των υπολοίπων, να αγκαλιάζει την νταντά του που το περίμενε στη γωνία, και να αρχίζει να της διηγείται με λεπτομέρειες,από την πρώτη στιγμή κιόλας που πάτησε το πόδι του στο πεζοδρόμιο, το πως πέρασε τη μέρα του στο σχολείο. 

Αμέσως, αναρωτήθηκα τι να απέγιναν ο κυρ - Αντώνης, και ο αδερφός του ο κυρ - Φάνης.

Αμέσως, αναρωτήθηκα τι θα απογίνει άραγε εκείνο το παιδάκι, σε 20 χρόνια από τώρα.



Tuesday, 1 September 2015

Έρωτας στα χρόνια της κρίσης vol.2

"Τα χέρια μας βαρύνανε,
  οι καρδιές μας έκλεισαν,
  τα πόδια μας έγιναν πιο αδύναμα,
  τα μάτια μας το ίδιο"
,
  μου είπες εκείνο το βράδυ που καθόμασταν πλάι - πλάι στον καναπέ.

"Πού είναι η αγάπη πια;".
Γύρισες προς το μέρος μου απορημένη.

"Κάπου εκεί" απάντησα, δείχνοντας προς το μέρος που τη θυμόμουν τελευταία.

Έκανες να σηκωθείς, μα οι δυνάμεις σου μονάχα για δυο - τρία βήματα σε κράτησαν.
Προσφέρθηκα να σε βοηθήσω, όπως τότε, όπως πάντα.
Σου έδωσα το χέρι μου, τον ώμο μου για στήριγμα. Μα μάταια.

"Γεράσαμε πριν την ώρα μας" μου είπες. Χαμογελούσες πικρά.

Ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα που είχαμε για τις αγγελίες, στάθηκα σε μια φωτογραφία όπου μια 12χρονη Σύρια κρατούσε σφιχτά το χέρι του νεκρού της αδερφού.

"Τουλάχιστον ζούμε" αποκρίθηκα.

Δεν απάντησες. Μόνο χαμογελούσες πικρά.

Δεν σε αδικούσα.

Μια ζωή χωμένη σε χαρτιά,
σε βιβλία,  σε θρανία, σε φύλλα εφημερίδας,
ορισμένη από κανόνες,
από νόρμες, διαταγές, προσταγές,
στοιβαγμένη σε σειρές,
σε ουρές,
κάθετες και οριζόντιες,
μαθητείας, εργασίας, ανεργίας, αναζήτησης ευτυχίας.
Μια ζωή υπακούοντας, προσμένοντας, αναμένοντας, παραμένοντας, ελπίζοντας.
Ζώντας;
Και ύστερα; Γιατί; Όλα αυτά γιατί;

Η απορία ζωγραφιζόταν πάντοτε στο πρόσωπό σου.

Κάποια στιγμή έφυγες, όπως - όπως.

Εγώ ευχήθηκα να βρεις κάποτε, κάπως, με 'κείνη τη στρεβλή σου όραση, την αγάπη.
Αρκεί να μην πάψεις να ζεις.
Ναι, μερικές φορές αρκεί μόνο αυτό.





Sunday, 30 August 2015

Σολάκι

Η δίφυλλη πόρτα έτριξε και άνοιξε διάπλατα.

Ένα σύννεφο καπνού από τσιγάρo υψωνόταν και γέμιζε αποπνικτικά τον υποφωτισμένο χώρο.
Ο Φώτης προχώρησε προς την μπάρα όπως συνήθιζε να κάνει πριν πολλά χρόνια.
Κοίταξε γύρω του.

Μέσα στον χώρο, ροκάδες κάθε εποχής, γενιάς και ηλικίας.
Πάνω στους τοίχους φωτογραφίες από τύπους με μαλλιά, μούσια, περίεργα ρούχα. κιθάρες, μπαγκέτες. Τοποθετημένες με ευλάβεια, συνέθεταν ένα μοναδικό, ιδιαίτερο εικονοστάσιο, φόρο - τιμής στους "Αγίους της Ροκ".
Πέτσινα, αλυσίδες, τατουάζ, περίεργες γκριμάτσες, πάνω στους τοίχους και πάνω στις καρέκλες, συνέθεταν μια εικόνα από άλλη εποχή.
Ή, καλύτερα, μια εικόνα έξω από τις εποχές: μια εικόνα αναλλοίωτη στον χρόνο.

Κάθισε σε ένα σκαμπό, παρήγγειλε βότκα με 2 παγάκια και κοίταξε το σταματημένο ρολόι πάνω από το ράφι με τα ποτά.
Οι υποψίες  περί σχέσης χρόνου και μπαρ επιβεβαιωνόντουσαν.

Τις φιλοσοφικές αναζητήσεις του διέκοψε ο μπάρμαν:
"Φώτη, ωραίο σολάκι ε;" 
Ο Φώτης κοίταξε τον μπάρμαν να προσποιείται ότι παίζει κιθάρα στον αέρα.
Ίδιος, όπως τότε, λες και δεν είχε περάσει δευτερόλεπτο από πάνω του. Μόνη διαφορά το εμφανές γκριζάρισμα των μακριών μαλλιών του.

Ο Φώτης σκέφτηκε το τότε:
σχολείο ακόμη, ένα - δυο χρόνια πριν τελειώσει, πηγαίνε κάθε Σάββατο με την παρέα του στο μπαρ.
Το σχολείο, τα πρώτα ακούσματα, η πρώτη αγανάκτηση ενάντια στο σύστημα, οι πρώτες συναυλίες,  η Τζένη.
Η Τζένη.
Ο Φώτης θυμήθηκε τις απεγνωσμένες προσπάθειές του να μάθει κιθάρα, για να μπορέσει να παίξει στην Τζένη, συμμαθήτριά του στο σχολείο, το"Don't Cry" που ήταν το αγαπημένο της.
Ο απολογισμός ήταν αρκετές χορδές σπασμένες, αρκετές ώρες χαμένες, και μια παρατημένη κιθάρα στην αποθήκη του σπιτιού. Κάπου 200 ευρώ χασούρα συνολικά. Χωρίς τις ώρες.
Η Τζένη τελικά τα είχε φτιάξει με τον Μάκη, έναν εξωσχολικό που είχε παπάκι. Το γεγονός αυτό τότε είχε καταστρέψει ψυχολογικά τον Φώτη για αρκετούς μήνες.
Η Τζένη.
Σκέφτηκε ότι τώρα, δεν είχε ιδέα που ήταν, αν τελικά είχε περάσει σε κάποια σχολή, αν την είχε τελειώσει, αν είχε πιάσει δουλειά, αν είχε κάνει παιδιά, αν ζούσε ή αν πέθανε.
Η Τζένη. Το σχολείο.
Αχ, η Τζένη.

"Φώτη, σολάρα ε;" ξανακούστηκε η βραχνή φωνή του μπάρμαν που σόλαρε στον αέρα εκστασιασμένος.

"Ναι, ναι, και γαμώ τα σόλο" απάντησε ο Φώτης.

Άφησε ένα πεντάευρο, έβαλε το μπουφάν του και βγήκε από το μπαρ.
Ούτως ή άλλως, πλέον δεν άκουγε ροκ.





Friday, 21 August 2015

20 Αυγούστου στην Casa Viena

Μία κραυγή πόνου αναστάτωσε την συνήθη ησυχία του μικρού σπιτιού.

"Λιεφ Νταβίντοβιτς! 
Λιεφ Νταβίντοβιτς!"


Ποδοβολητά. Κυνηγητό. Θόρυβος. Και άλλα ποδοβολητά.

Μια κραυγή απόγνωσης,μπροστά στο αποκρουστικό θέαμα, έσκισε τον αέρα

"Λιεφ! ΟΧΙ!"


Μεγάλη αναταραχή μέσα και έξω από το μικρό σπίτι.


Κάμποσα χιλιόμετρα πιο πέρα, τα σύννεφα πύκνωσαν ακόμη περισσότερο.

Οι εργάτες του τεράστιου εργοστασίου κοντοστάθηκαν για λίγο και γύρισαν το βλέμμα τους προς τον γκρίζο ουρανό.

Δεν πέρασαν παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα και ξαναέσκυψαν το κεφάλι, γυρίζοντας με άγχος στη δουλειά τους, για ικανοποιήσουν το πλάνο του μήνα.

Και το αίμα τους συνέχισε να κυλάει στους σωλήνες του τεράστιου εργοστασίου.


Λίγο πιο πέρα, στο μεγάλο κτίριο, ο κύριος με το μουστάκι σήκωσε το ακουστικό του γραφείου του.
Στο άκουσμα των νέων χάιδεψε το μουστάκι του με ευχαρίστηση.

Ο Λιεφ Νταβίντοβιτς Μπρονστάιν κείτονταν νεκρός.
Η ανάπτυξη θα ερχόταν ανεμπόδιστα στη Ρωσία. 







Wednesday, 5 August 2015

Το κομπολογάκι

Πέταξε το τσιγάρο κάτω. Το στριφογύρισε καθώς το πατούσε με τη σόλα του στο έδαφος για να σιγουρευτεί ότι θα 'σβηνε. Και κοίταξε.

Κοίταξε αλλά δεν είδε αυτά που φαινόντουσαν, αυτά που υπήρχαν για τους υπόλοιπους ανθρώπους. Κοίταξε και είδε αυτά που εκείνος μπορούσε να δει, αυτά που γνώριζε από πάντα. 

Τα μάτια του, σωστή καμπίνα ταξιδιού στο χωροχρόνο, μετέτρεψαν τις πολυκατοικίες με τα στιβαγμένα όπως - όπως διαμερίσματα στα μισογκρεμισμένα χαμόσπιτα και μονοκατοικίες. 

Την κακοφτιαγμένη άσφαλτο - αποτέλεσμα κάποιας κομπίνας με τα έργα- στους κακοτράχαλους χωματόδρομους με τα χαλίκια. 

Τα βήματα των βιαστικών και αμίλητων περαστικών, σε γέλια ξυπόλητων παιδιών, που έτρεχαν εδώ και 'κει, σκόνταφταν στα χαλίκια, μάτωναν τα γόνατά τους και ξανασηκώνονταν.
Τα βουητά από τα οχήματα που μάρσαραν, στον γδούπο μιας μπαλωμένης μπάλας που κλωτσούσαν εδώ και εκεί. 

Και εκεί, στη γωνιά, κάποια έφηβη που περπατώντας ανάλαφρα έβγαινε από το σπίτι, έγινε Εκείνη η έφηβη. Η μία. Η μοναδική. Η. 

Αναστέναξε. Και σκέφτηκε.

Γκρίζα στάχτη είχε πέσει στα μαλλιά του και στη ζωή του, θάβοντας το παρελθόν του για πάντα από κάτω της. 



Κοίταξε για μια ακόμη φορά την παλιά γειτονιά του, όχι όπως την έβλεπαν οι άλλοι, αλλά  όπως εκείνος τη γνώρισε, λίγο πριν η στάχτη από ένα ατύχημα στη φάμπρικα που δούλευε τόσα χρόνια πριν, του κάψει τα μάτια.

Καθώς απομακρυνόταν, λήγοντας την επίσκεψή του στο παρελθόν, έψαξε την τσέπη του για την μόνη γέφυρα του τότε με το τώρα, του παρελθόντος με το παρόν: εκείνο το κομπολογάκι που είχε από μικρός. Εκείνο που του ΄χε χαρίσει ο πατέρας του έξω από το σπίτι τους, λίγα μέτρα πιο κάτω και κάμποσα χρόνια πιο πριν.
Το στριφογύρισε με τα δάχτυλά του. Οι ήχοι από τη "σύγκρουση" της μιας χάντρας με την άλλη, του υπενθύμισαν ότι ήταν ακόμη ζωντανός. Ότι ήταν γενικά.

Πίσω του, το γέλιο κάποιας έφηβης έσβηνε σιγά - σιγά. 


Monday, 3 August 2015

Παλιά Φωτογραφία

Κοιτώντας ανθρώπους και συναισθήματα,
πίσω από γυάλινους φακούς.

Αποθανατίζοντας στιγμές, κρατώντας τες αναλλοίωτες σ'ένα χρονικό καταψύκτη,
ξαναβλέποντάς τις βδομάδες,  μήνες, χρόνια μετά,
αποκομμένες από χωροχρονικά πλαίσια, αίτια και αιτιατά,
να έχουν μετατραπεί σε αναμνήσεις, σε ιδέες.

Πρόσωπα που κάποτε σε κοίταξαν μέσα από την παραμόρφωση ενός γυάλινου φακού, και χαμογέλασαν.
Μάτια που έλαμψαν μπροστά σε αυτόν που βρισκόταν πίσω από μια φωτογραφική μηχανή.
Πρόσωπα, χαμόγελα, μάτια, βλέμματα που κάποτε, κάποιος, κάπως, για κάτι.
Πρόσωπα, χαμόγελα, μάτια, βλέμματα που τώρα είναι απλώς πρόσωπα, χαμόγελα, μάτια βλέμματα. Χωρίς ποιος, που, πότε, γιατί.

Πρόσωπα, χαμόγελα, βλέμματα που πια δεν ξέρεις γιατί σου χαμογέλασαν, γιατί σε κοίταξαν, που δεν ξέρεις αν θα σου ξαναχαμογελάσουν, αν θα σε ξανακοιτάξουν.

Πρόσωπα, χαμόγελα, μάτια, βλέμματα, που δεν.




Monday, 20 July 2015

Για εκείνους

Τι ωραίοι που είναι εκείνοι
που στο άδικο αντιστέκονται,
που μπροστά στο ρεαλισμό δεν σκύψαν το κεφάλι.

Πανύψηλοι, θεόρατοι,
το ανάστημά τους όρθωσαν μπροστά
στα μικροσκοπικά, σκυφτά ανθρωπάκια
και τα επισκίασαν.

Τεντώνονται σαν σκάλες,
ενώνοντας τον κόσμο του πραγματικού με τον κόσμο των ιδεών
ωθόντας μας να πετάμε κάπου - κάπου στην ιστορία
για ένα καλύτερο αύριο.

Τι ωραίοι που είναι εκείνοι!
Γειά σας ωραίοι!


Wednesday, 15 July 2015

Ο κύριος Κ. στη ζούγκλα

Μια μέρα ο  κύριος Κ. έφτασε σε ένα πολύ πυκνό κομμάτι της ζούγκλας κυνηγημένος από ένα λιοντάρι.
Εκεί είδε ένα σοφό γέροντα με μακριά γενειάδα  ο οποίος είχε ξαπλώσει στον κορμό ενός δέντρου. Από την άνεση με την οποία καθόταν φαινόταν σαν η ζούγκλα να ήταν το σπίτι του.

Καθώς άκουγε το λιοντάρι να πλησιάζει όλο και πιο πολύ, ο κύριος Κ. ρώτησε τον σοφό γέροντα αν ήξερε κάποιο μονοπάτι μέσα στη ζούγκλα για να μπορέσει να ξεφύγει ή να κρυφτεί από το λιοντάρι.
Ο σοφός γέροντας τον προειδοποίησε να μην συνεχίσει να τρέχει στο πυκνό κομμάτι γιατί ήταν γεμάτο λάκκους σκεπασμένους με ψεύτικες φυλλωσιές που είχαν φτιάξει οι κυνηγοί για να παγιδεύουν τα λιοντάρια.
 Του είπε ακόμη ότι ο μόνος τρόπος να ξεφύγει από το λιοντάρι και από τις παγίδες ήταν να πετάξει ψηλά.

Ο κύριος Κ. απάντησε στο γέροντα ότι δεν ήξερε να πετάει και τον ρώτησε αν γινόταν να έρθει μαζί του για να του δείξει πως να αποφύγει τις παγίδες των κυνηγών.
Ο σοφός γέροντας έγνεψε αρνητικά και επανέλαβε ότι έπρεπε να πετάξει ψηλά.

Νιώθοντας το λιοντάρι να βρίσκεται επικίνδυνα κοντά, ο κύριος Κ. αποχαιρέτισε τον σοφό γέροντα και άρχισε να τρέχει μέσα στο πιο πυκνό κομμάτι της ζούγκλας.
Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά, και  ο κύριος Κ., πάνω στην βιασύνη και την απροσεξία του έπεσε μέσα σε ένα από τους λάκκους που είχαν σκάψει οι κυνηγοί για τα λιοντάρια.

Κάποιες ώρες αργότερα, ο κύριος Κ. είδε τον σοφό γέροντα να τον κοιτάει από ψηλά με επιπληκτικό ύφος.
Ο κύριος Κ. χαμογέλασε για την τύχη του και τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει με κάποιο τρόπο να βγει από τον λάκκο. Ο σοφός γέροντας έγνεψε αρνητικά και του είπε ότι ο μόνος τρόπος ήταν να πετάξει ψηλά έξω από τον λάκκο.
Ο κύριος Κ. του υπενθύμισε πως δεν ήξερε να πετάει και ο σοφός γέροντας έφυγε.

Μερικές μέρες αργότερα, ο κύριος Κ. πέθανε από τη δίψα και την πείνα. 

Wednesday, 8 July 2015

Μια ιστορία αγάπης vol.2

Διστακτικότητα,
άνησυχία,
άγχος,
αναμονή και-

Έκρηξη.

Πάθος,
και άλλο πάθος,
και ενθουσιασμός,
και πάθος και-

Παύση.

Συνήθεια,
συνέχεια,
ανεκτικότητα,
ανέχεια.

Αμφιβολία,
αναμονή,
άγχος,
ανησυχία και-

Τέλος.

Thursday, 2 July 2015

Μεγάλοι έρωτες

Αντάλλαξαν ένα φιλί για αντίο και αφού εκείνος έφυγε, εκείνη έκλεισε την πόρτα.

"Ααααχ", έκανε.

Ο Γιάννης ήταν ο μεγάλος της έρωτας!
Ο Γιάννης ήταν ο μεγάλος της έρωτας.
Ο Γιάννης ήταν ο μεγάλος της έρωτας;
Ο Γιάννης ήταν;

Με αυτές τις  σκέψεις, έπεσε να κοιμηθεί.
Ο Γιάννης;

Saturday, 13 June 2015

Δεν είναι πολύ εγωιστικό

να αποφασίζουν οι άλλοι για τον εαυτό τους χωρίς να σε παίρνουν υπόψη;

Thursday, 11 June 2015

Τρύπες

Τρύπες. Παντού τρύπες. Και μουσική. Και τρύπες. Και μουσική.

Αφέθηκε σε μια ελεύθερη πτώση προς το λευκό στρώμα που κείτοταν στο πάτωμα.
 Ένιωσε πως αυτό βούλιαζε, πως εκείνη χανόταν μέσα του, σε μια περίεργη διαστρέβλωση του χώρου και του χρόνου.
Αισθάνθηκε πως ο χώρος γύρω από αυτή, γύρω από το στρώμα στο πάτωμα, στροβιλιζόταν γρήγορα, πιο γρήγορα από τη γη, πιο γρήγορα από τον υπόλοιπο κόσμο, τόσο γρήγορα που ο χρόνος γυρνούσε πίσω, εκείνη γινόταν νεότερη, σχεδόν μωρό, έμβρυο, σαν να μην υπήρχε πια.

Γύρισε το κεφάλι της, βαρύ σα χίλιους τόνους, μέσα στην αλλόκοσμη δίνη.
 Έτεινε το χέρι της προσπαθόντας να αγγίξει το κορμί που βρισκόταν, ή που νόμιζε ότι θα βρισκόταν, δίπλα της.

Εκείνος ήταν σχεδόν διάφανος, μια σκιά, κάτι μεταξύ του κόσμου του αισθητού και του κόσμου του ανεπαίσθητου. Μια ετοιμόρροπη  γέφυρα μεταξύ της φαντασίας και της πραγματικότητας. Του παρελθόντος με το παρόν.
Ήταν άραγε πραγματικός; Ή μήπως τον είχε ονειρευτεί εξαρχής;
Η απόσταση ανάμεσα στο χέρι και στο ημιδιάφανο σώμα φάνηκε τεράστια, αγεφύρωτη.
Το χέρι της ξεψύχησε κιαυτό στην προσπάθεια και χάθηκε στο στρόβιλο, μαζί με τη ψυχή της.

Προσπάθησε να φωνάξει, να κλάψει με το κλάμμα της παιδικής ηλικίας που συναντούσε πάλι στο χωροχρονικό ταξίδι της, αλλά σαν η φωνή της να ήταν παγιδευμένη σε κάποια άλλη διάσταση, μακρινή.
Διαφορετική από αυτή που βρισκόταν το σώμα. Διαφορετική από αυτή που βρισκόταν η ψυχή.Διαφορετική από αυτή που βρισκόταν εκείνος. Αν υπήρχε εκείνος.

Και τελικά, αφέθηκε. Να βουλιάξει στο στρώμα που τη ρουφούσε. Στη χωροχρονική δίνη. Στην άλλη διάσταση. Στον άλλο κόσμο. Στη λήθη.

Έκλεισε τα μάτια.


Γύρω της, τρύπες. Πάνω της, τρύπες. Παντού τρύπες. Και γκαζάκια. Και γυάλινοι σωλήνες, και κουτάλια, και λάστιχα.
Και μουσική. Και τρύπες. Και μουσική.






Sunday, 7 June 2015

Φιλοσοφικές Αναζητήσεις vol.2

"Γεννιέσαι.
Και μεγαλώνεις.
Και ύστερα κάνεις δέκα μαλακίες, δυό για να χάσεις πλήρως την εμπιστοσύνη των γονιών σου, δυό για να σκέφτεσαι "τι μαλακίες έκανα μικρός", τρεις για να λες στα παιδιά σου "τί μαλακίες έκανα όταν ήμουν στην ηλικία σας", δυό για να λες στα παιδιά σου "τί μαλακίες να μην κάνετε" παραλείποντας να τους αναφέρεις ότι τις έκανες και εσύ μικρός, και μία για να την αναπολείς με νοσταλγία για το υπόλοιπο της βαρετής, μίζερης, ζωής σου.
Και ύστερα βρίσκεις δουλειά. Ή δεν βρίσκεις.
Και παντρεύεσαι. Από ανάγκη. Από βαρεμάρα.Ή από αδιέξοδο.
Και περνάς όλη σου τη ζωή ενώ αναρωτιέσαι. Γιατί δεν έκανες πέντε μαλακίες παραπάνω, να το 'χες φχαριστηθείς τουλάχιστον.
Και μετά, πάπαλα.
Τέρμα τα δίφραγκα.
Fin.
Finito.
Das Ende.
The End.
Εισητήριο άνευ επιστροφής.
Μετά από την απομάκρυνση από το ταμείο ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Μετά την απομάκρυνση από το ταμείο ουδέν γενικώς.
Το Τέλος.
Hasta La Muerte Mis Amigos.

Και, τελικά, αφού είναι έτσι, γιατί να μην επιλέξεις να έχεις όσα reload τραβάει η όρεξή σου;"


αναρωτήθηκε σιωπηλά ο 13χρονος Κωστάκης καθώς συνέχιζε για 27η συνεχόμενη ώρα την ψηφιακή του περιπλάνηση στους εικονικούς κόσμους γνωστού MMORPG, μια νοητική διεργασία που πιθανώς περνούσε απαρατήρητη από τους ειδικούς που εξέταζαν την πιθανότητα εθισμού του στα διαδικτυακά παιχνίδια.

Friday, 5 June 2015

Ανθρώπων Έργα

Εκείνη τριγυρνούσε πέρα - δώθε μέσα στο σπίτι. Άνοιγε ντουλάπες, συρτάρια, κοιτούσε κάτω από έπιπλα, σήκωνε μαξιλάρες. Αναστάτωση σκέτη.
Εγώ είχα κάτσει στον καναπέ, έτρωγα παγωτό και κοιτούσα το παράθυρο, και έξω από το παράθυρο, εκείνη την ατέλειωτη βροχή.
Δεν κοιτιόμασταν. Δεν μιλούσαμε. Και τί να πούμε άλλωστε; Ήταν σαν να είχαμε χρησιμοποιήσει όλες τις λέξεις που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν όλα αυτά τα χρόνια. Και για να ξαναμιλήσουμε, θα έπρεπε να δημιουργηθούν άλλες, καινούριες λέξεις.

Μετά από κανά μισάωρο στάθηκε στην πόρτα, φορώντας ένα παραγεμισμένο σακίδιο και κρατώντας δυο - τρεις σακούλες.
"Φεύγω" μου είπε. "Αν έχω αφήσει κάτι, πάρε τηλέφωνο, και θα έρθω κάποια άλλη στιγμή".
Την κοίταξα. Ήταν ακόμη όμορφη.
"Νομίζω ότι έχεις αφήσει κάτι στην καρδιά μου", αποκρίθηκα.
"Καλά, καλά, θα περάσω άλλη ώρα", είπε αδιάφορα και γύρισε να φύγει.
"Εντάξει", απάντησα και συνέχισα να κοιτάζω τη βροχή έξω από το παράθυρο.

Δεν ήταν εντάξει. 


Thursday, 4 June 2015

Το Λοιπόν

Ο γέρος που έλεγε "Λοιπόν..." καθόταν συνέχεια στο μπαλκόνι του, δύο στενά από εκεί που έμενα.
Φαινόταν πράγματι πολύ γέρος, και όσο καιρό έμενα στη γειτονιά και περνούσα κάτω από το σπίτι του τον άκουγα να μονολογεί "Λοιπόν...".

Αργότερα έμαθα από κάποιο γείτονα ότι σχεδόν όλη του τη ζωή την είχε περάσει λέγοντας "Λοιπόν...".

"Λοιπόν..." μονολογούσε παίζοντας στους χωματόδρομους που είχε η γειτονιά το 1946, "Λοιπόν..." μονολόγησε και το '73, "Λοιπόν..." μονολόγησε και το '81, "Λοιπόν.." και το 2015.

Απ'ότι φαίνεται, περίμενε καρτερικά όλες αυτές τις δεκαετίες τη συνέχεια της πρότασης.

Και, απ΄ ότι φαίνεται, ακόμα περιμένει.

Εγώ & Αυτός

Είχαμε πολλές διαφορές. Βασικά, είχαμε όσες διαφορές έχουν δύο τελείως διαφορετικοί άνθρωποι. Ήμασταν δύο τελείως διαφορετικοί άνθρωποι.

Όποτε τύχαινε να βρεθούμε (και φυσικά βρισκόμασταν μόνο τυχαία) τον κοιτούσα έντονα, εξονυχιστικά, από πάνω ως κάτω.
Προσπαθούσα να εξετάσω αναλυτικά αυτές τις διαφορές που είχαμε. Προσπαθούσα να μπω στη δική της θέση, και μέσα από τα τα δικά της μάτια να δω ποιές ήταν οι κρίσιμες διαφορές αυτές, πώς τις αντιλαμβανόταν εκείνη.
Και κυρίως, να κατανοήσω ποιά αντιλαμβανόταν εκείνη  σαν τα προτερήματα που είχε αυτός σε σχέση με μένα.

Μάταιος κόπος.

Εδώ καλά - καλά δεν μπορούσα να κατανοήσω ποιά αντιλαμβανόταν εκείνη σαν τα προτερήματα που είχα εγώ, τότε.

Εδώ καλά - καλά δεν μπόρεσα ποτέ να κατανοήσω ποιά αντιλήφθηκε εκείνη σαν μειονεκτήματα, λίγο καιρό αργότερα.

Tuesday, 2 June 2015

Συμφωνίες

Την Πέπη την γνώρισα πριν κάμποσα χρόνια, δεν θυμάμαι πόσα, μέσω κοινού γνωστού.

Λίγο καιρό μετά βρεθήκαμε στο ίδιο κρεβάτι και λίγο καιρό μετά από αυτό, σταματήσαμε να βρισκόμαστε γενικώς.

Κάποια χρόνια μετά, την ξαναβρήκα στην τύχη σε διακοπές στην Νάξο. Εκείνη μόλις είχε βγει από έναν αποτυχημένο γάμο, εγώ δεν είχα μπει καν σε γάμο -γεγονός που δεν παρέλειπε να μου υπενθυμίζει η μητέρα μου- και κάπως έτσι ξαναρχίσαμε να μιλάμε και να ξαναβρισκόμαστε.

Ο καιρός περνούσε, "δεν παντρευόμαστε;" λέμε. Ε, και παντρευτήκαμε.

Κάναμε δύο παιδιά, ένα γιο και μια κόρη. Υγιέστατα, μην τα ματιάσω, και καλά παιδιά πάνω απ'όλα, αυτό είναι το σημαντικό, "καλό να 'ναι και ό,τι θέλει να 'ναι" που λέει και η μητέρα μου.

Ο γιος μου εδώ και έξι χρόνια προσπαθεί να τελειώσει τη σχολή του, έκανε και το στρατιωτικό του ενδιάμεσα και άργησε λίγο, τώρα έχει πιάσει και μια δουλειά, σε ένα από αυτά τα καινούρια τα προγράμματα του ΟΑΕΔ, ντάξει δεν παίρνει και πολλά, αλλά κάτι είναι και αυτό, έτσι που 'ναι η κατάσταση, και πάλι καλά να λέμε.

Η κόρη μου έδωσε Πανελλήνιες τώρα, τελείωσε προχθές, καλά τα πήγε, εκτός από τα Αρχαία, τους βάλανε πολύ δύσκολα λέει, δεν ξέρει ακόμη πού θέλει να περάσει, να δούμε τα μόρια πρώτα και βλέπουμε, της είπα να βάλει πολλές σχολές στο μηχανογραφικό, που θα πάει, κάπου θα μπει και αυτή, που θα πάει.

Η γυναίκα μου στο σπίτι, δουλειές του σπιτιού, τι να σας λέω τώρα, τα ξέρετε πως είναι αυτά.

Και εγώ;

Εγώ καλά, τον τελευταίο καιρό σκέφτομαι αν θα βγω στη σύνταξη, κάτι περίεργα ακούγονται και δεν ξέρω αν είναι καλό να βγεις ή να μη βγεις, ρωτάω και γνωστούς να δω τι θα κάνουν και αυτοί, θα δούμε, κάτι μου είπαν ότι σκέφτονται να κάνουν και κάτι περικοπές στην ασφαλιστική που δουλεύω, κάτι για μείωση μισθών, ίσως και κάποιες απολύσεις, δεν ξέρω, θα δούμε, ελπίζω πάντως να τα βρούμε σύντομα με τους εταίρους, δεν είναι να παίζουμε με την οικονομία της χώρας αυτή την περίοδο. 

Thursday, 28 May 2015

Πρώην

"Πάμε για κανά ποτό"; 

Η φωνή της ήταν βραχνή, αναμειγμένη με θόρυβο από τις ταλαιπωρημένες γραμμές  του τηλεφώνου μου.
Στο άκουσμά της μετά από τόσο καιρό, το μυαλό μου πλημμύρισε με χιλιάδες ερωτήματα, αντιδράσεις, συναισθήματα. Όλα σχεδόν ξεχείλιζαν, ήθελαν να βγουν έξω, να ουρλιάξουν.

"Και δεν πάμε;", ήταν το μόνο που βγήκε έξω στην πραγματικότητα, όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις.

"Κατά τις 9 είναι καλά;"
"ΟΚ".


Ο τόπος συνάντησης δεν ειπώθηκε στο τηλέφωνο. Υπέθεσα ότι θα ήταν η συνηθισμένη πλατεία. Όπως τότε.

Έφτασα εκεί 10 λεπτά πριν το ραντεβού. Όπως τότε.
Λίγα λεπτά μετά είχα καπνίσει πέντε τσιγάρα. Ή τόσα θα κάπνιζα πάνω στη φούρια μου, αν όντως κάπνιζα.
Είχα φτάσει στο σημείο να αναρωτιέμαι αν τελικά είχα υποθέσει λάθος για το σημείο του ραντεβού. Αν είχαν αλλάξει τόσα από τότε.

Την αμφιβολία μου καθησύχασε το αντίκρυσμα της σιλουέτας της να καλύπτει ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι του πεδίου όρασής μου, καθώς πλησιάζε. Να έρχεται από τη συνηθισμένη κατεύθυνση, με τη συνηθισμένη ταχύτητα, με το συνηθισμένο κούνημα των γοφών.


Έφτασε όμορφη και καθυστερημένη. Πολύ όμορφη. Και πολύ καθυστερημένη. Ναι, όπως τότε.

"Γεια..." ψέλλισε καθώς έφτασε κοντά.
"Γεια.." απάντησα.
"Σόρρυ που άργησα".
"Δεν πειράζει".


Ανταλλάξαμε το -τυπικό- σταυρωτό φιλί.

Στο άγγιγμα των χειλιών στα μάγουλα, τα ερωτήματα, οι αντιδράσεις, τα συναισθήματα, άρχισαν να κοπανιούνται λυσσαλέα στα τοιχώματα του μυαλού μου.

Ήταν λες και ήθελαν να το γκρεμίσουν, να βγουν έξω, στον καθαρό αέρα, να ξεχυθούν και να εκφραστούν ελεύθερα, ανεμπόδιστα,να χορέψουν σ'ένα αχαλίνωτο πάρτυ, μακριά από την καταστολή της λογικής.

Τα ένιωθα να διοργανώνουν μια συγκλονιστική διαμαρτυρία με μεγάλης έκτασης επεισόδια με την αστυνομία του μυαλού μου, που μου προκαλούσαν πονοκέφαλο.

Δεν ξέρω τι απ'όλα αυτά που σκεφτόμουν έβγαινε προς τα έξω. Ήλπιζα μόνο να ήταν κάτι όσο το δυνατόν πιο αξιοπρεπές.
Κάπου εκεί αναρωτήθηκα τί συνέβαινε στο δικό της μυαλό.

"Πώς πάει;", ρώτησα όσο πιο αδιάφορα μπορούσα να ρωτήσω. Και την κοίταξα.

Το βλέμμα της ήταν σχεδόν ανέκφραστο. Λες και είχε τοποθετήσει βαριές σκούρες κουρτίνες πίσω από τους αμφιβληστροειδείς της, που κάλυπταν το τί συνέβαινε από πίσω τους. Μου την έδινε εκείνο το βλέμμα. Ναι, ακόμη και τότε.

Δεν απάντησε. Δεν κοίταξε καν ακριβώς προς το μέρος μου. Μόνο προχώρησε, αμίλητη, προς μια κάποια κατεύθυνση. Και εγώ, σαν ένας κάποιος μαλάκας, την ακολούθησα. Αμίλητος, όπως και εκείνη.

"Πάμε για καμιά μπύρα εδώ κοντά;", ρώτησε, χωρίς καν να γυρίσει να με κοιτάξει.
"Και δεν πάμε;", απάντησα.

Άνοιξα το βήμα μου, ώστε να βρίσκομαι τουλάχιστον δίπλα της και όχι πίσω της. Έτσι, για χάρη του παλιού καλού ( ;) καιρού.

Περπατήσαμε μέσα από τα στενά που συνηθίζαμε να κάνουμε βόλτα τότε. Που και που, γύριζα να τη κοιτάξω. Το βλέμμα της, πάντα ακαθόριστο, στρεφόταν κάπου απροσδιόριστα.
Πού, άραγε; Στο μέλλον; Σε κάποιες αναμνήσεις; Σε κάποια όνειρα; Σε κάποιο γκόμενο; Στη ζωή της τώρα; Τί σκεφτόταν;
Ερωτήσεις που ήξερα ότι δεν θα απαντηθούν σήμερα. Ούτε αύριο. Ούτε ποτέ.

Περπατούσαμε παράλληλα. Όπως τότε. Όπως πάντα, μάλλον.
Φαντάστηκα πώς θα φαινόμασταν από ψηλά με το πέρασμα του χρόνου. Σαν δυο ευθείες που εκτείνονται στο άπειρο,κάπου - κάπου πλησιάζουν, και λες "να! τώρα θα συναντηθούν!".
Αλλά αν μπορούσες να δεις στο άπειρο, θα έβλεπες ότι τελικά δεν έχουν ούτε ένα κοινό σημείο. Ούτε τότε. Ούτε τώρα. Ούτε μετά. Ούτε ποτέ.

Κάποια στιγμή φτάσαμε σ'ένα μπαράκι. Σ'ένα από τα μπαράκια που πηγαίναμε. Ξέρεις. Τότε.
Όχι τίποτα το ιδιαίτερο. Ένα απλό, ήσυχο, μπαράκι. Που μέσα στα χρόνια είχε αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για μένα. Επειδή ήταν ένα από τα μπαράκια. Που πηγαίναμε.

Άνοιξα την πόρτα και περίμενα μέχρι να περάσει.
Την ξανακοίταξα. Με κοίταξε και αυτή. Το βλέμμα της απροσδιόριστο. Όπως και πριν. Προσπάθησα να τραβήξω τις κουρτίνες. Να δω τι υπάρχει μέσα.
Προσπάθησα να δω αν θυμάται. Αν αυτό το μπαρ τις ξυπνάει κάποιες αναμνήσεις. Αν αυτές οι αναμνήσεις τις ξυπνάνε κάτι. Αν τέλος πάντων έχει μείνει τίποτα, ή αν έχει περάσει μεταφορική και έχει μαζέψει τα πάντα από εκεί μέσα, τα έχει αμπαλάρει και τα 'χει στείλει στον αγύριστο.
Προσπάθησα, αλλά μάταια. Οι κουρτίνες αποδείχτηκαν πολύ βαριές.

Κάτσαμε σ'ένα μικρό τραπέζι στο βάθος. Παραγγείλαμε δυο μπύρες βαρέλι. Μεγάλες. Weiss εγώ, ξανθιά εκείνη. Όπως...Ναι. Ξέρεις. Μην στα ξαναλέω.

Ήπιαμε και μιλήσαμε. Συζήτηση τυπική. Αυστηρά τυπική.
Για τη δουλειά. Που ήταν κουραστική. Για τη ρουτίνα. Που ήταν ρουτίνα. Για τον χρόνο. Που δεν υπήρχε. Αυτά. Και μετά τέλος. Και μετά, σκατά.
Ούτε όνειρα. Ούτε στόχοι. Ούτε σκέψεις. Ούτε "μου έλειψες", έτσι για τυπικά. Ούτε τίποτα.

Λες και δεν είχαμε βρεθεί ποτέ αγκαλιά γυμνοί ανταλλάζοντας φόβους, επιθυμίες και όνειρα. Λες και δεν είχαμε τοποθετήσει ποτέ ο ενας τον τον άλλο νοητά έστω και σ'ένα μικρό, ελάχιστο, κομματάκι του μέλλοντός του.
Λες και δεν είχαμε.
Λες και δεν.

Ήπια τη μπύρα μου γρήγορα.

"Πάμε;", ρώτησα για, πρώτη φορά, πρώτος.
"Και δεν πάμε;", απάντησε εκείνη, ακολουθώντας πιστά το τελετουργικό της ημέρας.

Και πήγαμε. Και φτάσαμε πίσω. Στην πλατεία απ' όπου είχε ξεκινήσει η βραδιά μας. Στην πλατεία απ' όπου, κάποτε, είχαν ξεκινήσει όλα.

Πλησίασε για να μου δώσει ένα -τυπικό- σταυρωτό φιλί. Απομακρύνθηκα χωρίς καν να προλάβω να το σκεφτώ. Μία αυθόρμητη αντίδραση του συναισθήματος ενάντια στην τυπικότητα.
Μία μικρή νίκη του παρελθόντος ενάντια στο παρόν.

"Καληνύχτα", της είπα και απομακρύνθηκα.
"Καληνύχτα...", την άκουσα να απαντάει από πίσω.

Επέστρεψα σπίτι και ξάπλωσα στον καναπέ.
Έβγαλα το κινητό μου από την τσέπη και κοίταξα την οθόνη του. Από συνήθεια. Ή από ελπίδα.
Μηδέν εισερχόμενα. Πλήρως αναμενόμενα.
"Σκατά", σκέφτηκα.
Ήμουν εκνευρισμένος.

Πάντα με εκνεύριζαν αυτές οι -τυπικές- συναντήσεις.





Monday, 25 May 2015

Το απέναντι τρένο

Σταθμός. Σκάλα. Κατεβαίνεις. Από κάτω έρχεται. Θόρυβος - απόδειξη. Άφιξης τρένου. Θόρυβος -ένδειξη. Βιασύνης ανθρώπου.
Εσύ βιάζεσαι. Ως άνθρωπος. Ο θόρυβος ολοένα και αυξάνεται. Ως θόρυβος.

Τρέχεις. Σκοντάφτεις. Σχεδόν. Ο θόρυβος φτάνει την μεγαλύτερή του ένταση.Σχεδόν.

Τελικά φτάνεις. Στο τέλος της σκάλας. Τελικά πλησιάζεις. Την άκρη της αποβάθρας.

 Και συνειδητοποιείς ότι.Έχει έρθει το το απέναντι τρένο.
 Και σκέφτεσαι ότι. Πάντα, μα πάντα, είναι το απέναντι τρένο.

Wednesday, 13 May 2015

Hommage à un compromis

Συμβιβασμένες αντιλήψεις, συμβιβασμένες λήψεις, συμβιβασμένες επιλήψεις, συμβιβασμένες προλήψεις, συμβιβασμένες προκαταλήψεις.

Συμβιβασμένες οπτικές, συμβιβασμένες πρακτικές, συμβιβασμένες τακτικές, συμβιβασμένες στρατηγικές.

Συμβιβασμένες σκέψεις, συμβιβασμένες λέξεις, συμβιβασμένα όνειρα, συμβιβασμένα οράματα, συμβιβασμένα πανοράματα, συμβιβασμένα σχέδια, συμβιβασμένοι στόχοι, συμβιβασμένοι τρόποι, συμβιβασμένοι δρόμοι.

Συμβιβασμένο παρόν, συμβιβασμένο παρελθόν, συμβιβασμένο μέλλον, συμβιβασμένες ώρες, συμβιβασμένα λεπτά, συμβιβασμένα δευτερόλεπτα, συμβιβασμένος χρόνος, συμβιβασμένος χωροχρόνος.

Συμβιβασμός έντιμος, συμβιβασμός ανέντιμος, συμβιβασμός έτοιμος, συμβιβασμός πανέτοιμος,συμβιβασμός σχεδιασμένος, συμβιβασμός γεννημένος, συμβιβασμός αναγκαίος, συμβιβασμός σπουδαίος,συμβιβασμός σίγουρος, συμβιβασμός βέβαιος, συμβιβασμός στιβαρός, συμβιβασμός στυγερός,συμβιβασμός ωραίος,συμβιβασμός νέος, συμβιβασμός φρέσκος, συμβιβασμός ζεστός, συμβιβασμός δυνατός, συμβιβασμός μέτριος, συμβιβασμός σκέτος, συμβιβασμός απ'όλα, συμβιβασμός με όλα, συμβιβασμός με τα όλα του.

Συμβιβασμένοι, υποταγμένοι, σκυμμένοι, ταπεινωμένοι, παραδομένοι, ησυχασμένοι, ανακουφισμένοι,

προχωρούμε

καθώς συμβιβαζόμαστε συμβιβαζόμενοι  μέρα με την μέρα όλο και πιο πολύ με το συμβιβασμό.

Monday, 4 May 2015

Φωνές

Πρωί. Ήλιος. Ρίχνει τις ακτίνες του διακριτικά. Μέσα από τις χαραμάδες που έχει αφήσει το παντζούρι. Ακτίνες. Πέφτουν στα μάτια μου. Τα ανοιγοκλείνω. Σκέφτομαι.
"Ανάθεμα το παντζούρι. Και τις χαραμάδες που άφησε. Ανάθεμα τον ήλιο. Ανάθεμα το ξημέρωμα. Ανάθεμα την κοινωνία. Ανάθεμα γενικώς."

Φωνή. Γνώριμη. Εδώ και 25 χρόνια. Φωνάζει. Το όνομά μου. Εδώ και 25 χρόνια.
Έρχεται απέξω. Μαζί με τις ακτίνες του ήλιου. Μαζί με το ξημέρωμα. Μαζί με τις Δευτέρες.

"Μπορείς να σηκώσεις λίγο το παντζούρι να καθαρίσω λίγο  από κάτω σε παρακαλώ;" Σηκώνομαι. Με αργά βήματα. Ανοίγω. Παντζούρι. Μιλάω. Σιγά."Καλημέρα".
Το σώμα που συνοδεύει τη φωνή καθαρίζει. Από κάτω. Απομακρύνεται. Η φωνή. Ξαναακούγεται.
"Καλημέρα αγόρι μου". Απομακρύνομαι με τη σειρά μου.
Σκέφτομαι. Τη φωνή. Των τελευταίων 25 χρόνων.

Μπορείς να ανοίξεις το παντζούρι, μπορείς να ανοίξεις την πόρτα, μπορείς να κλείσεις το θερμοσίφωνα, μπορείς να κοιτάξεις τον φούρνο, μπορείς να κοιτάξεις αυτό, μπορείς να κοιτάξεις το άλλο, μπορείς να ξυπνήσεις, μπορείς, δεν μπορείς, θες, και να μη θες να θελήσεις, και να μη θες να μπορέσεις, να διαβάσεις, να φας όλο σου το φαί, να μην το φας, να ντυθείς, να γδυθείς, να κοιμηθείς, να μην κοιμηθείς, να φύγεις, να μη φύγεις, που πας τέτοια ώρα, είναι αργά, είναι νωρίς, δεν είναι ούτε αργά ούτε νωρίς που πας, τη μανούλα δεν τη σκέφτεσαι, εγώ για σένα τα λέω.

 Πρόσεξε, πρόσεξε τί θα κάνεις, τί δεν θα κάνεις, πώς θα φερθείς, πως δεν θα φερθείς, τι θα πεις και τι δεν θα πείς, με ποιους θα μπλέξεις, με ποιους δεν θα μπλέξεις,κοίτα τι κάνουν οι φίλοι σου, οι δικές τους μανάδες είναι χαρούμενες, μακάρι να με άκουγες και συ λίγο, εγώ για σένα νοιάζομαι, μάνα είμαι και νοιάζομαι, όταν γίνεις και συ γονιός, θα καταλάβεις, μόνο τότε, αλήθεια πότε θα γίνεις γονιός, πότε θα βρεις καμιά κοπέλα, καλή, όχι σαν την άλλη και την παράλλη, καλή, της προκοπής, αλήθεια, πότε θα βρεις δουλειά;"


Και ύστερα σκέφτομαι. Και τις άλλες φωνές. Των τελευταίων είκοσι, δεκαπέντε, πέντε χρόνων. Των τελευταίων μηνών. Μερών. Δευτερολέπτων.

Τι δουλειά θα βρεις, πώς θα τη βρεις, πως θα γαμήσεις, τί θα γαμήσεις, πώς θα αγαπήσεις, τί θα αγαπήσεις, τί  δεν θα αγαπήσεις, πόσο θα αγαπήσεις, πώς θα φάς, τί θα φας, τί δεν θα φάς, τί θα αγοράσεις, τί δεν θα αγοράσεις, τί θα σπουδάσεις, τί δεν θα σπουδάσεις, τί φίλους θα κάνεις, ποιούς, ποιούς δεν θα κάνεις, τί θα κάνεις, τί θα λες, τί δεν πρέπει να λες, πώς θα ζήσεις, πώς δεν θα ζήσεις, πόσο θα ζήσεις, τί θα ζήσεις,  τί ζωή είναι αυτή ρε γαμώτο. 

Ξαπλώνω. Κοιτάω. Το ταβάνι. Και σκέφτομαι. Πόσο θα 'θελα. Να πάνε όλες οι φωνές να γαμηθούν.  Όλες. Εκτός από τη δική σου.
Σκέφτομαι. Το μόνο που θα 'θελα. Είναι να  σ'αρπάξω και να φύγουμε μαζί. Το μόνο πρόβλημα. Είναι ότι δεν έχω ιδέα που είσαι.



Sunday, 3 May 2015

Χιόνι

Δωμάτιο. Καναπές. Κάθεται. Μόνος. Μπροστά. Τραπέζι. Πάνω στο τραπέζι. Τηλεόραση. Ανοιχτή. Χιόνι."Κλικ". Αλλαγή καναλιού. Πάλι χιόνι. "Κλικ". Αλλαγή της αλλαγής. Μαλακίες.
Χιόνι, χιόνι, μαλακίες, κιάλλες μαλακίες, περισσότερο χιόνι, πιο πολλές μαλακίες, και χιόνι,  και μαλακίες, μαλακίες, χιόνι, μαλακίες, χιόνι, χιόνι, μαλακίες.

"Κλικ"
.

Τηλεόραση. Κλείνει. Μάτια.

Αφουγκράζεται. Σιωπή. Χιόνι. Και σιωπή. Σκέφτεται. Το τηλέφωνο. Σιωπηλό.  Όπως τις τελευταίες ώρες. Άψυχο. Όπως τις τελευταίες μέρες. Σιωπή. Χιόνι. Εκείνος. Βυθίζεται. Απαλά. Χάνεται. Στη σιωπή.

"ΝΤΡΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΝ!"

Ξυπνάει. Απότομα. Μάτια. Ανοίγει. Μπροστά. Τηλεόραση. Χιόνι.
Τη σιωπή διαταράσσει. Ένας χτύπος.  "ΝΤΡΙΙΙΙΙΙΝ!". Τηλέφωνο. Συνειδητοποιεί. Τρέχει στο διάδρομο.

"ΝΤΡΙΙΙΙΙΙΙΙΝ!"



Ακουστικό. Σηκώνει.

-Ναι;
-Έλα...


Εκείνη.

Τηλεόραση. Χιόνι. Τηλέφωνο. Μαλακίες. Και "δεν μπορούσα". Και "δεν έπρεπε". Και "δεν θα 'θελα". Και "δεν". Και "ξέρεις, νόμιζω ότι". Και μαλακίες.
Σκέφτεται. "Απ'ότι φαίνεται, η τηλεόραση αντιγράφει τη ζωή".

Τηλεόραση. Χιόνι. Τηλέφωνο. Μαλακίες.
"Ε, άντε και γαμήσου". Τηλεόραση. Κλείνει. Τηλέφωνο.

"Κλικ".


Thursday, 23 April 2015

Ερωτευμένοι

ποιητές,

ερωτικοί ποιητές,

ερωτεύσιμοι ποιητές,

ποιητές που ερωτεύονται,

ποιητές που ερωτεύθηκαν,

έρωτας που ποιήθηκε,

έρωτας που ποίησε,

έρωτας που πόνησε,

έρωτας που εκπόνησε,

έρωτας που πόνεσε,

έρωτας,

πόνος,

θλίψη,

ανεργία,

κατάθλιψη,

φτώχεια,

καταπίεση,

μιζέρια,

θάνατος.

Ζωή.

Monday, 20 April 2015

Συναλλαγές

"Τί; Τώρα θες αγκαλιά; Είσαι σοβαρός; Θεωρείς ότι αξίζεις αγκαλιά μετά απ' όλα όσα έκανες;"

Λόγια μητέρας.

Πόσο καλός ήσουν, αξίζεις μια αγκαλιά, μήπως δύο, ίσως ένα φιλί, δύο φιλιά, ένα χάδι στα μαλλιά, ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη, να τα κάνω δύο να το κλείσουμε; 

Λόγια συγγενών. Λόγια φίλων. Λόγια της κοινωνίας.

Είναι πολύ καλός γκόμενος, φιλάει καλά, αγκαλιάζει όμορφα, πηδάει όχι τόσο καλά, του βάζω έξι, ναι περνάει, μην ανησυχείτε καθόλου, λέω να τον κρατήσω ένα μήνα, ίσως τρεις, άμα βελτιώσει λίγο το χιούμορ του.

Η αγάπη ως μέσο ανταμοιβής.

Είναι πολύ καλός φίλος, μου απαντάει στα τηλέφωνα, βγαίνουμε για καφέ όποτε αισθάνομαι μοναξιά, συμβουλές, δεν ξέρω, εκεί, εκεί τα χαλάμε λίγο, χρειάζεστε προσπάθεια, έχετε δυνατότητες αλλά να, καταλαβαίνετε, νομίζω μπορείτε καλύτερα, περάστε πάλι από Σεπτέμβρη και τα ξαναλέμε.

Είναι καλός, καλή, μέτριος, μέτρια, καλύτερος, κάλλιστος, κάκιστος, αγάπη, ναι, αγάπη, ναι θα του/της/του(ουδέτερο) δώσω λίγο γιατί όχι, νομίζω το αξίζει, το αξίζει, ναι αυτή είναι η σωστή λέξη, το αξίζει, όχι σαν τους άλλους, ή όχι σαν τους περισσότερους, αυτός το αξίζει, το αξίζει, λίγο, πολύ, περισσότερο, λιγότερο, ναι, θα την έχει αφού του αξίζει.

Η αγάπη ως μέσο συναλλαγής.

Έχουμε τρεις αγκαλιές σε προσφορά μήπως θέλετε, πάρτε αξίζουν, είναι αρκετά φθηνές, σε προσφορά σας λέω, δεν βρίσκεις τώρα τέτοιες ευκαιρίες, μην το χάσετε, και φιλιά, πέντε συν ένα δώρο, ε κ π λ η κ τ ι κ έ ς τιμές, δεν βρίσκεις άλλες τέτοιες τιμές εκεί έξω, μου έπεσε και λίγο συναίσθημα, να τ'αφήσω, πολύ ωραία, τέλεια, τι τέλεια, δεν περιγράφεται σας λέω, θα τα καταναλώσετε εδώ ή να σας τα τυλίξω για το σπίτι;

Δύο και τρία πέντε, έξι μείον πέντε ένα, και δύο για τρία, και εφτά για τέσσερα και οκτώ για πέντε, πολύ σωστά, οι καλές συναλλαγές κάνουν τους καλούς φίλους και, ναι, μην είστε ηλίθιος, πάρτε και αυτό, είναι εκπληκτική προσφορά σας λέω, πάρτε, ίσα ίσα που προλαβαίνετε, καλέ ποιος μένει μόνος τη σήμερον ημέρα, μην είστε χαζός, ναι, ναι αυτό είναι εξελιγμένο μοντέλο, δίνει και αγάπη και ασφάλεια και συναίσθημα, ναι, συναίσθημα, ναι, πάρτε το καλέ, και η γειτόνισσα ένα τέτοιο έχει και είναι απόλυτα ικανοποιημένη, ναι, ποιος χρησιμοποιεί στις μέρες μας τα παλιά, πάρτε το και δώστε του λίγη αγάπη, κι έπειτα, αξίζει περισσότερο από το παλιό,
όλοι το λένε.

Wednesday, 15 April 2015

Όλη μας τη ζωή την περνάμε φοβούμενοι

μήπως οι άλλοι μας παρεξηγήσουν
επειδή  παρερμήνευσαν αυτά που θα θέλαμε να πούμε.

Tuesday, 14 April 2015

Η άκρη της αποβάθρας

Είσοδος Μετρό. Μεγάφωνο. Αντηχεί. Φωνή άγνωστη και αρκούντως σοβαρή.

"Ανακοίνωση: Οι κύριοι επιβάτες παρακαλούνται να μην στέκονται κοντά στην άκρη της αποβάθρας"
.

Κυλιόμενες σκάλες. Κατεβαίνουν. Κόσμος πάνω τους. Κατεβαίνει με τη σειρά του. Σκυφτός. Σιωπηλός. Άοσμος. Άχρωμος. Ο εξαιρετικός εξαερισμός του Μετρό απομακρύνει τις μυρωδιές από τα έντονα αρώματα, τις ιδρωμένες μασχάλες, τις βρώμικες κάλτσες. Αφαιρεί με επιτυχία κάθε ιδαίτερη μυρωδιά από τους επιβάτες δημιουρόντας έναν καθαρό, άνευ δυσάρεστων οσμών, άνευ χαρακτήρα, αέρα.

"Ανακοίνωση: Οι κύριοι επιβάτες παρακαλούνται να μην στέκονται κοντά στην άκρη της αποβάθρας". 

Συνωστισμός στον χώρο τον ακυρωτικών μηχανημάτων. Οι κύριοι επιβάτες, άοσμοι, σιωπηλοί και σκυφτοί, πραγματοποιούν αξιαίπενους ελιγμούς: ακυρώνουν τα εισητήριά τους, ψάχνουν να αγοράσουν καινούρια, αναζητούν τη σωστή κατεύθυνση και εφορμούν προς αυτή. Μια πλήρως εναρμονισμένη και  τουλάχιστον πολύπλοκη χορογραφία.

Ο Πιοτρ γίνεται με τη σειρά του μέλος της χορογραφίας. Ακυρώνει, αγοράζει, αναζητά.
Εφορμά.

Και άλλες σκάλες. Και μεγάφωνο.

"Ανακοίνωση: Οι κύριοι επιβάτες παρακαλούνται να μην στέκονται κοντά στην άκρη της αποβάθρας".

Ο Πιοτρ φτάνει στην πολυσυζητημένη αποβάθρα. Παρατηρεί αυτό που είναι γνωστό ως άκρη της.

Αποβάθρα. Άκρη. Και παρατήρηση.

Ξαφνικά, ένα ερώτημα γεννιέται στο μυαλό του  Πιοτρ: "γιατί μας παρακαλούν να μην στεκόμαστε στην άκρη της αποβάθρας; Τί θα γίνει δηλαδή άμα σταθούμε στην άκρη της;"

Ο Πιοτρ παρατηρεί. Όλο εκείνο τον κόσμο που περιμένει. Το Μετρό. Τη συνέχεια της διαδρομής του. Τους κοιτάζει να κάνουν βόλτες νευρικά μπρος πίσω. Να χαζεύουν αδιάφορα τους χάρτες. Να διαβάζουν με τα χείλη τους το όνομα της στάσης. Να χαζολογούν με της διπλανούς του. Να μην στέκονται στην άκρη της αποβάθρας. Σαν μικρά παιδιά που έχουν πάρει μια εντολή από το γονιό τους και πρέπει πάση θυσία να την τηρήσουν, χωρίς να ξέρουν γιατί και πως.
Οι κύριοι επιβάτες. Πειθήνιοι. Άοσμοι. Άχρωμοι.

Ο Πιοτρ φέρνει στο νου του τη φωνή του μεγαφώνου, Άχρωμη. Άοσμη. Μεταλλική. Με σοβαρότητα και κύρος. Να ανακοινώνει. Κάτι το δίχως άλλο σπουδαίο, μιας και πρόκειται περί ανακοίνωσης στο κάτω κάτω. "Οι κύριοι επιβάτες παρακαλούνται να μην στέκονται κοντά στην άκρη της αποβάθρας".
"Ναι αλλά γιατί; Γιατί στο διάολο να μην στεκόμαστε κοντά στην άκρη της αποβάθρας; Γιατί στο διάολο κανείς δεν στέκεται κοντά στην άκρη της αποβάθρας"; 

αναρωτιέται φωναχτά, προσελκύοντας το ενδιαφέρον και τα περίεργα βλέμματα των κυρίων επιβατών.

Ο Πιοτρ εκνευρισμένος ανάβει τσιγάρο.

Μεγάφωνο. Φωνή μεταλλική. "Ανακοίνωση: οι κύριοι επιβάτες παρακαλούνται να μην καταναλώνουν τρόφιμα και υγρά εντός του σταθμού του Μετρό".

Ο Πιοτρ είναι πια έξω φρενών. Κοιτάει το πιο κοντινό μεγάφωνο, τη πηγή της φωνής. Φυσάει τον καπνό του πάνω του. Το ενδιαφέρον και η απορία στα βλέμματα των κύριων επιβατών μεγαλώνει.

Μεγάφωνο. Φωνή άοσμη. "Ανακοίνωση: οι κύριοι επιβάτες παρακαλούνται να μην καταναλώνουν τρόφιμα και υγρά εντός του σταθμού του Μετρό".
Ο Πιοτρ κοντεύει να τρελαθεί. Ουρλιάζει. "ΓΙΑΤΙ να μην στέκομαι στην άκρη της αποβάθρας; ΓΙΑΤΙ να μην καταναλώνω τρόφιμα και υγρά εντός του σταθμού σας;" 

Μεγάφωνο. Φωνή άχρωμη. "Ανακοίνωση: οι κύριοι επιβάτες παρακαλούνται να μην καταναλώνουν τρόφιμα και υγρά στο εντός του σταθμού του Μετρό".

"Δεν είμαι κύριος επιβάτης γαμώτο! Είμαι ο Πιοτρ! Πές το! Πιοτρ! Πες μου 'Πιοτρ σε παρακαλώ μην καταναλώνεις τρόφιμα και υγρά εντός του Μετρό!' Καταναλώνεις! Β' ενικός!Κύριοι επιβάτες και παρακαλούνται είστε εσείς και όλα σας τα σόγια! Εγώ είμαι ο Πιοτρ! Ο ένας! Ο μοναδικός!"

Αφού είπε αυτά, πλησίασε τρέχνοντας την κίτρινη γραμμή που σήμαινε το τέλος της αποβάθρας.
 Και την αρχή της άκρης της.
Κοίταξε για λίγο το τέλος της νομιμότητας. Και την αρχή της παρανομίας.

Φωνή στο μεγάφωνο. "Ανακοίνωση: οι κύριοι επιβάτες παρακαλούνται να μην στέκονται κοντά στην άκρη της αποβάθρας".

Ο Πιοτρ ξανακοίταξε. Την αποβάθρα. Την άκρη της. Εκείνο το σκοτεινό χάσμα. Το απαγορευμένο. Το δεν - πρέπει. Το μη. Το "όχι δεν είναι σωστό".

Μεγάφωνο. "ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ: ΟΙ ΚΥΡΙΟΙ ΕΠΙΒΑΤΕΣ ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΣΤΕΚΟΝΤΑΙ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΑΠΟΒΑΘΡΑΣ". 

Ο Πιοτρ το ξανακοίταξε. Και σκέφτηκε. Άκουσε ξανά τη φωνή να ηχεί στο μυαλό του. Άχρωμη. Άοσμη. Σοβαρή.  Είδε τους κύριους επιβάτες. Άχρωμους. Σιωπηλούς. Αδιάφορους. Να μην στέκονται στην άκρη της αποβάθρας. Να τον κοιτάνε με περιέργεια: εκείνον, τον παρείσακτο, που είχε τολμήσει να παρακούσει τις προσταγές της φωνής, τις σοβαρές ανακοινώσεις του σταθμού του Μετρό.

Χωρίς να χάσει χρόνο, με μια αποφασιστική κίνηση πέταξε το αποτσίγαρό του στην άκρη της αποβάθρας.

Ύστερα, πήδηξε κάτω από την άκρη της.

Το Μετρό δεν άργησε να φτάσει με ταχύτητα στο σταθμό.
Ίσως, όμως, και να μην ήρθε ποτέ.

Δεν είναι άλλωστε αυτό το θέμα της ιστορίας μας.

Friday, 3 April 2015

Το κυνήγι του ορίζοντα

Πήγα στο νησί μετά από και εγώ δε θυμάμαι πόσα χρόνια.

Όταν έφτασα στο σπίτι, κάθισα στο πεζούλι ακριβώς απέναντι, και το χάζευα για πολλή ώρα. Τα συναισθήματα ήταν περίεργα και ανάμεικτα: σαν να είχαν αλλάξει τα πάντα και τίποτα από το τελευταίο μου καλοκαίρι εκεί. Έμεινα να κοιτάω τη βεράντα που λερωνόμασταν από τα ζουμιά των φετών από καρπούζι που καταβροχθίζαμε λαίμαργα και άγαρμπα, τα δρομάκια με τα χαλίκια που τρέχαμε, κουτροβαλώντας σχεδόν, για να φτάσουμε τη θάλασσα, πέφτωντας και κάνοντας τις πρώτες μας γνωριμίες με την αίσθηση του πόνου.

Και στο τέλος του δρόμου, η θάλασσα. Η θάλασσα, άλλοτε ήρεμη, και άλλοτε αγριεμένη, σαν την ίδια τη ζωή, και οι βουτιές που κάναμε  σε αυτή από τον μικρό κόλπο, που μετά από τόσα ταξίδια σε διαφορετικά μέρη σε άφηνε αδιάφορο, αλλά όταν ήσουν μικρός έμοιαζε με το δικό σου, προσωπικό κομμάτι του παράδεισου.

Όλα τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων, οι πρώτες φιλίες, οι πρώτοι τσακωμοί, τα πρώτα παγωτά, τα πρώτα νυχτερινά μπάνια, οι πρώτες αποτυχημένες προσπάθειες για το πρώτο φιλί, πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου σαν ταινία -γεγονότα τόσο απόμακρα και τόσο κοντινά- αφήνοντάς με μια αίσθηση ότι από τότε άλλαξαν τόσο τα πάντα, όσο και τίποτα.

Ναι, περνούσα όμορφα τότε στο νησί, συνειδητοποιούσα εκ των υστέρων, αλλά όπως και κάθε παιδί που οι γονείς του το εκτόπιζαν με το ζόρι από τις παρέες και τις δραστηριότητες που είχε στην πόλη κάθε που έπιαναν οι ζέστες,τότε δεν το εκτιμούσα καθόλου. Εκτός αυτού, όπως συμβαίνει συνήθως στη ζωή, όσο όμορφο και αν είναι κάτι, αν το βλέπεις συνέχεια, μπουχτίζεις. Έτσι όταν έφτασα σε ηλικία που μου επέτρεπαν να αποφασίζω για τον εαυτό μου, δεν ξαναπάτησα.


Αλλά, όπως επίσης συμβαίνει στη ζωή, πάντα υπάρχει λόγος να επιστρέψεις σε ένα μέρος: και πολλές φορές δυστυχώς δεν είναι διόλου ευχάριστος.

Ο δικός μου λόγος άκουγε στο όνομα "θείος Γιάννης": γνωστός και ως "ο κάτοχος του θερινού μου καταφυγίου", "ο λυτρωτής των γονιών μου τον καιρό των καλοκαιρινών διακοπών". Μεγαλύτερος αδερφός του πατέρα μου, μοναχικός και μόνιμος κάτοικος του νησιού που πέρασα σχεδόν όλα τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων.

Ή μάλλον πρώην μόνιμος κάτοικος νησιού, και νυν μόνιμος κάτοικος παραδείσου (ή και κόλασης, ποτέ δεν ξέρει κανείς σίγουρα) μιας και ο θείος Γιάννης μας άφησε νωρίς.

Εγώ, καθότι νυν κάτοικος εξωτερικού, δεν είχα προλάβει την κηδεία, αλλά ως ελάχιστο φόρο τιμής στις αναμνήσεις μου, ωραίες και άσχημες, ως μια ελάχιστη ανταμοιβή σε εκείνον που με ανέθρεψε για το ένα τρίτο της παιδικής μου ζωής, έκλεισα εισητήρια για να παρευρίσκομαι στις 40 μέρες.

Και να 'μουν εκεί, γεμάτος πολλά και αντιφατικά συναισθήματα, να αγγίζω το μπαλκόνι της μικρής βεράντας του σπιτιού του θείου Γιάννη, σα να θέλω να βεβαιωθώ ότι δεν θα φύγει και αυτό, ότι δεν θα ανοίξει μια μαύρη τρύπα να το καταπιεί ξαφνικά, μαζί με τα ξερά χόρτα, τα δρομάκια, τον μικρό κόλπο, εξαφανίζοντας αυτό το μικρό αλλά τόσο πολύτιμο κομμάτι της ταυτότητάς μου.

Καθώς στεκόμουν λοιπόν δίπλα από το σπίτι, χαμένος στις σκέψεις μου, συνειδητοποίησα ότι ένα ζευγάρι μάτια ήταν στραμμένα πάνω μου - δεν μου πήρε παρά λίγα δευτερόλεπτα για να αναγνωρίσω τον ιδιοκτήτη τους.

Στο υψωματάκι δίπλα από το σπίτι, σαφώς μεγαλύτερη αλλά το ίδιο υπέροχη, μέσα σε ένα μακρύ μαύρο φόρεμα, στεκόταν εκείνη.

Η Αριάδνη, ήταν από εκείνες τις παρέες του τα παιδιά των πόλεων που εξορίζονται από τους γονείς τους συνηθίζουν να συνάπτουν τα καλοκαίρια προκειμένου να μην οδηγηθούν στην αυτοκτονία από την πλήξη της υπαίθρου. Παραθέριζε σε γειτονικό σπίτι μαζί με τους γονείς της, και καθώς μοιραζόμασταν κοινή μοίρα, δεν αργήσαμε να κάνουμε παρέα, παρά την διαφορά ηλικίας μας (εκείνη ήταν λίγα χρόνια μεγαλύτερη). Και όπως και τη δική μου, έτσι και τη δική της καλοκαιρινή ανατροφή, ανέλαβε ο θείος Γιάννης.

Όπως ήταν φυσικό επόμενο, η παρέα δεν άργησε να μετατραπεί στα πρώτα -άγνωστα τότε-σκιρτήματα της καρδιάς, και τα σκιρτήματα δεν άργησαν να μετατραπούν στον πρώτο ανεκπλήρωτο έρωτα από πλευράς μου, που αν και όχι τόσο σοβαρός (όπως συνειδητοποίησα μεγαλώνοντας) συνόδευε μέχρι και σήμερα γλυκά τις αναμνήσεις των καλοκαιριών εκείνων.

Διακόπτωντας τις σκέψεις μου, η Αριάδνη με πλησίασε αργά.

Την κοίταξα να προχωράει με χάρη, πολύ μεγαλύτερη και πολύ πιο γοητευτική πλέον, και για λίγα δευτερόλεπτα αναρωτήθηκα τί να έκανε στη ζωή της από την τελευταία φορά που την είδα, αν σπούδασε, αν έχει δουλειά, αν έχει οικογένεια, αν γνώρισε ποτέ της την ευτυχία, ύστερα σκέφτηκα τί έκανα εγώ στη ζωή μου από τότε που την είδα, αν  εγώ είμαι ευτυχισμένος, και σκεφτόμενος εμάς τους δύο μέσα στις μαύρες μας φορεσιές, έναν νεαρό άντρα και μια νεαρή γυναίκα πια, σοβαρούς και καθωσπρέπει, αναρωτήθηκα πώς περνάνε έτσι τα γαμημένα τα χρόνια.

Η Αριάδνη με κοίταξε με ένα βλέμμα που έγραφε "συλληπητήρια". Ήταν σαφές ότι είχαμε επιστρέψει και οι δύο στο νησί μετά από χρόνια για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Εκείνο το θάνατο που σφράγιζε για τα καλά την παιδική μας ηλικία.

"Γεια..." μου είπε.
"Γεια..." της απάντησα. Σταθήκαμε για λίγη ώρα αμίλητοι, με την αμηχανία που διακρίνει δυο παλιούς γνωστούς που συναντιούνται μετά από χρόνια.

Την κατάσταση έσπευσε να σώσει πρώτη εκείνη:
"Θυμάσαι όταν ήμασταν μικροί, που κυνηγούσαμε τον ορίζοντα;"

Το μυαλό μου ανέτρεξε σε κάτι που νόμιζα ξεχασμένο: ένα παιχνίδι που παίζαμε με την Αριάδνη κάθε καλοκαίρι. Ιθύνων νους ήταν ο θείος Γιάννης, ο οποίος διασκεδάζοντας με την παιδική μας αφέλεια, μας είχε "εκμυστηρευτεί" δείχνοντάς μας την απέραντη αλάνα δίπλα από το σπίτι, ότι αν τρέχαμε αρκετά γρήγορα θα μπορούσαμε να "πιάσουμε τον ορίζοντα". Και ότι τότε, κάτι φανταστικό θα συνέβαινε.

Λίγο η καλοκαιρινή βαρεμάρα, λίγο η παιδική μας αισιοδοξία και η ανάγκη που είχαμε τότε να πιστέψουμε  σε κάτι μαγικό, δεν θέλαμε και πολύ.

 Σχεδόν κάθε απόγευμα για ποιος ξέρει πόσα χρόνια, εγώ και η Αριάδνη ,πηγαίναμε στην αλάνα, και αρχίζαμε μία τρελή πιλάλα, το λεγόμενο "κυνήγι του ορίζοντα". Και κάθε που βράδιαζε, γυρίζαμε κουρασμένοι και άπραγοι, χαρίζοντας στον θειό μου άφθονο γέλιο. Παρόλο που δεν καταλαβαίναμε γιατί γελούσε, η Αριάδνη, γυναίκα των στόχων, πεισματάρα από τότε, κάθε επόμενη μέρα με έβαζε να προσπαθήσω πιο σκληρά, μπας και καταφέρουμε να υλοποιήσουμε ποτέ τον πολυπόθητο στόχο. Περιττό να σας πω ότι το τέλος κάθε μέρας, είχε ακριβώς το ίδιο αποτέλεσμα: πλήρης αποτυχία.


"Ξέρεις, τελικά δεν γίνεται να πιάσεις τον ορίζοντα..." με επανέφερε απότομα στην πραγματικότητα η Αριάδνη, υπενθυμίζοντάς μου ότι πλέον ήμασταν δυο σοβαροί νέοι μέσα σε μαύρες φορεσιές, υποχρεώσεις και ρεαλιστικά όρια.

"Η αλήθεια είναι ότι το είχα καταλάβει ήδη από τότε", είπα εγώ.

"Και τότε; Γιατί έμπαινες σε αυτό τον κόπο;Γιατί δεχόσουν όλο αυτό το μαρτύριο;" με ρώτησε, γεμάτη απορία.

"Να, απλά μου άρεσε που τρέχαμε μαζί...", της απάντησα, αφήνοντάς τη για λίγο άφωνη.

Ύστερα κατηφορήσαμε μαζί το δρομάκι που οδηγούσε στην εκκλησία και στον τελευταίο αποχαιρετισμό του θείου Γιάννη, στον τελευταίο αποχαιρετισμό των δεσμών με την παιδική μας ηλικία.

Friday, 27 March 2015

Χωρίς Μέτρο

(Ο στίχος του ποιήματος είναι ελεύθερος)

Για όλα εκείνα τα έντονα βλέμματα που κάποτε παράπεσαν και χάθηκαν για πάντα.

Για εκείνα τα συνεπαρμένα μηνύματα που έμειναν στο "διαβάστηκε" και δεν συνέχισαν στο "γράφτηκε".

Για εκείνο το πλατύ χαμόγελο που κάποτε αντίκρυσες από κοντά μα τώρα βρίσκεται μοναχά σε μια φωτογραφία.

Για όλα όσα δεν κάναμε επειδή δεν θέλαμε
επειδή δεν μπορούσαμε,
ή επειδή δειλιάσαμε.

Και για όλα όσα κάναμε
και ας μην το θέλαμε.

Για εκείνα τα "ναι" που μεταμορφώθηκαν σε "όχι"
και για εκείνα τα "όχι" που μεταμορφώθηκαν σε "ναι",

ακούστε το καλά:

"Η απώλεια δεν μπορεί να μπει στο ίδιο ζύγι με το κέρδος.
Η απώλεια είναι απώλεια.
Σημαίνει ότι κάτι έχασες".


Αλίμονο σε όσους δεν το καταλαβαίνουν.
Αλίμονο στον κόσμο που μας έκανε έτσι.




*Αφιερωμένο στον Φώτη Κουβέλη*

Friday, 13 March 2015

Διακοπή ρεύματος

"Η νύχτα εδώ είναι σκοτεινή και δύσκολη. Φοβάμαι".

"Μη φοβάσαι, θα είμαι πάντα εδώ για σένα", της απάντησε εκείνος.



Σκεφτόταν ξανά και ξανά εκείνη τους τη συνομιλία, κατά τη διάρκεια της διακοπής ρεύματος. Το φως είχε χαθεί ξαφνικά, δεν έλεγε να επιστρέψει, και εκείνη εντελώς μηχανικά, άναψε ένα κερί και τον αναζήτησε με το βλέμμα της.
Δεν τον βρήκε.

"Εκείνο το πάντα τελικά κρατάει πολύ λίγο", σκέφτηκε και δάκρυσε.



Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, ο υπάλληλος της Δ.Ε.Η που είχε κατεβάσει το διακόπτη, αναλογιζόμενος τα χαμένα επιδόματά του, σκέφτηκε ακριβώς το ίδιο.

Monday, 9 March 2015

Όλοι είμαστε άνθρωποι...

...μέχρι αποδείξεως του εναντίου.

Αναζήτηση vol. 2

"Ώστε έτσι λοιπόν νιώθεις όταν φτάνεις στο τέλος; Στο απόλυτο τέρμα; Ώστε έτσι είναι όταν και η τελευταία σου ελπίδα συντρίβεται  με φόρα πάνω σε έναν απροσπέλαστο συμπαγή τοίχο χωρίς να καταφέρει ούτε γρατζουνιά; Έτσι είναι μόλις καταλάβεις ότι δεν υπάρχει φως στο σκοτεινό τούνελ; Αυτά είναι τα συναισθήματα που γεννιούνται μόλις συνειδητοποιήσεις ότι δεν πρόκειται να υπάρξει οποιουδήποτε είδους συνέχεια; Αυτή είναι η κατάσταση που βιώνεις όταν κοιτάς γύρω σου και συνειδητοποιείς ότι όλοι οι δρόμοι, οι παράδρομοι και οι στροφές οδηγούν σε αδιέξοδα;" 

αναφώνησε ο Γ. , μόλις παρατήρησε ότι και το πιο απομακρυσμένο ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς του είχε κλείσει για βράδυ. 

Ερώτηση

-Γιατί;
-Γιατί όχι;

Friday, 6 March 2015

Η (α)βάσταχτη βαρύτητα του μη - είναι

"Κι αν με ρωτήσετε τι κάνω θα σας πω τίποτα... Γιατί όποιος λέει ότι κάνει κάτι δεν κάνει τίποτα, και όποιος κάνει  κάτι δεν το λέει.

Η πράξη είναι πράγμα σοβαρό και βαρύ, η δημιουργία, η γέννηση του κάτι από το τίποτα, του όντος από το μη ον.

Και αν οι φιλόσοφοι μίλησαν για την ελαφρότητα του είναι, υπάρχει και η βαρύτητα του μη είναι...

Η επίπτωση της ανυπαρξίας, εκείνο το κενό στην σειρά πράξεων, λόγων και γεγονότων που πάντα μένει ακάλυπτο, η απουσία που γίνεται αισθητή με την ύπαρξή της. Και τελικά, είναι η μη ύπαρξη βαριά, αφού η ύπαρξη της μη ύπαρξης είναι ελαφριά; 

Και τελικά, όπως λένε, σήμερα είμαστε, και αύριο δεν είμαστε, και μεθαύριο ποιος ζει και ποιος πεθαίν....."



Οι φύλακες επέστρεψαν στο αδιάφορο διάβασμα των εφημερίδων τους, καθώς δυο νοσοκόμοι είχαν καταφέρει να ακινητοποιήσουν και να μπήξουν την αναισθητική ένεση στον ασθενή  που γυρνοβολούσε και μονολογούσε στους διαδρόμους του ψυχιατρείου.

Wednesday, 25 February 2015

Η νιφάδα

Σηκώθηκε, αργά και ανόρεκτα, όπως συνήθιζε άλλωστε, τόσο καιρό που πια δε θυμόταν. Έψαξε στα τυφλά τις παντόφλες της, και ύστερα, σέρνοντας τα πόδια της στο πάτωμα, ακολούθησε το πρώτο δρομολόγιο της ημέρας, με αφετηρία το δωμάτιο και τέρμα την κουζίνα (ενδιάμεση στάση στο μπάνιο, όπου άγγιξε ακόμη μία φορά τις βαθιές ρυτίδες που στιγμάτιζαν το άλλοτε άψογο πρόσωπό της  και χάιδεψε τις ασημένιες τούφες που είχαν εγκατασταθεί στα άλλοτε κατάμαυρα μαλλιά της). Ανοίγοντας τα ντουλάπια, συνειδητοποίησε, χωρίς καμία έκπληξη, ότι το μόνο που είχε ήταν καφές. "Πάλι καλά που έχω τουλάχιστον αυτό!" σκέφτηκε από μέσα της, μιας και γνώριζε καλά ότι η απόπειρα για οποιαδήποτε δραστηριότητα θα ήταν αδύνατη χωρίς τη βοήθεια αυτού του υγρού φάρμακου. Εκτός αυτού, μόνο και μόνο η προετοιμασία και η κατανάλωση του πρωινού καφέ ήταν μια δραστηριότητα που της επέτρεπε να απασχολεί λίγο το μυαλό της όσο και τον χρόνο της ημέρας της.

Αρπάζοντας ένα φλυτζάνι και το βάζο του καφέ, πλησίασε το νεροχύτη. Βάζοντας με αργές μηχανικές κινήσεις καφέ από το βάζο στο φλυτζάνι, κοίταξε έξω από το παράθυρο. Παρατήρησε τα λεωφορεία που εμφανίζονταν και χάνονταν στο δρόμο, γεμάτα ανθρώπους με κάποιο προορισμό,  και νοστάλγησε τις μέρες που και αυτή, ανέβαινε σε ένα λεωφορείο με συγκεκριμένο προορισμό. Ύστερα, πρόσεξε τους ανθρώπους που εμφανίζονταν και χάνονταν προς κάθε κατεύθυνση, δυο - δυο, τρεις - τρεις, σε μεγάλες ομάδες ή κατά μόνας. Περπατούσαν αργά, βιάζονταν, κοντοστέκονταν για να βεβαιωθούν ότι ακολουθούν τη σωστή κατεύθυνση, ή γύριζαν πίσω συνειδητοποιώντας ότι είχαν κάνει κάποιο λάθος.

Το βλέμμα της εστίασε σε ένα συγκεκριμένο είδος περαστικών: σε εκείνα τα ζευγάρια που περπατούσαν αργά, αγκαλιασμένα, σαν ο χρόνος να μην τους ένοιαζε, να μην τους επηρρέαζε. Έστρεψε το βλέμμα της αλλού - και δάκρυσε. Πήγαινε τόσος καιρός, που είχε ξεχάσει πώς ήταν η αίσθηση της αγκαλιάς, του αγγίγματος ενός άλλου ανθρώπου.

Ξαφνικά, καθώς συνέχιζε να κοιτάει το παράθυρο, αγναντεύοντας τους ανθρώπους που περνούσαν, σε οχήματα ή πεζοί, με προορισμό ή χωρίς, με παρέα ή μόνοι, χαζεύοντας τον κόσμο έξω από το παράθυρό της, μια έκφραση έκπληξης σχηματίστηκε στο πρόσωπό της: άσπρα στίγματα άρχισαν να εμφανίζονται, διαταράσσοντας το γκρίζο του ουρανού, και να πέφτουν απαλά στις κορυφές των πολυκατοικιών.

Χωρίς να το σκεφτεί, άρπαξε το φθαρμένο πανοφόρι της και άνοιξε με δύναμη την πόρτα. Η αρχική διστακτικότητά της, ξεπεράστηκε  αστραπιαία, και χωρίς καν να το συνειδητοποιήσει βρέθηκε να κάνει αυτό που είχε να κάνει τόσο καιρό: να ανασαίνει λαίμαργα τον αέρα της πόλης, τον αέρα του κόσμου έξω από το σπίτι της.

Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχε ξαναθυμηθεί τις κατάλληλες κινήσεις. Άτσαλα στην αρχή, αλλά πιο επιδέξια στη συνέχεια, άρχισε να γλιστράει μέσα στο πλήθος, ανάμεσα από περαστικούς που βάδιζαν, άλλοι αργά ή πιο γρήγορα. Άρχιζε να βαδίζει  και αυτή, περίμενοντας  λεωφορεία να περάσουν ή προσπερνότντας τα - ανάλογα την περίσταση.

Περπατούσε, στην αρχή πιο αργά, έπειτα πιο γρήγορα, σχεδόν έτρεχε. Έτρεχε και κοιτούσε πάντα προς τα πάνω: εκείνα τα άσπρα στίγματα που όλο και πολλαπλασιάζονταν, εκείνες τις χοντρές νιφάδες χιονιού που έπεφταν χορευτικά προς τη γη, την πόλη, τον δρόμο που περπατούσε.

Έτρεχε, πάντα με το βλέμμα προς τα πάνω: παρατηρούσε τις νιφάδες να χορεύουν ανέμελα, να στροβιλίζονται και ύστερα να προσγειώνονται απαλά στο στο δρόμο,  στα λεωφορεία, στους περαστικούς, στο πρόσωπό της και μετά από λίγο να χάνονται για πάντα.

Φαντάστηκε και αυτή για μια στιγμή, πως ήταν και εκείνη μια νιφάδα: κατάλευκη, ντυμένη στα χρώματα της απόλυτης αθωότητας, να ξεκινάει από τον ουράνιο κόσμο, για το αέρινο ταξίδι λίγων λεπτών, χωρίς ιδιαίτερες σκέψεις στόχους και επιλογές, μόνο για μία διαδρομή: εκείνη της απόλυτης και τόσο όμορφης πτώσης.

Φαντάστηκε την τελειότητα, την ομορφιά που θα διατηρούσε κατά τη σύντομη διάρκεια της ύπαρξής της: η γνώση ότι το τέλος θα έφτανε, θα ήταν μοναδικό και αναπόφευκτο την γέμιζε τόση ευτυχία.

Τα φανταζόταν όλα αυτά και καθώς ένιωσε το κρύο που δημιουργούταν από το χιόνι που έλιωνε στο πρόσωπό της και για πρώτη φορά, ποιος ξέρει εδώ και πόσο, χαμογέλασε.


Μπήκε ξανά στο σπίτι της, με το χαμόγελο στα χείλη, λίγο πριν σταματήσει να χιονίζει.

Μετά από κείνη την μέρα, κανείς δεν την ξαναείδε. Κανείς δεν άκουσε για αυτή.
Ήταν λες και χάθηκε για πάντα.

Σαν μια νιφάδα από χιόνι.


Friday, 16 January 2015

4 χρόνια koultoura (στο internet*)



(*και παντού)

Τα μεγάλα διλήμματα της ζωής

Διαβάζεις. Βιβλία. Βιβλία σπουδαία. Βιβλία μεγαλόπνοα. Βιβλία που μιλάνε για ανθρώπους που άλλαξαν την εποχή τους. Βιβλία για πράξεις  που συνέβαλλαν σε αυτό που σήμερα με σεβασμό αποκαλούμε Ιστορία. Βιβλία με αποσπάσματα  ή ατάκες που λέμε μέχρι και σήμερα για να το παίξουμε διαβασμένοι ή (και) να κάνουμε εντύπωση. Βιβλία που ανέδειξαν τις αυθεντίες τις οποίες όσα χρόνια κι αν πέρασαν συνεχίζουμε να επικαλούμαστε, σαν ατράνταχτο επιχείρημα. Και φαντάζεσαι.

Τους φαντάζεσαι με τα μαύρα τους καπέλα με τα πλουμιστά τους λοφία να προτείνουν το ασημένιο τους ξίφος πάνω σε κάποιο λόφο. Τους φαντάζεσαι. Τους φαντάζεσαι πάνω από ένα χάρτη να διαφωνούν για το ποια είναι η σωστή στρατηγική κάνοντας γραμμές και ύστερα σβήνοντας με γόμα τα πρόχειρα σχέδιά τους. Τους φαντάζεσαι μέσα στα Χειμερινά Ανάκτορα να ξενυχτούν συζητώντας για το ποιο θα είναι το επόμενό τους βήμα. Τους φαντάζεσαι σε ένα μεγάλο εργοστάσιο, μαύροι από το φούμο, όλοι μαζί να δουλεύουν για να κατασκευάσουν κάτι - ένας θεός ξέρει τι- μεγάλο, τους φαντάζεσαι σε ένα μικρό σκονισμένο δωμάτιο με μόνο ένα στρώμα για κρεβάτι να φωνάζουν "Εύρηκα!", τους φαντάζεσαι να βουτούν την πένα τους στο μελανοδοχείο και να γράφουν με μανία πιτσιλώντας το πολυκαιρισμένο και ήδη λερωμένο τους πουκάμισο, λες και είχαν βουτήξει την πένα στο μυαλό τους το ίδιο. Τους φαντάζεσαι. Τους φαντάζεσαι συζητώντας. Γράφοντας. Σχεδιάζοντας. Πολεμώντας. Χτίζοντας. Αλλάζοντας τον κόσμο.

Και ύστερα σκέφτεσαι.

Σκέφτεσαι ότι εσύ δεν ξέρεις καν τι θα κάνεις αύριο. Σκέφτεσαι ότι εσύ δεν μπορείς να αλλάξεις καν τη διακόσμηση του δωματίου σου. Και σκέφτεσαι και κάτι άλλο. Σκέφτεσαι όλες εκείνες τις ώρες που απέμεινες να κοιτάς τo μήνυμα στην οθόνη του κινητού μην ξέροντας τη σωστή απάντηση, σκέφτεσαι όλες εκείνες τις φορές που έμεινες να στκέκεσαι στο απέναντι πεζοδρόμιο, εκείνες τις νύχτες που έμεινες με το δάχτυλο πάνω από το κουδούνι της χωρίς να είσαι σίγουρος αν πρέπει να το πατήσεις ή όχι. Θυμάσαι εκείνα τα λεπτά, αιώνες ατελείωτους, που χάιδευες με τα δάχτυλά σου το ακουστικό μην γνωρίζοντας αν έπρεπε να το ακούσεις, σε αυτή την αιώνια σκληρή μάχη συναισθημάτων και λογικής. Θυμάσαι ότι ήθελες. Ω ναι, πόσο το ήθελες! Αλλά, ήταν λογικό; 

Η μορφή Τους ξανατρυπώνει βίαια στο μυαλό τους διακόπτωντας τη σκέψη σου.

Και τους ξαναφαντάζεσαι. Ξαναφαντάζεσαι όλους αυτούς τους μεγάλους, σπουδαίους, άντρες που θα μείνουν αθάνατοι μέσα στην Ιστορία. Τους φαντάζεσαι να συζητούν. Να γράφουν. Να σχεδιάζουν. Να πολεμούν. Να χτίζουν. Τους φαντάζεσαι, και ότι λένε, γράφουν, συζητούν, χτίζουν, όποια μάχη δίνουν να αλλάζει το παρόν και το μέλλον. Να δημιουργεί αυτό που σήμερα με σεβασμό αποκαλούμε Ιστορία. Να αλλάζουν τον κόσμο. 

Και ξανασκέφτεσαι. Άραγε αυτοί, ήξεραν; Άραγε αυτοί, με  τα πλουμιστά καπέλα, οι στρατηγοί σκυμμένοι πάνω από τους χάρτες, οι μοναχικοί εφευρέτες, οι ευαίσθητοι συγγραφείς, οι πρωτεργάτες του Οκτώβρη, είχαν δώσει απάντηση στο ερώτημα;

Και αναρωτιέσαι. Όλοι αυτοί, ο Ναπολέων, ο Ντοστογιέφσκι, ο Μαγιακόφσκι, ο Τούρινγκ, ο αδελφός Καραμαζώφ ( ο κάθε ένας ξεχωριστά), ο Παίκτης, ο κύριος Κ. το είχαν πατήσει το κουδούνι; Σήκωσε ο Λένιν το ακουστικό για την Κρούπσκαγια; 

Και ξαφνικά συνειδητοποιείς! Συνειδητοποιείς ότι- 


-ΤΕΛΟΣ-




(Η σωστή απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν έχει γραφτεί ακόμη. Και ούτε πρόκειται).