Posts

Showing posts from May, 2011

Ματιές

Την κοίταξα. Και αυτή το ίδιο . Με κάρφωνε με το βλέμμα της.
Με κοίταζε μεσ' στα μάτια. Πολλή ώρα. Επίμονα.
Έπαιξα λίγο με τα μάτια μου. Χρησιμοποίησα το αισθησιακό μου βλέμμα.
Της έκανα και 2 - 3 κόλπα (από τα καλά). Αυτή εκεί. Καρφωμένη.
"Πω ρε, πάει, έπέσε το γκομενάκι", σκέφτηκα.

Λίγο αργότερα κατάλαβα πως ήταν τυφλή.

Άλλος άνθρωπος

Έχω αλλάξει. Ναι, στ' αλήθεια έχω αλλάξει.
Παλιά ήμουν διαφορετικός.
 Και όλοι με ρωτούσανε "γιατί είσαι έτσι;". Και απαντούσα "δεν ξέρω".

Ε, βαρέθηκα και 'γω και άλλαξα.

Ο παππούς του έφυγε πλήρης ημερών...

...δυστυχώς όμως όχι και πλήρης σύνταξης.

Και ένα παιδί μετρούσε τ'άστρα...

Πάντα του άρεσε να μετράει τ' αστέρια που πέφτουν. Ακολουθούσε με τα μάτια του την πορεία τους από τον ουρανό ως τη γη, από την επουράνια ελευθερία μέχρι το γήινο κλουβί τους. Του άρεσαν πολύ τ'αστέρια. Και έκανε ευχές. Του άρεσε να πιστεύει ότι τα άστρα θα τις πραγματοποιήσουν. Και ότι ο πατέρας του θα βγει από την φυλακή.

Καθόταν στο λόφο κάθε βράδυ και έβλεπε τα άστρα. Άρεσαν και σ'αυτή τα άστρα. Της άρεσε να τα βλέπει να λάμπουν, σαν αστραφτερές καρφίτσες σ'ένα μεταξένιο μαύρο σεντόνι. Χανόταν μέσα τους, νοητά έφτανε κοντά τους. Ευχόταν βαθιά να τα καταφέρει να πετάξει δίπλα τους, να γλιστρήσει από το σεντόνι του ψυχιατρείου που την έπνιγε και να κοιμηθεί ήσυχα στο δικό τους σεντόνι.

Νύχτες ολόκληρες, όταν δεν είχε συννεφιά, καθόταν στο παράθυρό του. Κοιτούσε τα άστρα. Τις ατέλειωτες πηγές ενέργειες. "Τα αιώνια μάτια" όπως τα έλεγε. Ήλπιζε ότι ήταν δίαυλοι επικοινωνίας. Ανάμεσα σε χώρο, χρόνο ακόμη και ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους. Ήλπιζε ότι τα κοίτα…

Η ασφάλεια στην εποχή που ζούμε είναι διάχυτη.

Ακόμη και για να κατουρήσεις πρέπει να έχεις κωδικό.

Αφιερωμένο Εξαιρετικά

Παλιά είχα και 'γω ένα ποδήλατο. Με κουδουνάκι, με καλαθάκι, με τα όλα του. Πάνω στο ποδήλατο γνώρισα και τη Σάρα. Ήμασταν καλλιτέχνες τότε. Είχαμε μακριά μαλλιά. Είχα και μία κιθάρα. Έπαιζα λίγο. Δηλαδή δεν έπαιζα ακριβώς, μη φανταστείτε πολλά πολλά. Πιο πολύ για τη φάση. Είχα γράψει και ένα τραγούδι για εκείνη. Αφιερωμένο εξαιρετικά. Της άρεσε πολύ. Περνούσαμε καλά με τη Σάρα.

Και τώρα; Το πούλησα το ποδήλατο. Αγόρασα ένα κοστούμι. Έκοψα και τα μαλλιά. Η κιθάρα πρέπει να είναι χωμένη σε κάποιο πατάρι. Και η Σάρα;
Η Σάρα δεν υπήρξε ποτέ.


Μπάμπη τον λέγανε και ήταν τριχωτός. Όπως ακριβώς μ'αρέσει.

Στο Λεωφορείο pt. 4

- Και τί ακριβώς κάνεις αυτή την περίοδο;
- Ζω. Εσύ;

Στην Τ.

Και ξαφνικά η λάμψη έσβησε από τα μάτια σου. Το ζωηρό σου βλέμμα χάθηκε. Και έμεινε αδειανό. Τα αθώα σου μάτια σταμάτησαν με κεντρίζουν. Όχι, τώρα δεν με συντροφεύεις πια τις νύχτες. Δεν μου κρατάς παρέα κάτι μουντά πρωινά. Δεν είσαι εκεί να με παρηγορήσεις όταν όλοι οι άλλοι με παρατούν. Δεν μου εκμυστηρεύεσαι τα μικρά κουτσομπολιά σου. Δεν με χαλαρώνεις, όπως παλιά, μετά από μια κουρασμένη μέρα. Το γαλήνιο σου μουρμουρητό δεν θα με ξανακοιμήσει ποτέ ξανά. Και είναι δύσκολα. Πολύ δύσκολα.

Τώρα βρήκες να χαλάσεις, γαμημένη τηλεόραση;

Φαμ Φατάλ

Άλλαξε οριστικά γνώμη για τις γυναίκες όταν "εκείνη" του πήρε την καρδιά.

Την πούλησε αρκετά καλά και μετά από δυο τρεις - τέτοιες δουλειές την έκανε, μάλλον για Χαβάη.

Είναι μερικές φορές που ενώ όλα πάνε σκατά, κάτι συμβαίνει...

...και πάνε ακόμη χειρότερα.

Εκεί που σταματάει η ζωή...

...αρχίζει η έμπνευση.

ΧΑΘΗΚΕ

Αξιοπρέπεια.

Πληροφορίες στο 695*******

Ο μικρός Τζακ στην Μανιταροχώρα

Κοίταξε τον ήλιο. Ήταν εκτυφλωτικός. Του χαμογέλασε. Δεν άντεξε.
Σκοτάδι τώρα. Φεγγάρι. Ακόμη γελάει.
Η σταγόνα έπεσε. Έχει αρχίσει.
Κοιτάζει το ρολόι του. Λιοντάρια αγριεμένα. Τρέχει. Θα τον φτάσουν. Ξεφεύγει στον ουρανό. Πετάει. Ο αέρας μυρίζει τριαντάφυλλα. Είναι ωραία.
Σκοντάφτει σ'ένα σκαλοπάτι. Ξημερώνει.
Θα ξαναγυρίσει;

Ο Κύκλος

Και ο κύκλος άρχισε. Έβρεξε . Το νερό κύλησε στο ποτάμι. Το ποτάμι άρχισε να ρέει προς τη θάλασσα. Και το παιδί το είδε. Έτρεξε ξοπίσω του. Το παρατήρησε καθώς χυνόταν στη θάλασσα. Παρακολούθησε προσεκτικά την ανάμειξή του με το αλμυρό νερό. Είδε το άγριο κύμα να το αγκαλιάζει. Να το παρασέρνει κοντά του. Και να φεύγουν μαζί. Από μια βάρκα το είδε να φτάνει κατάκοπο στην ακτή. Και να εξατμίζεται. Να επιστρέφει στον πατέρα του, τον ουρανό.
Το είδε και έκανε σκοπό της ζωής του να το σταματήσει.

Και το παιδί μεγάλωσε. Γνώρισε κόσμο. Έγινε πλούσιος. Παντρεύτηκε.  Δούλεψε σκληρά.  Έχτισε φράγματα σε όλο τον κόσμο.

Αλλά, δυστυχώς ή ευτυχώς, το νερό πάντα χυνόταν και εξατμιζόταν.
Δυστυχώς ή ευτυχώς, το παιδί δεν κατάφερε να το σταματήσει ποτέ.
Και ούτε πρόκειται.

Στο Λεωφορείο pt. 3

Το λεωφορείο απομακρύνεται, ή εγώ;

Ερωτικό

Το ζευγάρι κυλίστηκε παιχνιδιάρικα στο λειβάδι με τις παπαρούνες. Μετά από κάποιες σβούρες, δαγκωνιές και αγκομαχητά ο άντρας βρέθηκε από πάνω και εγκλώβισε τα χέρια της κοπέλας, αρπάζοντάς τα με τα δικά του και πιέζοντάς τα πάνω στο στήθος του.
Έσκυψε το κεφάλι του και πλησίασε τα χείλη του ασφυκτικά κοντά στα δικά της:

"Ξέρεις γιατί οι παπαρούνες είναι κόκκινες;" της ψιθύρισε.

"Όχι αλλά είμαι σίγουρη ότι κάποια μαλακία θα έχουν σκεφτεί και για αυτό" απάντησε εκείνη.

Η ηρεμία πριν την καταιγίδα

Συννεφιασμένο το σπίτι των αφεντάδων, μουντές οι ζωές των δούλων. Μα μια μέρα θα αστράψει και όλα θα λάμψουν για μια στιγμή, ακόμη και αν καούν.