Thursday, 30 June 2011

Happy End :)

Πάντα του άρεσαν τα happy end.

Γι'αυτό, αφού σκότωσε τους γονείς του, έπνιξε το σκύλο του και έκαψε το σπίτι του, έκανε με τη φωτιά ένα τεράστιο μπάρμπεκιου.

Monday, 27 June 2011

Το συρτάρι με τις αναμνήσεις

Άνοιξε το συρτάρι που φυλούσε τις αναμνήσεις του. Είχε καιρό να το τακτοποίησει. Βαθιά χωμένα ανάμεσα στα άλλα πράγματα βρήκε:

Ένα μαραμένο τριαντάφυλλο. Που του είχε χαρίσει εκείνη.
Μία πένα. Με την οποία έπαιζε κιθάρα μόνο για εκείνη.
Μία φωτογραφία. Της Pamela Anderson.

Το μυαλό του αμέσως κατακλύστηκε από αναμνήσεις. Ανέτρεξε σε εποχές παλιές, αθώες, γυμνασιακές.
Τότε που το μόνο που σκεφτόταν ήταν αυτή, τότε που τραβούσε μαλακία μόνο για πάρτη της.
Ναι, λάστιχο τον είχε κάνει, θυμήθηκε.

 "Α ρε γαμώτο πώς περνάν' έτσι τα χρόνια, γιατί να γεράσεις έτσι ρε Pamelaκι γαμώτο γιατί" σκέφτηκε.

Τράβηξε μία ακόμη επετειακή με αυτή την παλιά φωτογραφία και μετά κοιμήθηκε ήσυχος.

Sunday, 26 June 2011

Το νόημα της ζωής

O Γ. κοίταξε την καλύβα που υψωνόταν ολομόναχη στην κορφή του βουνού. Ο δρόμος ήταν μακρύς και δύσβατος, αλλά δεν τον ένοιαζε. Μετά από χρόνια ολόκληρα, είχε επιτέλους βρει τον προορισμό του. Όλα τα στοιχεία του του έλεγαν ότι στην καλύβα που απείχε μόλις κάτι χιλιόμετρα κακοτράχαλου δρόμου μακριά του ζούσε ένας γεροσοφός ο οποίος κατείχε την απόλυτη γνώση: ήξερε ποιο είναι το νόημα της ζωής. Ξοδεύοντας τις τελευταίες του δυνάμεις άρχισε αποφασισμένος το δύσκολό του δρόμο.
Λίγες ώρες αργότερα,  χτυπούσε την ξύλινη πόρτα της παράγκας.

"Νιε;"
"Ο Γ. είμαι. Μπορώ να περάσω;"
"Α ναι, ναι...Σι πιρίμινα." ακούστηκε μια χαρακτηριστική χωριάτικη φωνή.
Και μόνο στο άκουσμα αυτής της φράσης, η καρδιά του Γ. φτερούγισε...τον περίμενε: απόδειξη ότι ο γέροντας ήταν όντως κάτι ιδιαίτερο.

Άνοιξε την πόρτα και έκανε ένα βήμα μέσα. Το εσωτερικό της καλύβας δεν ήταν αυτό που περίμενε, αν μη τι άλλο. Ούτε στοίβες με χαρτιά ούτε πεταμένα βιβλία, ούτε καν ένα μαγικό φίλτρο στα ράφια, που θα ήταν ένδειξη για τις μαγικές ιδιότητες του γέρου. Αντιθέτως η διακόσμηση ήταν κάτι παραπάνω από λιτή: ένα πέτρινο τζάκι, στο οποίο έβραζε ένα τσουκάλι αγνώστου περιεχόμενου, ένα κρεβάτι, ένας πάγκος με λίγα απαραίτητα προϊόντα και στο βάθος η κουνιστή καρέκλα που καθόταν ο γέροντας. Τον παρατήρησε λίγο καλύτερα. Είχε σκεπάσει τα πόδια του με μια αρκετά φθαρμένη καρώ κουβέρτα και στα γόνατά του γουργούριζε με ευχαρίστηση μια γάτα με λαμπερά μάτια. Αυτός ντυμένος, απλά με μικρά γυαλιάκια, απεριποίητο μακρύ μαλλί και φουντωτή, μακριά γενειάδα. Ρουφούσε με ευχαρίστηση την κυρτή του πίπα. Εντάξει, η εμφάνιση δεν τον απογοήτευε τόσο - ίσως είχε κάποια ελπίδα.

"Κάθισ' αγόρι μ" είπε ο γέροντας και του έδειξε το κρεβάτι του, βγάζοντάς τον απότομα από τη σκέψη του, "να βάλ' ένα τσάγι;"
Ο Γ. κάθισε και έγνεψε αρνητικά. Είχε φτάσει τόσο κοντά στην απάντηση του ερωτήματος που τον βασάνιζε τόσα χρόνια, στον απόλυτο σκοπό του που οτιδήποτε άλλο του φάνταζε περιττό.
Ο γέρος τον κοίταξε διερευνητικά από πάνω ως κάτω. Υπήρξαν κάποια δευτερόλεπτα σιωπής.
"Υπάρχει λόγος που ήρθα ξέρετε" είπε ο Γ. μετά από κάποια ώρα.
"Του υποθέτ'... Και ποιός ιν' αυτός, άν επιτρέπετ' δηλαδής, γιέ μ';"
Κι άλλα δευτερόλεπτα σιωπής. Για τον Γ. ήταν πολύ περιέργο το συναίσθημα ό,τι μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα, στην επόμενη λέξη ή φράση που θα ξεστόμιζε ο γέρος οι κόποι τόσων χρόνων θα ανταμείβονταν. Σχεδόν δεν μπορούσε να το χωνέψει.
"Θέλω να μάθω το νόημα της ζωής."
"Και ήρθες σι ΄μέν';  Γιατί περικαλώ;" Ο Γ. ξαφνιάστηκε. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Μάλλον ο γέροντας δεν είχε ακούσει καλά. Βέβαια, αυτό ήταν, δεν εξηγούνταν αλλιώς.
"Τί γιατί; Είπα ότι θέλω να μάθω το νόημα της ζωής...Με διαβεβαίωσαν ότι εσείς το ξέρετε." έσπευσε να ξεστομίσει.
Ο γέρος άρχισε να γελάει. Δυνατά. Γελούσε για ώρα. Ο Γ. είχε μπερδευτεί. Δεν καταλάβαινε. Ήταν ίσως πιο αινιγματικό και συνάμα απογοητευτικό γέλιο που είχε ακούσει ποτέ του.
"Ωχοχο...Μάλλον κάποιος σου έπαιξ' φάρσα γιε μ', δεν κατέω μπιτ ποιο ιν' του νόημ' της ζωής."
Ο Γ. δεν μπορούσε να πιστέψει στ' αυτιά του.
"Μα, μα...Εσείς ξέρατε ό,τι θα 'ρθω...Μένετε εδώ, απομονωμένα..." ψέλλισε.
"Χοχοχο...Ναι, του τραβάει του κλίμ'. Ίσους να 'πις ούτι ίμι κάποιος σοφός, υποθέτ'. Που μέν' μόνος τ', κάν' μάγια, κι τέτοια, α; Καλά, τα πρόβατα όξου διν τα δ΄ς; Βουσκός ιμ' παλκάρ μ'...Βουσκός..."







Ήταν μία από τις χειρότερες φράσεις που είχε ακούσει ο Γ. ποτέ του. Δεν πίστευε στα αυτιά του. Τον είχαν κοροϊδέψει...Τόσα χρόνια, τόσος κόπος και επιτέλους νόμισε ότι το ταξίδι του θα έφτανε επιτέλους στον προορισμό του...Δεν γινόταν, δεν μπορούσε να είναι αλήθεια, δεν γίνεται να είναι όλα ψέμματα, όχι...

Αμήχανα έπιασε το σακίδιο του. Έτρεξε έξω κοπανώντας στην πόρτα. Βγήκε στο μονοπάτι και άκουσε βελάσματα προβάτων. Λίγα μέτρα πιο δεξιά, στον λοφίσκο, είδε μια στάνη. Σκατά.

"Ιέπ!" Ο Γ. γύρισε απότομα. Είδε τον γέρο να είναι ένα - δυο μέτρα πιο πίσω του. Τον πλησίασε.
"Ξερ'ς μπουρεί να ΄μ γερ'ς, να μην ιμ' γραμματιζούμενος, αλλά μιας κι έκαν'ς τόσουν δρόμ' ίσους να σου λαλήσω πέντ - έξ' πράμματα  που έμαθα τούσα χρόνια στα βουνά...Να σι ανταμείψ' κάπως βρε αδερφε.." O Γ. ξεφύσηξε δυνατά. Δεν είχε και τίποτα να χάσει.
"Για πες λοιπόν."
Ο γέρος τον πλησίασε. Σήκωσε το χέρι του και έδειξε την καρδιά του.

"Το νόημα της ζωής βρίσκεται στην καρδιά μας;"
Ο γέρος γέλασε.
"Όχι, όχι η ζωή δεν είναι τόσο κλισέ." απάντησε και πρόσθεσε "Αν θες να μάθεις το νόημα της ζωής δεν υπάρχει. Και ακόμη πιό σίγουρα δεν υπάρχει άνθρωπος που το γνωρίζει." Η φωνή και το ύφος του γέρου είχαν αλλάξει τελείως. Φάνταζε διαφορετικός, πιο επιβλητικός. Ο Γ. τον κοίταξε απορημένα.

"Όλοι μας επιλέγουμε κάτι, κάποιον δρόμο στη ζωή, θέτουμε ένα δικό μας σκοπό. Αυτό είναι και το προσωπικό μας νόημα. Εγώ για παράδειγμα, επέλεξα να βοσκάω πρόβατα. Αν με ρωτήσεις λοιπόν ποιό είναι το νόημα της ζωής μου, θα σου πω:  'να βοσκάω πρόβατα'. Εσύ πάλι μάλλον επέλεξες να αναζητήσεις το νόημα της ζωής..." Σε αυτό το σημείο ο γέρος γέλασε λίγο.
"Ακούγεται αστείο αλλά μέχρι τώρα μάλλον αυτό ήταν το νόημα της ζωής σου. Και να σου πω την αλήθεια μάλλον δεν θα σου άρεσε να βοσκάς πρόβατα. Ούτε 'μένα να σκαρφαλώνω βουνά και να μιλάω με τρελούς γέρους". 
 Γ. τώρα τον κοιτούσε σκεπτικός. Άρχισε να αμφιβητεί το γεγονός ότι ο συνομιλήτης του ήταν ένας απλός βοσκός.

Ο μάλλον-λίγο-σοφός-τελικά γέροντας συνέχισε:
"Και έτσι κυλάει η ζωή. Θέτουμε το δικό μας νόημα κάθε φορά, και αυτό ακολουθούμε. Και αν τύχει και κάπως, κάποτε, για λίγο το νόημά μας, συμπέσει με κάποιου άλλου, τα μονοπάτια μας διασταυρώνονται και τότε για  λίγο γινόμαστε συνοδοιπόροι...Έτσι φτιάχνονται οι ανθρώπινες σχέσεις. Ο μοναχικός δρόμος είναι πιο δύσκολος. Θέλεις πάντα κάποιον να σε κρατάει σε περίπτωση που σκοντάψεις." Ο Γ. είχε πέσει πλέον σε βαθιά σκέψη.

"Έτσι είναι γιε μου, νόημα της ζωής δεν υπάρχει...Το νόημα το δίνουμε εμείς, είναι αυτό για το οποίο παλεύουμε κάθε φορά απεγνωσμένα. Και πολλές φορές δεν καταφέρνουμε τίποτα. Όμως τελικά μάλλον το ταξίδι είναι αυτό που μετράει...Εκεί είναι που κερδίζουμε τα περισσότερα".
Ο Γ. αναλογίστηκε την πορεία του μέχρι τώρα. Ο γέρος είχε δίκιο. Είχε κερδίσει πολλά. Τον κοίταξε σιωπηλός περιμένοντας τί είχε ακόμη να πει...

"Αυτά είχα να σου πω..Νομίζω έβαλα ένα τέρμα στο δρόμο σου, ήρθε η ώρα λοιπόν παιδί μου να βρεις ένα καινούριο νόημα...Καλό δρόμο" έσφιξε με τα ροζιασμένα χέρια του τους ώμους του και τον φίλησε σταυρωτά.
"Γέροντα σ'ευχαριστώ πάρα πολύ για τις κουβέντες σου..Αλλά έχω μια απορία....Όλα αυτά τα έμαθες από το να βοσκάς πρόβατα;" 
Ο γέρος κοίταξε προς την στάνη.

" Ίσους", του απάντησε.
"Εσύ τί θα κάνεις; Θα κάτσεις εδώ για πάντα;"
" Αυτούνα είν' του νόημά μ'" του είπε. Χαμογέλασε πλατιά και γύρισε να φύγει προς το σπίτι του.

Ο Γ. άρχισε να περπατάει αργά. Δεν είχε απογοητευτεί, όπως νόμιζε. Όχι, όχι. Το κάθε άλλο. Ένιωθε μια περίεργη ικανοποίηση μέσα του. Τελικά ίσως είχαν δίκιο. Τελικά ο περίεργος γέροντας ίσως ήξερε όντως το νόημα της ζωής. Πλέον ήταν ξεκούραστος, και μάλλον ευχαριστημένος. Ένιωθε πλέον κενός νοήματος, μα και τόσο γεμάτος. Αύριο θα ήταν μια νέα μέρα για αυτόν, στ'αλήθεια.

Καθώς απομακρυνόταν από την καλύβα, βελάσματα και βουκολικά τραγούδια αντηχούσαν στ' αυτιά του.

Γύρισε για να δει τον γέρο μια τελευταία φορά. Αλλά εκείνος είχε εξαφανιστεί.

Saturday, 25 June 2011

Άλλαξ' ο κολιές

Δεν ήταν σίγουρη αν προτιμούσε τις γυναίκες ή τους άντρες. Ούτε εκείνος ήταν.

Γι'αυτό ενιότε αυτός έκανε τη γυναίκα και εκείνη το άντρα.

Friday, 24 June 2011

Το ταξίδι είναι επικίνδυνο

"Τα φοβάμαι τα ταξίδια" του είχε πει κάποτε.
"Μαζί θα ταξιδέψουμε" της είχε απαντήσει εκείνος.

"Κι αν φύγεις;" ρώτησε.
"Δεν θα φύγω".
"Μου το υπόσχεσαι;"
"Δεν σου υπόσχομαι τίποτα. Απλώς έτσι θα γίνει."
Της έσφιξε το χέρι. Εκείνη του χαμογέλασε.
"Θα είμαι πάντα εδώ για 'σένα. Πάντα."
"Πάντα; Πώς είσαι τόσο σίγουρος;"
"Δεν είμαι σίγουρος για τίποτα, απλώς έτσι θα γίνει. Ό,τι και να γίνει θα είμαι κοντά σου, δίπλα σου. Θα με κουβαλάς για πάντα μέσα σου. Να το ξέρεις αυτό."
"Περίεργα τα μου τα λες...". Ξαναχαμογέλασε.
"Λένε ότι τα πολλά λόγια είναι φτώχεια...Λοιπόν; Πάμε;" αντέτεινε εκείνος. Της έδωσε το χέρι του.
"Πάμε..." του είπε και το έπιασε.


Και η στιγμή πάγωσε. Και ταξίδεψαν.
Ταξίδεψαν σε μέρη μακρινά, μα και πολύ κοντινά.
Ταξίδεψαν στις καρδιές και στα συναισθήματά τους.
Ταξίδεψαν σε όμορφες ακρογιαλιές, καταπράσινα  λιβάδια. Πάνω από ρεματιές αλλά και γκρεμούς, δύσβατα μονοπάτια. 
Ξεπέρασαν καταιγίδες και τυφώνες, περπάτησαν πάνω στα σύννεφα.
Ανακάλυψαν μονοπάτια περίεργα που κανείς άλλος δεν τα είχε ξαναπερπατήσει, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν. 
Ανακάλυψαν ο ένας τον άλλο και οι δυο μαζί το όλο.
Και δεν τους σταματούσε κανείς. Μαζί ήταν ανίκητοι. Ταξίδευαν, ταξίδευαν, ταξίδευαν...

Τι  κι αν χώρισαν μετά από λίγο, τι κι αν μετά από 10 χρόνια εκείνη πέθανε, αυτοί ταξίδευαν...
Και ακόμη ταξιδεύουν.

Thursday, 23 June 2011

Γαμώ το σύστημα

Ax=b .

Τσιγγάνικο Βαλς

Τα όργανα έπαιζαν το γνωστή σε όλους μελωδία. Τα νταούλια βαρούσαν, τα τσέλα έτριζαν, τα ντέφια κροτάλιζαν σε έναν ξέφρενο ρυθμό.

 Όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα ...

Οι δυο τσιγγάνοι στεκόντουσαν ο ένας απέναντι από τον άλλο. Όλος ο υπόλοιπος καταυλισμός,γύρω τους, να κοιτάει με ενδιαφέρον.
Στην μέση, εκείνη. Το μήλο της έριδος. Πανέμορφη, περήφανη, μελαχρινή. Είχε ατιμάσει τον ένα από τους δύο με τον άλλο, και τώρα τα πράγματα έπρεπε να ξεκαθαριστούν.


Την κοίταξαν και οι δύο φευγαλέα και απέστρεψαν γρήγορα το βλέμμα τους.
Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της.

Ο τσιγγάνος με τα μακριά μαλλιά έκανε το πρώτο βήμα. Άρχισε να περπατάει κατά μήκος της περιφέρειας του νοητού κύκλου που σχηματιζόταν στην μέση του πλήθους.
Το βλέμμα του φωτιά, καρφωμένο στον αντίπαλό του.

Και τα όργανα έπαιζαν. Όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα...

Ο άλλος αποδέχτηκε την "πρόκληση" και άρχισε να περπατάει από την αντίθετη κατεύθυνση. Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν, γεμίζοντας ένταση την ατμόσφαιρα. Περπατούσαν αργά, ζυγίζοντας ο ένας τον άλλο. Αποφασισμένοι, έμοιαζαν με λιοντάρια που ήταν έτοιμα να σκοτωθούν για ένα κομμάτι κρέας.
Βασιλιάδες που δεν ήταν διατεθειμένοι να παραδώσουν τη λεία τους, έπρεπε να αποδείξουν στον κόσμο όλο ότι είναι κυρίαρχοι.

Και τα όργανα έπαιζαν. Όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα...

Ξάφνου ο τσιγγάνος με τα μακριά μαλλιά έβγαλε το ασημένιο του μαχαίρι με ένα γρήγορο τίναγμα του χεριού του και πήδηξε μπροστά. Πετάχτηκε στο κέντρο, έκανε μια περιστροφή σύμφωνη με  τις υποδείξεις του τσελίστα, και εκτινάχτηκε προς το μέρος του άλλου προτάσσοντας το οπλισμένο χέρι του.

Ο άλλος περίτεχνα, με δυο περιστροφές, ακολουθώντας το νταούλι, απέφυγε το χτύπημα, και έφτασε στο κέντρο του κύκλου. Έβγαλε και αυτός το μακρύ του μαχαίρι και το ανέμισε περήφανα, προκλητικά, με σχεδόν χορευτική χάρη.

Και τα όργανα έπαιζαν. Όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα...

Ο τσιγγάνος με τα μακριά μαλλιά τον κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο μίσος και θυμό. Χίμηξε κατά πάνω του, όπως διέταζε ο άγριος ρυθμός που έπαιζε τώρα η κιθάρα.

Και τα όργανα έπαιζαν. Όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα...

Τα μαχαίρια τους διασταυρώθηκαν, κάνοντας ένα μεταλλικό κρότο. Το πλήθος επευφημούσε. Άγρια λάμψη στο βλέμμα τους. Αν ήσουν κοντά, σίγουρα θα νόμιζες ότι άκουσες ένα βρυχηθμό να βγαίνει από τα στόματά τους.

Και τα όργανα έπαιζαν. Όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα...

Και οι τσιγγάνοι χόρευαν. Χόρευαν άγρια μα περίτεχνα.
Άκουγαν προσεκτικά την ορχήστρα, ακολουθούσαν πιστά τα βήματα του χορού του θανάτου. Περιστρεφόντουσαν, τραυματιζόντουσαν, αμυνόντουσαν. Κλαγγιές των μαχαιριών και κραυγές χαράς και πόνου μπλέκονταν αρμονικά με την μελωδία της ορχήστρας. To πλήθος παραληρούσε.

Και τα όργανα σταμάτησαν απότομα.

Και οι τσιγγάνοι είχαν σκοτωθεί μεταξύ τους. Και θα συνεχίσουν να σκοτώνονται.
 Γιατί έτσι είναι οι τσιγγάνοι. Έτσι είναι ο κόσμος.

Wednesday, 22 June 2011

Ερωτική Εξομολόγηση

Aν η αγάπη μου ήταν γλυκιά,
θα είχες ζάχαρο.

 Αν η αγάπη μου ήταν κύμα,

θα είχες πνιγεί.


Αν η αγάπη μου ήταν τροχαίο ατύχημα,
τώρα θα βρισκόσουν στην εντατική.


Αν η αγάπη μου ήταν σφαίρες,
θα είχες γίνει σουρωτήρι.


Αν η αγάπη μου ήταν όγκος,
ο καρκίνος σου θα ήταν αναπόφευκτος.


Αν η αγάπη μου ήταν σκουπίδια,
τότε σίγουρα οι σκουπιδιάρηδες θα είχαν απεργία.


Αν η αγάπη μου ήταν αναγούλα,
θα είχαμε πνιγεί στο ξερατό.


Αν η αγάπη μου ήταν σκατά,
το αποχετευτικό σύστημα θα είχε βουλώσει.


- Σ'αγαπώ,
Μάκης.

Μετά από αυτό ο Μάκης απορούσε που η Μαρία δεν του ξαναμίλησε ποτέ.

Tuesday, 21 June 2011

Πρόβλημα Κατανόησης

Ποτέ του δεν καταλάβαινε το γιατί δεν καταλάβαινε το γιατί δεν καταλάβαινε το γιατί δεν καταλάβαινε.

Monday, 20 June 2011

Κι απόψε σε περίμενα.

Δεν ήρθες.

Τη βόλεψα με μια τσόντα.
Ελπίζω να έρθεις αύριο γιατί χρωστάω ήδη τα κέρατά μου στο video club.

Sunday, 19 June 2011

Παρεξήγησις

-Και εγώ;
-Εσύ τί;
-Τί θα κάνω εγώ;
-Ε, πού να ξέρω εγώ ρε συ; Από 'σένα εξαρτάται...
-Τί λες μωρέ, δεν εξαρτάται από μένα...
-Καλά χαζός είσαι ρε; Εσύ αποφασίζεις.
-Δεν αποφασίζω μόνος μου ξέρεις.
-Γιατί; Καλό είναι νομίζω να αρχίζεις να αποφασίζεις μόνος σου για τέτοια θέματα.
-Ρε, αυτό που λες είναι πολύ εγωιστικό.
-Tί εγωιστικό ρε; Μια πίτα είναι.
-Ε;
-Για τα σουβλάκια που θα πάρουμε δε λες;
-Όχι ρε μαλάκα, για τη Ντίνα λέω.
-A, σόρρυ, λάθος.

Friday, 17 June 2011

Το νόημα που βρίσκεται πίσω από το νόημα που βρίσκεται πίσω από το νόημα.

Τη ρώτησα για εκατομμυριοστή φορά αν με αγαπάει.


Μου είπε "νιάου νιάου" και κατευθύνθηκε προς το μπλε μπωλάκι της.
Καταραμένη γάτα. Μόνο να τρώει Friskies ξέρει.

Σήμερα έφαγα πακέτο

με σοκολατάκια.

Tuesday, 14 June 2011

Αναμνήσεις

Θυμάμαι ακόμη την εποχή που ήμουν παιδί. Ξέγνοιαστα χρόνια. Σκάρωνα φανταστικούς πόλεμους με τα στρατιωτάκια μου, έφτιαχνα καράβια, σαίτες και ο,τιδήποτε μπορεί να βάλει ο νους σου από χαρτί. Μ'άρεσε πολύ το χαρτί, συνήθιζα μέχρι και να το μασουλάω.
Θυμάμαι ακόμη ότι έκανα φούσκες με σαπουνάδα και όταν έφταναν πολύ ψηλά τις έσκαγα, έπεφτε όλο το σαπούνι πάνω μου και ξεραινόμουν στα γέλια.

Μητέρα δε γνώρισα και ο πατέρας μου ήταν πολύ απασχολημένος με το να πηγαίνει από μπαρ σε μπαρ για να ασχολείται μαζί μου. Σκεφτόμουν ότι μάλλον έκανε κάποια σπουδαία δουλειά στα μπαρ και έτσι δεν με πείραζε τόσο. Δεν βαριέσαι, ίσως ήταν καλύτερα έτσι. Έλειπε συχνά από το σπίτι και είχα την ευκαιρία να πηγαίνω δίπλα στου θείου μου του Αντώνη και να παίζω με την ξαδέρφη μου την Ιωάννα.

Ήμασταν αχώριστοι εγώ με την Ιωάννα. Ειδικά το καλοκαίρι. Βόλτες στην ακρογιαλιά δίπλα από το εξοχικό της, κάστρα στην άμμο, ποδήλατο στην μεγάλη αλάνα.
Ο θείος Αντώνης όταν δεν μας σάπιζε στο ξύλο για κάποια σκανταλιά μας, μας αγόραζε παγωτό, το τρώγαμε λαίμαργα και πασαλειβόμασταν ολόκληροι. Τότε πεθαίναμε στα γέλια ο ένας με τα μούτρα του άλλου.

Θυμάμαι μια φορά σε μια από τις μεγάλες μας βόλτες ένας κύριος μας πλησίασε. Μας είπε ότι ήμασταν αξιαγάπητοι και προσφέρθηκε να μας δώσει δυο πολύ ωραία γλυκά. Ξετρελαθήκαμε.
Από τότε τον βλέπαμε συχνά τον κύριο με τα ωραία γλυκά. Του άρεσε να παίζουμε διάφορα παιχνίδια. Τις περισσότερες φορές η Ιωάννα σήκωνε το βρακάκι της και αυτός μας έδινε ένα σωρό γλυκά. Άλλες πάλι κατέβαζε και αυτός το παντελόνι του και μας έδινε ακόμη περισσότερα.
Περνούσαμε ωραία, η Ιωάννα, ο κύριος και εγώ.

Και ο καιρός περνούσε. Η Ιωάννα γινόταν μια ωραία γυναίκα και εγώ συνέχιζα να την εκπορνεύω. Άλλοτε για γλυκά, άλλοτε για κοσμήματα, άλλοτε για μετρητά.

Έγινα νταβατζής. Άνοιξα και  2 - 3 κωλόμπαρα και χέστηκα στο τάληρο. Η Ιωάννα πέθανε πριν λίγα χρόνια από χρήση.

Δε βαριέσαι. Ό,τι μπορεί κανείς, κάνει.

Sunday, 12 June 2011

Δ.Ν.Τ

Μι' αλλαγή σου μόνο με κάνει,
τρεις κι εξήντα να με φτάνει.

Friday, 10 June 2011

Γουστάρεις;

-Έλα ρε φίλε, πες, γουστάρεις...
-Τι να γουστάρω ρε;
-Έλα ρε, αφού σε ξέρω τώρα ρε, γουστάρεις ε; Είναι ολοφάνερο.
-Τί ρε;
-Έλα ρε μαλάκα γουστάρεις, έτσι; Χοχοχο, ποιος να μου το 'λεγε. Ο κολλητός μου να γουστάρει.
-Πας καλά ρε μαλάκα;
-Καλή φάση που γουστάρεις πάντως. Εγκρίνω.
-Ήθελα να 'ξερα γιατί στο διάολο μιλάς.
-Γουστάρω που γουστάρεις, να το 'ξέρεις ρε φίλε.
-Τουλάχιστον γουστάρεις, κάτι είναι και αυτό.
-Ναι, γουστάρω. Χαχα, έχεις γούστο μεγάλε.
-Ώστε γουστάρεις ε;
-Ναι ρε μιλάμε, έχεις γούστο. Λογικό ήταν να γουστάρεις δηλαδή. Όμως γουστάρω.
-Άντε πάλι...
-Γουστόζε τύπε! Γουστάρεις πολύ και αυτό φαίνεται.
-Η αλήθεια είναι ότι τώρα γουστάρω. Γουστάρω που γουστάρεις.
-Χαίρομαι που γουστάρεις, γιατί στ'αλήθεια γουστάρω. Και συ όμως ε...
-Είπαμε, γουστάρω.
-Χαχα, έχεις γούστο στο είπα; Γενικά πολύ γουστόζικη η φάση! Γιατί όμως;
-Τί γιατί;
-Οk, δηλαδή εγώ στη θέση σου θα γούσταρα, εσύ συγκεκριμένα όμως γιατί γουστάρεις;
-Ρε μαλάκα, τρελός είσαι; Τί γουστάρω; Γουστάρω εγώ;
-Έλα ρε φίλε, πες, γουστάρεις...

Wednesday, 8 June 2011

Τα 2/3 της ζωής μας τα περνάμε σκεπτόμενοι.

Το 1/3 σκεφτόμαστε τί θα κάνουμε, το άλλο 1/3 κάνουμε, και το υπόλοιπο 1/3 σκεφτόμαστε τί κάναμε.

Tuesday, 7 June 2011

Ο Προμηθέας της Αγάπης

Κρεμόταν εκεί, στην άγρια πλαγιά του πανύψηλου βουνού. Ανίκανος να σπάσει τα αιώνια δεσμά που τον κρατούσαν καρφωμένο, στο έλεος των αγέρηδων και των καταιγίδων. Δεσμά που δημιουργήθηκαν με εντολή θεών, μέρος της τιμωρίας του που γνώρισε την αγάπη. Μέρος της τιμωρίας του που την γνώρισε και την έδειξε στους ανθρώπους.

Ο Προμηθέας της Αγάπης κοίταξε μακριά, στον ατέλειωτο ορίζοντα, στο σημείο που η θάλασσα φλέρταρε με τον ουρανό.
 Ήταν μεσημέρι και όπως πάντα, είδε το κοράκι να πλησιάζει. 


Το κοράκι κάθε φορά, κάθε μεσημέρι, ερχόταν εκεί. Με εντολή του Δία.Τον έκανε να υποφέρει τρώγοντάς τον από μέσα.  Ερωτικές απογοητεύσεις, απιστίες, άδικοι χωρισμοί, χαμένοι έρωτες....Ο Προμηθέας ούρλιαζε.

Θα είχε πεθάνει από στενοχώρια αν δεν υπήρχε το λευκό περιστέρι.

Μια φορά την βδομάδα, την ώρα που ο Δίας κοιμόταν και δεν έβλεπε, το λευκό περιστέρι, δώρο από τους ανθρώπους που γνώρισαν την Αγάπη, πετούσε προς το βουνό.Κάθε φορά φτερούγιζε προς το μέρος του Προμηθέα και του έδινε ένα γράμμα.
 Ένα γράμμα που έγραφε μόνο μια λέξη.
 "Σ' αγαπώ."

Ο Προμηθέας τότε χαμογελούσε πλατιά και μπορούσε να αντέξει άλλη μια βδομάδα βασανιστηρίων.

Monday, 6 June 2011

Καταραμένο Hollywood

Καθόταν μόνη. Ο τύπος την πλησίασε.

"Ξέρεις, δεν έχω να σου πω φανφάρες ή περίτεχνα κοπλιμέντα. Δεν μπορώ να σου πω ότι είσαι έξυπνη, ή αστεία καθώς δεν σε ξέρω καθόλου. Ούτε ότι είσαι η πιο όμορφη γυναίκα που έχω δει ποτέ μου. Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι ότι είσαι όμορφη. Πολύ όμορφη. Και μπορείς να καταλάβεις ότι αυτό είναι αλήθεια γιατί από τις είκοσι γυναίκες του μπαρ μιλάω σε σένα. Και ξέρεις τι άλλο λένε. Τη ζωή πρέπει να την αρπάζεις απ' τα μαλλιά, να ζεις κάθε στιγμή. Αυτό κάνω και 'γω. Και νομίζω πως αυτό πρέπει να κάνεις και συ. Μπορείς να με διώξεις λοιπόν, ή να μου δώσεις μια ευκαιρία. Να σε κεράσω ένα ποτό, να γνωριστούμε καλύτερα, να δούμε αν ταιριάζουμε και ίσως να με αφήσεις να προσπαθήσω να κάνω τη νύχτα σου αυτή μοναδική. Και πού ξέρεις, μπορεί να είναι και η τυχερή σου μέρα. Μπορεί να είμαι ο άντρας της ζωής σου." της είπε και έκλεισε το μάτι.


"Μπορείς να με κεράσεις ένα ποτό, αν θες." απάντησε αυτή χαμογελώντας.

Η υπόλοιπη νύχτα κύλησε υπέροχα. Είπαν για διάφορα, γέλασαν, αποκάλυψαν μερικά πράγματα ο ένας στον άλλο για τη ζωή τους. Άλλα τα κράτησαν κρυφά για να μην χαθεί το μυστήριο. Καθώς φεύγαν, μετά από ένα τεράστιο περίπατο του πρότεινε να ανέβει σπίτι της. Ήταν σίγουρα μια όμορφη αρχή για οπουδήποτε και αν οδηγούσε αυτή η γνωριμία. 

Τουλάχιστον αυτά σκεφτόταν καθώς έφτανε κοντά της.

Το μόνο που του βγήκε όμως ήταν ένα ξερό "Γεια". "Γεια, είμαι με παρέα" απάντησε απότομα αυτή και δεν ξαναμιλήσαν ποτέ μέχρι να κλείσει το μπαρ που αντάλλαξαν ένα "καληνύχτα".

Sunday, 5 June 2011

Φτουξ Ελευθερία

θυγατέρα του Φτουξ Γιόχαν, της οικογένειας Φτουξ, το γένος Ουστ.

Saturday, 4 June 2011

Δεν μ'αρέσει το καλοκαίρι.

Δεν μ'αρέσει το καλοκαίρι. Είναι υπερβολικά χαρούμενη εποχή.

Το καλοκαίρι δεν βρέχει και έτσι δεν μπορείς να πεις σπουδαίες ατάκες του τύπου "μ'αρέσει να περπατάω στην βροχή, γιατί κανείς δεν μπορεί να δει τα δάκρυά μου".
Το καλοκαίρι έχει έναν εκνευριστικό ήλιο, ο οποίος καίει και διώχνει το σκοτάδι της ψυχής σου.
Το καλοκαίρι δεν υπάρχει νοτισμένο χώμα που σου θυμίζει το άρωμά της ώστε να σε βοηθήσει να κλάψεις για τον αδικοχαμένο έρωτά σας.
Το καλοκαίρι δεν είναι εύκολο να αισθάνεσαι άσχημα, γιατί ξέρεις ότι ακολουθούν διακοπές.
Το καλοκαίρι δεν μπορείς να διαμαρτυρηθείς για τον μισθό που παίρνεις, γιατί έχεις άδεια.
Το καλοκαίρι δεν σε ενδιαφέρει που σε απολύσανε, γιατί έτσι μπορείς να πας περισσότερες φορές στη θάλασσα.
Το καλοκαίρι δεν δίνεις λεφτά στους άστεγους, γιατί έχει ζέστη και ξέρεις ότι ακόμη και αν κοιμούνται έξω δεν κρυώνουν.
Το καλοκαίρι δεν σε πειράζουν τα παιδιά που ζητιανεύουν, γιατί τα βλέπεις να τσαλαβουτάνε στα συντριβάνια των πλατειών και να χαμογελούν.
Το καλοκαίρι δεν μπορείς να στενοχωρηθείς για το τί συμβαίνει στον κόσμο γιατί οι ειδήσεις δείχνουν συνέχεια κώλους αλειμμένους με αντηλιακό.
Το καλοκαίρι έχει ζέστη, και είσαι αναγκασμένος να κάτσεις στον καναπέ σου με το air-condition αναμμένο γιατί έξω δεν παλεύεται.

Όμως σε 4 - 5 μήνες θα έρθει το φθινόπωρο. Και έπειτα ο χειμώνας. Και οι διακοπές θα τελειώσουν, οι άδειες θα σταματήσουν. Η θάλασσα θα κρυώσει. Το ίδιο και οι άστεγοι. Τα παιδιά που ζητιανεύουν δεν θα τσαλαβουτάνε πια στα συντριβάνια  και οι ειδήσεις θα δείχνουν τα δεινά του κόσμου.

Και εσύ; Τί θα κάνεις εσύ;

Δεν καταλαβαίνω τίποτα, δεν προσπαθώ να καταλάβω τίποτα...

...είμαι ήσυχος.

Friday, 3 June 2011

Κατάθεση ψυχής...

...τώρα μόνο στην τράπεζα "Ψυχή & Σώμα Α.Ε."!  Εύκολα, γρήγορα και με τεράστιους τόκους!

Ακόμη: δάνεια ευτυχίας σε πολλές χαμηλότοκες δόσεις, κάρτα αναλήψης αγάπης, σταθερό επιτόκιο στον έρωτα!

Έχετε χαμηλή αυτοεκτίμηση; Μην ανησυχείτε! Η τράπεζα "Ψυχή & Σώμα Α.Ε" είναι εδώ για σας! Ειδικά προγράμματα με πολλούς φίλους και χαμηλούς τόκους!

Τράπεζα Ψυχή & Σώμα Α.Ε.: Κάνε ένα...ψυχικό! 

Wednesday, 1 June 2011

Όσο και να τους αγνοώ...

...οι καταραμένοι λογαριασμοί συνεχίζουν να έρχονται.