Posts

Showing posts from June, 2012

Να φεύγει το χέρι

Ο Αλέκος ήταν γκόμενος της Άννας. Άννα εστί φίλη κολλητή, τόσα πολλά χρόνια που έχω χάσει το λογαριασμό. Αλέκος εστί τυπάκι από αυτά τα  που ξέρουν πώς να αρχίζουν, να συνεχίζουν και να σταματήσουν τη συζήτηση σε ποιόν να πούν τί, καθώς και πότε ακριβώς να το πουν. Τυπάκι από αυτά τα τόσα κοινωνικά, που σε κάνει να μην απορείς που εσύ είσαι αντικοινωνικός μιας και καταλαβαίνεις ότι όλη η κοινωνικότητα του κόσμου πρέπει να έχει συγκεντρωθεί σε κάτι τέτοιους τύπους.

Με την Άννα και τον Αλέκο κάναμε παρέα κολλητή όλα τα φοιτητικά μας χρόνια, μιας και εκείνη ήταν κολλητή μου και εκείνος γκόμενος της κολλητής μου. Καφέδες, αράγματα, βόλτες, έξοδοι σε μπαρ, έξοδοι σε ταβέρνες, κι άλλες βόλτες, όλες τις δημιουργικές δραστηριότητες των φοιτητών, δηλαδή, τις κάναμε μαζί. Τώρα που το σκέφτομαι δεν υπήρχε λεπτό της φοιτητικής μου ζωής που να μην το μοιράστηκα με την Άννα και τον Αλέκο. Δεν υπήρχε λεπτό που να μην το μοιραζόμασταν, εκτός από τα λίγα ρομαντικά ρεντεζ - βουζ (σικ) που έβγαινα με το…

Οκτώ.

"Πόσο;"
"Οκτώ."
"Οκτώ; Οκτώ τί; Οκτώ μέρες; Οκτώ μήνες; Οκτώ χρόνια;"
"Δεν ξέρω. Όσο χρειαστεί. Όσο χρειαστεί για να σκεφτώ και να ξεκαθαρίσω μερικά πράγματα."
"Και δεν ξέρεις πόσο περίπου θα σου πάρει, δεν έχεις ιδέα; Έτσι απλά, οκτώ;"
"Δεν ξέρω, αυτά τα πράγματα δεν μπορείς να τα προκαθορίσεις, έτσι δεν είναι;" , του φώναξε και έφυγε κλείνοντας με δύναμη την πόρτα πίσω της.



Οκτώ λεπτά αργότερα μπήκε στο σπίτι του, με το ζευγάρι κλειδιά που εκείνος της είχε δώσει.
 Τον βρήκε στο σαλόνι, να φιλιέται με κάποια άλλη.


"Ήταν πολλά τα οκτώ", της είπε μόλις την είδε, απολογητικά.

Αναζητώντας τους Κροκανθρώπους

Image
Κάθε φορά που άνοιγε το συγκεκριμένο βιβλίο έμενε σε αυτή τη λέξη: "Κροκάνθρωποι". Του έκανε μεγάλη εντύπωση αυτή η λέξη.

"Ποιοί είναι οι Κροκάνθρωποι; Τί διαφορά έχουν από τους ανθρώπους; Και γιατί κάνουν Κρακ και όχι  Κροκ;" ήταν οι απορίες που τριγύριζαν συνέχεια στο μυαλό του μικρού Γιαννάκη.

Το βιβλίο 'χε βρει μικρός, ίσα ίσα που 'χε μάθει ανάγνωση δηλαδή. Το 'χε βρει στα πράγματα του αδερφού του, τότε που οι γονείς του άδειαζαν το δωμάτιό του.

Είχε πολύ λίγες αναμνήσεις από τον αδερφό του. Είχε φύγει εδώ και καιρό και ο Γιαννάκης δεν είχε ιδέα το πού και το γιατί. Oι γονείς του δεν πολυμιλούσαν γι'αυτό το ζήτημα.

Μία από τις λίγες εικόνες που είχε συγκρατήσει από τον αδερφό του, ήταν εκείνος να διαβάζει αυτό το βιβλίο. "Αναζητώντας Κροκανθρώπους". Και πάντοτε, ο Γιαννάκης του έκανε την ίδια ερώτηση: "Ποιοί είναι οι Κροκάνθρωποι; Τί διαφορά έχουν από τους απλούς ανθρώπους; Και γιατί κάνουν Κρoκ και όχι  Κρακ;". Ο αδερφός το…

Προσευχή

Ο Αχμέτ κοίταξε τον ουρανό. Ο ήλιος βρισκόταν λίγο πιο κάτω από την πιο ψηλή του θέση.
Ήταν, το δίχως άλλο, η ώρα της δεύτερης προσευχής της ημέρας.

Κοίταξε γύρω του για κάποιου είδους χαλάκι, ή έστω μια πετσέτα, ένα κομμάτι σεντονιού, φλοκάτης ή και καμιά κατσιασμένη κουβέρτα, οτιδήποτε πάνω στο οποίο θα μπορούσε να γονατίσει για να προσευχηθεί τέλος πάντων, μα μάταια.

Υπήρχαν πάρα πολλά και κάθε λογής σκουπίδια στον σκουπιδότοπο που διέμενε τους τελευταίους 3 μήνες, μα τίποτε εκεί κοντά δεν μπορούσε να το χρησιμέψει για αυτό που το ήθελε. Και ό,τι θα μπορούσε ενδεχομένως να του φανεί χρήσιμο, το χρησιμοποιούσε ως σκέπασμα κάποιος από τους 150 άστεγους και μετανάστες που κοιμόντουσαν εκείνη την ώρα στον χώρο. Δεν τους αδικούσε. Ο χειμώνας ήταν πολύ τσουχτερός. 


"Δε βαριέσαι", είπε από μέσα του ο Αχμέτ.

"Εδώ πιστεύουν σε άλλο θεό. Και είμαι τόσο μακριά από την πατρίδα, που ο Αλλάχ δεν θα μπορούσε να με ακούσει.

Μα και να  με άκουγε, απ΄ ότι φαίνεται λείπω τόσο καιρό, π…

Σούπερ - Ήρωες

Ο μικρός Κωστάκης ήταν - δεν ήταν τεσσάρων χρονών. Και ως μικρό παιδί, είχε πολλά, πάρα πολλά παιχνίδια. Αλλά το αγαπημένο του ήταν ένα συγκεκριμένο: μια κούκλα Superman. Από τότε που του την είχε κάνει δώρο ο πατέρας του (σε κάποια γενέθλια ή γιορτή του) ο Κωστάκης είχε παρατήσει όλα υπόλοιπα παιχνίδια του και περνούσε την ώρα του αποκλειστικά με αυτή.

Ω, πόσο του άρεσε εκείνη η κούκλα Superman! Του άρεσε να την αρπάζει, να τρέχει γύρω - γύρω σε όλο το σπίτι και να καμώνεται ότι πετάει. Φαντασιωνόταν ότι η κούκλα ήταν ο αληθινός Superman που πετούσε, ότι εκείνος ήταν ο Superman που πετούσε ολόγυρα. 

Άλλες φορές έπιανε την κούκλα και έστηνε τα χέρια της και τα πόδια της ώστε να βρίσκεται "σε θέση μάχης". Και σχεδίαζε μάχες ολόκληρες με εχθρούς φανταστικούς. Μάχες σπουδαίες, τεράστιες, με εχθρούς τρομερούς. Και παρά την τεράστια δυσκολία και τα εμπόδια που αντιμετώπιζε κάθε φορά, η κούκλα που ήταν ο Superman, πάντοτε κατάφερνε να νικάει. Πάντοτε εκείνος που κατάφερνε να κερδί…

Λεφτά

δεν υπάρχουν.

Θα 'θελα να βρω κάποια που να μ'αγαπήσει

γι'αυτό που δεν είμαι.

Ακριβά Τσιγάρα

Ήταν γύρω στα μεσάνυχτα. Εκείνη βγήκε ένα ξαφνικά, μέσα από ένα σκοτεινό στενάκι. Με πλησίασε με γρήγορα, κοφτά βήματα.

"Σ'αγαπώ" μου φώναξε από απόσταση. 
Την κοίταξα καλά καλά από πάνω ως κάτω. Δεν μου θύμιζε κάτι.
"Ξέρεις, το σ'αγαπώ είναι πολύ ύπουλο. Κρύβει από πίσω του μια ερώτηση: 'μ'αγαπάς;'" είπα, καθώς άναψα ένα τσιγάρο.
"Φτηνά τσιγάρα!" ξαναφώναξε εκείνη χαρούμενη, αναγνωρίζοντας την ταινία από την οποία προερχόταν η ατάκα, και άρχισε να τρέχει προς το στενάκι απ' όπου είχε εμφανιστεί.

Για κάποιο περίεργο λόγο ένιωσα την ανάγκη να την ακολουθήσω. Δεν είναι και λίγο το πρώτο πράγμα που να σου λέει μια κοπέλα να είναι "σ'αγαπώ" και να έχει δει και τα Φτηνά Τσιγάρα. Εκτός των άλλων, ήταν και γκομενάρα. Χωρίς να το σκεφτώ πολύ, έτρεξα ξοπίσω της.
Την πέτυχα δυο στενά πιο μετά, και μόλις την πλησίασα με τράβηξε προς το μέρος της και άρχισε να με φιλάει παθιασμένα. 

Πριν προλάβω να καταλάβω πως και τί βρεθήκαμε σ…

Τα του Νίκου μη εν Δήμω

Το τηλέφωνο χτύπησε -με εκείνον τον εκνευριστικά default ήχο που έχουν τα τηλέφωνα των ξενοδοχείων- όπως συνήθιζε να κάνει τις πιο ακατάλληλες στιγμές. Μετά από τρία - τέσσερα "ντρρρρριιιιιιν", ο Nίκος το σήκωσε. 
"Ναι;", είπε λαχανιασμένος. "Έλα ρε μαλάκα, τί στον πούτσο έκανες; Ήμουν έτοιμος να το κλείσω" είπε η φωνή στην άλλη γραμμή. Ήταν ο Δήμος. Ο Νίκος γέλασε ελαφρά, μετά από αρκετή προσπάθεια.
"Έλα ρε, σορρυ... Να, εδώ, ετοιμαζόμασταν να πάμε για μπάνιο" απάντησε.
"Πω ρε μαλάκα...αυτά είναι...Εσείς για μπάνιο και εγώ να πήζω στην σκατόπολη, στο μαγαζί. Δεν έχεις ιδέα  πόσο ζηλεύω που εσείς είστε στο νησί".
"Έλα ρε, μην κάνεις έτσι. Κουράγιο. Στην τελική, σκέψου ότι σε λιγότερο από μια βδομάδα και συ μαζί μας θα 'σαι", είπε ο Νίκος.
Φαντάστηκε τον Δήμο να χαμογελάει πλατιά, όπως συνήθιζε.  Πάντα το ζήλευε  αυτό το χαμόγελο. Ειδικά τώρα.

"Αυτό είναι που με κρατάει ακόμη όρθιο. Έπειτα, είναι και το άλλο...
Ξέρεις...μου λ…