Saturday, 30 June 2012

Να φεύγει το χέρι

Ο Αλέκος ήταν γκόμενος της Άννας. Άννα εστί φίλη κολλητή, τόσα πολλά χρόνια που έχω χάσει το λογαριασμό. Αλέκος εστί τυπάκι από αυτά τα  που ξέρουν πώς να αρχίζουν, να συνεχίζουν και να σταματήσουν τη συζήτηση σε ποιόν να πούν τί, καθώς και πότε ακριβώς να το πουν. Τυπάκι από αυτά τα τόσα κοινωνικά, που σε κάνει να μην απορείς που εσύ είσαι αντικοινωνικός μιας και καταλαβαίνεις ότι όλη η κοινωνικότητα του κόσμου πρέπει να έχει συγκεντρωθεί σε κάτι τέτοιους τύπους.

Με την Άννα και τον Αλέκο κάναμε παρέα κολλητή όλα τα φοιτητικά μας χρόνια, μιας και εκείνη ήταν κολλητή μου και εκείνος γκόμενος της κολλητής μου. Καφέδες, αράγματα, βόλτες, έξοδοι σε μπαρ, έξοδοι σε ταβέρνες, κι άλλες βόλτες, όλες τις δημιουργικές δραστηριότητες των φοιτητών, δηλαδή, τις κάναμε μαζί. Τώρα που το σκέφτομαι δεν υπήρχε λεπτό της φοιτητικής μου ζωής που να μην το μοιράστηκα με την Άννα και τον Αλέκο. Δεν υπήρχε λεπτό που να μην το μοιραζόμασταν, εκτός από τα λίγα ρομαντικά ρεντεζ - βουζ (σικ) που έβγαινα με το άλλο φύλο και τις ώρες που πηγαίναμε σχολή (τις λίγες φορές που το κάναμε, εθιμοτυπικά), που τότε ήμουν μόνο με τον Αλέκο, μιας και οι δυο μας ήμασταν συμφοιτητές στο Φυσικό ενώ η Άννα σπούδαζε φιλόλογος, φιλόσοφος ή κάτι τέτοιο (ποτέ δεν κατάλαβα τί ακριβώς).

Που λέτε έτσι ευχάριστα περνούσαμε τα φοιτητικά μας χρόνια, ο Αλέκος, η Άννα και 'γω. Και επειδή όλα τα ωραία δεν είναι και μόνο ωραία, κάπου κάπου (τρεις φορές το χρόνο για την ακρίβεια) ερχόταν και ο διαολεμένος καιρός της εξεταστικής. 

Όπως ίσως θα έχετε καταλάβει, ο Αλέκος, η Άννα και εγώ, εγώ, η Άννα και ο Αλέκος, δεν ήμασταν και ακριβώς "υποδείγματα" φοιτητή. Έτσι,θα περίμενε κανείς, ότι η εξεταστική δεν θα ήταν και η πιο ευχάριστη περίοδος για μας. Εξεταστική, θα περίμενε κανείς, ότι για μας θα σήμαινε "περίοδος-που-λιώνω-στοδιάβασμα-ή-(και)-ξύνω-τ'αρχίδιαμου-και-στο-τέλος-παίρνω-ακριβώς-αυτά-στην-συντριπτική-πλειοψηφία-των-μαθημάτων".

Περιέργως, το παραπάνω ίσχυε αποκλειστικά για μένα. Η Άννα, τα πήγαινε λίγο καλύτερα, μιας και η σχολή της ήταν αντικειμενικά για τον πούτσο.

Ο Αλέκος, από την άλλη, αποτελούσε τρανή εξαίρεση. Ήταν το φωτεινό παράδειγμα φοιτητή, η μετενσάρκωση του "τα κάνω όλα και συμφέρω", μιας και τα περισσότερα μαθήματα κάθε εξεταστικής, δεν τα περνούσε απλώς, μα έπαιρνε και καλούς βαθμούς.

Κάθε φορά εγώ και λοιποί συμφοιτητές μέναμε μαλάκες με τις επιδόσεις του. Και κάθε φορά, δεδομένου του ότι αφού περνούσαμε κάθε δευτερόλεπτο της ζωής μας μαζί και ποτέ δεν τον έβλεπα να διαβάζει ιδιαίτερα, τον ρωτούσα: "Ρε μαλάκα, πώς το κάνεις αυτό; " και εκείνος μου απαντούσε με μία φυσικότητα "Ρε, είναι απλό. Δεν χρειάζεται και πολύ διάβασμα. Απλώς σε κάθε μάθημα πρέπει να λύνεις ασκήσεις. Πολλές ασκήσεις. Όσο περισσότερες γίνεται. Να φεύγει το χέρι στην εξέταση" και εγώ μετά αναρωτιόμουν "Τί στο διάολο; Αφού ούτε ασκήσεις λύνεις" αλλά το κρατούσα για τον εαυτό  μου.

Ο καιρός περνούσε λοιπόν, οι εξεταστικές το ίδιο και εγώ κάθε φορά ρωτούσα τον Αλέκο "Ρε μαλάκα, πώς το κάνεις αυτό; " και εκείνος μου απαντούσε  "Ρε, είναι απλό. Δεν χρειάζεται και πολύ διάβασμα. Απλώς σε κάθε μάθημα πρέπει να λύνεις ασκήσεις. Πολλές ασκήσεις. Όσο περισσότερες γίνεται. Να φεύγει το χέρι στην εξέταση." και η ζωή συνεχιζόταν με τα καλά της και τα κακά της, και την Ελλάδα να μην ξαναφτάνει στον τελικό του Euro. 




Ώσπου σε μια εξεταστική, μετά από κάποια αποτελέσματα, είχα ξεκινήσει να πάω στο γραφείο της κ. Παπαπαύλου για να διαμαρτυρηθώ. Η κ. Παπαπαύλου ήταν μια από αυτές τις καθηγήτριες, που αφού πρώτα έχεςι δώσεις το μάθημά τους 14 φορές, έρχεται η φορά εκείνη που έχεις διαβάσει εφτά χιλιάδες ώρες, κόβεις το κεφάλι σου ότι έχεις περάσει, μόνο και μόνο για δεις μετά ένα "0.8" να πας στο γραφείο της για να ζητήσεις αναβαθμολόγηση να σου δείξει αυτές τις σωστές λύσεις των θεμάτων και εσύ να νομίσεις ότι σου δείχνει κινέζικα. 


Μόλις έφτασα στο γραφείο της και πήγα να χτυπήσω για να μπω μέσα, άκουσα κάτι περίεργες φωνές.  Βάζοντας το αυτί μου στην πόρτα σιγουρεύτηκα ότι ήταν η κ. Παπαπαύλου, την οποία το δίχως άλλο, σκοτώνανε εκείνη την ώρα. Αμέσως γύρισα το χερούλι της πόρτας, μα ήταν κλειδωμένη, όπως ήταν λογικό. Ποιός αξιοπρεπής δολοφόνος θα άφηνε την πόρτα ξεκλείδωτη; 


Γρήγορα σκέφτηκα ότι ο δράστης θα ήταν σίγουρα κάποιος αγανακτισμένος 9ετής φοιτητής ο οποίος θα είχε πρώτα εμπλακεί στο διάλογο "-Σας παρακαλώ, έχω γράψει 4.95, περάστε με για να πάρω πτυχίο, είναι το τελευταίο μου μάθημα./-Όχι, δεν θα σε περάσω ποτέ, θα πεθάνεις εδώ μέσα."
Το έμφυτο φοιτητικό μίσος για τους σαδιστές καθηγητές πάλεψε λίγο με την έμφυτη ανθρώπινη αλληλεγγύη που μόνο εγώ πιστεύω ότι όλοι οι έχουμε, για να νικήσει το δεύτερο.

Αμέσως σκέφτηκα ότι εφόσον η αστυνομία δεν θα έφτανε εγκαίρως, θα έπρεπε να δράσω μόνος, ως άλλος Σβαρτσενέγκερ, με τη διαφορά ότι μετά δε θα γινόμουν κυβερνήτης. Έτσι έψαξα για ένα βαρύ αντικείμενο και το μάτι μου έπεσε στον κοντινό πυροσβεστήρα.

Χωρίς πολλά πολλά, και με πρωτόγνωρη για μένα δύναμη, άρπαξα τον πυροσβεστήρα και άρχισα να τον κοπανάω με μανία την πόρτα.

Η πόρτα έσπασε αρκετά γρήγορα, όπως ήταν φυσικό: ήταν κοινό μυστικό άλλωστε, ότι οι εργολάβοι είχαν κάνει τρελές κομπίνες με τα υλικά του κτιρίου του Φυσικού.

Όταν μπήκα μέσα, και καταλάγιασε η σκόνη (δεν υπήρχε αλλά χρησιμοποιείται εδώ χάρην λυρικότητας της περιγραφής) και το πριονίδι, το θέαμα που αντίκρυσα ήταν αποτρόπαιο:

Η κ. Παπαπαύλου ήταν γυμνή ξάπλα ανάσκελα πάνω στο γραφείο της, και εκείνος που ήταν απο πάνω της έχοντας χώσει ένα εντυπωσιακά μεγάλο μέρος του χεριού του in her privates που λένε και οι φίλοι μας οι Εγγλέζοι, δεν ήταν άλλος από τον Αλέκο, τον γκόμενο της κολλητής μου.

Κοιταχτήκαμε για λίγα δευτερόλεπτα, η κ. Παπαπαύλου, ο Αλέκος και εγώ, εγώ, ο Αλέκος, και η κ. Παπαπαύλου, και ύστερα σοκαρισμένος, χωρίς να βγάλω μιλιά, γύρισα πλάτη, βγήκα από το γραφείο της ακολασίας, έκλεισα το κομμάτι της πόρτας που είχε απομείνει στον μεντεσέ, και απομακρύνθηκα με αργά αλλά μεγάλα βήματα.

Η αλήθεια είναι, πάντως, ότι το χέρι του Αλέκου "έφευγε" μια χαρά.

Friday, 29 June 2012

Οκτώ.

"Πόσο;"
"Οκτώ."
"Οκτώ; Οκτώ τί; Οκτώ μέρες; Οκτώ μήνες; Οκτώ χρόνια;"
"Δεν ξέρω. Όσο χρειαστεί. Όσο χρειαστεί για να σκεφτώ και να ξεκαθαρίσω μερικά πράγματα."
"Και δεν ξέρεις πόσο περίπου θα σου πάρει, δεν έχεις ιδέα; Έτσι απλά, οκτώ;"
"Δεν ξέρω, αυτά τα πράγματα δεν μπορείς να τα προκαθορίσεις, έτσι δεν είναι;" , του φώναξε και έφυγε κλείνοντας με δύναμη την πόρτα πίσω της.



Οκτώ λεπτά αργότερα μπήκε στο σπίτι του, με το ζευγάρι κλειδιά που εκείνος της είχε δώσει.
 Τον βρήκε στο σαλόνι, να φιλιέται με κάποια άλλη.


"Ήταν πολλά τα οκτώ", της είπε μόλις την είδε, απολογητικά.

Wednesday, 27 June 2012

Αναζητώντας τους Κροκανθρώπους

Κάθε φορά που άνοιγε το συγκεκριμένο βιβλίο έμενε σε αυτή τη λέξη: "Κροκάνθρωποι". Του έκανε μεγάλη εντύπωση αυτή η λέξη.

"Ποιοί είναι οι Κροκάνθρωποι; Τί διαφορά έχουν από τους ανθρώπους; Και γιατί κάνουν Κρακ και όχι  Κροκ;" ήταν οι απορίες που τριγύριζαν συνέχεια στο μυαλό του μικρού Γιαννάκη.

Το βιβλίο 'χε βρει μικρός, ίσα ίσα που 'χε μάθει ανάγνωση δηλαδή. Το 'χε βρει στα πράγματα του αδερφού του, τότε που οι γονείς του άδειαζαν το δωμάτιό του.

Είχε πολύ λίγες αναμνήσεις από τον αδερφό του. Είχε φύγει εδώ και καιρό και ο Γιαννάκης δεν είχε ιδέα το πού και το γιατί. Oι γονείς του δεν πολυμιλούσαν γι'αυτό το ζήτημα.

Μία από τις λίγες εικόνες που είχε συγκρατήσει από τον αδερφό του, ήταν εκείνος να διαβάζει αυτό το βιβλίο. "Αναζητώντας Κροκανθρώπους". Και πάντοτε, ο Γιαννάκης του έκανε την ίδια ερώτηση: "Ποιοί είναι οι Κροκάνθρωποι; Τί διαφορά έχουν από τους απλούς ανθρώπους; Και γιατί κάνουν Κρoκ και όχι  Κρακ;". Ο αδερφός του γελούσε δυνατά, και ο Γιαννάκης παραξενευόταν που αυτή η τόσο λογική απορία του φαινόταν αστεία.

Το βιβλίο το 'χε γράψει ένας φίλος του αδερφού του. Έτσι έλεγε πάντα. "Ο Νικόλας είναι φιλαράκι μου" του έλεγε, κάθε φορά που τον ρωτούσε ποιος είναι ο συγγραφέας.
Έτσι λοιπόν, δεν ήθελε και πολύ. Μια μέρα από εκείνες που οι γονείς του άδειαζαν το δωμάτιο του αδερφού του, έχοντας πάρει απόφαση μάλλον ότι εκείνος δεν θα ξαναγυρνούσε, ο Γιαννάκης τρύπωσε και άρπαξε το βιβλίο.

Δεν καταλάβαινε και πολλά βέβαια, μόλις είχε αρχίσει να μαθαίνει ανάγνωση. Όμως πάντα, μα πάντα κολλούσε σε αυτή τη λέξη "Κροκάνθρωποι". Και συνεχώς αναρωτιόταν: "Ποιοί είναι οι Κροκάνθρωποι; Τί διαφορά έχουν από τους ανθρώπους; Και γιατί κάνουν Κρoκ και όχι  Κρακ;" 

Καθώς περνούσε ο καιρός, και ο Γιαννάκης διάβαζε το βιβλίο, σκεφτόταν ολοένα και περισσότερα πράγματα, όπως μήπως ο αδερφός του είχε τελικά πάει να βρει τους Κροκανθρώπους, ή αν τελικά ο φίλος του αδερφού του ο Νικόλας είχε καταφέρει να τους βρει. Σκεφτόταν τέλος, ότι σε περίπτωση που συνέβαιναν και τα δύο ότι ο αδερφός του θα είχε βρει τον φίλο του το Νικόλα και θα περνούσαν φίνα μαζί με τους Κροκανθρώπους, οι οποίοι το δίχως άλλο θα ήταν πολύ ευχάριστοι τύποι.

Και καθώς περνούσε ο καιρός, και ολοένα και περισσότερες απορίες γεννιόντουσαν στο μυαλό του, ο Γιαννάκης πήρε μια γενναία απόφαση: θα πήγαινε να βρει τον αδερφό του, τον φίλο του αδερφού του το Νικόλα, και τους Κροκανθρώπους. Και μόνο στη σκέψη αυτή γέμιζε με ενθουσιασμό. Ναι, θα πήγαινε, θα έβρισκε τον αδερφό του και σε περίπτωση που εκείνος δεν τους είχε βρει πρώτος, μαζί θα πήγαιναν να ψάξουν για τους περίφημους Κροκανθρώπους. Και όταν θα τους έβρισκαν, θα περνούσαν φίνα, γιατί οι Κροκάνθρωποι θα είναι, το δίχως άλλο, πολύ ευχάριστοι τύποι.

 Το σχέδιο του Γιαννάκη δεν ήταν και το πιο εύκολο του κόσμου, αλλά ήξερε ότι μπορούσε να καταφέρει τα πάντα αν το ήθελε πολύ, όπως συνήθιζε να του λέει η μητέρα του. 

Ώσπου μια μέρα, η μητέρα του βρήκε το βιβλίο στο δωμάτιο του Γιαννάκης και του το άρπαξε, μαλώνοντάς τον και φωνάζοντας ότι ο άνθρωπος που το είχε γράψει είναι κακός και επικίνδυνος. 

Βέβαια, ο Γιαννάκης είπε  στη μητέρα του ότι δεν ξέρει τι λέει και ότι ο άνθρωπος που είχε γράψει το βιβλίο δεν ήταν κακός ή επικίνδυνος. Λίγο τρελούτσικος ήταν μόνο, της είπε, γιατί ήθελε ντε και καλά να βρει τους  Κροκανθρώπους και δεν του έκαναν οι "Κρακάνθρωποι" ή οι "Κρικάνθρωποι", ας πούμε.

Έτσι, ο Γιαννάκης δεν ξαναδιάβασε ποτέ το βιβλίο του αδερφού του και σιγά, σιγά, μεγάλωσε. Και από Γιαννάκης έγινε Γιάννης. Και ο Γιάννης σπούδασε οικονομικά, πήρε πτυχίο, έκανε μάστερ, έπιασε μια δουλειά σε μια μεγάλη επιχείρηση, αγόρασε σπίτι και αυτοκίνητο, παντρεύτηκε, αγόρασε μεγαλύτερο σπίτι, και έκανε δυο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Και όπως συμβαίνει συνήθως όταν μεγαλώνεις, ξέχασε. Ξέχασε την υπόσχεσή του, ξέχασε το μεγάλο του σχέδιο να φύγει από το σπίτι του και να ψάξει τον αδερφό του και τους Κροκανθρώπους. Και άρχισε να λέει ότι ο αδερφός του "αυτοκτόνησε", ενώ την ύπαρξη των Κροκανθρώπων την αγνοούσε τελείως.

Βέβαια, αν τον παρατηρήσεις προσεκτικά, κάποιες φορές όταν δουλεύει ή βλέπει τηλεόραση, ή πάει τα παιδιά του σχολείο, ή όταν μαλώνει με τη γυναίκα του, για λίγο, για κάποια ελάχιστα δευτερόλεπτα, θα τον δεις να σταματάει και το βλέμμα του να χάνεται.

Και είναι σίγουρο, ότι εκείνη την ώρα, ο Γιάννης σκέφτεται τον αδερφό του, τον Νικόλα και τους Κροκανθρώπους και αναρωτιέται αν τελικά όλοι αυτοί κατάφεραν ποτέ να συναντηθούν.

Είναι σίγουρο, ότι εκείνα τα ελάχιστα, τα απειροελάχιστα δευτερόλεπτα, ο Γιάννης θυμάται την υπόσχεση που είχε δώσει, να πάει να τους βρει.




Thursday, 21 June 2012

Προσευχή

Ο Αχμέτ κοίταξε τον ουρανό. Ο ήλιος βρισκόταν λίγο πιο κάτω από την πιο ψηλή του θέση.
Ήταν, το δίχως άλλο, η ώρα της δεύτερης προσευχής της ημέρας.

Κοίταξε γύρω του για κάποιου είδους χαλάκι, ή έστω μια πετσέτα, ένα κομμάτι σεντονιού, φλοκάτης ή και καμιά κατσιασμένη κουβέρτα, οτιδήποτε πάνω στο οποίο θα μπορούσε να γονατίσει για να προσευχηθεί τέλος πάντων, μα μάταια.

Υπήρχαν πάρα πολλά και κάθε λογής σκουπίδια στον σκουπιδότοπο που διέμενε τους τελευταίους 3 μήνες, μα τίποτε εκεί κοντά δεν μπορούσε να το χρησιμέψει για αυτό που το ήθελε. Και ό,τι θα μπορούσε ενδεχομένως να του φανεί χρήσιμο, το χρησιμοποιούσε ως σκέπασμα κάποιος από τους 150 άστεγους και μετανάστες που κοιμόντουσαν εκείνη την ώρα στον χώρο. Δεν τους αδικούσε. Ο χειμώνας ήταν πολύ τσουχτερός. 


"Δε βαριέσαι", είπε από μέσα του ο Αχμέτ.

"Εδώ πιστεύουν σε άλλο θεό. Και είμαι τόσο μακριά από την πατρίδα, που ο Αλλάχ δεν θα μπορούσε να με ακούσει.

Μα και να  με άκουγε, απ΄ ότι φαίνεται λείπω τόσο καιρό, που με έχει ξεχάσει τελείως...", είπε.

Tuesday, 19 June 2012

Σούπερ - Ήρωες

Ο μικρός Κωστάκης ήταν - δεν ήταν τεσσάρων χρονών. Και ως μικρό παιδί, είχε πολλά, πάρα πολλά παιχνίδια. Αλλά το αγαπημένο του ήταν ένα συγκεκριμένο: μια κούκλα Superman. Από τότε που του την είχε κάνει δώρο ο πατέρας του (σε κάποια γενέθλια ή γιορτή του) ο Κωστάκης είχε παρατήσει όλα υπόλοιπα παιχνίδια του και περνούσε την ώρα του αποκλειστικά με αυτή.

Ω, πόσο του άρεσε εκείνη η κούκλα Superman! Του άρεσε να την αρπάζει, να τρέχει γύρω - γύρω σε όλο το σπίτι και να καμώνεται ότι πετάει. Φαντασιωνόταν ότι η κούκλα ήταν ο αληθινός Superman που πετούσε, ότι εκείνος ήταν ο Superman που πετούσε ολόγυρα. 

Άλλες φορές έπιανε την κούκλα και έστηνε τα χέρια της και τα πόδια της ώστε να βρίσκεται "σε θέση μάχης". Και σχεδίαζε μάχες ολόκληρες με εχθρούς φανταστικούς. Μάχες σπουδαίες, τεράστιες, με εχθρούς τρομερούς. Και παρά την τεράστια δυσκολία και τα εμπόδια που αντιμετώπιζε κάθε φορά, η κούκλα που ήταν ο Superman, πάντοτε κατάφερνε να νικάει. Πάντοτε εκείνος που κατάφερνε να κερδίζει ήταν ο ίδιος, που ήταν ο Superman.

Έτσι περνούσε ο μικρός Κωστάκης ώρες ολόκληρες από τη ζωή του. Και όταν πια κουραζόταν από το παιχνίδι, έπαιρνε αγκαλιά την κούκλα του και κοιμόταν.

Και στον ύπνο του συνέχιζε να ονειρεύεται ότι ήταν ο Superman, ο Superman που πετούσε παντού και νικούσε κάθε του εχθρό. O Superman, εκείνος ο φοβερός ήρωας.


Κάπως έτσι, να κοιμάται κουρασμένος με την κούκλα του αγκαλιά, έβλεπε κάθε μέρα τον Κωστάκη ο πατέρας του. Γιατί ο πατέρας του Κωστάκη γυρνούσε στο σπίτι πάντα αργά το βράδυ: έκανε δυό και τρεις δουλειές, για να μπορεί ο Κωστάκης να έχει την κούκλα Superman και τόσα άλλα παιχνίδια.

Tuesday, 12 June 2012

Ακριβά Τσιγάρα

Ήταν γύρω στα μεσάνυχτα. Εκείνη βγήκε ένα ξαφνικά, μέσα από ένα σκοτεινό στενάκι. Με πλησίασε με γρήγορα, κοφτά βήματα.

"Σ'αγαπώ" μου φώναξε από απόσταση. 

Την κοίταξα καλά καλά από πάνω ως κάτω. Δεν μου θύμιζε κάτι.

"Ξέρεις, το σ'αγαπώ είναι πολύ ύπουλο. Κρύβει από πίσω του μια ερώτηση: 'μ'αγαπάς;'" είπα, καθώς άναψα ένα τσιγάρο.

"Φτηνά τσιγάρα!" ξαναφώναξε εκείνη χαρούμενη, αναγνωρίζοντας την ταινία από την οποία προερχόταν η ατάκα, και άρχισε να τρέχει προς το στενάκι απ' όπου είχε εμφανιστεί.


Για κάποιο περίεργο λόγο ένιωσα την ανάγκη να την ακολουθήσω. Δεν είναι και λίγο το πρώτο πράγμα που να σου λέει μια κοπέλα να είναι "σ'αγαπώ" και να έχει δει και τα Φτηνά Τσιγάρα. Εκτός των άλλων, ήταν και γκομενάρα. Χωρίς να το σκεφτώ πολύ, έτρεξα ξοπίσω της.

Την πέτυχα δυο στενά πιο μετά, και μόλις την πλησίασα με τράβηξε προς το μέρος της και άρχισε να με φιλάει παθιασμένα. 


Πριν προλάβω να καταλάβω πως και τί βρεθήκαμε σπίτι μου, να κάνουμε άγριο σεξ.


Όταν ξύπνησα το πρωί, εκείνη έλειπε. "Τί είχαμε, τί χάσαμε" σκέφτηκα και ζαλισμένος ακόμη απ'τον ύπνο παραπάτησα μέχρι το μπάνιο μου, για να ρίξω λίγο νερό στη μούρη μου.

Μόλις αντίκρυσα τον καθρέφτη του μπάνιου πάγωσα: πάνω του, με κατακόκκινο κραγιόν ήταν γραμμένη, με κεφαλαία γράμματα, η εξής φράση:

"ΕΙΜΑΙ ΜΙΑ ΟΡΟΘΕΤΙΚΗ ΠΟΡΝΗ. ΚΑΛΩΣΗΡΘΕΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ AIDS."

Αναπόφευκτα το μυαλό μου πήγε αμέσως στην φράση του Μπρεχτ:

"Όταν πήραν τους κομμουνιστές δεν διαμαρτυρήθηκα. Άλλωστε δεν ήμουν κομμουνιστής.

 Όταν πήραν τους Εβραίους δεν διαμαρτυρήθηκα. Άλλωστε δεν ήμουν Εβραίος. 

Όταν πήραν τους συνδικαλιστές δεν διαμαρτυρήθηκα. Άλλωστε δεν ήμουν συνδικαλιστής. 

Όταν ήρθαν να με πάρουν, δεν είχε μείνει κανείς να διαμαρτυρηθεί για μένα."


Monday, 11 June 2012

Τα του Νίκου μη εν Δήμω


Το τηλέφωνο χτύπησε -με εκείνον τον εκνευριστικά default ήχο που έχουν τα τηλέφωνα των ξενοδοχείων- όπως συνήθιζε να κάνει τις πιο ακατάλληλες στιγμές. Μετά από τρία - τέσσερα "ντρρρρριιιιιιν", ο Nίκος το σήκωσε. 

"Ναι;", είπε λαχανιασμένος.
"Έλα ρε μαλάκα, τί στον πούτσο έκανες; Ήμουν έτοιμος να το κλείσω" είπε η φωνή στην άλλη γραμμή. Ήταν ο Δήμος.
Ο Νίκος γέλασε ελαφρά, μετά από αρκετή προσπάθεια.

"Έλα ρε, σορρυ... Να, εδώ, ετοιμαζόμασταν να πάμε για μπάνιο" απάντησε.

"Πω ρε μαλάκα...αυτά είναι...Εσείς για μπάνιο και εγώ να πήζω στην σκατόπολη, στο μαγαζί. Δεν έχεις ιδέα  πόσο ζηλεύω που εσείς είστε στο νησί".

"Έλα ρε, μην κάνεις έτσι. Κουράγιο. Στην τελική, σκέψου ότι σε λιγότερο από μια βδομάδα και συ μαζί μας θα 'σαι", είπε ο Νίκος.
Φαντάστηκε τον Δήμο να χαμογελάει πλατιά, όπως συνήθιζε.  Πάντα το ζήλευε 
αυτό το χαμόγελο. Ειδικά τώρα. 


"Αυτό είναι που με κρατάει ακόμη όρθιο. Έπειτα, είναι και το άλλο...
Ξέρεις...μου λείπει, Νίκο. Μου λείπει πολύ. Πάρα πολύ.
Αλήθεια, μήπως είναι κοντά σου το το μωράκι μου;"

Ο Νίκος κοίταξε τη γυμνή γυναίκα που ήταν ξαπλωμένη δίπλα του.
"Είναι",του είπε. "Θες να στη δώσω;"