Monday, 30 September 2013

Ραντεβού

Την κοίταξε. Είχε ντυθεί και "φτιαχτεί" ειδικά για το ραντεβού. Διακριτικά. Όχι τίποτα φαντεζί. Αλλά αυτός πάντα καταλάβαινε αν ντυνόταν ειδικά για το ραντεβού. Καταλάβαινε αλλά εκείνος δεν ντυνόταν ποτέ ειδικά. Για τα ραντεβού.

Ήταν όμορφη. Ή δεν ήταν; Μα τί έλεγε, πάντα ήταν όμορφη. Ή μήπως όχι; Μερικές φορές ήταν όμορφη, μερικές άλλες όχι. Ναι, αυτό ήταν. Πότε ήταν η τελευταία φορά που ήταν όμορφη; Σκατά. Δεν ήξερε.

Την κοίταξε. Εκείνη του χαμογέλασε βεβιασμένα, και ανακάτεψε αμήχανα το τσάι της. Αυτός της ανταπέδωσε ένα επίσης βεβιασμένο μειδίαμα, αυτό που του είχε πει ότι του πήγαινε πολύ, και ξαναγύρισε στις σκέψεις του.

Είχε ώρα που δεν μιλούσαν. Τα έλεγαν όλα με το βλέμμα. Μαλακίες. Τίποτα δεν έλεγαν με το βλέμμα. Τί μπορείς να πεις με ένα γαμωβλέμμα; Τίποτα. Δεν έλεγαν τίποτα.

Τουλάχιστον ήταν ευτυχισμένος. Μα, πως να μην ήταν; Αφού ήταν μαζί. Σκατά. Λάθος πρόταση. Τουλάχιστον, ήταν ευτυχισμένος; Αυτή ήταν η σωστή πρόταση. Βιάστηκε να απαντήσει ναι. Έπρεπε να ήταν ευτυχισμένος. Αφού ήταν μαζί. Έπρεπε. Έπρεπε. Έπρεπε, αλλά ήταν;

Κάποτε ήταν σίγουρα ευτυχισμένος. Προσπάθησε να θυμηθεί τις στιγμές εκείνες που ήταν ευτυχισμένος. Στιγμές. Ευτυχία. Βόλτα στο πάρκο. Ευτυχία. Πρώτο φιλί. Ευτυχία. Σκατά. Τί ευτυχία; Σίγουρα είχαν περάσει ευτυχισμένες στιγμές μαζί. Σίγουρα είχαν περάσει ευτυχισμένες μαζί;

Την ξανακοίταξε. Του χαμογέλασε. Της χαμογέλασε επίσης. Ήταν όμορφη; Έλεγαν τίποτα με το βλέμμα; Ήταν ευτυχισμένος; Δεκάδες απορίες χώθηκαν με φόρα στο μυαλό του ταυτόχρονα και συγκρούστηκαν δημιουργώντας μια τεράστια έκρηξη.

Ξαναέσκυψε στον καφέ του. Προσπάθησε να σκεφτεί. Στιγμές. Ομορφιά. Επικοινωνία.  Έπρεπε να ήταν ευτυχισμένος. Δεν μπορούσε να μην ήταν. Έπρεπε. Στις ταινίες ο έρωτας είναι ευτυχία. Στις ταινίες ο έρωτας είναι. Στις ταινίες.

Έρωτας. Η αμήχανη στιγμή που γνωρίζεις κάποια και δεν μοιάζει με κάποια. Κλισέ με πεταλουδίτσες και στομάχια. Εκείνη ήταν η κάποια. Εκείνη ήταν η κάποια;

Το κεφάλι του πήγε να σπάσει. Πίεσε τον εαυτό του να σκεφτεί και άλλο. Γιατί η κάποια να μην είναι απλά σαν μια κάποια; Η κάποια είναι κάποια. Και αυτός ένας κάποιος ήταν. Όλοι κάποιοι είμαστε.

Ο έρωτας, λοιπόν. Ο έρωτας; Η ευτυχία; Την ξανακοίταξε. Χαμόγελα. Κενά Βλέμματα. Ανακάτεμα τσαγιού. Η κάποια ανακάτευε ωραία το τσάι. Ανακάτευε ωραία το τσάι; Πολλές απορίες.
Ξαφνικά ένιωσε κάτι. Πεινούσε.

Στιγμές. Ευτυχία; Ταινίες; Επικοινωνία; Πείνα; Πείνα σίγουρα.

Την ξανακοίταξε. Ξαφνικά, όλες του οι απορίες φάνηκαν να απαντιούνται. Έβγαλε λεφτά για καφέ και τσάι, τα άφησε στο τραπέζι, την πήρε απ' το χέρι.

Βγήκαν έξω. Περπάτησαν αγκαζέ. Βόλτα στο πάρκο. Στιγμές. Ευτυχία; Όχι ευτυχία. Όμορφη; Μάλλον όχι σήμερα. Επικοινωνία; Δεν μιλούσαν. Περπατούσαν. Στις ταινίες; Ναι, στις ταινίες.

Μετά από αρκετή ώρα, έφτασαν στο σουβλατζίδικο του κυρ Μάκη. Πήραν τρία πιτόγυρα, δυο αυτός και ένα εκείνη. Τρία πιτόγυρα απ' όλα, χωρίς τζατζίκι. Γιατί το τζατζίκι κάνει την ανάσα να βρωμάει.


Saturday, 14 September 2013

Magic Bus

Σταθμός. Φτάνω. Ο φωτεινός πίνακας γράφει τα δρομολόγια. Ή και δεν τα γράφει. Ανάλογα με τα κέφια του. Ανακοίνωση. "Στις 16:30 το λεωφορείο 102 θα αναχωρήσει για Αθήνα από το διάδρομο 2". Κοιτάζω τους διαδρόμους. Υπάρχουν μόνο 2. Ο ένα και ο δύο. Η απόστασή τους είναι - δεν είναι 2 μέτρα. Πρακτικά δηλαδή να το δεις, αν βρίσκεσαι στον ένα, μπορείς να δεις και τον δύο. Και τούμπαλιν. Είναι περιεργη χώρα η Ελλάδα. Σάπιο περιεχόμενο με φανταχτερό περιτύλιγμα.

Ένα ζευγάρι φιλιέται παθιασμένα. Αυτός μόλις έφτασε. Ή αυτή μόλις φεύγει. Ή έφτασαν και οι δύο. Ή φεύγουν και οι δύο. Κάτι τέτοιο τέλος παντων. Μια καθαρίστρια περνάει. Κάνω στην άκρη. Τραγουδάει και μαζεύει φύλλα. Μαζεύει φύλλα και τραγουδάει. Ένα τραγούδι για την αγάπη που θυμίζει φύλλα. "Α, ρε, ριζώσαμε εδώ χάμω..." Μονολογεί. "Ε εσύ! Που ήρθες εδώ; Θα σε βρίσουν οι ταξιτζήδες!". Κοιτάω εκεί  που απευθύνεται. Ένα αστικό λεωφορείο, με ταμπέλα σβηστή και δρομολόγιο άγνωστο έχει παρκάρει ανάμεσα στον διάδρομο 1 και στο πάρκινγκ των ταξί . Ποιός ξέρει γιατί; Ίσως να ζήλεψε τα υπεραστικά λεωφορεία και να προσπαθεί να τους μοιάσει. Ίσως να εκτελεί κάποιο νέο, πιο φθηνό και πιο επικίνδυνο υπεραστικό δρομολόγιο με σκοπό ακόμη μεγαλύτερο κέρδος. Δεν βαριέσαι. Κανείς δεν μπορεί να τα ξέρει όλα. Κάποια πράγματα πρέπει να τα αφήνεις στην τύχη τους.
Το ζευγαρι δίπλα τσακώνεται.

-...τότε που είχαμε τσακωθεί για τις πετσέτες!
-Ναι, αλλά τελικά βγήκα από πάνω!
-Ε, γυρίσαμε πίσω, όπως είχα πει! Έγινε το δικό μου!
-Μμμ...

Τσακωμός στην μνήμη ενός παλιότερου τσακωμού. Ο άντρας νίκησε. Η κοπέλα θύμωσε. Μια πικρή νίκη. Η ιστορία επαναλαμβάνεται.
 Κοιτάω την καθαρίστρια. Πάλι μονολογεί. Για τον καιρό που δουλεύει εδώ. Για τα λεφτά που  παίρνει. Λόγια που θα έπρεπε να πει σε κάποιον αλλά τελικά τα λέει στον εαυτό της. Όπως όλοι. Ή σχεδόν όλοι. Την προσοχή μου αποσπούν μπλε ανθρωπάκια που τριγυρίζουν το σταθμό. Σεκιουριτάδες. Άλλοι, αποτυχημένοι μπάτσοι. Άλλοι, άνθρωποι απεγνωσμένοι για δουλειά. Σοβαρό και βαριεστημένο ύφος αντίστοιχα. Σχεδόν αδύνατο να τα ξεχωρίσεις.

Μπαίνω μέσα στο σταθμό. 

"Φιλαράκι, έχεις πενήντα λεπτά να πάρω κάτι να φάω;"
"Όχι ρε φίλε, δεν έχω".

Έχει πλάκα η ιστορία με τα πενηντάλεπτα. Παλιά έλεγες "όχι δεν φίλε δεν έχω" και σκεφτόσουν "έχω αλλά δεν γουστάρω να σου δώσω". Οι ναρκομανείς σε κοιτούσαν δύσπιστα και κάποιοι σε έβριζαν κιόλας. Τώρα λες "δεν έχω" και η αλήθεια δεν απέχει και πολύ. Οι ναρκομανείς φεύγουν μετά την πρώτη άρνηση.

Γκισέδες. Στους γκισέδες υπάλληλοι -  ρομπότ επαναλαμβάνουν μηχανικές κινήσεις. Εκδίδουν εισητήρια για τον παράδεισο. Επικυρώνουν τις επιθυμίες φυγής του κάθε πικραμένου. Είναι οι Άγιοι Πέτροι επί των σταθμών του ΚΤΕΛ. Το ταξίδι σου τελικά εξαρτάται από τις διαθέσεις του υπαλλήλου - ρομπότ. Έχουν τεράστια εξουσία στα χέρια τους αλλά δεν το ξέρουν. Όπως όλοι. Ή σχεδόν όλοι.

Κοιτάω τα βλέμματά τους. Πελάτης, πισί, ρέστα, υπερπέραν. Κάτι ψάχνουν στο υπερπέραν. Ίσως τα όνειρα για τη ζωή που είχαν κάποτε. Όνειρα που χάθηκαν μέσα σε γκισέδες και μηχανικές κινήσεις.

Κοιτάω τους επίδοξους ταξιδιώτες. Παλιά το ταξίδι ήταν ευτυχία. Έβλεπες πρόσωπα λαμπερά, χαμόγελα. Και τώρα υπάρχουν. Αλλά μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Οι περισσότεροι ταξιδεύουν λόγω κάποιας υποχρέωσης. Οι περισσότεροι ταξιδεύουν όσο πιο λίγο γίνεται. Δεν είναι ότι δεν θέλουν. Είναι ότι δεν μπορούν.

Οι μελλοντικοί επιβάτες των υπεραστικών λεωφορείων μετράνε τα χρήματά τους. Όπως όλοι. Οι υπάλληλοι - ρομπότ κοιτάνε διαδοχικά το πισί, το εισητήριο, τον πελάτη και τα λεφτά. Και πάλι από την αρχή. Βεβαιώνονται πως όλοι φέρουν τα διαπιστευτήρια που απαιτούνται για τα εισητήρια που διεκδικούν. Και είναι αυστηροί σε αυτό. Οι περισσότεροι υπάλληλοι και ελεγκτές είναι αυστηροί. Απαιτούν επίδειξη ειδικής κάρτας για την έκδοση μειωμένου εισητηρίου. Βεβαιώνονται ότι οι ιδιοκτήτες των λεωφορείων δεν θα χάσουν ούτε ευρώ. Η αυστηρότητα των υπαλλήλων των ελεγκτών και των σεκιουριτάδων διασφαλίζει την τήρηση της τάξης και την κερδοφορία των ιδιωτών που έχουν τα ΚΤΕΛ. Είναι να λυπάσαι που δεν βγάζουν και οι ίδιοι τίποτα.

Περνάω όλους τους απαραίτητους ελέγχους. Είμαι καθαρός. Μπαίνω στο λεωφορείο. Σκέφτομαι πως τα λεωφορεία είναι σαν τη ζωή. Τα πάντα μπορούν να παρομοιαστούν με τη ζωή. Αρκεί να έχεις όρεξη.

"Συγγνώμη, μήπως μπορείτε να κάνετε στην άκρη να περάσω γιατί έχω το 24;"
Κοιτάω. Είναι μια γυναίκα. Κάθεται ήδη στο 24. Εγώ κάθομαι στο 23, δηλαδή στη θέση μου. Οι αριθμοί είναι σαφείς. Αυτή νομίζει ότι το 23 είναι το 24. Kαι το αντίστροφο.
Την κοιτάω πιο προσεκτικά. Άσχημα έντονο μακιγιάζ, εκτυφλωτικό κόκκινο κραγιόν, λεοπάρ φόρεμα.
"Ναι, μάλιστα" απαντάω και κάθομαι στο 24 προκειμένου να την αφήσω να περάσει στο υποθετικό 24 που είναι η θέση μου. Μερικές φορές στη ζωή είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσεις ακόμη και τα πιο απλά πράγματα.

Το λεωφορείο γεμίζει. Σαρανταεννιά άνθρωποι ετοιμοι να ξεκινήσουν ένα  νέο ταξίδι, μια καινούρια περιπέτεια. Με προσμονή για τον προορισμό στον οποίο, σύμφωνα με τις πιθανότητες, μπορεί και να μην φτάσουν ποτέ.

Μπαίνει και ο οδηγός. Οι πόρτες κλείνουν. Οι σαρανταεννιά κοιτάζουν στο υπερπέραν. Ο ένας κοιτάζει στον καθρέφτη προκειμένου να ξεπαρκάρει.

Είναι τουλάχιστον περίεργο. Σαρανταεννιά άνθρωποι, ξένοι στη ζωή και ξένοι και μέσα στο λεωφορείο, καθονται σιωπηλά, περιμένουν υπομονετικά στα καθίσματά τους για τρεις ώρες.Την μοίρα σαρανταεννιά ανθρώπων, για τρεις ώρες, την ορίζει ο ένας.
Το λεωφορείο ξεκινάει. Ελπίζω να τα καταφέρουμε. 

Καταδίωξη

Ήταν νύχτα. Το φεγγάρι είχε σχεδόν χαθεί πίσω από κάποια σύννεφα. Οι σάλπιγγες του δίκαιου πολέμου ήχησαν περήφανα και επαναλαμβανόμενα, γεμίζοντας την πόλη με εκκωφαντικούς θορύβους εφησυχασμού. Το ψυχρό -μα τόσο θερμό συνάμα- φως της ασφάλειας, ο φάρος της τάξης, έλαμψε παντού. Ο κόσμος κλείστηκε στα σπίτια του και ασφάλισε τα παντζούρια του, μην μπορώντας να σταθεί αντάξιος της λάμψης της δικαιοσύνης.

Τα περήφανα σιδερένια άτια της Ελληνικής Αστυνομίας βρυχήθηκαν, καταπίνοντας άσφαλτο και ξερνώντας καυσαέριο. Ο εχθρός εντοπίστηκε γρήγορα. Ύπουλος, υποχθόνιος και μελαμψός όπως παντα. Οι τρεις ύποπτα καχεκτικοί μετανάστες έτρεχαν σε φαινομενικά υπεράνθρωπους ρυθμούς: όμως ο  ζήλος και η αυταπάρνηση των δώδεκα φρουρών του φιλήσυχου πολίτη βοήθησαν στο να τους φτάσουν. Γρήγορα περικυκλώθηκαν. Η μάχη ήταν αμφίρροπη. Η επικινδυνότητα μεγάλη.

Μετά από  λίγο, τρία μελαμψά κουφάρια περασμένα με χειροπέδες κείτονταν μέσα σε μια λίμνη αίματος. Τα ανιδιοτελή παλικάρια, οι τηρητές του νόμου, χαμογελούσαν μπροστά σε ακόμη μια επιτυχία ενάντια στον μεγάλο εχθρό της χώρας. Ξεσκονίζοντας, τις πάντα ατσαλάκωτες σκούρες στολές τους και μαζεύοντας τα λάφυρα της νίκης, έβαλαν μπρος και ξεκίνησαν για την επόμενη περιπέτειά τους, για την επόμενη τρανή μάχη του καλού ενάντια στο κακό. Τίποτε άλλο δεν τους κρατούσε πια εδώ.

Ο εχθρός είχε,και για απόψε, κατατροπωθεί. Η νομιμότητα είχε,και για απόψε, τηρηθεί.

Monday, 9 September 2013

Τότε και τώρα

Θυμάσαι τότε;
Τότε που στους δρόμους είχε ησυχία
Περπατούσαμε τότε και φωνάζαμε
Όχι πολύ, έτσι λίγο, 
μπας και τους ξυπνήσουμε

Μα προσέχαμε μην τους ξυπνήσουμε όλους
Μας κοιτούσανε περίεργα τότε,
μας αντιμετώπιζαν σαν ξένους
Ίσως ήμασταν ξένοι
θυμάσαι τότε; 

Τώρα δεν έχει πια καθόλου ησυχία
τώρα στους δρόμους κανείς δεν κοιμάται
Ούτε αυτοί που θέλαμε να ξυπνήσουμε
ούτε αυτοί που δε θέλαμε

Τώρα δεν μπορεί κανείς να κοιμηθεί
τώρα δεν υπάρχει ησυχία
τώρα έχουμε πόλεμο
Όπλα τους η φτώχεια και η ανεργία
βόμβες τους οι απολύσεις, οι φόροι, η τρομοκρατία
στόχος τους τα spreads, τα δάνεια και τα κέρδη

Τώρα κανείς δεν μας κοιτάζει περίεργα
Τώρα δεν είμαστε ξένοι
Τώρα οι φωνές μας δεν ακούγονται
τις φωνές μας τις σκεπάζουνε οι κρότοι του πολέμου

Τώρα εμείς μεταναστεύουμε
μας διώχνουν από τα σπίτια μας
για μιαν άλλη ζωή
για καθόλου ζωή
για τίποτα

Δεν είμαστε διαφορετικοί από αυτούς που έρχονται εδώ
αλήθεια
Έχουμε το ίδιο μελαμψό χρώμα
της καταγωγής, της φτώχειας, της ανέχειας
Ξέρεις τί είναι να μην έχεις σπίτι;
Ε, ξέρεις;
Τί στα λέω σίγουρα ξέρεις

Τώρα δεν υπάρχει καθόλου ησυχία
τώρα κανείς δεν ησυχάζει
κανείς δεν μπορεί να ησυχάσει

'Εχουμε και 'μεις όμως όπλα
την αλληλεγγύη, την ανυπακοή, την απεργία
Πάρε και συ ό,τι μπορείς,
μ'ακούς;

Έχουμε πόλεμο. 

Saturday, 7 September 2013

Κλικ

Ήταν μόνος. Βράδιαζε. Τα παράθυρα μισόκλειστα. Αιρκοντίσιον. Με ένα "κλικ" στο τηλεκοντρόλ το έκλεισε. Μετά από λίγο ζεστάθηκε και το ξανάνοιξε. Ήταν περίεργο αυτό το αιρκοντίσιον. Ό,τι θερμοκρασία και να επέλεγες από τις δεκάδες που είχε, αν έμενε πάνω από κάποια ώρα ανοιχτό ένιωθες ότι κρύωνες. Έτσι αναγκαζόσουν πάντα να το κλείσεις, μέχρι να "έρθεις στα ίσια σου", να νιώσεις πάλι τον καύσωνα και να το ξανανοίξεις. Ήταν περίεργο αλλά το ίδιο ένιωθε ότι συνέβαινε με όλα τα αιρκοντίσιον. Ή και με τον ίδιο. Όλες εκείνες οι επιλογές και αυτός να μην ικανοποιείται με τίποτα. Δίπλα του η τηλεόραση έπαιζε κάποια προπαγάνδα της κάποιας κυβέρνησης. Βουβή. Έλουζε το δωμάτιο με το μπλε φως. Βασικά για αυτό την άφηνε ανοιχτή. Για το μπλε της το φως. Θεωρούσε πως έδινε στο δωμάτιο μια άλλη διάσταση. Ταινιακή.

Φύσηξε τον καπνό από το τσιγάρο του. Έβηξε. Στην πραγματικότητα ποτέ του δεν μπόρεσε να συμφιλιωθεί με το κάπνισμα - του έκανε κακό και το ήξερε. Αλλά ήταν και αυτό μέσα στους αναγκαίους συμβιβασμούς, μέσα στα χιλιάδες πράγματα που πίεζε τον εαυτό του να κάνει. Κοιτούσε τον τοίχο. "Κλικ". Αιρκοντίσιον κλειστό. Τσιγάρο, τοίχος, μπλε φως, αιρκοντίσιον. Πίεζε τον εαυτό του. Ξανακοίταζε τον τοίχο. Πιεζόταν. Μέσα του κόντευε να σκάσει. Έξω του, πιεζόταν. Πιεζόταν να νιώσει κάποιος, πιεζόταν να αισθανθεί κάποιος από τους χιλιάδες πρωταγωνιστές ταινιών που θαύμαζε. Κάποιος απόμακρος, μυστηριώδης τύπος με φαινομενική ανικανότητα αλλά πλούσιο εσωτερικό κόσμο. Κάποιος από αυτούς που περνούσαν τη ζωή τους καπνίζοντας, ενώ κοιτούσαν έναν τοίχο φωτισμένο μπλε από το φως της τηλεόρασης. Δεν έκαναν τίποτα, αλλά φαινόντουσαν τουλάχιστον σημαντικοί καλλιτέχνες. "Κλικ". Αιρκοντίσιον ανοιχτό. Δεν άντεχε άλλο. Κόντευε ενα σκάσει. Ένιωθε ότι πνιγόταν. "Κλικ".

Το ήξερε. Το ήξερε ότι όλα αυτά είναι ψέμματα. Το ήξερε και δεν μπορούσε να το αγνοήσει. Το να κοιτάς τον τοίχο καπνίζοντας, δεν σε κάνει σπουδαίο. Ή απόμακρο. Ή σημαίνουσα προσωπικότητα. Το να κοιτάς τον τοίχο καπνίζοντας σε κάνει έναν ακόμη ασήμαντο άνθρωπο, που ζει, αναπνέει, έχει τα ίδια προβλήματα και τον γαμάνε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως και εκατομμύρια άλλους που απλώς κοιτάει τοίχους και καπνίζει. Όχι. Σίγουρα το να καπνίζεις κοιτώντας τοίχους δεν σε κάνει να ξεχωρίζεις. Με την σκέψη αυτή αποκοιμήθηκε.

Ξύπνησε μετά από ώρες. Το αιρκοντίσιον κλειστό. Ο τόπος έβραζε. Και μέσα και έξω. Ζέστη και θόρυβος. Πολύς θόρυβος. Φωνές. Χιλιάδες φωνές. Άνοιξε τα παράθυρα. Πολύς κόσμος στους δρόμους. Κάποια συγκέντρωση ενάντια στα μέτρα της κάποιας κυβέρνησης. Κοίταξε τον κόσμο που διαμαρτυρόταν στο δρόμο. Του ήρθε στο μυαλό ένα απόσπασμα από κάποιο βιβλίο στο οποίο κάποιος ρώτησε έναν γέροντα αν ήταν ευτυχισμένος. Εκείνος απλώς του απάντησε ότι "πολέμησε με τον Άρη". Τότε ο νεαρός κοίταξε το πρόσωπό του. Ο γέρος ήταν ευτυχισμένος. "Τί άνθρωπος και εκείνος ο Άρης! Αγωνιστής, ήρωας πραγματικός!" σκέφτηκε. Αν ήταν κάτι που θαύμαζε περισσότερο από τους απόμακρους πρωταγωνιστές που καπνίζουν κοιτώντας τοίχους, αυτό ήταν κάτι τύποι σαν τον Άρη. Ο Άρης όμως είχε πεθάνει. Ξαφνικά χαμογέλασε. Του είχε έρθει μια ιδέα.

Με γρήγορες κινήσεις, άρπαξε ό,τι ρούχα βρήκε μπροστά του, τα φόρεσε όπως - όπως και έτρεξε προς τα έξω. Προς το δρόμο. "Ο Άρης έχει πεθάνει, αλλά καλύτερα να είσαι ακόμη ένας ασήμαντος άνθρωπος εκεί έξω παρά εδώ μέσα", είπε στον εαυτό του. Ξαφνικά κοντοστάθηκε. Σαν να θυμήθηκε κάτι. Γύρισε πίσω, πήρε το τηλεκοντρόλ του αιρκοντίσιον και το πέταξε με δύναμη στα σκουπίδια. Αν πηγαίναν όλα καλά, δεν θα το ξαναχρειαζόταν.