Posts

Showing posts from September, 2013

Ραντεβού

Image
Την κοίταξε. Είχε ντυθεί και "φτιαχτεί" ειδικά για το ραντεβού. Διακριτικά. Όχι τίποτα φαντεζί. Αλλά αυτός πάντα καταλάβαινε αν ντυνόταν ειδικά για το ραντεβού. Καταλάβαινε αλλά εκείνος δεν ντυνόταν ποτέ ειδικά. Για τα ραντεβού.

Ήταν όμορφη. Ή δεν ήταν; Μα τί έλεγε, πάντα ήταν όμορφη. Ή μήπως όχι; Μερικές φορές ήταν όμορφη, μερικές άλλες όχι. Ναι, αυτό ήταν. Πότε ήταν η τελευταία φορά που ήταν όμορφη; Σκατά. Δεν ήξερε.

Την κοίταξε. Εκείνη του χαμογέλασε βεβιασμένα, και ανακάτεψε αμήχανα το τσάι της. Αυτός της ανταπέδωσε ένα επίσης βεβιασμένο μειδίαμα, αυτό που του είχε πει ότι του πήγαινε πολύ, και ξαναγύρισε στις σκέψεις του.

Είχε ώρα που δεν μιλούσαν. Τα έλεγαν όλα με το βλέμμα. Μαλακίες. Τίποτα δεν έλεγαν με το βλέμμα. Τί μπορείς να πεις με ένα γαμωβλέμμα; Τίποτα. Δεν έλεγαν τίποτα.

Τουλάχιστον ήταν ευτυχισμένος. Μα, πως να μην ήταν; Αφού ήταν μαζί. Σκατά. Λάθος πρόταση. Τουλάχιστον, ήταν ευτυχισμένος; Αυτή ήταν η σωστή πρόταση. Βιάστηκε να απαντήσει ναι. Έπρεπε να ήταν ε…

Magic Bus

Σταθμός. Φτάνω. Ο φωτεινός πίνακας γράφει τα δρομολόγια. Ή και δεν τα γράφει. Ανάλογα με τα κέφια του. Ανακοίνωση. "Στις 16:30 το λεωφορείο 102 θα αναχωρήσει για Αθήνα από το διάδρομο 2". Κοιτάζω τους διαδρόμους. Υπάρχουν μόνο 2. Ο ένα και ο δύο. Η απόστασή τους είναι - δεν είναι 2 μέτρα. Πρακτικά δηλαδή να το δεις, αν βρίσκεσαι στον ένα, μπορείς να δεις και τον δύο. Και τούμπαλιν. Είναι περιεργη χώρα η Ελλάδα. Σάπιο περιεχόμενο με φανταχτερό περιτύλιγμα.

Ένα ζευγάρι φιλιέται παθιασμένα. Αυτός μόλις έφτασε. Ή αυτή μόλις φεύγει. Ή έφτασαν και οι δύο. Ή φεύγουν και οι δύο. Κάτι τέτοιο τέλος παντων. Μια καθαρίστρια περνάει. Κάνω στην άκρη. Τραγουδάει και μαζεύει φύλλα. Μαζεύει φύλλα και τραγουδάει. Ένα τραγούδι για την αγάπη που θυμίζει φύλλα. "Α, ρε, ριζώσαμε εδώ χάμω..." Μονολογεί. "Ε εσύ! Που ήρθες εδώ; Θα σε βρίσουν οι ταξιτζήδες!". Κοιτάω εκεί  που απευθύνεται. Ένα αστικό λεωφορείο, με ταμπέλα σβηστή και δρομολόγιο άγνωστο έχει παρκάρει ανάμεσα στον δι…

Καταδίωξη

Ήταν νύχτα. Το φεγγάρι είχε σχεδόν χαθεί πίσω από κάποια σύννεφα. Οι σάλπιγγες του δίκαιου πολέμου ήχησαν περήφανα και επαναλαμβανόμενα, γεμίζοντας την πόλη με εκκωφαντικούς θορύβους εφησυχασμού. Το ψυχρό -μα τόσο θερμό συνάμα- φως της ασφάλειας, ο φάρος της τάξης, έλαμψε παντού. Ο κόσμος κλείστηκε στα σπίτια του και ασφάλισε τα παντζούρια του, μην μπορώντας να σταθεί αντάξιος της λάμψης της δικαιοσύνης.

Τα περήφανα σιδερένια άτια της Ελληνικής Αστυνομίας βρυχήθηκαν, καταπίνοντας άσφαλτο και ξερνώντας καυσαέριο. Ο εχθρός εντοπίστηκε γρήγορα. Ύπουλος, υποχθόνιος και μελαμψός όπως παντα. Οι τρεις ύποπτα καχεκτικοί μετανάστες έτρεχαν σε φαινομενικά υπεράνθρωπους ρυθμούς: όμως ο  ζήλος και η αυταπάρνηση των δώδεκα φρουρών του φιλήσυχου πολίτη βοήθησαν στο να τους φτάσουν. Γρήγορα περικυκλώθηκαν. Η μάχη ήταν αμφίρροπη. Η επικινδυνότητα μεγάλη.

Μετά από  λίγο, τρία μελαμψά κουφάρια περασμένα με χειροπέδες κείτονταν μέσα σε μια λίμνη αίματος. Τα ανιδιοτελή παλικάρια, οι τηρητές του νόμου, χ…

Τότε και τώρα

Θυμάσαι τότε;
Τότε που στους δρόμους είχε ησυχία Περπατούσαμε τότε και φωνάζαμε Όχι πολύ, έτσι λίγο,  μπας και τους ξυπνήσουμε
Μα προσέχαμε μην τους ξυπνήσουμε όλους Μας κοιτούσανε περίεργα τότε, μας αντιμετώπιζαν σαν ξένους Ίσως ήμασταν ξένοι θυμάσαι τότε; 
Τώρα δεν έχει πια καθόλου ησυχία τώρα στους δρόμους κανείς δεν κοιμάται Ούτε αυτοί που θέλαμε να ξυπνήσουμε ούτε αυτοί που δε θέλαμε
Τώρα δεν μπορεί κανείς να κοιμηθεί τώρα δεν υπάρχει ησυχία τώρα έχουμε πόλεμο Όπλα τους η φτώχεια και η ανεργία βόμβες τους οι απολύσεις, οι φόροι, η τρομοκρατία
στόχος τους τα spreads, τα δάνεια και τα κέρδη
Τώρα κανείς δεν μας κοιτάζει περίεργα Τώρα δεν είμαστε ξένοι Τώρα οι φωνές μας δεν ακούγονται τις φωνές μας τις σκεπάζουνε οι κρότοι του πολέμου
Τώρα εμείς μεταναστεύουμε μας διώχνουν από τα σπίτια μας για μιαν άλλη ζωή για καθόλου ζωή για τίποτα
Δεν είμαστε διαφορετικοί από αυτούς που έρχονται εδώ αλήθεια Έχουμε το ίδιο μελαμψό χρώμα της καταγωγής, της φτώχειας, της ανέχειας Ξέρεις τί είναι να …

Κλικ

Ήταν μόνος. Βράδιαζε. Τα παράθυρα μισόκλειστα. Αιρκοντίσιον. Με ένα "κλικ" στο τηλεκοντρόλ το έκλεισε. Μετά από λίγο ζεστάθηκε και το ξανάνοιξε. Ήταν περίεργο αυτό το αιρκοντίσιον. Ό,τι θερμοκρασία και να επέλεγες από τις δεκάδες που είχε, αν έμενε πάνω από κάποια ώρα ανοιχτό ένιωθες ότι κρύωνες. Έτσι αναγκαζόσουν πάντα να το κλείσεις, μέχρι να "έρθεις στα ίσια σου", να νιώσεις πάλι τον καύσωνα και να το ξανανοίξεις. Ήταν περίεργο αλλά το ίδιο ένιωθε ότι συνέβαινε με όλα τα αιρκοντίσιον. Ή και με τον ίδιο. Όλες εκείνες οι επιλογές και αυτός να μην ικανοποιείται με τίποτα. Δίπλα του η τηλεόραση έπαιζε κάποια προπαγάνδα της κάποιας κυβέρνησης. Βουβή. Έλουζε το δωμάτιο με το μπλε φως. Βασικά για αυτό την άφηνε ανοιχτή. Για το μπλε της το φως. Θεωρούσε πως έδινε στο δωμάτιο μια άλλη διάσταση. Ταινιακή.

Φύσηξε τον καπνό από το τσιγάρο του. Έβηξε. Στην πραγματικότητα ποτέ του δεν μπόρεσε να συμφιλιωθεί με το κάπνισμα - του έκανε κακό και το ήξερε. Αλλά ήταν και αυτό μέσα…