Friday, 29 April 2011

Ο μυστήριος άνθρωπος

Κάθε πρωί, γύρω στις 8.30, ο άνθρωπος που κανείς δεν γνώριζε έσερνε αργά τα πόδια του πάνω στον ίδιο δρόμο, μπροστά από την πλατεία. Κανείς δεν ήξερε το γιατί, κανείς δεν ήξερε το πού πήγαινε. Κανείς δεν είχε μπει στον κόπο να ρωτήσει.
Ώσπου μια μέρα, καθώς περνούσε από την πλατεία, ένα παιδί από αυτά που έπαιζαν εκεί, έτρεξε δίπλα του, τον σταμάτησε και τον ρώτησε: "Πού πάτε κύριε; Τί ψάχνετε;"
Τότε εκείνος κοντοστάθηκε και του χαμογέλασε. "Την ελευθερία" απάντησε.
Από τότε κανείς δεν τον ξαναενόχλησε.
Και ο άνθρωπος που κανείς δεν γνώριζε συνέχισε το δρόμο του.
Για πάντα.

Thursday, 28 April 2011

Ο συναισθηματικός τύπος

"Ξέρεις, δεν είμαι και πολύ ρομαντικός τύπος. Δεν είμαι από αυτούς που θα σου λένε καληνύχτα κάθε βράδυ, που θα σου κλείνουν το τηλέφωνο πάντα με την έκφραση "φιλάκια". Δεν είμαι από αυτούς που θα σου δίνουν χάδια συχνά. Δεν είμαι από αυτούς που θα κάτσουν να παρηγορήσουν τις ανασφάλειές σου. Δεν θα ξυριστώ ποτέ μόνο και μόνο για να περάσεις εσύ καλύτερα. Δεν πρόκειται να αλλάξω το ντύσιμό μου, να μη βάλω προφυλακτικό ή να κάνω περιτομή για τη δική σου ευχαρίστηση. Ακόμη, δεν σκοπεύω να παντρευτώ προκειμένου να να έχεις σταθερότητα και ασφάλεια, να το ξέρεις.
 Αυτό όμως δεν σημαίνει όμως ότι είμαι αναίσθητος! Είμαι βαθιά συναισθηματικός τύπος εγώ! Αισθάνομαι βαθύτατα ουσιαστικά πράγματα, αν θες να μάθεις! Και ξέρεις και κάτι; Έχω και εγώ ανάγκες γαμώτο μου! Μερικές φορές σε χρειάζομαι πολύ, και αυτές τις φορές θέλω να είσαι εκεί να με στηρίξεις...

Γιαυτό έλα ρε παλικάρι μου, έλα ρε θηρίο μου, έλα ρε Μητσάρα μου, μην με απογοητεύεις τώρα! Σήκω ρε παιδάκι μου, να κάνουμε τη δουλειά μας!"

"Μήτσοοοοο;;; Μήτσο ακόμη στο μπάνιο είσαι; Έλα ρε μωρό μου, μην κλείνεσαι εκεί μέσα. Δεν είσαι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που  του συμβαίνει αυτό...Έλα να προσπαθήσουμε άλλη μια φορά, και αν δεν τα καταφέρουμε δεν χάθηκε και ο κόσμος....Και αύριο μέρα είναι..." ακούστηκε η  φωνή της Ρούλας από την κρεβατοκάμαρα.

Saturday, 23 April 2011

Καλή Ανάσταση

Ο ζητιάνος βρισκόταν καθισμένος στα μαρμάρινα σκαλιά της εκκλησίας όπως πάντα, όταν η καμπάνα χτύπησε χαρμόσυνα 12 φορές και η νύχτα έγινε μέρα από βεγγαλικά, πυροτεχνήματα, στρακαστρούκες και παντος είδους εκρηκτικά που δηλώνουν την υπέρμετρη χαρά των απανταχού πιστών και πυρομανών. Λίγα λεπτά αργότερα, η βαριά ξύλινη πόρτα άνοιξε και το ογκοδέστατο πλήθος των εκκλησιαζόμενων, πασιχαρών πλέον που ο Κύριός τους αναστήθηκε για ακόμη μία χρονιά και που έλαβαν το πολυπόθητο Άγιο Φως, πέρασε δίπλα του.
Κάποια ψιλά (πιο πολλά από τις περισσότερες φορες βεβαίως βεβαίως), λίγα "Καλό Πάσχα" και αρκετά βλέμματα γεμάτα προσποιητή θλίψη ήταν ό,τι άφησε το κοπάδι πίσω του.
Η πόρτα ξανάνοιξε τρεις ώρες μετά όταν τα κρεσέντα του ψάλτη, η έξοδος των τριών τελευταίων εναπομείναντων πιστών (οι υπόλοιποι είχαν και μία μαγειρίτσα να λατρέψουν, βλέπετε) καθώς και τα 2 τελευταία ευρώ της ημέρας σήμαναν την επίσημη λήξη της ιεροτελεστίας.
Ο ζητιάνος είχε συμμαζέψει το κασελάκι του, είχε διπλώσει την ταμπέλα που έγραφε με τεράστια κόκκινα γράμματα "ΠΙΝΑΟ" και ήταν έτοιμος να κινήσει προς το παγκάκι του, όταν η πόρτα ξανάνοιξε με ένα αργό τρίξιμο.
Ένα γενειοφόρο κεφάλι πρόβαλε διστακτικά και γύρισε προς το μέρος του. Σχεδόν αμέσως, ο παπάς κατέβηκε σιγά σιγά τα σκαλιά και τον πλησίασε γεμάτος συμπόνοια.
"Έλα" έγνεψε καλοσυνάτα ο παπάς, "δεν είναι σωστό τούτη την άγια μέρα να ξεπαγιάζεις έξω μόνος σου". "Έλα στο σπίτι μου να φάμε μαγειρίτσα με την οικογένειά μου".
"Να 'στε καλά" ήταν το μόνο που είπε ο ζητιάνος. Οι τυπικοί κανόνες ευγενίας που του επέβαλλαν να αρνηθεί είχαν διαλυθεί μετά από 60 χρόνια ζωής κάτω από το όριο της φτώχειας. Ούτως ή άλλως, στον τόσο καιρό που ζητιάνευε εκεί, πρώτη φορά του έκαναν παρόμοια πρόταση. Τρελός ήταν να αρνηθεί;
Ο παπάς χαμογέλασε και έτεινε το δάχτυλό του προς την BMW που ήταν παρκαρισμένη στο πεζοδρόμιο μπροστά από την εκκλησία. "Εκεί είναι το αμάξι μου. Έλα να με βρεις μόλις μαζέψεις τα πράγματά σου".

Η ώρα κατά τη διάρκεια του γεύματος κυλούσε αμήχανα και σιωπηρά με μόνες παραφωνίες τους ήχους των ρουφηγμάτων της μαγειρίτσας από τον παπά και του βιαστικού καταβροχθίσματος του φαγητού από τον ζητιάνο. Το τραπέζι ήταν τεράστιο και παρ'όλο που η παπαδιά και τα παπαδοπαίδια είχαν φάει και κοιμηθεί πριν  επιστρέψει ο παπάς, τα αποφάγια ήταν παραπάνω από αρκετά για να χορτάσουν και οι δύο.
Λίγα λεπτά αργότερα το γεύμα και των τσούγκρισμα αυγών ολοκληρώθηκε και οι δύο συνδαιτήμονες σχεδόν δεν είχαν αλλάξει κουβέντα πέραν των αυστηρώς τυπικών. Δεν ήταν ότι είχαν και κάποιο κοινό μεταξύ τους άλλωστε, περισσότερα τους χώριζαν παρά τους ένωναν. Παλιός σοβιετικός ο ένας, φωνή του Θεού επί της Γης ο άλλος, καταλαβαίνετε πως είναι αυτά. 
Αφού χόρτασε λοιπόν, ο ζητιάνος σκουπίστηκε, σηκώθηκε και είπε: "Νομίζω ήρθε η ώρα να φύγω".
"Είσαι σίγουρος; Μπορείς να μείνεις απόψε εδώ αν θες" είπε ο παπάς με μία εξώφθαλμα ψεύτικη ευγένια.
"Όχι, όχι. Αρκετά εκμεταλλεύτηκα την φιλοξενία σας. Και σας χιλιοευχαριστώ, να είστε καλά..." απάντησε με ειλικρινή ευγνωμοσύνη.
Ο παπάς χαμογέλασε. "Περίμενε λίγο". Έφυγε και μετά από δύο λεπτά ξαναγύρισε με την φούχτα του γεμάτη ψιλά. Την άδειασε μέσα στις προτεταμένες παλάμες του ζητιάνου. "Πάρε αυτά" του είπε, "είναι από το παγκάρι της εκκλησίας. Σήμερα γέμισε και η αλήθεια είναι ότι η εκκλησία μας δεν έχει και τόσες ανάγκες τον τελευταίο καιρό".  Ο ζητιάνος τον ξαναευχαρίστησε  και έκανε να φύγει. Ο παπάς τον συνόδεψε μέχρι την έξοδο της διώροφης μονοκατοικίας και του έσφιξε το χέρι.
"Καλή Ανάσταση", του είπε. "Και μην φοβάσαι, ο Θεός έχει για όλους. Θα έρθουν καλύτερες μέρες, θα το δεις."

"Σίγουρα", απάντησε ο ζητιάνος. "Θα έρθουν, ακριβώς σε έναν χρόνο από τώρα. Μόνο που θα είναι μία καλύτερη μέρα. Και θα είναι μόνο για εκείνη την μέρα."

Στην επιστήμη...

...ο άνθρωπος βρίσκει την αλήθεια. Στην τέχνη, την πραγματικότητα.

Wednesday, 20 April 2011

Όνειρα

Το πρόσωπο του Γιαννάκη ήταν αναψοκοκκινισμένο. Τα βλέμματα του Κωστάκη, της Μαρίας  ήταν καρφωμένα πάνω του. Αγωνία και δυσπιστία μπλέκονταν στα παιδικά τους πρόσωπα. Ο Γιαννάκης φούσκωσε τα μάγουλά του και ξεφύσηξε δυνατά κάνοντας το πρόσωπό του να αποκτήσει ένα χρώμα πιο βαθύ, πιο έντονο από ότι πριν. Πάλι τίποτα. Όπως και κάθε φορά.

Όλα άρχισαν ένα καλοκαιριάτικο πρωινό στην παιδική χαρά κοντά στο σχολείο όταν ο Βασίλης, ο πιο μάγκας της παιδικής, έκανε μια τεράστια τσιχλόφουσκα.
Αμέσως τα υπόλοιπα παιδιά άρχισαν να τον κοιτάνε με ειλικρινή θαυμασμό και να τον επευφημούν. Τότε ήταν που ο  Γιαννάκης ψέλλισε: "δεν έχω κάνει ποτέ μου τσιχλόφουσκα." Αυτή η δήλωση, όσο απλή και αν ακούγεται, ήταν αρκετή για να προκαλέσει την έκπληξη των παιδιών.
"Τι;" ακούστηκε ομόφωνα από τα έκπληκτα παιδιά. Σχεδόν αμέσως η έκπληξη έδωσε τη θέση της στο γνώριμο παιδικό πείραγμα. "Δεν μπορεί να κάνει τσιχλόφουσκες, δεν μπορεί να κάνει τσιχλόφουσκες!" άρχισαν να κοροϊδεύουν όλα τα άλλα παιδιά ρυθμικά.
Ο Γιαννάκης πεισματάρης καθώς ήταν, δεν ήθελε και πολύ, έτρεξε χωρίς μιλιά προς το κοντινότερο περίπτερο και μετά από λίγα δευτερόλεπτα γύρισε κρατώντας στο χέρι του ένα πακέτο τσίχλες (από αυτές για μεγάλες τσιχλόφουσκες).

Κάθησε στο παγκάκι και ξετύλιξε τις δύο πρώτες τσίχλες, χώνοντάς τις βιαστικά στο στόμα του.  Άρχισε να μασάει με μανία, με μια πρωτόγνωρη αποφασιστικότητα. Θα  τα καταφέρω εγώ, θα δούνε τι αξίζω, ήταν οι μοναδικές σκέψεις που κυλούσαν στο μυαλό του.
Το θέαμα αυτό τράβηξε σχεδόν όλα τα παιδιά της παιδικής χαράς που είχαν σχηματίσει έναν μικρό κύκλο γύρω από το παγκάκι περιμένοντας εναγωνιωδώς την εξέλιξη.
Μάσημα, φούσκωμα, ξεφύσημα. Ο Γιαννάκης επαναλάμβανε την τελετουργία ξανά και ξανά, χωρίς αποτέλεσμα. Το πείσμα του και η επιμονή του όμως δεν του επέτρεπαν να το βάλει κάτω.
Κάθε πέντε λεπτά έφτυνε τις τσίχλες θεωρώντας ότι πια αυτές "είχαν χαλάσει" και έπαιρνε άλλες δύο.  Μάσημα, φούσκωμα, ξεφύσημα....και πάλι από την αρχή. Μάταια όμως.
Η μέρα κύλησε έτσι, ενώ τα παιδιά, που τα περισσότερα είχαν χάσει το ενδιαφέρον τους, είχαν φύγει ή άρχισαν να επιδίδονται σε άλλα πιο ενδιαφέροντα για αυτά παιχνίδια. Όλα, εκτός από τον Κωστάκη και την Μαρία.
 Μετά από αρκετές προσπάθειες και πολλές μασημένες τσίχλες, σούρουπο πια, έφυγαν και αυτοί. Λίγες ώρες μετά, αργότερα το βράδυ, έφυγε και ο Γιαννάκης. Απογοητευμένος αλλά όχι ηττημένος. Είχε ήδη αποφασίσει ότι θα συνέχιζε την προσπάθεια μέχρι να πετύχει.

Το ίδιο βιολί συνεχιζόταν για μέρες. Ο Γιαννάκης έφτανε στην παιδική χαρά το μεσημεράκι κρατώντας πάντα ένα πακέτο τσίχλες (από αυτές για μεγάλες τσιχλόφουσκες) στα χέρια του, καθόταν στο παγκάκι και έδινε τη δική του παράσταση. Μερικά παιδιά μαζευόντουσαν γύρω του, άλλα τον αγνοούσαν. Ο δε Κωστάκης και η Μαρία πάντα εκεί, πιστοί οπαδοί.
 Ο Γιαννάκης πάντα άρπαζε 2 τσίχλες απ'το κουτί, μάσημα, φούσκωμα, ξεφύσημα...Η ίδια διαδικασία, ξανά και ξανά. Η παράσταση της ημέρας τελείωνε μόλις τελείωναν και οι τσίχλες. Πάντα ανεπιτυχώς.

Ώσπου μια μέρα,  πιο ωραία από τις άλλες, ο Γιαννάκης καθόταν στη συνηθισμένη του θέση, ιδρωμένος, φυσώντας και ξεφυσώντας. Ο Κωστάκης και η Μαρία, μοναδικοί του θεατές,  τον κοιτούσαν επίμονα ( η Μαρία με λίγη παραπάνω τρυφερότητα ίσως). Τον κοιτούσαν και περίμεναν.
Ξάφνου ο Γιαννάκης ηρέμησε, σταμάτησε να ξεφυσάει και τους κοίταξε και αυτός. Ταξίδεψε στα βλέμματά τους. Έμειναν έτσι, αμίλητοι και ακούνητοι για σχεδόν ένα λεπτό.
Και τότε ο Γιαννάκης κατάλαβε. Έφτυσε στο έδαφος τις τσίχλες του και έκλεισε τα μάτια του. Αργά αργά, έστρεψε το πρόσωπό του προς τον ουρανό και ξεφύσηξε με όλη του τη δύναμη. Οι άλλοι τον κοιτούσαν απορημένα, σα να μην καταλάβαιναν τι συνέβαινε.

Ο Γιαννάκης άνοιξε τα μάτια του, τους κοίταξε και ένα τεράστιο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. "Είδατε; σας το είπα ότι θα τα κατάφερνα!". Ο Κωστάκης τον κοίταξε με ακόμη μεγαλύτερη απορία. "Τί εννοείς; Δεν τα κατάφερες! Αφού δεν έκανες φούσκα! Δεν είδα τίποτα!".
 "Πώς δεν έκανα;" του απάντησε ο Γιαννάκης. "Έκανα και ήταν και τεράστια και λαμπερή και ροζ και....Γιούπιιιιιιιιιι! Τα κατάφεραααα! Έκανα τσιχλόφουσκαααααααα!"
 Πετάχτηκε σαν ελατήριο απ'το παγκάκι και άρχισε να τρέχει γελώντας προς την τραμπάλα. 


Ένα χρόνο αργότερα το βαποράκι που πουλούσε ναρκωτικά στα παιδιά της παιδικής χαράς συνελήφθη.


Tuesday, 12 April 2011

Είναι ωραία στον παράδεισο

"Τί ωραία μέρα!" είπε ο νεκρός.
"Πάντα είναι ωραία στον παράδεισο!" ακούστηκε ένας άγγελος από διπλανό σύννεφο.
"Πάντα; Πάντα μα πάντα; Και τότε πώς ξέρετε τί είναι ωραία; Πώς ξέρετε καν τί σημαίνει ωραίο αν δεν έχετε δει κάτι άσχημο να το συγκρίνετε;"

Και εγένετο κόλαση.

Monday, 11 April 2011

Στο Λεωφορείο pt. 2

-Συγγνώμη φίλε, πατάς λίγο το κουμπί να κάνει στάση;
-Δεν είμαστε φίλοι.

Friday, 8 April 2011

Αναζήτηση

Ο Γ. έψαχνε απεγνωσμένα το νόημα της ζωής. Μέρες, μήνες, χρόνια ολόκληρα αυτό είχε γίνει το νόημα της ζωής του.