Friday, 30 October 2015

Ρουλέτα

Μπήκε στο καζίνο, με το περπάτημα εκείνου που είχε χρόνια εμπειρία στο χώρο, κι ας ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε σε καζίνο.
Μ' ένα κουστούμι νοικιασμένο, αλλά φορώντας το λες και ήταν ραμένο αποκλειστικά για αυτόν.
Έφτασε στο τραπέζι και την κάρφωσε με το βλέμμα του, σαν ίσος προς ίσο.
Εκείνη, γεμάτη λούσα και λαμπερά κοσμήματα, μια ζωή μεγαλωμένη στην πολυτέλεια, εντυπωσιάστηκε με το θράσος του.
Έπαιξε τις μάρκες της στα δάχτυλά της και σκόρπισε δυο - τρεις σε διάφορους αριθμούς και χρώματα.
Εκείνος πόνταρε όλες τις μάρκες του στο 13 μαύρο με θόρυβο.
Εκείνη του χαμογέλασε.
"Θα νικήσω", της ψιθύρισε.
"Πολύ σίγουρος δεν είσαι;", του απάντησε ψιθυριστά.
"Στην ρουλέτα της ζωής, χρειάζεται να ρισκάρεις. Και εγώ μπορώ. Εσύ;" τη ρώτησε και έφυγε, εντυπωσιακά, όπως είχε έρθει, χωρίς καν να μείνει να κοιτάξει το αποτέλεσμα της ρουλέτας.



Αντί για την έκρηξη που συμπληρώνει συνήθως τις σκηνές στις ταινίες, μια φράση διέκοψε την ονειροπώλησή του:
"Καλησπέρα. Ελπίζω να μην περίμενες πολύ.
".

Πέταξε το τσιγάρο του κάτω, γύρισε και κοίταξε την γυναίκα που μόλις του είχε μιλήσει.
Ήταν όμορφη, και φορούσε λαμπερά κοσμήματα.

"Όχι,όχι. Πάμε;",
της είπε και της έδειξε τον δρόμο προς το μπαρ που συνήθιζε να πηγαίνει στο πρώτο ραντεβού.

Θα τα πόνταρε όλα στο 13 μαύρο.
Εκείνος μπορούσε να ρισκάρει.


Saturday, 24 October 2015

Συρία, Γάζα ή Αθήνα

Συννεφιασμένος ουρανός. Πολυκατοικία.  Απέναντι.  Πίσω από σφαλισμένα παντζούρια.  Κλάμματα ακούγονται. Πίσω από σφαλισμένες καρδιές.

Τα σύννεφα απλώνονται. Στον ουρανό. Απλώνονται. Στις σκέψεις των ανθρώπων. Σκοτεινιάζει. Η διάθεση.

Τα αναφιλητά πυκνώνουν. Μαζί με τα σύννεφα. Βήχας. Το κλάμα πνίγει την πόλη.

Τουλάχιστον εδώ ακούγεται. Δεν το σκεπάζουν οι ήχοι από τις βόμβες.



Thursday, 22 October 2015

Το σχολικό

Ο κυρ  - Αντώνης είχε μια ασημένια Μερσεντές τετράπορτη και ευρύχωρη, που χωρούσε ένα σκασμό πιτσιρίκια, στιβαγμένα παράνομα το ένα πάνω στο άλλο.
Για αυτόν  το λόγο, ο κυρ - Αντώνης τελούσε χρέη σχολικού στο νηπιαγωγείο και δημοτικό της γειτονιάς.
Ο κυρ - Αντώνης είχε και έναν αδερφό, τον κυρ - Φάνη.
Δηλαδή, μπορεί και να μην ήταν αδέρφια. Απλά είχαν και οι δυό γκρίζα μαλλιά και  παχύ μουστάκι. Και όταν είσαι μικρός, αυτά τα δύα χαρακτηριστικά έφταναν για να θεωρήσεις δυό άτομα αδέρφια.
Ή ακόμη και να νομίζεις ότι είναι το ίδιο πρόσωπο.
Και,για να πω την αλήθεια, μου πήρε αρκετό καιρό να καταλάβω ότι πρόκειται περί δύο ξεχωριστών προσώπων.

Ο κυρ - Φάνης είχε με τη σειρά του ένα βανάκι Volkswagen. Τελούσε και εκείνος χρέη σχολικού στο νηπιαγωγείο - δημοτικό, εναλλάξ με τον κυρ - Αντώνη, ελλείψει κανονικού σχολικού.
Ο κυρ - Αντώνης και ο κυρ - Φάνης διατηρούσαν μια ιδιότυπη σύμβαση με το σχολείο. Έπαιρναν πιτσιρίκια, τα διένεμαν σπίτι τους και μισθωνόντουσαν από τους γονείς τους. Το σχολείο στην όλη υπόθεση έδινε απλώς την συγκατάθεσή του.

Έτσι, κάθε μέρα, μετά το χτύπημα του τελευταίου κουδουνιού, ανάμεσα από αλαλαγμούς του τσούρμου των μαθητών που έτρεχε ωσάν κοπάδι βισώνων -ισοπεδώνοντας τα πάντα στο πέρασμά του- προς την έξοδο, εγώ και άλλοι πέντε, έξι, πολλές φορές και εφτά στρίβαμε στην γωνία για να στριμωχτούμε υπομονετικά στην ασημένια Μερσεντές ή στο Volkswagen του κυρ - Αντώνη (ή του κυρ - Φάνη, ανάλογα με την μέρα).

Εκεί, στο εσωτερικό της ασημένιας Μερσεντές και του Volkswagen, ήταν που οι μεγαλύτεροι κορόιδευαν τους πιο μικρούς τρομοκρατώντας τους ότι δήθεν οι γονείς τους δεν θα τους παραλάβουν και  θα μείνουν για πάντα εκεί, εκεί αποκαλύπτονταν τα σχέδια των πιο "αλητών" για μπάλα στην παιδική χαρά το απόγευμα, εκεί ήταν που ο Φώτης ο μεγαλύτερος έτρωγε κάθε μεσημέρι το κομμάτι κέηκ που του έφτιαχνε η μητέρα του, και μοσχοβολούσε ο τόπος.

Εκεί,μέσα στο εσωτερικό του οχήματος του κυρ - Αντώνη (ή του κυρ - Φάνη), κυλούσε η ζωή μας.

Και, εκείνος, ο κυρ - Αντώνης (ή ο κυρ - Φάνης ανάλογα τη μέρα) καθόταν αμίλητος, ούτε κουβέντα δεν έλεγε,παρά μόνο κοιτούσε στο δρόμο, με μάτια του καρφωμένα στην επόμενη στροφή, προκειμένου να μην χάσει το σπίτι κάποιου μαθητή που παρέδιδε.

Εκεί,  πάνω στο κάθισμα του οδηγού, κυλούσε η δική του ζωή.



Περνώντας, τόσα χρόνια αργότερα, δίπλα από εκεί που κάποτε βρισκόταν το πλέον κατεδαφισμένο νηπιαγωγείο - δημοτικό είδα το επίσημο όχημα για αυτές τις δουλειές, ένα κίτρινο σχολικό του νέου ιδιωτικού σχολείου που δέσποζε στη θέση του.

Κοντοστάθηκα και είδα ένα παιδάκι να κατεβαίνει, ανάμεσα από τα πειράγματα, τις κοροϊδίες και τις φωνές των υπολοίπων, να αγκαλιάζει την νταντά του που το περίμενε στη γωνία, και να αρχίζει να της διηγείται με λεπτομέρειες,από την πρώτη στιγμή κιόλας που πάτησε το πόδι του στο πεζοδρόμιο, το πως πέρασε τη μέρα του στο σχολείο. 

Αμέσως, αναρωτήθηκα τι να απέγιναν ο κυρ - Αντώνης, και ο αδερφός του ο κυρ - Φάνης.

Αμέσως, αναρωτήθηκα τι θα απογίνει άραγε εκείνο το παιδάκι, σε 20 χρόνια από τώρα.