Wednesday, 28 March 2012

Η ζωή είναι...

"Και πού ξέρεις εσύ τί είναι η ζωή;"

Στο άκουσμα αυτής της ερώτησης, σταμάτησα έκπληκτος, μιας και δεν περίμενα ότι κάποιος θα μπορούσε να με ακούσει να μονολογώ, τόσο σιγά που το έκανα. Κοίταξα  γρήγορα δεξιά - αριστερά, για να βρω από πού μπορεί να είχε προέλθει. Το βλέμμα μου σταμάτησε σε έναν ηλικιωμένο κύριο που καθόταν μόνος μέσα σ' ένα καφενείο εκεί κοντά. Απ'ότι φαινόταν, ήταν ο μόνος άνθρωπος στην περιοχή.

Έκανα μερικά διστακτικά βήματα προς το καφενείο. "Παρακαλώ;"


"Πού ξέρεις εσύ τί είναι η ζωή;" είπε ο ηλικιωμένος κύριος, αποκαλύπτοντας ότι η φωνή που με είχε ρωτήσει το ίδιο πράγμα πριν άνηκε σε αυτόν.


Αργά, αργά, πέρασα το κατώφλι του καφενείου.


"Συγγνώμη, σε μένα μιλάτε;" ρώτησα. Σε εκείνο το σημείο κοντοστάθηκα και κοίταξα προσεκτικά τον "συνομιλητή" μου. Ήταν ένας αρκετά συνηθισμένος κύριος, λίγο πάνω από εβδομήντα με γυαλιά και καρώ πουκάμισο.Καθόταν σ'ένα μικρό τραπέζι κοντά στην είσοδο του μαγαζιού, και ήταν σκεπασμένος από τη μέση και κάτω με μια μάλλινη κουβέρτα.

"Τί ξέρεις εσύ από τη ζωή;" επανέλαβε, αργά αλλά σταθερά. "Θέλω να πω, μου φαίνεσαι αρκετά νέος" είπε, καθώς τέντωσε το λαιμό του και έσμιξε τα μάτια μου για να με δει καλύτερα, "...και εδώ εγώ, 70 χρονών γέρος, που έχω ζήσει πολλά και τα μάτια μου έχουν δει ακόμη περισσότερα δεν μπορώ να πω ότι ξέρω τίποτα απο τη ζωή, και εσύ ισχυρίζεσαι ότι την ξέρεις; Μάλιστα είσαι τόσο σίγουρος για τη ζωή, που μπαίνεις στον κόπο να την παρομοιάσεις, να τη συγκρίνεις με κάτι;"

Κόμπασα, καθώς στ'αλήθεια δεν είχα και τίποτα να πω. Παρατήρησα τον γέροντα καθώς εκείνος καθάρισε απαλά τα γυαλιά του μ'ένα πανάκι και ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το φλυτζάνι του καφέ που είχε δίπλα του.

"Και για να 'χουμε και καλό ρώτημα, πού πας νεαρέ μου;" με ρώτησε, αφού τελείωσε την όλη "τελετουργία".

"Ορίστε;" ρώτησα.

"Σε ρωτάω πού πας; Για πού το ΄βαλες; Ποιός είναι ο προορισμός σου; Για να περνούσες έξω από εδώ, κάπου πήγαινες έτσι; Πού είναι λοιπόν, αυτό το κάπου;"

"Εεεε...πουθενά συγκεκριμένα. Για μια βόλτα βγήκα, για έναν περίπατο, δεν είχα συγκεκριμένο προορισμό. Ένας περίπατος...αυτό είναι όλο".

Στο άκουσμα αυτών των λέξεων, ο γέρος γούρλωσε τα μάτια του. Η απάντηση δεν φάνηκε να τον ευχαριστεί, ούτε στο ελάχιστο. "Ένας περίπατος; Ένας περίπατος; Αυτό είναι όλο; Και το λες έτσι; Και γιατί βγήκες βόλτα, παρακαλώ;"

Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, το ύφος του γέροντα με άγχωνε υπερβολικά. Για κάποιον ακόμη ανεξήγητο λόγο, αισθανόμουν ότι ήμουν υποχρεωμένος να του απαντήσω.


"Εεεε...", είπα κομπάζοντας, "...να, απλώς βγήκα βόλτα. Γιατί το ήθελα. Το ήθελα. Έτσι. Χωρίς λόγο."

"Το ήθελες; Έτσι; Χωρίς λόγο;" φώναξε ο ηλικιωμένος κύριος, τόσο έξαλλος πια, που μπορούσα να φανταστώ ότι από στιγμή σε στιγμή θα χτυπούσε με δύναμη το χέρι του στο τραπέζι.

"Ξέρεις, είμαι 70 χρονών διάολε!" αναφώνησε, χτυπώντας, στην πραγματικότητα αυτή τη φορά, το χέρι του πάνω στο τραπέζι. Ύστερα, πήρε μια βαθιά ανάσα, και αφού φάνηκε να ηρεμεί λιγάκι, πρόσθεσε, πιο σιγά:

"70 γαμημένων χρονών! Ξέρεις, δουλεύω πάνω από μισό αιώνα. Και τί δεν έχω κάνει στη ζωή μου! Μικρός, έκανα δουλειές του ποδαριού, πιο μετά μπάρκαρα, και τα τελευταία 15 χρόνια δουλεύω αυτό τον καφενέ. Δουλεύω αυτό τον καφενέ, και παίζω πρέφα. Και για να 'μαστε και ξηγημένοι, πρέφα παίζω μόνο, γιατί μη φανταστείς ότι έρχεται και ποτέ κανείς εδώ πέρα. Και αυτά κάνω στη ζωή μου. Δεν είναι δηλαδή, ότι κάνω και πολλά στη ζωή μου. Αν όμως έχω μάθει κάτι από τη θάλασσα και τα χαρτιά, είναι ότι ποτέ δεν γίνεται, απλώς να βγαίνεις βόλτα, 'έτσι', επειδή θες."


"Ξέρεις, όλοι πρέπει να έχουμε έναν προορισμό στη ζωή. Έναν στόχο, κάτι να μας κατευθύνει. Έναν λόγο για να ξυπνάμε το πρωί, βρε παιδάκι μου. Κάτι που ν'αξίζει ν' αναπνέουμε. Μόνο έτσι μπορούμε να προχωρήσουμε. Μόνο έτσι θα καταφέρουμε να κερδίσουμε κάτι, οτιδήποτε και αν είναι αυτό. Μόνο στο δρόμο για κάτι συγκεκριμένο, μπορείς να κερδίσεις το οτιδήποτε. Αν περιπλανιέσαι έτσι άσκοπα, τίποτα δεν κερδίζεις, καμιά απόλαυση δεν πρόκειται να έχεις."

Στο σημείο εκείνο, ο γέροντας σταμάτησε για λίγο. Με κοίταξε διερευνητικά από πάνω ως κάτω, και ύστερα συνέχισε:

"Πόσο είσαι; Εγώ σε κάνω δε σε κάνω 20 χρονώ. Είσαι 20 λοιπόν και μου λες 'πάω βόλτα΄, 'έτσι;' Ε όχι ρε παιδάκι μου! Αυτό δεν μου κάθεται καλά! Εγώ είμαι 70 που να πάρει! 70, και τα χρόνια μου φύγανε στη δουλειά, στα καράβια, και στο καφενείο! Τα λεφτά μου τα 'χανα όλα στα χαρτιά! Και παρόλα αυτά, παρόλα αυτά, πάντα κάτι σκεφτόμουνα, πάντα κάτι είχα στο μυαλό μου! Και τώρα τί; Τώρα τίποτα! Δεν μπορώ!". Με μια αστραπιαία κίνηση, πέταξε την κουβέρτα που τον σκέπαζε, αποκαλύπτοντας τα πόδια του. Ή μάλλον, το μέρος των ποδιών του που είχε απομείνει, μιας και τα δυό του πόδια σταματούσαν απότομα λίγο κάτω από τα γόνατά του.

Το θέαμα ήταν φρικιαστικό και θέλησα να αποστρέψω το βλέμμα μου. Ο γέροντας όμως είχε άλλη γνώμη.

"Κοίτα με!" φώναξε με τρόπο τέτοιο που δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. "Κοίτα! Τα έχασα πριν χρόνια, ούτε 'γω θυμάμαι πόσα! Ατύχημα, στα καράβια.Τόσα χρόνια, δεν μπορώ να περπατήσω. Δεν μπορώ να κουνηθώ καν. Δεν μπορώ να φτάσω χωρίς τη βοήθεια των άλλων σε κανέναν προορισμό. Ξέρεις τί είναι να εξαρτάσαι από τους άλλους; Ε; Ξέρεις πόσο άσχημο είναι; Αλλά που να ξέρεις! Εσύ είσαι νέος, βλέπεις!"

Και πάλι παύση και βαθιά ανάσα.

Και ύστερα, ο γέρος συνέχισε με πιο σιγανή φωνή:
"Παιδί μου, θα σου δώσω μια συμβουλή. Φύγε από δω. Βγες από αυτό το καφενείο. Βγες και βρες έναν προορισμό. Σκέψου κάπου που θα ήθελες πολύ να βρίσκεσαι. Σκέψου και πήγαινε. Γιατί είναι κρίμα. Είσαι νέος, και δεν αξίζει να περιπλανιέσαι τυχαία. Είναι κρίμα. Είσαι νέος. Δεν σου αξίζει, δεν μου αξίζει."

Στάθηκα, εκεί μπροστά του για λίγη ώρα, αμίλητος. Εκείνος, άναψε την πίπα του και έκανε μία μεγάλη ρουφηξιά. Ύστερα, με πολύ αργές κινήσεις, έσκυψα, μάζεψα την κουβέρτα από κάτω και τον ξανασκέπασα. Γύρισα από την άλλη και κατευθύνθηκα προς την πόρτα του καφενείου.


"Ε! Και μην ξεχάσεις να κλείσεις την πόρτα, ε!" φώναξε εκείνος.



Η ξύλινη πόρτα του καφενείου έτριξε πίσω μου και εγώ απομακρύνθηκα από εκείνον τον περίεργο τύπο, σκεφτόμενος ταυτόχρονα πού στο καλό θα ήθελα να βρίσκομαι πιο πολύ εκείνη τη στιγμή.

Tuesday, 20 March 2012

Έγκλημα στην οδό Πανεπιστημίου

Η ώρα ήταν περασμένες δώδεκα και εγώ έβγαινα για τη συνηθισμένη μου, για εκείνον το καιρό, βόλτα (και ό,τι προέκυπτε).

Έκλεισα την πόρτα της πολυκατοικίας μου και κοίταξα καχύποτα αριστερά και δεξιά όπως υπέβαλλε η κακή συνήθεια που είχα αποκτήσει από  αμερικάνικες b-movies.

Όπως στις αντίστοιχες ταινίες, έτσι και εδώ, δεν είδα απολύτως τίποτα, όμως αυτό προφανώς και δεν σήμαινε ότι ήμουν ασφαλής.

Έκανα λίγα βιαστικά βήματα σκυφτός και με τα χέρια στις τσέπες (το οποιοδήποτε βλέμμα πάντα είναι ικανό να προκαλέσει προβλήματα διαφόρων ειδών, από το "κοίταξες τη γκόμενά μου ρε μαλάκα;" μέχρι το "κοίταξες ρε μαλάκα;" σκέτο).

Τα περιοδικά καχύποπτα κοιτάγματά μου δεξιά και αριστερά συνέχιζαν να μην μου αποκαλύπτουν τον παραμικρό κίνδυνο, όμως η διαίσθησή μου και η εμπειρία μου από τις ταινίες, με διαβεβαίωναν ότι κάτι υπήρχε εκεί έξω. Κάτι με παρακολουθούσε.

Πέντε λεπτά αργότερα, και καθώς είχα ψιλοξεχάσει τον φόβο μου (κακή συνήθεια τόσο στις ταινίες  όσο και στην πραγματικότητα) τσέκαρα το μπουφάν μου να δω αν είχα καθόλου λεφτά για αυτό το "ό,τι προκύψει". Ένα διάπλατο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό μου όταν ανακάλυψα ότι σε μια εσωτερική τσέπη του μπουφάν μου είχα 5 ξεχασμένα ευρώ. Καθώς έβγαζα το χαρτονόμισμα από την τσέπη για να το βάλω στο πορτοφόλι (κίνηση που ακόμη με κάνει να απορώ γιατί την έκανα, μιας και σχεδόν ποτέ δεν έβαζα τα λεφτά μου στο πορτοφόλι μου - μην ρωτάτε γιατί) νόμισα ότι άκουσα ένα ποδοβολητό από πίσω μου.

Ξαφνικά γύρισα να κοιτάξω μα δεν είδα τίποτα. Ξεφύσηξα με ανακούφιση.

Το ξεφύσημά μου διακόπηκε απότομα όταν ένιωσα κάτι να με χτυπάει με δύναμη από τα δεξιά μου. Χωρίς να προλάβω καν να το καταλάβω, βρισκόμουν πεσμένος ανάσκελα στο πεζοδρόμιο. Σχεδόν αστραπιαία, γύρισα να δω τί διάολο ήταν αυτό που με είχε χτυπήσει. Δεν πίστευα στα μάτια μου:

Ένας ογδοντάχρονος (με ελαφριά καραφλίτσα) με είχε "καβαλήσει" (no pun intended) εγκλωβίζοντάς με στο πάτωμα. Με το ένα του χέρι πίεζε το δικό μου κάτω, και με το άλλο προσπαθούσε απεγνωσμένα να μου πάρει το πεντάευρω το οποίο έσφιγγα ακόμη στο άλλο μου χέρι (η τσιγκουνιά είναι ισχυρότερη από κάθε ένστικτο).

Καθώς ο ογδοντάχρονος κουνούσε πέρα δώθε το χέρι του μανιασμένα, έμεινα λίγο και τον κοίταξα. Το πρόσωπό του ήταν αναψοκοκκινισμένο, και αγκομαχούσε συνέχεια στην τεράστια μάχη που έδινε για αυτά τα πέντε ευρώ. "Χμφ, χμφ" έκανε συνέχεια. Το πρόσωπό του κοκκίνιζε συνεχώς όλο και περισσότερο και τα χείλη του σούφρωναν όλο και πιο πολύ από το πείσμα. Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι παρόλη την αποφασιστικότητα και την φαινομενικά απαράμιλλη δύναμή του, ένα απλό σπρώξιμο με τον δεξί μου δείκτη ήταν αρκετό για να τον απωθήσει  και να σταματήσει μια για πάντα αυτή την τρέλα.

"Πρέπει...
να...
πάρω....φάρμακα",  ψέλλισε τότε εκείνος με χαρακτηριστική χωριάτικη προφορά, φτύνοντας ταυτόχρονα γενναίες ποσότητες σάλιου πάνω μου.

Ξανακοίταξα το παντζαροκόκκινο πια πρόσωπό του. Βρισκόταν ένα βήμα πριν το εγκεφαλικό. Με μια κίνηση, χαλάρωσα την γροθιά μου, και τον άφησα επιτέλους να τραβήξει εκείνο το πεντάευρο που προσπαθούσε να πάρει για τρία ολόκληρα λεπτά.

Εκείνος με ένα τίναγμα σηκώθηκε και άρχισε να τρέχει. Χάθηκε στα στενά, ενώ το σατανικό γέλιο του αντηχούσε τους γύρω δρόμους.

Μερικές φορές, μέχρι και σήμερα, αυτό το γέλιο στοιχειώνει τον ύπνο μου.

Ο πιωμένος

τα παίρνει όλα.

Friday, 16 March 2012

Παραμύθι vol. 4

Μια φορά και έναν καιρό, ήταν δύο παιδιά: Η Μαρία και ο Κωστάκης. Τα παιδιά αυτά είχαν δυο ντουλάπες, για να αποθηκεύουν όλα τα πράγματά τους. Δυο ντουλάπες που ήταν εντελώς διαφορετικές, και απ'έξω, και από μέσα.

Η Μαρία, είχε μια μεγάλη σκούρα δρύινη ντουλάπα, την οποία φρόντιζε να βερνικώνει και να καθαρίζει αρκετά συχνά, ενώ η ντουλάπα του Κωστάκη ήταν αισθητά πιο μικρή και ξεφτισμένη. Το ξύλο της δε, ήταν αμφιβόλου προελεύσεως και ποιότητας.

Η Μαρία συνήθιζε να τοποθετεί τα πράγματα μέσα στην ντουλάπα της  πολύ προσεκτικά: Τα τακτοποιούσε ανάλογα με το είδος τους, το μέγεθός τους, το χρώμα τους και το σχήμα τους. Φρόντιζέ πάντα κάθε τί να βρίσκεται ακριβώς εκεί που θα έπρεπε,  χωρίζοντας τα αντικείμενά της σε απόλυτα ομοιόμορφες στήλες και σειρές. Κάθε "ομάδα" στην ντουλάπα της είχε το δικό της καρτελάκι με αναλυτικό κατάλογο των αντικειμένων που περιέχει. Πριν από κάθε τί νέο, η Μαρία φρόντιζε να ελέγχει τους καταλόγους πολύ σχολαστικά, για να δει αν υπάρχει ήδη στη ντουλάπα της. Δεν υπήρχε τίποτα που να σιχαινόταν τόσο ότι το να έχει το ίδιο πράγμα 2 φορές. Έτσι ήταν η Μαρία. Βιβλία, δίσκοι, σχέσεις, φιλίες, συναισθήματα, όλα στοιβαγμένα τακτικά και προσεκτικά.


Ο Κωστάκης από την άλλη, ήταν τελείως διαφορετικός. Αν άνοιγε κανείς την μικρή του ντουλάπα, έβρισκε ένα χάος από αντικείμενα, μεγάλα και μικρά, κάθε χρώματος, σχήματος και χρησιμότητας. Όταν έβρισκε κάτι, ο Κωστάκης φρόντιζε να ανοίγει τη ντουλάπα του και να το στριμώχνει όπως όπως, χωρίς να σκέφτεται πολλά - πολλά. Δεν κοίταζε καν τί είναι, δεν κοίταζε καν αν το θέλει πραγματικά. Απλώς το έπαιρνε και το έχωνε στο πρώτο κενό που έβρισκε. Ποτέ δεν θυμόταν ακριβώς τί έχει στην ντουλάπα του: μόνο στο περίπου. Καμιά φορά, έτσι όπως στοίβαζε με το ζόρι πράγματα, άλλα έπεφταν κάτω και χανόντουσαν και τις περισσότερες φορές, αυτός ούτε που το έπαιρνε χαμπάρι. Η συλλογή του Κωστάκη ήταν στ'αλήθεια τεράστια και παράταιρη.


Μια μέρα, έτυχε οι δρόμοι της Μαρίας και του Κωστάκη να διασταυρωθούν και καθώς συζητούσαν, γρήγορα έφτασαν στο θέμα της "ντουλάπας".

"Δηλαδή οργανώνεις και τακτοποιείς τα πάντα στη ντουλάπα σου; Και όταν λες τα πάντα, εννοείς τα πάντα;" ρώτησε, γεμάτος απορία, ο Κωστάκης.

"Ναι. Εσύ δηλαδή, δεν τακτοποιείς απολύτως τίποτα;" αποκρίθηκε η Μαρία.

"Όχι."

"Καλά και πώς βρίσκεις κάτι που θέλεις;"

"Δεν το βρίσκω πάντα." είπε ο Κωστάκης και πρόσθεσε: "Εσύ δηλαδή, άμα δεν σου ταιριάζει κάτι. δεν το αποθηκεύεις στην ντουλάπα σου; Δεν το δοκιμάζεις καν;"

"Μα βέβαια και όχι! Πώς γίνεται κανείς να βάλει κάτι που δεν του ταιριάζει, κάτι που αναστατώνει την τάξη! Εσύ, πάλι, τα βάζεις όλα;"

"Μα ναι! Τί θα ήταν η ζωή άμα δεν τα κρατούσα, άμα δεν τα δοκίμαζα όλα;"

"Καλά και έτσι χάλι που είναι, δεν υπάρχει πιθανότητα όταν την ανοίγεις να βάλεις κάτι καινούριο, κάτι άλλο να πέσει απ' έξω, κάτι άλλο που είχες να χαθεί;"

"Ναι, και μάλιστα πολλές φορές έχει τύχει να πέσουν πολλά πράγματα, σχεδόν όλα δηλαδή, ταυτόχρονα."


Αυτά είπαν μεταξύ τους η Μαρία και ο Κωστάκης και πραγματικά, ποτέ τους δεν κατάλαβαν ο ένας τον άλλο. Προσπάθησαν να έχουν και μια ντουλάπα μαζί, και στην αρχή είχε πλάκα, όμως γρήγορα εκνευρίστηκαν ο ένας με την συμπεριφορά του άλλου, τη σφράγισαν και ξέκοψαν.

Και έτσι η ζωή συνεχίστηκε, και τα δυό παιδιά συνέχισαν να αποθηκεύουν τις στιγμές της στις ντουλάπες τους, το καθένα με το δικό του, μοναδικό τρόπο.

Thursday, 15 March 2012

Στο Λεωφορείο pt. 7

-Τί είναι η ζωή χωρίς τέχνη;
-Τί είναι η τέχνη χωρίς ζωή;

Wednesday, 7 March 2012

Η Αννούλα

Στο δημοτικό ήταν αρκετά διαδεδομένη συνήθεια, τα αγόρια να βρίζουνε τα κορίτσια και το αντίστροφο. Μιλάμε για βρισίδι άγριο, ύπουλο και ζοφερό, βρισίδι βγαλμένο από τα βάθη της αβύσσου. Βρισίδι και μίσος. Ένα μίσος αρχέγονο, πρωτόγονο. Ώ θεέ μου, πόσο τις μισούσαμε!
Δυστυχώς δεν ξέραμε ότι αυτό θα το μετανιώναμε για τις επόμενες δεκαετίες της ζωής μας.

Εγώ παραδόξως, ήμουν αρκετά ήσυχος, ήμουν ακριβώς αυτό που οι μαμάδες αποκαλούσαν "φιλειρινιστής", και τα υπόλοιπα παιδάκια "μαλάκα". Ούτε έβριζα τα κοριτσάκια, ούτε πέτρες τους πετούσα, ούτε ξερίζωνα τα κεφάλια από τις Barbie (TM) τους γελώντας σατανικά, ούτε τίποτα.
Στα διαλείμματα δε, καθόμουν σε μια γωνίτσα, έτρωγα το κολατσιό μου, και 2 - 3 φορές τη βδομάδα τα υπόλοιπα παιδάκια με σαπίζαν στο ξύλο.

Το γιατί ποτέ δεν κατάφερα το απαντήσω, όμως αναπολώντας τα παιδικά μου χρόνια, θυμάμαι ότι αυτό τους γέμιζε χαρά, οπότε δεν κρατάω κακία.

Κατά τη διάρκεια των σχολικών μου χρόνων, γνώρισα και τον Στάθη. Ο Στάθης, ήταν ένα παιδί από αυτά τα οποία σου μένουν με τον χαρακτηρισμό "ο νταής του σχολείου".

Τέτοιος ήταν ο Στάθης, ένα παιδί υπερκινητικό και σαφώς πιο μεγαλόσωμο από τ' άλλα, που τουλάχιστον 12 ώρες από την ημέρα του τις περνούσε με το να παίζει μπάλα, μπάσκετ, χάντμπωλ, ποδόσφαιρο με κουτάκι και  κάθε λογής άθλημα που απαιτεί μπάλα και βιαιότητα. Τις υπόλοιπες ώρες τις περνούσε χτυπώντας και κλέβοντας κολατσιό από παιδάκια σαν εμένα.

Ο Στάθης ηγούνταν της μικρής αγέλης βαρβάρων που με χτυπούσε περιοδικά, όμως για κάποιο λόγο που δε συγκρατώ, κάποια στιγμή που μου διαφεύγει, γίναμε φίλοι.

Έτσι τα υπόλοιπα παιδάκια σταμάτησαν να με χτυπούν, να με κοιτούν υποτιμητικά σαν παιδί ενός κατώτερου θεού, και άρχισαν να με αντιμετωπίζουν ως ίσο (σχεδόν).
Άρχισα και εγώ λοιπόν να κοινωνικοποιούμαι και να επιδίδομαι σε δραστηριότητες φυσιολογικές για την ηλικία μου, όπως μπάλα στις πλατείες, πέταγμα νερατζιών σε παράθυρα, χτύπημα κουδουνιών σε αγνώστους και ανελέητο χλεύασμα κοριτσόπουλων.
Κάπου εδώ πρέπει να σημειώσω βεβαίως, ότι σχεδόν σε όλες τις δραστηριότητες και δη στην τελευταία ήμουν απλώς παρατηρητής, διότι ήμουν και ολίγον τι μαμούχαλος. Και έτσι, η ζωή κυλούσε ήσυχα, σχεδόν ευχάριστα.

Μέχρι που μια ηλιόλουστη μέρα, κατά τη διάρκεια του μεγάλου διαλείμματος, παίζαμε, ως συνήθως, μπάλα με τα υπόλοιπα αγοράκια, το θεσμοθετημένο πλέον ντέρμπυ "Τρίτη - Πέμπτη".
Τέρμα σε μας έπαιζε, ως συνήθως, ο πιο άχρηστος, δηλαδή εγώ.

 Δυο λεπτά πριν τελειώσει το διάλειμμα λοιπόν και ενώ το σκορ ήταν ισοπαλία (16 - 16), ο "διαιτητής" (δηλ. οι κραυγές του όχλου) ζητάει πέναλντυ και με λούζει κρύος ιδρώτας. Εκείνη τη στιγμή τα έχασα. Ήξερα ότι όλα κρίνονται από μένα. Το ματς, η υπόληψή μου, η συνέχεια της κοινωνικοποίησής μου., η υγεία της παιδικής μου ζωής.
Από το άγχος μου δεν έβλεπα μπροστά μου. Άκουσα μόνο το σφύριγμα ενός παιδιού που σηματοδοτούσε την εκτέλεση του πέναλντυ. Αστραπιαία και ενστικτωδώς αποφάσισα να "πέσω" προς τα αριστερά, όμως από το άγχος και την πλήρη ανικανότητά μου σε οποιοδήποτε άθλημα, παραπάτησα και έπεσα (στην κυριολεξία) στα δεξιά.
Για καλή μου τύχη όμως, ένιωσα την μπάλα να χτυπάει στα χέρια μου και κάπως έτσι έσωσα μια ολόκληρη τάξη από βέβαιη συντριβή.
Μόλις συνειδητοποίησα ότι η μπάλα βρισκόταν στα χέρια μου, εξεπλάγην. Άρχισα να ξαναβλέπω και το βλέμμα μου οδηγήθηκε σε αυτόν που εκτέλεσε τον πέναλντυ.

Ή μάλλον, σε αυτή που εκτέλεσε το πέναλντυ.
Γιατί ο παρολίγο σκόρερ ήταν το μοναδικό κοριτσάκι που έπαιζε μαζί μας μπάλα: ένα "Πεμπτάκι" με ξανθά μαλλάκια, πράσινα μάτια και sic ροζ φόρμα.

Μόλις την αντίκρυσα, τα 'χασα. Αγνόησα πλήρως τις φωνές που μου ζητούσαν επιτακτικά να τους δώσω τη μπάλα για να "τελειώσουμε το παιχνίδι" και το μόνο που έκανα ήταν να την κοιτάζω. Την κοίταζα για ώρα, μέχρι που το κουδούνι χτύπησε και οι συμμαθητές μου άρχισαν να με βρίζουν.

Η έκπληξή μου μεγάλωσε, όταν εκείνη με πλησίασε και μου είπε με περίσσιο νάζι
"Ωραία απόκρουση. Είσαι πολύ καλός".


Και κάπως έτσι γνώρισα και την Αννούλα. Η Αννούλα ήταν ένα από αυτά τα ιδιαίτερα κοριτσάκια τα οποία με κάποιον παράξενο τρόπο κατάφερναν να ξεφύγουν από το άσβεστο μένος των αγοριών, και έμεναν στο απυρόβλητο. Ήταν ένα από αυτά τα κοριτσάκια τα οποία αν και δεν ήταν ακριβώς "αγοροκόριτσα" κατάφερναν και  να παίζουν μπάλα και να παίζουν με Barbie εξίσου, να φοράνε φορεματάκια και να απολαμβάνουν παρόλα αυτά το σεβασμό των αγοριών. Ήταν ένα κοριτσάκι το οποίο θα μάθαινα πολύ αργότερα στη ζωή μου ότι χαρακτηρίζεται από τα υπόλοιπα αγοράκια ως "μουνάρα".

Ήταν αναπόφευκτο λοιπόν να την ερωτευτώ την Αννούλα, όσο μπορεί δηλαδή κανείς να ερωτευτεί πριν συμπληρώσει την πρώτη δεκαετία της ζωής του. Τότε μου φαινόταν ότι κατά κάποιον τρόπο ήμασταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλο, καθώς και οι δύο απολαμβάναμε τη συμπάθεια και του ανδρικού και του γυναικείου φύλου, και έκανα όνειρα για το πώς θα περνούσαμε την υπόλοιπη ζωή μας μαζί σ'ένα μικρό  σπίτι σε κάποιο λειβάδι (η σειρά με είχε επηρεάσει αρκετά). Πολύ αργότερα κατάλαβα ότι αυτό που έφταιγε στην πραγματικότητα ήταν ότι η Αννούλα μας περνούσε δύο χρόνια, και άρα ήταν "υπεραναπτυγμένη" για την ηλικία της (με ό,τι πρόστυχο συνεπάγεται αυτό).

Έτσι αρχίσαμε να μιλάμε και να κάνουμε κολλητή παρέα με την Αννούλα. Στα πλαίσια της παρέας αυτής γνώρισα και όλα τα κορίτσια της κοριτσοπαρέας της και έγινα αυτό που τα υπόλοιπα αγοράκια αποκαλούσαν "γκέη" και που πολύ αργότερα θα αποκαλούσαν "μουνοφύλακας". Κάπως έτσι έκοψα επαφές και με τα υπόλοιπα αγοράκια (κάποια από αυτά ξανάρχισαν να με δέρνουν σε περιοδική βάση, κάποια άλλα ξερίζωναν τα κεφάλια από τις Barbie (ΤΜ) μου) αλλά δεν με πείραζε καθόλου: από μικρός θεωρούσα τον εαυτό μου ρομαντικό και τον έρωτα την ύψιστη αρετή.

Οι μέρες και οι εβδομάδες περνούσαν και το άσβεστο πάθος μου για την Αννούλα μεγάλωνε. Καθώς ο έρωτας ωρίμαζε μέσα μου ταυτόχρονα με τον εαυτό μου μία σκέψη μόνο τριγυρνούσε στο παιδικό μυαλό μου :  να της ζητήσω να τα "φτιάξουμε".

Αλλά φοβόμουν. Φοβόμουν την απόρριψη, φοβόμουν την πιθανότητα η Αννούλα να μου πει "όχι". Ένιωθα ότι η παραμικρή άρνησή της θα ήταν αρκετή για να δώσω ένα τέλος στη ζωή μου, γιατί χωρίς αυτήν δεν είχα λόγο να συνεχίσω να ζω. Έτσι συνέχιζα να μην της λέω τίποτα και η καυτή φωτιά του έρωτα συνέχιζε να μου καταπίνει την αθώα παιδική καρδούλα μου.

Μέχρι που, μια μέρα, στο δεύτερο διάλειμμα, η Αννούλα με πλησίασε και μου ψιθύρισε στο αυτί να "πάμε στην τουαλέτα να μου δείξει κάτι".
 Εγώ πονηρεμένος καθώς ήμουν για την ηλικία μου, ήξερα πολύ καλά τι σημαίνει αυτό και ήξερα ότι όταν ένα αγοράκι δέχεται μια τέτοια πρόταση από ένα κοριτσάκι δεν πρέπει ποτέ, μα ποτέ, να λέει όχι.
Έτσι, ευχαρίστησα τους θεούς για την τύχη μου και ακολούθησα την Αννούλα με ανυπομονησία.

Μετά από λίγο, φτάσαμε στις γυναικείες τουαλέτες (ήταν οι πιο καθαρές), και η Αννούλα με κόλλησε στο τοίχο. Εγώ είχα δει την αντίστοιχη σκηνή σε πάρα πολλές ρομαντικές ταινίες, και ήμουν έτοιμος για όλα.
Όμως αυτό που ακολούθησε σίγουρα δεν υπήρχε σε καμία ρομαντική ταινία.
Από το πουθενά πετάχτηκε ο Στάθης ο οποίος με μια αστραπιαία κίνηση μου κατέβασε τα παντελόνια μου μαζί με τα σώβρακα. Σχεδόν ταυτόχρονα, 30 - 40 παιδιά στριμώχτηκαν γύρω γύρω, και να έμεναν να με κοιτάνε και να γελάνε δυνατά, σχεδόν βάρβαρα.

Τα γέλια τους τρυπούσαν το μυαλό και την ψυχή μου, ενώ με δάκρυα στα μάτια είδα τον Στάθη να καγχάζει, να αρπάζει την Αννούλα και να τη φυλάει παθιασμένα, στεβλώνοντας πέρα ως πέρα την τελευταία σκηνή κάθε ταινίας που σέβεται τον εαυτό της, όπου αυτό το κάνει ο "καλός" της υπόθεσης. Δεν πίστευα στα μάτια μου! Ο Στάθης και η Αννούλα τα είχαν!

Κλαίγοντας, και επειδή δεν μπορούσα να ξεφύγω λόγω του πλήθους που είχε μαζευτεί κλειδώθηκα σε μια τουαλέτα μέχρι που το κουδούνι χτύπησε, τα γέλια σταμάτησαν, και ο όχλος επέστρεψε στις τάξεις του για μάθημα.
Έκατσα εκεί μέχρι που ήρθαν οι γονείς μου και με πήραν, ή τουλάχιστον έτσι μου είπαν, γιατί το τί συνέβη μετά, έχει διαγραφεί πλήρως από τη μνήμη μου. Με τον Στάθη και την Αννούλα δεν ανταλλάξαμε κουβέντα έκτοτε.




(15 χρόνια αργότερα)




Λίγες μέρες πριν, καθώς περπατούσα στη λαϊκή της γειτονιάς μου, αναζητώντας τις καλύτερες δυνατές τιμές, άκουσα μια γυναικεία φωνή να επαναλαμβάνει το όνομά μου.
"Χρήστο! Χρήστο!"

Γύρισα, για να αντικρύσω μια υπέρβαρη, παστωμένη με μακιγιάζ ξανθιά, να  με φωνάζει καθώς έσερνε αγκομαχώντας 2 καρότσια: ένα γεμάτο λαχανικά και ένα γεμάτο μωρά.

"Χρήστο! Εσύ είσαι! Καλά σε κατάλαβα!" συνέχισε χαμογελώντας.

Εγώ την κοίταξα με απορία.

"Δεν με αναγνώρισες, ε; Η αλήθεια είναι ότι έχω αλλάξει λίγο από τότε", είπε καθώς με μία κίνηση του χεριού, έβγαλε τα τεράστια λεοπάρ γυαλιά ηλίου της.

Τα πράσινα μάτια της, όσο δηλαδή μπορούσαν να φανούν μέσα στους τεράστιους μπλε κύκλους σκιάς  μες στους οποίους τα είχε καταχώσει, ανέσυραν σκοτεινές, βάναυσες μνήμες, από το παρελθόν μου.

"Ρε Χρηστάκη! Εγώ είμαι! η Αννούλα!" συνέχισε και οι φωνές και το χαμόγελο της έκαναν το πρόσωπό της να δημιουργεί μια παλίρροια λίπους.

Υπό κανονικές συνθήκες, θα έκανα ότι δεν καταλαβαίνω, αλλά φαινόταν τόσο σίγουρη για τον εαυτό της, που δεν θα το έχαφτε με τίποτα.

"Α...ναι...Τί κάνεις εσύ;" τη ρώτησα. Ήταν μια ερώτηση που μέχρι και σήμερα μετανιώνω, καθώς ενεργοποίησε μια μακροσκελή τριαντάλεπτη απάντηση στην οποία η Αννούλα μου αφηγήθηκε με λεπτομέριες την πορεία τη ζωή της από το δημοτικό μέχρι και σήμερα. Και ήταν στ'αλήθεια, μια πολύ βαρετή πορεία.

Έτσι λοιπόν έμαθα, ότι η Αννούλα, είχε σπουδάσει σ'ένα Τ.Ε.Ι (δεν θυμάμαι ποιο ακριβώς), αλλά είχε αποφασίσει ότι δεν θα το τελείωνε ποτέ  και ότι από το δημοτικό μέχρι τώρα, τα είχε με τον Στάθη (με τα απαραίτητα μικρά διαλείμματα εννοείται). Παντρεύτηκαν όταν εκείνη ήταν 3ο έτος, τώρα είχαν  τρία παιδιά και περίμεναν το τέταρτο. Εκείνος, είχε τελειώσει την σχολή αστυνομικών (sic), και τώρα δούλευε με απόσπαση σε κάποιο χωριό κοντά στην Κομμοτηνή. Εκείνη, ασχολούνταν με τα "οικιακά" και μεγάλωνε τα παιδιά της, και ήταν "πολύ χαρούμενη γι' αυτό", ή τουλάχιστον, έτσι έλεγε.

"Έη! Να βγούμε καμία φορά για καφέ, ε;! Μην ξαναχαθούμε!" μου είπε στο τέλος με ύφος τόσο λάγνο, που μου θύμησε την Αννούλα τον παιδικών μου χρόνων. Ύστερα με αγκάλιασε και εγώ ένιωσα ότι δεν θα μπορούσε ποτέ μου να ξεπλύνω αυτή τη γλίτσα.

"Ναι, ναι" βιάστηκα να απαντήσω εγώ και απομακρύνθηκα βιαστικά, σχεδόν τρέχοντας.

"Όχι, που θα σε αφήσω να μου την ξαναφέρεις, παλιοπουτάνα", μουρμούρισα καθώς άφηνα πίσω μου τη λαϊκή και την Αννούλα.