Sunday, 25 December 2016

Ευχές

'Τυποποιημένες γιορτές. Συσκευασμένες ευχές. "Χρόνια πολλά", "να χαίρεσαι την οικογένειά σου", "ό,τι επιθυμείς". Ξεστομίζονται απερίσκεπτα, κατά ριπάς, ή κατά μόνας, αλλά πάντοτε με αδιαφορία. Η υποκρισία διαγράφεται στην ευκολία με την οποία παράγονται, αναπαράγονται, και διαμοιράζονται οι ευχής στα φιλεθεάμον κοινό.

Όσο μεγαλύτερη ευχή, τόσο μεγαλύτερη η ευκολία με την οποία ξεστομίζεται. Αντιστρόφως ανάλογη της σημασίας που έχει για σένα το άτομο στο οποίο απευθύνεται. Και αυτό είναι νόμος. Θα αποδεικνύεται και μαθηματικά. Ίσως κάποιος να το έχει αποδείξει. Σίγουρα κάποιος θα το έχει αποδείξει. Θέλω να πω, ο άνθρωπος έχει κάνει ό,τι πιο αρρωστημένο μπορείς να σκεφτείς, αυτό δεν θα 'χει κάνει; 

Και το άλλο, παλι; Ό,τι επιθυμώ; Ό,τι; Οτιδήποτε; Και αν επιθυμώ, παγκόσμια καταστροφή και εμπόλεμη σύρραξη; Βίαιη ανατροπή του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος; Και αν ο διπλανός μου την ίδια στιγμή επιθυμεί παγκόσμια ειρήνη και διαιώνιση της εκμετάλευσης ανθρώπου από άνθρωπο ; Πώς μπορούν να ικανοποιηθούν και οι δύο ευχές; Μα δεν είναι τουλάχιστον αστείο; 

"Χρόνια πολλά σε εσένα και την οικογένειά σου". Αποστολή σε 50, 150, 200 παραλήπτες. Μια τεράστια καλολαδωμένη, παγκόσμια μηχανή παραγωγής ευχών. Ευκολία. Αμεσότητα. Σιγουριά. "Εσείς θα φάτε την ευχή σας εδώ ή να σας την τυλίξω για το σπίτι"; 

Και εσύ, και ο κάθε εσύ, να στέκεσαι ώρες ολόκληρες μπροστά στην οθόνη ενός υπολογιστή ή ενός κινητού τηλεφώνου, προσπαθώντας να βρεις το κάτι ευρηματικό, κάτι μοναδικό, κάτι ξεχωριστό, που θα μπορεί να εκφράσει τη σημασία που έχει αυτή για εσένα, αλλά τελικά συνειδητοποιείς ότι δεν υπάρχουν λέξεις που να μπορούν να εκφράσουν αυτό που αισθάνεσαι, γιατί οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους, γιατί οι λέξεις τελείωσαν . Και τελικά στέλνεις ένα σκέτο "Χρόνια πολλά". Και η άλλη, ο άλλος  στην άκρη της γραμμής, αν δει το μήνυμα, ίσως ακόμη και να σκέφτεται το ίδιο, ίσως κάνει το ίδιο δηλαδή, και σου απαντήσει ένα ξερώ "Ευχαριστώ". Και έτσι κανείς δεν θα μπορεί ποτέ να καταλάβει τι σκέφτεται ο άλλος. Η αδυναμία έκφρασης, η αδυναμία συνάντησης δύο ανθρώπων που πρέπει, επιβάλλεται να συναντηθούν είναι η αιώνια δυσβάσταχτη δυστυχία της ανθρώπινης ύπαρξης. 

Τελικά τα σημαντικά πράγματα εκφράζονται με τον πιο απλό τρόπο, χωρίς τυμπανοκρουσίες και βαρύγδουπες εκφράσεις. Όπως η απώλεια ή ο θάνατος. Ο θάνατος ξέρεις δεν θα σου πει "γεια σας ήρθα, σας βολεύει, μήπως να περάσω άλλη ώρα", "μα σας παρακαλώ τί λέτε","όχι εγώ σας ευχαριστώ". Απλά θα 'ρθει. Ξαφνικά. Μια μέρα που δεν το περιμένεις. Όπως κανείς ποτέ δεν το περίμενε στ'αλήθεια.'

είπε ο Κωστάκης, και ύστερα σηκώθηκε εκνευρισμένος από το οικογενειακό τραπέζι, δίνοντας έτσι απάντηση στην απορία του πατέρα του "πώς και δεν έχεις βρει καμιά γκόμενα;".

Friday, 12 August 2016

Πρότυπα ομορφιάς

Koίταξε το είδωλό του στον καθρέφτη. Ύστερα ρούφηξε το στομάχι του. Πάντα είχε ανασφάλειες. Για το είδωλό του. Για τον εαυτό του. Για την ίδια του τη ζωή.

Κοίταξε την ασπρόμαυρη φωτογραφία στον τοίχο. Ένας νεαρός εργάτης με μουντζουρομένο πρόσωπο ποζάρει μπροστά από μια πελώρια μηχανή. Το μυαλό του ανατρέχει στο παρελθόν. Ένα παιδί με γυαλιά μυωπίας γράφει, σβήνει, ξαναγράφει, παλεύει με το χρόνο. Σε μια αίθουσα σχολείου το πρωί. Σε ένα δωμάτιο τη νύχτα. Πάνω από φύλλα χαρτί, κιτρινισμένες σημειώσεις, ξεφτισμένα τετράδια. Πίσω από μια διορία.  Το μυαλό του ανατρέχει στο παρόν. Στο μέλλον (;). Ένας νεαρός με γυαλιά μυωπίας πίσω από μια οθόνη υπολογιστή, γράφει, σβήνει, ξαναγράφει, παλεύει με το χρόνο, σε ένα μικροσκοπικό γραφείο το πρωί. Σε ένα δωμάτιο τη νύχτα. Πάνω από λογαριασμούς. Πάντα πίσω από μια διορία.

"Έλα, τι κάνεις τέτοια ώρα, θα γυρίσεις στο κρεβάτι;" Μια γυναικεία νυσταγμένη φωνή από το κρεβάτι διακόπτει ναζιάρικα το νοητικό του ταξίδι στο χωροχρόνο.  Καθώς εκπληρώνει την παράκλησή της, την κοιτάει. Γυμνή και πανέμορφη, με εκείνο το αθώο ξέγνοιαστο βλέμμα.
Πάντα ζήλευε την αθωότητά της, τη ζωντάνια της, την έλλειψη κάθε έγνοιας που τη χαρακτήριζε. Ίσως έφταιγε το νεαρό της ηλικίας της, σκεφτόταν. Όχι της σωματικής, μιας και ως προς αυτή ήταν συνομήλικοι. Αλλά της πνευματικής.
 Ναι, έπρεπε επιτέλους να το παρει απόφαση. Ο μεγαλύτερός του φόβος είχε γίνει πραγματικότητα. Είχε γεράσει πριν την ώρα του.

"Τί σκέφτεσαι;" τον ρωτάει η γυμνή γυναίκα δίπλα του. "Τίποτα" δίνει τη συνηθισμένη ανάμεσα σε ζευγάρια απάντηση.
Κοιτάει την ασπρόμαυρη φωτογραφία του εργάτη. Ύστερα το είδωλό του στο καθρέφτη. Προσπαθεί να της χαμογελάσει κρύβοντας τα στραβά δόντια του.

"Έλααα, πες μου τι σκέφτεσαι". Η γυναικεία φωνή ξαναδιακόπτει τη σκέψη του.

Εκείνος αμίλητος, συνεχίζει να  χαζεύει την ασπρόμαυρη φωτογραφία. Ένας μουντζουρομένος εργάτης ποζάρει μπροστά από μια πελώρια μηχανή.
Ένας νεαρός με γυαλιά μυωπίας ποζάρει πισω από μια οθόνη υπολογιστή, μπροστά από έναν καθρέφτη.  Ένας. Μία. Ένα.
 Η ζωή του. Η ζωή της. Η ζωή τους. Η ζωή μας.


"Έλααα, δεν θα μου πεις;". Αντί  απαντησης, της δίνει ένα φιλί. Και ένα απαλό χάδι στο μάγουλό της παρατηρώντας τα κόκκινα χείλη της και την χαρακτηριστική της ελιά πάνω από αυτά. Της χαμογελάει, πάντα κρύβοντας τα δόντια του. Εκείνη του μουτρώνει. Η απάντηση που της έδωσε μάλλον δεν της αρκεί.
"Έλαα, πες μοουουου", διαμαρτύρεται.
"Ελπίζω κάποτε να καταλάβεις", της λέει τελικά.

Είναι ειλικρινής.
Βαθιά μέσα του, όντως ελπίζει κάποτε να καταλάβει. Να καταλάβουν. Να καταλάβουμε.

Με τη σκέψη αυτή, αφήνει τα γυαλιά μυωπίας του στο κομοδίνο και αποκοιμιέται.

Wednesday, 10 August 2016

Μηχανόβιος

"Τότε ακούγαμε Led Zeppelin. Είχαμε όλοι μακριά σγουρά μαλλιά.", είπε και άγγιξε το σημείο από το οποίο κάποτε ξεπρόβαλλαν τα δικά του μακριά σγουρά μαλλιά. Η έλλειψή της  άλλοτε περήφανης χαίτης μπορούσε να γίνει αντιληπτή με τουλάχιστον δύο αισθήσεις.
"Όποιος δεν είχε μακριά μαλλιά, ήταν..."
"Φλώρος;" ολοκλήρωσα την φράση.
"Ακριβώς", απάντησε ο πρώην μακρυμάλλης. "Τότε καβαλούσαμε μια μηχανή, και ο κόσμος, ολόκληρος ο κόσμος, μας άνηκε. Μπορείς να το φανταστείς;" είπε και έκανε τα χέρια του σα να μαρσάρει.

Έμεινα να τον παρατηρώ για λίγο. Τα μάτια του έλαμπαν. Ο ενθουσιασμός του μου άσκησε μια περίεργη έλξη. Και προσπάθησα να απαντήσω στην ερώτησή του.
Τον φαντάστηκα, καβάλα σε μια πελώρια μηχανή, με επίσης πελώρια φουντωτή χαίτη και ολόχρυση κορώνα στο κεφάλι του, να μαρσάρει πάνω σε έναν απέραντο δρόμο, να μαρσάρει, να μαρσάρει, να επιταχύνει τόσο που να αγγίζει την ταχύτητα του φωτός, και ο δρόμος να μην τελειώνει ποτέ, και εκείνος με την μηχανή του να είναι ο μοναδικός άνθρωπος πάνω στο δρόμο, στον άπειρο δικό του κόσμο...

"Τελικά πώς να τα πάρουμε;" ρώτησα, επιλέγοντας να διακόψω την ονειροπώλησή μου για χάρην της οικονομικής επιβίωσης τόσο της επιχειρήσεως "Κομμώσεις - Ο Ανδρέας" όσο και της δικής μου.
Στο άκουσμα της ερώτησης το βλέμμα του παλαίμαχου μηχανόβιου θάμπωσε ξαφνικά. Λες και του 'χες πατήσει ένα εσωτερικό "off". Μια βίαιη επαναφορά στην πραγματικότητα.

Μου υπέδειξε τις προτιμήσεις του σχετικά με το μήκος των λίγων θλιβερών τριχωτών απομειναριών του ένδοξου παρελθόντος. Βάρεσα μια νοητική προσοχή προς τιμήν της αφοσίωσης των πιστών μαλλιαρών φαντάρων που έμεναν στο πεδίο της μάχης παρά το γεγονός ότι ο πόλεμος είχε χαθεί.
Μέσα σε ελάχιστα λεπτά η δουλειά μου είχε τελειώσει. Ο ονειροπώλος πελάτης επιβεβαίωσε το πετυχημένο αποτέλεσμα με τουλάχιστον δύο αισθήσεις. Αν και,  για να λέμε την αλήθεια, η ίδια η φύση είχε ολοκληρώσει τη δουλειά μου σε μεγάλο βαθμό κάμποσα χρόνια πριν: η προνοητικότητα της φύσης που λένε.

"Άντε μπαμπά, τί γίνεται; Τελειώνετε; Μας περιμένει η μαμά!", ακούστηκαν διαμαρτυρίες προν τον ηττημένο στρατηγό από τον καναπέ του κομμωτηρίου. Έριξα ένα γρήγορο χαμόγελο στην μικρή θηλυκή πηγή της διαμαρτυρίας, ευχήθηκα τα πανέμορφα ξανθά μαλλιά της να μην έχουν την ίδια άσχημη μοίρα των μαλλιών του πατέρα της, είπα την τιμή στον τελευταίο, εκείνος μάλλον θεώρησε πολλά τα λεφτά σχετικά με τη δουλειά που έριξα - δεν τον αδικούσα- με πλήρωσε ανόρεκτα, έδωσα τα ρέστα, ανταλλάξαμε τυπικές κουβέντες, και τους άνοιξα την πόρτα για να φύγουν.

Καθώς έκλεινα την πόρτα πίσω τους, παρατήρησα τον πρώην ροκά - ας τον λέμε Κώστα από δω και στο εξής- να απομακρύνεται με την μικρή του κόρη.
Εκείνος, κοίταξε με την άκρη του ματιού του τα μηχανάκια που ήταν παρκαρισμένα κάθετα στο πεζοδρόμιο, ύστερα κοίταξε το κοριτσάκι που κρατούσε στο δεξί του χέρι, κοντοστάθηκε και άγγιξε την πλέον ένδοξη φαλάκρα του.
"Kαβαλούσαμε μια μηχανή και κόσμος μας άνηκε..."
, ψέλλισε.
Ύστερα, πατέρας και κόρη μπήκαν σ' ένα μπλε στέησον βάγκον και χάθηκαν, αυτή τη φορά  σ'έναν πλήρως πεπερασμένο δρόμο.

ΥΓ: Και τώρα ίσως θα αναρωτιέσαι φίλε αναγνώστη,γιατί επέλεξα να βαφτίσω τον πρωταγωνιστή της ιστορίας Κώστα πάνω που η ιστορία τελείωνε και δεν θα χρειαζόταν να τον ξαναναφέρω ποτέ. Ίσως πάλι στ'αρχίδια σου. Έτσι είναι η τέχνη μάγκα μου.


Monday, 27 June 2016

Καλοκαιρινή Νύχτα

Νύχτα.  Κεντρικός δρόμος. Ησυχία. Βήματα. Αργά. Τα δικά σου. Βιαστικά. Των άλλων.
Συναντάς. Χαρακτήρες. Άλλους. Διαφορετικούς. Μεταμορφωμένους στο φως της νύχτας.

Νιώθεις. Ένα νεύμα. Του Α'. Ένα βλέμμα.Του Β'. Ένα άγγιγμα. Της Γ'. Συνολική διάρκεια: 30 δευτερόλεπτα. Kαι βήματα. Βιαστικά.

Αναρωτιέσαι. Γιατί τόση βιασύνη; Φταίει ο τόπος;Που είναι μεγάλος; Φταίει ο χρόνος; Που είναι λίγος;

Αναρωτιέσαι.

Θα γίνουν ποτέ τα νεύματα έρωτες;
Θα γίνουν ποτέ οι νύχτες της μιας φοράς επικοινωνία;
Θα πάψω ποτέ να λέω μαλακίες όταν έχω να κάνω πολύ καιρό σεξ; 




Thursday, 9 June 2016

Στερεότυπα

Θα ήθελα να ήμουν λιγάκι και καταθλιπτικός και να άκουγα Morcheeba.

Θα ήθελα να έχω μακριά μαύρα ίσια μαλλιά, που να μου πέφτουν μπροστά στα μάτια.
Να μην μιλάω πολύ, να κοιτάω τον ορίζοντα σαν χαμένος, να σκέφτομαι συνέχεια.

Θα ήθελα εσύ να το παρατηρούσες Και γοητευμένη από αυτή την απλότητα, τη διακριτική μελαγχολία, τη διαρκή αναζήτηση και αγωνία, να μου μιλούσες.

Θα πηγαίναμε σε ένα μικρό διακριτικό καφέ, θα μιλούσαμε για ποίηση, για φιλοσοφία, για θέματα ύπαρξης, βαθιά, Πλάτωνα, Καντ, το νέο album των Mogwai, τον θάνατο του Τριανταφυλλίδη, τον έρωτα, τη ζωή, το θάνατο.

Και τότε, τότε θα έβλεπα εκείνο το μοναδικό λουλούδι, στην άκρη της σκονισμένης μπάρας. Η παρομοίωση θα ήταν εύκολη, το λουλούδι και εσύ, εσύ και το λουλούδι, από τα λίγα καλά που θα είχα σκεφτεί και είχα ξεστομίσει εκείνη την μέρα. Εσύ θα χαμογελούσες, θα κοκκίνιζες, θα έσκυβες λίγο το κεφάλι, και θα με προσέγγιζες, στην αρχή διακριτικά, ίσως αμήχανα, ίσως τα στόματά μας να αποτύγχαναν να βρουν το ένα το άλλο, ίσως να σου δάγκωνα τα χείλη και εσύ να πονούσες, αλλά μετά θα προσπαθούσαμε ξανά, και ξανά, και μετά από δυο - τρεις προσπάθειες θα τα καταφέρναμε και θα ήταν ωραία, και θα πιανόμασταν χέρι - χέρι, και θα χανόμασταν στο βάθος σαν σε ταινία, αλλά-

ΑΛΛΑ ΔΙΑΒΑΖΩ ΤΡΕΙΣ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ. ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑ;

Thursday, 19 May 2016

Η βόλτα

*Νύχτα. Μακρινό πλάνο. Στο κέντρο φαίνεται παράθυρο πολυκατοικίας. Αναμένο κίτρινο φως. Το σκούρο μπλε φως που καλύπτει την πολυκατοικία στην οποία βρίσκεται το διαμέρισμα με το αναμμένο φως, ξεχύνεται στους δρούμους, μπλέκει με το πορτοκαλί φως των λαμπών, συμπληρώνοντας την πανέμορφη χρωματική παλέτα του αστικού τοπίου.

ΝΤΡΙΙΙΙΙΝ! 


Ένα κουδούνισμα από τηλέφωνο ταράσσει τη σιωπή της νύχτας. Η κοπέλα του διαμερίσματος με το αναμμένο φως, σηκώνεται νωχελικά. Παραπατώντας σαν μωρό που κάνει τα πρώτα βήματά του στη γη, προχωράει προς την πηγή του ήχου ψαχουλεύοντας για να βρει το δρόμο της. Με μισόκλειστα μάτια, γυμνή, όμορφη, αθώα. Όπως ένα μωρό που κάνει τα πρώτα βήματά του στη γη.*

-Παρακαλώ;
-Γεια. Σε ξύπνησα;


*Χασμουρητό*

-Ναι. 
-Συγγνώμη.
-Δεν πειράζει. Τί κάνεις;

-Σκεφτόμουν.
-Τί σκεφτόσουν;

-Σκεφτόμουν ότι τα πορτοκαλί φώτα της πόλης, φαίνονται πολύ όμορφα αυτή την ώρα. Μήπως θες να πάμε μια βόλτα; 

*Παύση*

-Άμα δε θες...
-Εντάξει. πάμε.

*Κλικ*


Ένας άντρας. Δεν έχει σημασία ποιος, που, πότε, πως. Απλά ένας. Και αυτή. Η κοπέλα από το διαμέρισμα με το αναμμένο φως. Μια κοπέλα. Σε δέκα λεπτά είναι και οι δύο κάτω από το σπίτι της. Χέρια προτείνονται. Χέρια πιάνονται. Πόδια ξεκινάν. Δυο σώματα περπατάνε. Μακρινό πλάνο. Πορτοκαλί φώτα της πόλης. Σκούρο μπλε φως του ξημερώματος. Δυο σώματα περπατάνε αγκαλιά. Μουσική. Τέλος.

Σε δύο διπλανά καθίσματα του σινεμά επικρατεί μια μικρή αναστάτωση. Κλασσικές αντιδράσεις που προκαλούνται από τα άβολα μαξιλάρια και από την αμηχανία του πρώτου ραντεβού. Κατά τη διάρκεια των τίτλων τέλους της ταινίας, διστακτικά βλέμματα ανταλάσσονται.

-Πώς σου φάνηκε;
-Ωραία. Εσένα;
-Πολύ καλή.

Και ύστερα, σιωπή. Διαδρομή λίγων δευτερολέπτων μέχρι την έξοδο του κινηματογράφου χωρίς συζήτηση. Κάποια διστακτικά, έως αμήχανα βλέμματα. Τη σιωπή διαταράσσει εκείνος:

-Λοιπόν;
-Τί λοιπόν;
-Τα φώτα της πόλης...Πάμε μια βόλτα;

*Γελάκια*

-Δεν ξέρω...Είναι λίγο αργά...Έχω και μια δουλειά το πρωί...Άλλη φορά ίσως!
-Ναι, άλλη φορά!

 Ένα διστακτικό και αμήχανο σταυρωτό φιλί. Και αποχωρισμός.

Κάμποσα λεπτά αργότερα, μόνοι, στα διαμερίσματά τους με αναμμένα φώτα, εκείνος και εκείνη νοσταλγούν την ταινία που είχαν δει. Και στενοχωριούνται που δε ζουν σε μία πραγματικότητα όπως εκείνη του κινηματογράφου.


Tuesday, 8 March 2016

Τα λεωφορεία των 8 στην Κηφισίας

Στα λεωφορεία των 8 στην Κηφισίας, στοιβάζονται δεκάδες μετανάστες.

Κάτω από κτίρια ψηλά, που εκείνοι χτίσαν, πάνω σε ρόδες που με τα χέρια τους φουσκώσαν.
Με μι' αναμμένη μηχανή, που σε πολιτείες και χρόνους μακρινούς κατασκευάσαν.

Κάθε λεωφορείο των 8 στην Κηφισίας, έχει να σου διηγηθεί μια λυπητερή ιστορία: για μια πατρίδα, ένα ταξίδι, κάτι χαρτιά, μια ελπίδα.

Για το πως τα πιο παράξενα δρομολόγια κάνει: Φιλιπίννες – Κηφισιά, Πακιστάν – Εκάλη, Ινδία – Διόνυσος κυκλική.

Στα λεωφορεία των 8 στην Κηφισίας, οι μετανάστες, ως άλλοι απόστολοι, ξαναγεννιούνται.
Με μια ιερή αποστολή: την εξυπηρέτηση των κυρίων και κυριών της καλής κοινωνίας.
Μ' έναν ιερό προορισμό: οι σιδερόφραχτες βίλες είναι η δική τους Μέκκα.

Στα λεωορεία των 8 στην Κηφισίας, οι μετανάστριες λένε, που και που, καμιά κουβέντα.
Είναι η μόνη ώρα της ημέρας που για χαλάρωση ξεκλέβουν.

Γιατί στα λεωφορεία των 8 στην Κηφησίας, κανείς δεν ρωτάει για χαρτιά: υπάρχει μια κάποια ασφάλεια, είν' αλήθεια.

Η ασφάλεια του σύγχρονου απαρτχάιντ.


Thursday, 18 February 2016

Καθυστερήσεις

"Ρε άντε μου στο διάολο!".

Έτσι τελειώνει μια  - ωραία; - ιστορία. Ή αρχίζει ένα άγριο - ωραίο ; - σεξ.

Βέβαια το δεύτερο συμβαίνει μόνο στις ταινίες.
Άρα, τελικά, με αυτή τη φράση τελειώνει μια - ωραία ;- ιστορία.


Αυτά σκεφτόταν πάνω - κάτω ο Γιάννης, με ποικίλες αναδιατυπώσεις και συνώνυμα της φράσης καθώς περίμενε στη βροχή, βρεχόμενος και καπνίζοντας ένα τσιγάρο που βρεχόταν καπνιζόμενο.

Η κακή του διάθεση δεν του είχε επιτρέψει καν να σκεφτεί να φέρει από το αμάξι την ομπρέλα του.
Το τσιγάρο πάλι το είχε σκεφτεί αλλά λόγω της των εκ γενετής χαρακτηριστικών του δεν είχε καταφέρει να κάνει πράξη την σκέψη του.

Πάνω που είχε στερέψει από συνώνυμα και τρόπους να πει την ίδια φράση, είδε το φως της απέναντι πολυκατοικίας να ανάβει: σημάδι ότι κάποιος έβγαινε από το διαμέρισμά του.
Και αν ήταν τυχερός, θα ήταν αυτός ο κάποιος που περίμενε.

Με τύχη που αν είχε παίξει Στοίχημα θα έπιανε 2 - 3 παιχνίδια αλλά τελικά το δελτίο θα πήγαινε κουβά, ο καποιος που περίμενε βγήκε τελικά μετά από κανά εικοσάλεπτο. Ακριβώς πάνω στη στιγμή που τέλειωνε το τρίτο του τσιγάρο, που σε αντίθεση με το πρώτο δεν είχε σκεφτεί να φέρει ομπρέλα.

Ο Γιάννης έσβησε το τσιγάρο τρίβωντάς το στη βρεγμένη άσφαλτο, το τσιγάρο σβήστηκε τριβόμενο, ο Γιάννης γύρισε το βλέμμα του και το βλέμμα του με τη σειρά του παρατήρησε αυτό τον κάποιο που ερχόταν προς το μέρος του.

Ή μάλλον, αυτή την κάποια.

Αυτή η κάποια, η Άννα, ήταν η ιστορία του.

Ωραία ιστορία;

Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση, κάθε περίοδο διέφερε, όπως συνέβαινε συνήθως με όλες  του τις ιστορίες. Εκείνη την μέρα στα αλήθεια δεν ήξερε ποιά ακριβώς ήταν.

Το κεφάλι του είχε δουλέψει υπερωρίες ειδικά για να δώσει αυτή την απάντηση σε σημείο που ένιωθε τα νεύρα του στα πρόθυρα απεργίας για διεκδίκηση ανθρώπινων συνθηκών εργασίας, μα τα αποτελέσματα δεν ήταν καλύτερα από τα αποτελέσματα μιας έρευνας στα θεωρητικά μαθηματικά: πολλές σελίδες γεμάτες γράμματα και αριθμούς, πλήρως ακαταλαβίστικες για τον μέσο άνθρωπο.

Έτσι, ο Γιάννης, ως μέσος ποδοσφαιριστής, είχε τσαλακώσει αυτές τις σελίδες, τις είχε πετάξει στα σκουπίδια του εγκεφαλου του, κάπου δίπλα στις διαφημίσεις της Q, και είχε αντικαταστήσει την απάντηση με κάποια παράφραση της φράσης: "Ρε άντε μου στο διάολο!". Γεγονός που μπορούσε να σημαίνει μόνο δύο πράγματα. Το τέλος της ιστορίας. Ή την αρχή ενός άγριου σεξ.

Ο Γιάννης όμως, όπως και στην αρχή του κειμένου, έτσι και σε αυτό το σημείο του, ήξερε πολύ καλά πως μιας και δεν είχε καταφέρει να γίνει ηθοποιός παρά τη δεκαετία που είχε κλείσει σε φοιτητική θεατρική ομάδα της σχολής του- αυτή η φράση μάλλον ήταν η αρχή του τέλους της ιστορίας του.

"Γειά" του είπε η Άννα. Ο χαιρετισμός, το ύφος της, η στάση του σώματός της, το βλέμμα της, η τοποθέτηση μέχρι και του πιο μικροσκοπικού μορίου σκόνης πάνω της, ήταν η επιβεβαίωση των χειρότερων υποψιών του Γιάννη.

Η εμφάνισή της μπροστά του αποτέλεσε το σινιάλο για όλες τις παραφράσεις, τα συνώνυμα, τις διατυπώσεις των λέξεων ρε, άντε, μου, στο, διάολο, που είχε σκεφτεί την ώρα που περίμενε. Σαν σε αγώνα δρόμου, προσπάθησαν η κάθε μια ξεχωριστά και όλες μαζί να κάνουν νέο ρεκόρ στην απόσταση εγκέφαλος - στόμα. Σαν σε τελικό ποδοσφαίρου που χανόταν στις καθυστερήσεις προσπάθησαν όλες απεγνωσμένα να βάλουν γκολ, με αποτέλεσμα μια εντυπωσιακή νοητική έκρηξη και απόλυτη καταστροφή των λέξεων και των σκέψεων.

Έτσι μετά την παύση και τα συντρίμια της έκρηξης, την κατάσταση έσπευσε να σώσει η αναπληρωματική απάντηση που έμπαινε συχνά στο παιχνίδι τελευταία, λόγω των πολλών τραυματισμών των πιο τρυφερών λέξεων στις τελευταίες αγωνιστικές:

"Γειά...",

συνέχισε σε χαλαρούς ρυθμούς το παιχνίδι ο Γιάννης.

Όλα τα προγνωστικά έδιναν ότι το παιχνίδι ήταν χαμένο. "Γκολ από τα αποδυτήρια", όπως έλεγε τόσες ώρες από μέσα του. Η φράση που σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν από την αρχή του κειμένου, αυτή που πάσχιζε να μπει στο παιχνίδι έστω και για ένα λεπτό, άλλωστε, δεν μπορούσε παρά να είναι η αρχή. Του τέλους.

Αλλά, μπροστά στα έκπληκτα μάτια του αναγνώστη, ο Γιάννης έπιασε την Άννα αγκαζέ.

Γιατί ο Γιάννης ήταν ένας μέσος αμυντικός ποδοσφαιριστής.
Και  ήξερε ότι έπρεπε να παίξει. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Δεν γινόταν να κάνει αλλιώς.

Όπως όταν ένας αγώνας τελειώνει και εσύ ξέρεις ότι θα χάσεις, και βλέπεις τα δευτερόλεπτα να περνάνε ένα - ένα και το παιχνίδι να είναι λήγει 0 - 3, και παρατηρείς τον διαιτητή να σφίγγει τη σφυρίχτρα του, αλλά εσύ συνεχίζεις να παίζεις με πάθος. Από συνήθεια. Ή από εκείνη την ηλίθια ηλίθια φίλαθλη ελπίδα του ΠΑΟΚτζη που επιμένει να υπάρχει αν και διαψεύδεται  σε κάθε ματσ.

Ο Γιάννης, λοιπόν, έπιασε την Άννα αγκαζέ, και περπάτησαν μαζί, για εκείνες τις τελευταίες ώρες, για εκείνα τα τελευταία δευτερόλεπτα των καθυστερήσεων.


Sunday, 14 February 2016

5 χρόνια (και κάτι) koultoura

στο internet.

 6 χρόνια (παρά κάτι) μνημόνια.

Saturday, 13 February 2016

Οι άνθρωποι του τρένου

Οι άνθρωποι βιάζονται στο τρένο.

Το άνοιγμα της πόρτας είναι το φανταστικό εναρκτήριο λάκτισμα ενός αγώνα δρόμου, ενός αγώνα δρόμου που φαίνεται μικρός και ασήμαντος, μα στην πραγματικότητα είναι μάλλον – τι μάλλον, το δίχως άλλο- επιβίωσης.
Με το άκουσμα του ήχου των φρένων, της μελιστάλαχτης ανακοίνωσης της επόμενης στάσης, οι "δρομείς" ετοιμάζονται.

Κάνουν ένα, δύο, τρία βήματα, μπροστά, σπρώχνουν, στριμώχνονται, στριμώχνουν, προσπαθούν  έστω, έστω και ένα χέρι, ένα δάχτυλο, έστω εκείνο το μικρό, ή το κεφάλι, το κεφάλι ζουλιέται, μην το βλέπεις που έχει κρανίο, ζουλιέται κι άλλο, να!

Συγγνώμη, θα κατεβείτε, συγγνώμη θα ανεβείτε, συγγνώμη να περάσουμε, συγγνώμη να προσπεράσουμε, συγγνώμη μήπως να-”

Η επιθυμία του κέρδους λίγο ακόμη χρόνου, του χρόνου, πιο πολύτιμου και από το χρήμα, αυτά τα δύο τρία δευτερόλεπτα, οι δυο τρεις μήνες, τα δυο – τρία χρόνια,
να βγεις πρώτος από το βαγόνι, να βγεις πρώτος από τη σχολή, να τελειώσεις πρώτος το στρατό, να βρεις πρώτος δουλειά, να, να, να,
να, ο Γιάννης της Μαρίας παντρεύτηκε, εσύ πότε;

Εμένα πάλι, στα τρένα μ'αρέσει να στέκομαι.
Τη σήμερον ημέρα, είναι και αυτό μια κάποια ασφάλεια.

Τις σκέψεις μου ξαφνικά διακόπτει. Μια στάση. Μια φωνή ενός κυρίου γύρω στα πενήντα. Με χαρτοφύλακα και κουστούμι. Φαίνεται να έχει περάσει όλη του τη ζωή βιαστικός.

-Συγγνώμη, μήπως θα-
-Συγγνώμη, δεν γαμιέστε λίγο;


Αφήνοντας το κύριο με τον χαρτοφύλακα εμβρόντητο, κατεβαίνω από το τρένο.
Κοίταω προσεκτικά τα βαγόνια, ψάχνοντας για ανθρώπους που να στέκονται.

Όσο υπάρχουν αυτοί, υπάρχει ελπίδα.