Tuesday, 29 April 2014

Αυτή η νύχτα

Η νύχτα που μένει. Η τελευταία νύχτα. Όταν η αίσθηση του αποχωρισμού σμίγει με αυτή του ανεκπλήρωτου. 

Κοίταξε πάνω. Τον ουρανό. Τα αστέρια και το φεγγάρι.

"Τα αστέρια. Τα αστέρια είναι τα μόνα που μένουν εκεί ό,τι και αν γίνει. Ακλόνητα.Αμετάβλητα. Αιώνια", είπε από μέσα του.

"Ίσως βέβαια και να μην είναι έτσι, γιατί στην πραγματικότητα κάποια αστέρια που εμείς νομίζουμε ότι βλέπουμε έχουν εκλείψει εδώ και χιλιάδες χρόνια".

Χαμογέλασε.

"...Η βεβαιότητα της αβεβαιότητας; Ή μήπως η αβεβαιότητα της βεβαιότητας; Ένα 'α' μετακινείς και γίνεται τέχνη", σκέφτηκε. "Κι ύστερα, τί είναι η τέχνη;"

"Μια μαλακία σκέτη είναι" απάντησε. "Ο ουρανός είναι ουρανός. Τα αστέρια αστέρια. Το φεγγάρι φεγγάρι. Και εσύ ένα σύνολο δισεκατομμύριων μορίων τα οποία αλληλεπιδρώντας μεταξύ τους σχηματίζουν όργανα, μυΐκό και δερματικό ιστό, το σύνολο των οποίων λειτουργεί με εντολές που εκμπέμπει ένα πολύπλοκο δίκτυο νευρώνων που αποκαλούμε εγκέφαλο".

"Ο εγκέφαλος. Ο ηθικός αυτουργός όλων μας των σκέψεων. Ο μοναδικός χειριστής της ερμηνείας μας για την πραγματικότητα".

"Περίεργο πράγμα  εγκέφαλος", σκέφτηκε." Είναι ο λόγος που μεταφράζουμε το γεγονός ότι ο οργανισμός μας δεν αντέχει άλλο σε πόνο, τα τραγούδια σε νοσταλγία, το άγγιγμα δυο ξένων σωμάτων σε συναίσθημα, και εκείνο το περίεργο σφίξιμο στην καρδιά σαν πέφτει η νύχτα,σε έρωτα".

"Ίσως να μπορούσε να βρεθεί ένας τρόπος ώστε να προγραματίζουμε τον εγκέφαλο νας μας κάνει να σκεφτόμαστε όπως εμείς θα θέλαμε. Προβλεπόμενα. Ελεγχόμενα. Χωρίς σφάλματα και απρόοπτα".

 "Αλλά τότε δεν θα έχει πλάκα, έτσι δεν είναι;", αναρωτήθηκε.

Χαμογέλασε ξανά. Και την σκέφτηκε.


Δεν ήξερε ποια ήταν, αλλά κάποια ήταν. Δεν ήξερε που ήταν, αλλά κάπου ήταν. Δεν ήξερε ποια ακριβώς ήταν εκείνη η νύχτα, αλλά ίσως να ήταν η τελευταία τους. Ίσως και η πρώτη τους.

Σκεπτόμενος αυτά, ξεκίνησε για να τη βρει.



Sunday, 20 April 2014

Αναστάσιμος Ακολουθία

12 η ώρα.

Χτυπάνε οι καμπάνες στην εκκλησιά.

Χτυπάνε και τα κουτάλια τους στα κάγκελια οι φυλακισμένοι στα λευκά κελιά.

12 η ώρα και χτυπάνε οι σφαίρες των συνοριοφυλάκων τα  στήθη των μεταναστών μπροστά από το σιδερένiο φράχτη. 

Χτυπάνε και τα τρυπημένα φουσκωτά που μεταφέρουν πρόσφυγες στα βράχια κάποιας ακτής.

12 η ώρα και χτυπάνε οι ανάποδες πλευρές των γκλοπ των μπάτσων, πάνω στα κεφάλια ανυπάκουων διαδηλωτών.

Χτυπάνε και οι βαριές μπότες φαντασμάτων που επέστρεψαν να ξαναστοιχειώσουν τον τόπο, πάνω στα πεζοδρόμια. 

12 η ώρα και χτυπάνε τις πόρτες, υπηρεσιών, επιχειρήσεων, βιομηχανιών και βιοτεχνιών, δεκάδες χιλιάδες άνεργοι. 

Χτυπάνε και τα δόντια των άστεγων που τουρτουρίζουν από το κρύο.

Χτυπάνε και τα ανήμπορα σώματα των απελπισμένων στο δρόμο, πέφτοντας από κάποια πολυόροφη πολυκατοικία. 

12 η ώρα. Και βεγγαλικά, πυροτεχνήματα, κρότου - λάμψης, μολότωφ και βόμβες  ταράζουν την βαθιά σιωπή της νύχτας. 

12 η ώρα. Και εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια στόματα, ενώνουν τις φωνές τους σε μιά απεγνωσμένη, αβέβαιη, κραυγή: 

"Χριστός Ανέστη ;"



Wednesday, 2 April 2014

Έρωτας στα χρόνια της κρίσης

Ποδοβολητό.  Θόρυβος. Ένα πλοίο και ένα αεροπλάνο φεύγουν. Eσύ είσαι που μεταναστεύεις; Για έναν άλλο προορισμό;  Για μια άλλη πατρίδα; Για μια άλλη ζωή;

Υπάρχει άλλη ζωή; Ο χριστιανισμός καταρρέει, όμως η Εκκλησία διατηρεί το αφορολόγητο.

Θυμάμαι.
Κρότου - λάμψης στην Πανεπιστημίου. Οι τουρίστες διώχνονται από το κέντρο με σφοδρή επίπτωση στην εθνική μας οικονομία. Τα θραύσματα των ονείρων μου διασκορπίζονται μαζί με αυτά της φωνής σου. "Βοήθεια!" φώναξες. Άπλωσα το χέρι μου να σε πιάσω, μα το παρατήρησα έκπλητος να λιώνει μπροστά στα μάτια μου. Ήμουν αδύναμος. Εκείνο πρωί δεν είχα φάει. Όπως και τόσα πρωινά τότε.

Η άσφαλτος βούλιαξε κάτω από τα πόδια μας, ανάμνηση της μεγάλης κομπίνας που είχε παιχτεί με τα δημόσια έργα. 

Κάποια στιγμή μου πρότεινες να πάμε για ένα ποτό. Έχωσα το χέρι στην τσέπη μου και έβγαλα δυο - τρία ευρώ. Τα νομίσματα έλαμψαν το φως, όπως και τα μάτια σου. "Ευτυχώς που ακόμη δεν έχουμε επιλέξει την εθνική απομόνωση και μπορούμε να απολαμβάνουμε διαπολιτισμικά προϊόντα, όπως ντακίρι και μαρτίνι" σκέφτηκα.
Εσύ παρήγγειλες ένα milkshake. Ρώτησα τον μπάρμαν αν το αφεντικό επέλεγε γάλα από το καλό ράφι. "Ιδέα δεν έχω" μου είπε. Εσύ ύστερα μου είπες πως ήλπιζες να επιλέγει από το κακό, μπας και πλήρωνε τον μπάρμαν κάπως περισσότερο. Ύστερα χάθηκες. 

Σε ξαναβρήκα να προσπαθείς να πηδήξεις πιο ψηλά από μια κλούβα και μια σιδερόφρακτη διμοιρία ΜΑΤ, για να με χαιρετίσεις. Εκείνοι στέκονταν αγέρωχοι. Ευθυτενείς. Ακλόνητοι. Με την προσμονή και τον επαγγελματισμό που αρμόζει σ' ένα 500ευρο παραπάνω. 

Ύστερα, κι άλλος κρότος. Σύγκρουση. Πανικός. Σε πήρα στην αγκαλιά μου. Ένα ειδικά εκπαιδευμένο συνεργείο καθαρισμού, εξαφάνισε τις κηλίδες αίματος από την ελληνική σημαία που στέκεται στην κορυφή της Βουλής. Την άφησαν να κυματίζει περήφανη, σύμβολο Δημοκρατίας, καθώς νομοθέτες τρομοκρατούσαν και τρομοκράτες νομοθετούσαν, και καθώς άλλο ένα συνεργείο ξεκολλούσε τις τσίχλες από την πλατεία Συντάγματος κατόπιν εντολής ιδιώτη ευεργέτη. 

Ελπίζω να μην έφυγες. Και να σε δω ξανά στο δρόμο. Αν οι μπάχαλοι αφήσουν κανά πλακάκι στη θέση του.


Οι εργολάβοι έχουν καταστρέψει τούτο τον τόπο.