Friday, 2 November 2012

Κουτσό

Ο Σωκράτης ήταν παιδί μικρό, ήταν δεν ήταν 12 χρονών, και  τότε  πήγαινε σε μια από τις τελευταίες τάξεις του δημοτικού. Ιδιαίτερα καλός μαθητής δεν ήταν, δεν σκάμπαζε και πολλά - πολλά από σχολείο. Και ο ίδιος, άλλωστε, το έλεγε συχνά: "το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν ξέρω τίποτα".

Παρόλο που ήταν μικρός, ο Σωκράτης ήταν πολύ κοινωνικός και λόγω του ότι είχε μεγαλώσει σε πολύ μικρή γειτονιά, είχε ένα φίλο, τον κ. Παντελή. Ο κ. Παντελής ήταν πολλά χρόνια μεγαλύτερος του, νεαρός άντρας σοβαρός, σπουδαγμένος, με πτυχίο και μάστερ.

Ο Σωκράτης ήξερε πολλά χρόνια τον Νίκο: αλλά επέμενε να τον λέει κύριο, γιατί τα γυαλιά του, το γκρίζο κουστούμι του και ο χαρτοφύλακάς του τον στόλιζαν με μια σοβαρότητα που μόνο ένας κύριος θα μπορούσε να έχει.

Ένα πρωί, καθώς ο Σωκράτης πήγαινε σχολείο, είδε τον φίλο του τον κ. Παντελή να κοιτάζει σκεφτικός το οδόστρωμα. Μόλις πλησίασε πιο κοντά για να τον χαιρετήσει, παρατήρησε ότι ο κ. Παντελής κοίταζε εναλλάξ δυο χοντρές άσπρες τελείες που ήταν σημειωμένες με κιμωλία στο δρόμο. Κοίταζε αυτές τις τελείες εναλλάξ, έξυνε το κεφάλι του, έτριβε το πηγούνι του και έπεφτε σε βαθιά, πολλή βαθιά σκέψη.

Όταν ο Σωκράτης ρώτησε γιατί είναι τόσο σκεφτικός, ο κ. Παντελής του απάντησε με μεγάλη σοβαρότητα, λέγοντάς του ότι προσπαθεί να αντιμετωπίσει ένα πολύ σημαντικό και σοβαρό πρόβλημα. Του εξήγησε ότι είχε ζωγραφίσει δυο τελείες που συμβόλιζαν 2 καταστάσεις, την κατάσταση Α (ο Σωκράτης παρατήρησε ότι πάνω από την πρώτη παχιά τελεία ήταν γραμμένο ένα μεγάλο Α)  και την κατάσταση Β (ο Σωκράτης είδε ένα κάτασπρο μεγάλο Β πάνω από τη δεύτερη τελεία). Του είπε ότι η πρώτη κατάσταση, η Α, είναι μια κατάσταση δυσάρεστη από την οποία θέλει να ξεφύγει, μην παραλείποντας να του τονίσει ότι η κατάσταση η Α συνεπάγεται συγκεκριμένες δεδομένες συνθήκες. Συνέχισε, λέγοντας ότι η κατάσταση Β είναι μια κατάσταση με πολλές άγνωστες παραμέτρους που πιθανόν να είναι καλύτερη από την κατάσταση Β, πιθανόν και όχι. Το πρόβλημα ήταν, ότι η μετάβαση από την κατάσταση Α στην κατάσταση Β ίσως να διαφοροποιούσε τις συνθήκες τις οποίες συνεπαγόταν η Α, με αποτέλεσμα η κατάσταση Β να κατέληγε να είναι πιο δυσάρεστη, για αυτόν από την Α. Έτσι, δεν ήξερε αν ήταν καλό, ή ακόμη και αν μπορούσε να προχωρήσει ομαλά από την κατάσταση Α στην κατάσταση Β.

Καθώς τα άκουγε όλα αυτά, ο Σωκράτης που ήταν μικρός και δεν σκάμπαζε πολλά - πολλά από σχολείο, βαρέθηκε και άρχισε να παίζει μόνος του προσπαθώντας να ισορροπήσει με το ένα του πόδι, πάνω στην τελεία που έγραφε "Α".

Μετά από πολλή προσπάθεια, και καθώς βαρέθηκε και αυτό, άρχισε να κάνει κουτσό με το πιο δυνατό από τα δυό του πόδια. Και καθώς έκανε κουτσό, βρέθηκε, χωρίς να το καταλάβει, να πατάει το σημείο Β.

Ο κ. Παντελής τότε σφίχτηκε, εξοργίστηκε, έγινε κόκκινος από τον θυμό του, και άρχισε να του φωνάζει πως μπορεί να τον ειρωνεύεται έτσι, ότι δεν μπορεί να τα ισοπεδώνει όλα και ότι ας αφήσει αυτά τα κόλπα που ξέρει, καθώς η φιλοσοφία έχει αλλάξει από τα αρχαία χρόνια και δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα με αρχαϊκούς τρόπους σκέψεις.

Ο Σωκράτης όμως δεν τον άκουγε: ήταν αρκετά μέτρα μακριά και έκανε κουτσό, χαμογελώντας.