Posts

Showing posts from February, 2012

Μυστικά

Όταν η μητέρα μου με ρωτούσε "τί κάνεις;", εγώ της απαντούσα πάντα "καλά".

Έτσι, ποτέ δεν μιλήσαμε ουσιαστικά, ποτέ δεν έμαθε τί έκανα εκείνη  την μέρα με τον Τάσο στο δωμάτιό μου, ποτέ δεν έμαθε ότι η γιαγιά μου στην πραγματικότητα δεν πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια, ότι η αδερφή μου δεν έπεσε μόνη της από το παράθυρο, ότι όταν το σπίτι κάηκε εγώ δεν έλειπα και απλώς εκείνο αυτοαναφλέχθηκε με ανεξήγητο τρόπο.

Τώρα που το σκέφτομαι βέβαια, ίσως και να είναι καλύτερα έτσι.

Παραμύθι vol. 3

-Ήτανε μια φορά, μάτια μου, και έναν καιρό, μια μικροπαντρεμένη, κόρη ξανθή, η οποία πρόσμενε τον κύρη της...
-Και μετά, μαμά; Και μετά; Ήρθε ο κύρης;

-Ήρθε, και όχι μόνο αυτό, ξέχασε να βάλει και προφυλακτικό, ο μαλάκας...

Ζωή

Έκλεισε ένα μεγάλο κεφάλαιο της "Ζωής του" και μετά πήγε για κατούρημα.

"Ωραίο βιβλίο", σκέφτηκε. "Ελπίζω να κρατήσει για πολύ ακόμα".

Η Οφηλία

Η Οφηλία ήταν μια όμορφη κοπελίτσα από αυτές που συνηθίζουν να φοράνε κουρτίνες για παντελόνια, τραπεζομάντηλα της γιαγιάς στους ώμους τους και κάθε λογής μάλλινα παρασκευάσματα στο κεφάλι τους. Ήταν μια "καλλιτέχνιδα" με όλη της σημασία της λέξης. Εμφανισιακά τουλάχιστον, γιατί καλή στις τέχνες σίγουρα δεν ήταν.


Την Οφηλία τη γνώρισα σ' ένα τοπικό θέατρο της Κομοτηνής, όπου έπαιζε σε νεωτεριστική παράσταση από αυτές τις βουβές, που όλοι είναι γυμνοί και κρατάνε αντικείμενα που σε όλο το έργο προσπαθείς να καταλάβεις τί στο διάολο συμβολίζουν και άμα αντέξεις και ρωτήσεις το σκηνοθέτη θα σου δώσει την εξής αποστομωτική απάντηση:
"Τϊποτα. Και τα πάντα."

Βρέθηκα σε αυτό το θέατρο εντελώς τυχαία. Τότε σπούδαζα Νομική στη Κομοτηνή και είχε έρθει η γιαγιά μου για επίσκεψη.

Με τη γιαγιά μου γενικά δεν είχαμε και πολλά να πούμε, εκτός από τα συνηθισμένα:

"-Τι σπουδάζεις είπαμε;
-Νομική.
-Δικηγόρος δηλαδή.
-Ναι.
-Αθήνα ε;
-Όχι γιαγιά, Κομοτηνή.
-Και τί σπουδάζεις …

Η ιστορία

είναι κάτι που γράφεται σε βιβλία και φτιάχνεται στους δρόμους.

Η Πορεία

Φίλε μου,
όταν ξεκίνησα, σου είπα να με ακολουθήσεις.
Με ρώτησες, "προς τα πού πάμε;"
Σου απάντησα "δεν έχω ιδέα."

Φίλε μου,
καθώς περπατούσαμε,
με ρώτησες, "πάμε καλά από δω;"
Σου απάντησα "δεν ξέρω".

Και περπατήσαμε.

Περπατήσαμε μέσα από βουνά, τα πόδια μας έκαναν πληγές από το ανώμαλο έδαφος.
Σκαρφαλώσαμε απότομες πλαγιές, και δεν ήταν λίγες οι φορές που κοντέψαμε να πέσουμε.
Στρίψαμε από διάφορες στροφές, και πολλές φορές πήραμε λάθος κατεύθυνση.


Περπατήσαμε χρόνια,
 φίλε μου.

Και τώρα με ρωτάς:
"Φτάνουμε;"
Και σου απαντώ:
"Ναι."

Και με ξαναρωτάς, φίλε μου:
"Και πώς θα είναι εκεί που θα φτάσουμε;".

Και τότε κομπάζω. Γιατί δεν ξέρω.

Το μόνο που σου λέω είναι:
"Έλα μαζί μας, και θα δεις".

Ο Κλόουν

Ο Κλόουν τράβηξε διστακτικά την τεράστια κουρτίνα του τσίρκου και κρυφοκοίταξε.

Κρυφοκοίταξε το τεράστιο κοινό που ανυπομονούσε για το νούμερό του.

Κοίταξε το παιδί που έτρωγε αδιάφορα το μαλλί της γριάς του, την μητέρα του δίπλα που προσπαθούσε να το συνετίσει, μια κυρία πιο δίπλα που φυσούσε την μύτη της όσο πιο σιγά μπορούσε και φαινόταν να ντρέπεται γι' αυτό,  ένα ζευγαράκι στις πίσω σειρές που φιλιόταν και φαινόταν να μην το ενδιαφέρει καν η παράσταση, έναν κύριο ακριβώς στο κέντρο ο οποίος κοίταζε συνεχώς το ρολόι του, και άλλους, δεκάδες άλλους.

Δεκάδες άλλους ανθρώπους, ανθρώπους διαφορετικούς μεταξύ τους, ανθρώπους διαφορετικούς από αυτόν. Άνθρωποι αδιάφοροι, ευχάριστοι, χαμογελαστοί, λυπημένοι, χαλαροί, ανυπόμονοι, αγχωτικοί, ψύχραιμοι. Άνθρωποι όμορφοι, άσχημοι, έξυπνοι, ηλίθιοι, χοντροί, λεπτοί, ψηλοί, κοντοί. Άνθρωποι κάθε ηλικίας. Άνθρωποι κάθε "είδους".


"Πώς να είναι αυτοί οι άνθρωποι;" αναρωτήθηκε. Ήταν κάτι που αναρωτιόταν πριν από κάθε παράστα…

Για τις γυναίκες

Όσο εύκολο είναι να μπεις στη ζωή ενός άντρα, άλλο τόσο δύσκολο είναι να βγεις από αυτή.

Για τους άντρες

Όσο δύσκολο είναι να μπεις στη ζωή μιας γυναίκας, άλλο τόσο εύκολο είναι να βγεις από αυτή.

Φόβοι & Πάθη

-Λοιπόν;
-Λοιπόν τι;
-Ξέρεις τι...Τί θα γίνει με μας;
-Δεν ξέρω.
-Τί θα πει δεν ξέρω;
-Δεν ξέρω, θα πει δεν ξέρω.
-Πώς γίνεται να μην ξέρεις;
-Ε, μερικές φορές, γίνεται.
-Μπα...
-Εσύ τα ξέρεις όλα δηλαδή;
-Όχι, όχι όλα. Αλλά αυτό το συγκεκριμένο το ξέρω, πώς γίνεται να μην ήξερα.
-Ε εγώ λοιπόν δεν ξέρω...
-Γιατί δεν ξέρεις;
-Τι εννοείς γιατί;
-Σε ρωτάω, γιατί δεν ξέρεις;
-Τί περιμένεις να σου πω δηλαδή;
-Εγώ νομίζω ότι ξέρω γιατί δεν ξέρεις. Γιατί φοβάσαι.
-Χαχαχα! Άλλο και τούτο! Φοβάμαι;
-Ναι, φοβάσαι.
-Σαν τί να φοβάμαι δηλαδή;
-Φοβάσαι να ευτυχήσεις.
-Να ευτυχήσω;
-Ναι. Βλέπεις την προοπτική της ευτυχίας. Είναι κοντά η ευτυχία, το ξέρεις ότι μπορείς να την αγγίξεις. Το ξέρεις ότι είναι επιλογή σου. Μπορείς με ένα σου "ναι", να την γραπώσεις για τα καλά...
-Μα τί λες;
-Και ύστερα...Είναι και αυτή η αβεβαιότητα. Σκέφτεσαι "εντάξει, μπορεί να την γραπώσω την ευτυχία, να ανεβώ τη σκάλα που θα με οδηγήσει στα ουράνια, αλλά αν γίνει κάτι και πέσω; Τί θα γίνει, αν εκεί που…

Αλλαγή

Είναι στιγμές που  η πραγματικότητα ως έχει, παύει να υπάρχει. Και μετατρέπεται σε κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό.
Κάτι, που έχει μεγάλη διαφορά από το πριν. Και τότε εσύ μπερδεύεσαι. Γιατί όλα είναι αλλιώς. Και όλα τριγύρω αλλάζουν. Είναι όλα διαφορετικά. Και τίποτα πια, δεν είναι το ίδιο. Και δεν ξέρεις τί να κάνεις, δεν ξέρεις  πως να το αντιμετωπίσεις, αυτό το άλλο, αυτό το ξένο, αυτό το καινούριο. Γιατί καμία σχέση δεν έχει με το πριν. Είναι τελείως αλλιώς. Και διαφορετικά. Από πριν. Που ήταν αλλιώς. Από το τώρα. Που άλλαξε.

Μια ερωτική ιστορία

"Φίλο" με αποκάλεσε κάποτε. Θύμωσα πολύ.
"Πόση είναι η ταρίφα σου;" τη ρώτησα οργισμένα. Το "πόρνη" το παρέλειψα λόγω τακτ.

Με κοίταξε περίεργα αλλά δεν αντέδρασε. Μάλλον νόμισε ότι απευθυνόμουν στον ταξιτζή που ήταν παρκαρισμένος από πίσω.

Ύστερα, έτρεξα ντροπιασμένος και χάθηκα σε κάποιο σκοτεινό σοκάκι. Δυστυχώς δεν έβρεχε.

Δεν την ξανάδα από τότε.


Κάπου κάπου, την σκέφτομαι όταν τραβάω μαλακία. Περίεργο πράγμα.

Τα αεροπλάνα πετάνε χαμηλά.

Θα ρίξει βόμβες.

Φιλοσοφικές Αναζητήσεις

"Ποιός είναι κατάλληλος για να με κρίνει; Θέλω να πω, στο τέλος η ίδια μοίρα μας περιμένει, έτσι;
Ποιός είναι λοιπόν αρμόδιος για να με αξιολογήσει; Ποιός είναι αυτός που θα έρθει, θα με δείξει με το δάκτυλο και θα ορίσει ότι η ζωή μου είναι καλύτερη ή χειρότερη από κάποιου άλλου; Ποιός είναι αυτός που θα παρατηρήσει τη ζωή μου, τα πεπραγμένα μου, και θα με ανταμείψει βάση του πόσο καλά και τίμια είναι αυτά, ή θα με τιμωρήσει εάν δεν είναι; Υπάρχει κανείς; Υπάρχει κανείς που μπορεί να θέσει μία αντικειμενική αξία στις πράξεις μια ζωής, που μπορεί να τις τοποθετήσει σε μια ζυγαριά και να κρίνει πιά έχει μεγαλύτερη βαρύτητα, ποιά είναι πιο αξιόλογη από κάποια άλλη;
Αναρωτιέμαι, λοιπόν, υπάρχει κανείς τέτοιος;
Και απαντώ: όχι, δεν υπάρχει.
Και ξαναρωτώ: τότε γιατί; Γιατί όλα αυτά; Ποιό το νόημα;",
 αναρωτήθηκε μονολογώντας ο μικρός Κωστάκης.


"Κωστάκη σκάσε και διάβαζε!" του απάντησε η μητέρα του, που μαγείρευε στην κουζίνα.