Friday, 12 August 2016

Πρότυπα ομορφιάς

Koίταξε το είδωλό του στον καθρέφτη. Ύστερα ρούφηξε το στομάχι του. Πάντα είχε ανασφάλειες. Για το είδωλό του. Για τον εαυτό του. Για την ίδια του τη ζωή.

Κοίταξε την ασπρόμαυρη φωτογραφία στον τοίχο. Ένας νεαρός εργάτης με μουντζουρομένο πρόσωπο ποζάρει μπροστά από μια πελώρια μηχανή. Το μυαλό του ανατρέχει στο παρελθόν. Ένα παιδί με γυαλιά μυωπίας γράφει, σβήνει, ξαναγράφει, παλεύει με το χρόνο. Σε μια αίθουσα σχολείου το πρωί. Σε ένα δωμάτιο τη νύχτα. Πάνω από φύλλα χαρτί, κιτρινισμένες σημειώσεις, ξεφτισμένα τετράδια. Πίσω από μια διορία.  Το μυαλό του ανατρέχει στο παρόν. Στο μέλλον (;). Ένας νεαρός με γυαλιά μυωπίας πίσω από μια οθόνη υπολογιστή, γράφει, σβήνει, ξαναγράφει, παλεύει με το χρόνο, σε ένα μικροσκοπικό γραφείο το πρωί. Σε ένα δωμάτιο τη νύχτα. Πάνω από λογαριασμούς. Πάντα πίσω από μια διορία.

"Έλα, τι κάνεις τέτοια ώρα, θα γυρίσεις στο κρεβάτι;" Μια γυναικεία νυσταγμένη φωνή από το κρεβάτι διακόπτει ναζιάρικα το νοητικό του ταξίδι στο χωροχρόνο.  Καθώς εκπληρώνει την παράκλησή της, την κοιτάει. Γυμνή και πανέμορφη, με εκείνο το αθώο ξέγνοιαστο βλέμμα.
Πάντα ζήλευε την αθωότητά της, τη ζωντάνια της, την έλλειψη κάθε έγνοιας που τη χαρακτήριζε. Ίσως έφταιγε το νεαρό της ηλικίας της, σκεφτόταν. Όχι της σωματικής, μιας και ως προς αυτή ήταν συνομήλικοι. Αλλά της πνευματικής.
 Ναι, έπρεπε επιτέλους να το παρει απόφαση. Ο μεγαλύτερός του φόβος είχε γίνει πραγματικότητα. Είχε γεράσει πριν την ώρα του.

"Τί σκέφτεσαι;" τον ρωτάει η γυμνή γυναίκα δίπλα του. "Τίποτα" δίνει τη συνηθισμένη ανάμεσα σε ζευγάρια απάντηση.
Κοιτάει την ασπρόμαυρη φωτογραφία του εργάτη. Ύστερα το είδωλό του στο καθρέφτη. Προσπαθεί να της χαμογελάσει κρύβοντας τα στραβά δόντια του.

"Έλααα, πες μου τι σκέφτεσαι". Η γυναικεία φωνή ξαναδιακόπτει τη σκέψη του.

Εκείνος αμίλητος, συνεχίζει να  χαζεύει την ασπρόμαυρη φωτογραφία. Ένας μουντζουρομένος εργάτης ποζάρει μπροστά από μια πελώρια μηχανή.
Ένας νεαρός με γυαλιά μυωπίας ποζάρει πισω από μια οθόνη υπολογιστή, μπροστά από έναν καθρέφτη.  Ένας. Μία. Ένα.
 Η ζωή του. Η ζωή της. Η ζωή τους. Η ζωή μας.


"Έλααα, δεν θα μου πεις;". Αντί  απαντησης, της δίνει ένα φιλί. Και ένα απαλό χάδι στο μάγουλό της παρατηρώντας τα κόκκινα χείλη της και την χαρακτηριστική της ελιά πάνω από αυτά. Της χαμογελάει, πάντα κρύβοντας τα δόντια του. Εκείνη του μουτρώνει. Η απάντηση που της έδωσε μάλλον δεν της αρκεί.
"Έλαα, πες μοουουου", διαμαρτύρεται.
"Ελπίζω κάποτε να καταλάβεις", της λέει τελικά.

Είναι ειλικρινής.
Βαθιά μέσα του, όντως ελπίζει κάποτε να καταλάβει. Να καταλάβουν. Να καταλάβουμε.

Με τη σκέψη αυτή, αφήνει τα γυαλιά μυωπίας του στο κομοδίνο και αποκοιμιέται.

Wednesday, 10 August 2016

Μηχανόβιος

"Τότε ακούγαμε Led Zeppelin. Είχαμε όλοι μακριά σγουρά μαλλιά.", είπε και άγγιξε το σημείο από το οποίο κάποτε ξεπρόβαλλαν τα δικά του μακριά σγουρά μαλλιά. Η έλλειψή της  άλλοτε περήφανης χαίτης μπορούσε να γίνει αντιληπτή με τουλάχιστον δύο αισθήσεις.
"Όποιος δεν είχε μακριά μαλλιά, ήταν..."
"Φλώρος;" ολοκλήρωσα την φράση.
"Ακριβώς", απάντησε ο πρώην μακρυμάλλης. "Τότε καβαλούσαμε μια μηχανή, και ο κόσμος, ολόκληρος ο κόσμος, μας άνηκε. Μπορείς να το φανταστείς;" είπε και έκανε τα χέρια του σα να μαρσάρει.

Έμεινα να τον παρατηρώ για λίγο. Τα μάτια του έλαμπαν. Ο ενθουσιασμός του μου άσκησε μια περίεργη έλξη. Και προσπάθησα να απαντήσω στην ερώτησή του.
Τον φαντάστηκα, καβάλα σε μια πελώρια μηχανή, με επίσης πελώρια φουντωτή χαίτη και ολόχρυση κορώνα στο κεφάλι του, να μαρσάρει πάνω σε έναν απέραντο δρόμο, να μαρσάρει, να μαρσάρει, να επιταχύνει τόσο που να αγγίζει την ταχύτητα του φωτός, και ο δρόμος να μην τελειώνει ποτέ, και εκείνος με την μηχανή του να είναι ο μοναδικός άνθρωπος πάνω στο δρόμο, στον άπειρο δικό του κόσμο...

"Τελικά πώς να τα πάρουμε;" ρώτησα, επιλέγοντας να διακόψω την ονειροπώλησή μου για χάρην της οικονομικής επιβίωσης τόσο της επιχειρήσεως "Κομμώσεις - Ο Ανδρέας" όσο και της δικής μου.
Στο άκουσμα της ερώτησης το βλέμμα του παλαίμαχου μηχανόβιου θάμπωσε ξαφνικά. Λες και του 'χες πατήσει ένα εσωτερικό "off". Μια βίαιη επαναφορά στην πραγματικότητα.

Μου υπέδειξε τις προτιμήσεις του σχετικά με το μήκος των λίγων θλιβερών τριχωτών απομειναριών του ένδοξου παρελθόντος. Βάρεσα μια νοητική προσοχή προς τιμήν της αφοσίωσης των πιστών μαλλιαρών φαντάρων που έμεναν στο πεδίο της μάχης παρά το γεγονός ότι ο πόλεμος είχε χαθεί.
Μέσα σε ελάχιστα λεπτά η δουλειά μου είχε τελειώσει. Ο ονειροπώλος πελάτης επιβεβαίωσε το πετυχημένο αποτέλεσμα με τουλάχιστον δύο αισθήσεις. Αν και,  για να λέμε την αλήθεια, η ίδια η φύση είχε ολοκληρώσει τη δουλειά μου σε μεγάλο βαθμό κάμποσα χρόνια πριν: η προνοητικότητα της φύσης που λένε.

"Άντε μπαμπά, τί γίνεται; Τελειώνετε; Μας περιμένει η μαμά!", ακούστηκαν διαμαρτυρίες προν τον ηττημένο στρατηγό από τον καναπέ του κομμωτηρίου. Έριξα ένα γρήγορο χαμόγελο στην μικρή θηλυκή πηγή της διαμαρτυρίας, ευχήθηκα τα πανέμορφα ξανθά μαλλιά της να μην έχουν την ίδια άσχημη μοίρα των μαλλιών του πατέρα της, είπα την τιμή στον τελευταίο, εκείνος μάλλον θεώρησε πολλά τα λεφτά σχετικά με τη δουλειά που έριξα - δεν τον αδικούσα- με πλήρωσε ανόρεκτα, έδωσα τα ρέστα, ανταλλάξαμε τυπικές κουβέντες, και τους άνοιξα την πόρτα για να φύγουν.

Καθώς έκλεινα την πόρτα πίσω τους, παρατήρησα τον πρώην ροκά - ας τον λέμε Κώστα από δω και στο εξής- να απομακρύνεται με την μικρή του κόρη.
Εκείνος, κοίταξε με την άκρη του ματιού του τα μηχανάκια που ήταν παρκαρισμένα κάθετα στο πεζοδρόμιο, ύστερα κοίταξε το κοριτσάκι που κρατούσε στο δεξί του χέρι, κοντοστάθηκε και άγγιξε την πλέον ένδοξη φαλάκρα του.
"Kαβαλούσαμε μια μηχανή και κόσμος μας άνηκε..."
, ψέλλισε.
Ύστερα, πατέρας και κόρη μπήκαν σ' ένα μπλε στέησον βάγκον και χάθηκαν, αυτή τη φορά  σ'έναν πλήρως πεπερασμένο δρόμο.

ΥΓ: Και τώρα ίσως θα αναρωτιέσαι φίλε αναγνώστη,γιατί επέλεξα να βαφτίσω τον πρωταγωνιστή της ιστορίας Κώστα πάνω που η ιστορία τελείωνε και δεν θα χρειαζόταν να τον ξαναναφέρω ποτέ. Ίσως πάλι στ'αρχίδια σου. Έτσι είναι η τέχνη μάγκα μου.