Monday, 30 December 2013

Επιστροφή

Ήχος από ροδάκια. Φωτεινή ταμπέλα που γράφει "Φωτεινή". Φαρμακείο. Εφημερεύον. Ζευγάρι περνάει. Κάνω στην άκρη. Η βαλίτσα μου με μιμείται. Ήχος από ροδάκια σταματάει. Ζευγάρι μιλάει. Περνώντας. Σχεδιάζοντας. Κάτι ακαθόριστο. Σκουπιδιάρικο καταπίνει λαίμαργα κάτι σκουπίδια. Βιβλιοπωλείο. Μη εφημερεύον. Βιτρίνα μη εφημερεύοντος βιβλιοπωλείου.  Λαμπιόνα τυλιγμένα γύρω από μια στοίβα βιβλία. Δεσπόζων βιβλίο, όρθιο, στη μέση. Διαβάζω τίτλο. "Πώς να πετύχετε την ευτυχία". Υπάρχει οδηγός για την ευτυχία; Αναρωτιέμαι. Ήχος από ροδάκια συνεχίζει. Διαρκής ηχητική ανάμνηση του ταξιδιού. Ταξίδι. Ταξίδια. "Πόσο μου αρέσουν ταξίδια!", μου είχε πει κάποια κάποτε. "Πόσο μου αρέσουν τα ταξίδια", μου έχουν πει πολλοί κάποτε. Σε όλους αρέσουν τα ταξίδια. Και όλοι φροντίζουν να το δηλώσουν. Κλισέ από τα μεγαλύτερα. Ήχος από τα ροδάκια. Σε πόσους αλήθεια αρέσουν τα ταξίδια; Αναρωτιέμαι. "Η ζωή είναι ταξίδι". Η ζωή. Η ζωή είναι ό,τι θες. Η ζωή είναι τίποτα. Η ζωή είναι τα πάντα. Άρα το τίποτα είναι τα παντα. Όπερ έδη δείξαι. Όπερ και ο ήχος από τα ροδάκια. Η ζωή. Η ελευθερία. Ο έρωτας. Βαρύγδουπες έννοιες με την κακή συνήθεια να ανακαλούνται στο μυαλό τις πιο άδοξες στιγμές της καθημερινότητας. Όπως στο χέσιμο. Έννοιες και κλισέ. Και χέσιμο. Σε όλους αρέσουν τα ταξίδια. Όλοι θέλουν να είναι ελεύθεροι. Όλοι θέλουν να ερωτευτούν. Όλοι θέλουν. Όλοι.  Και τον ήχο από τα ροδάκια;  Αυτόν κατ'εξαίρεση. Και όχι όλοι. Εγώ. Όχι από επιλογή, μα από ανάγκη. Μέχρι το τέλος του ταξιδιού.

Όλοι που λέτε θέλουν. Όλοι κυνηγάνε. Εγώ όχι. Δεν μου αρέσουν τα κλισέ. Παράδειγμα. Ο έρωτας. Θα ήθελα ο έρωτας να έρθει να με βρει. Να δει και αυτός μια φορά πως είναι να ψάχνεις. Πολλές φορές τον φαντάζομαι, να κοιτάει τα έγγραφα του, ψάχνοντας το επίθετο και την διεύθυνσή μου. Έπειτα, αποτυγχάνωντας να με βρει,  να παίρνει αγχωμένος τηλέφωνο τις αρμόδιες υπηρεσίες, ρωτώντας να μάθει αν έχω αλλάξει τόπο κατοικίας, τηλέφωνο, επώνυμο, επιθυμίες. Η σκέψη μου παύει απότομα. Το ίδιο και ο ήχος από τα ροδάκια. Ήχος από κλειδιά τον αντικαθιστά. Άμεσα. Τέλεια. Εναρμονισμένα. Κλειδιά και ροδάκια έχουν μελετήσει πολύ καλά την παρτιτούρα της επιστροφής. Ασανσέρ. Μπαίνω.Ήχος από κλείσιμο πόρτας ασανσέρ. Παύση. Αντικατάσταση. Ήχος από κλειδιά εσωτερικής πόρτας. Αναρωτιέμαι αν ο έρωτας μου έχει αφήσει κάποιο γράμμα όσο έλειππα. Ήχος από κλείσιμο εσωτερικής πόρτας. Παύση. Αντικατάσταση. Ήχος από διπλανό διαμέρισμα. Ένα ζευγάρι μιλάει. Η γυναίκα ακούγεται. "...Πόσο μου αρέσουν τα ταξίδια!". "Ε, άντε και γαμήσου.", σκέφτομαι.

Wednesday, 4 December 2013

Eικοσιτέσσερα

24. 24 χρόνια. 24 μήνες. 24 λεπτά. 24 δευτερόλεπτα. Το 24 δίνει μια περίεργη αίσθηση ολοκλήρωσης. Δεν είναι περίεργο που μια μέρα έχει 24 ώρες; Γιατί όχι 20 ή 30, για παράδειγμα;  Και εμείς το δεχόμαστε σαν κάτι φυσιολογικό, σαν κάτι προφανές απλά μόνο επειδή κάποιος μας είπε ότι είναι. Όπως συμβαίνει πάντα. Σχεδόν πάντα.

Στην σειρά 24, ο πράκτορας Jack Bauer καταφέρνει να γαμήσει τα πάντα. Μπορεί να γίνει αυτό σε 24; Εξαρτάται τί 24, θα πει κάποιος. Εξαρτάται ποιός 24, πού 24 και πως 24 θα πω εγώ. Έτσι είναι η ζωή. Γεμάτη αβεβαιότητες.

"Εντυπωσιακό!" είπε κάποιος φίλος καθώς διάβαζε το παραπάνω κείμενο. Αναφερόταν σε κάτι άσχετο που πέρασε από το μυαλό του εκείνη την ώρα.

Tuesday, 3 December 2013

Η μυστηριώδης γυναίκα με το κόκκινο φόρεμα

Η μυστηριώδης γυναίκα με το φόρεμα εμφανίστηκε ξαφνικά, στρίβοντας τη γωνία. Περπατούσε δυναμικά, με αποφασιστικότητα, ενώ ο αέρας ανακάτευε υπέροχα τα μαλλιά της και φυσούσε το φόρεμά της, αποκαλύπτοντας ένα επιτρεπομένως μεγάλο κομμάτι από τα καλογυμνασμένα πόδια της. Οι σταγόνες της βροχής μαστίγωναν το πρόσωπό της, όμως η μυστηριώδης γυναίκα με το κόκκινο φόρεμα, συνέχισε απτόητη. Ο ήχος από το χτύπημα των τακουνιών της στην άσφαλτο αντηχούσε στο σοκάκι ενημερώνοντας  τους γείτονες για την σύντομη παρουσία της στην περιοχή τους. Ο κόσμος στους δρόμους φάνηκε να σταματάει ό,τι έκανε, και έμεινε να την κοιτάζει. Ο κόσμος φάνηκε να παγώνει για λίγες στιγμές.  Κανείς δεν ήξερε τί ζητούσε, από που ερχόταν, ή που πήγαινε. Κανείς δεν ήξερε τίποτα για αυτήν, εκτός από το ότι φορούσε ένα εκτυφλωτικά κόκκινο φόρεμά. Ήταν σίγουρα ένα μυστήριο. Ένα εντυπωσιακό μυστήριο. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, η μυστηριώδης γυναίκα με το κόκκινο φόρεμα έστριψε τη γωνία και εξαφανίστηκε, ακριβώς όπως είχε εμφανιστεί. Μυστηριωδώς. Και φορώντας ένα κόκινο φόρεμα.

Friday, 22 November 2013

Βόλτα

Δρόμος. Αμάξι. Περνάει. Ταχύτητα. Οδηγός. Δεν κοιτάζει πίσω. Σίγουρος. Αποφασισμένος. Ή και αναποφάσιστος. Δεν μπορεί. Να κοιτάξει πίσω. Είναι μονόδρομος. Απέναντι. Σουβλατζίδικο. Η μηχανή που κόβει γύρο, κόβει γύρο. "Δύο πίτα απ' όλα!". "Ή μάλλον...". Ο πελάτης. Κάτι δεν θέλει.  "Ή μάλλον άσ'το, απ' όλα..". Δεν ξέρει. Τί δε θέλει. Ο γύρος κόβεται. Τηλεφώνημα. "Ναι, μωράκι μου, ναι...". "Όχι, δεν ξέρω αν...". "Ναι, και μένα μου λείπεις...". Σκύλος. Γαύγιζει στο γύρο. Κυρία. Κρατάει τον σκύλο. Σφίγγει το λουρί. Ο σκύλος. Δεν θα φάει γύρο. Όχι σε αυτή τη ζωή. Ο άντρας κλείνει το τηλέφωνο και πιάνει. Τη γυναίκα δίπλα.  Κρατιούνται. Αγκαλιά. Σφιχτά. Ζευγάρι. Περπατάνε. Αργά. Φεύγουν. Αργά. Εμποδίζουν. Την κυκλοφορία. Εμποδίζουν. Τον χρόνο. Πρόσωπα. Ευτυχισμένα. Σχεδόν. Τηλεφωνικός θάλαμος. "Ναι, μήπως ξέρετε...". Στην άλλη γραμμή. Φαντάζομαι. Μια. Κυρία. Γύρω στα σαρανταπέντε. Δίνει πληροφορίες. Χρόνια. Σκέφτεται. "Όχι, δεν ξέρω". "Όχι, δεν μπορώ να ξέρω". "Ποιος μπορεί να ξέρει;". Αναρωτιέται. Δεν ξέρει. Επιστροφή. Πεζοδρόμιο. Κόσμος. Περνάει. Βιάζεται. Πάντα. Προχωράει. Παντού. Δεν ξέρει. Ποτέ. Σπρώχνει. Ζευγάρι. Εμποδίζει. Δεν ξέρει. Ούτε αυτός, ούτε αυτή. Περίπτερο. Κάποιος. Κοιτάει. Το περίπτερο. Ψάχνει. Αναρωτιέται. Εντοπίζει. Πάει να το πιάσει. Αμφιβάλλει. Μαζεύεται. Ξανακοιτάει. Ξανααναρωτιέται. Δίπλα. Παγκάκι. Άντρας. Γυναίκα. Κάθονται. Σε απόσταση. Εκείνος. Την κοιτάει. Εκείνη. Τον κοιτάει. Εκείνος. Χαμογελάει. Εκείνη. Χαμογελάει. Εκείνος. Μιλάει. "Ξέρεις, είμαι μόνος..."Εκείνη. Σιωπή. Εκείνος. Αμηχανία. Εκείνη.  Μαζεύει. Την τσάντα της. Σηκώνεται. Μιλάει. "Ε, ξέρεις... Πρέπει να φύγω. Γεια σου.". Εκείνος. Χαμογελάει. Πιέζεται. Μιλάει. "Καληνύχτα". Εκείνη. Απομακρύνεται. Τη φαντάζομαι. Σκέφτεται. "Και εγώ τι να κάνω που είσαι μόνος;". Περπατάει. Γρήγορα. Χάνεται. Εγώ. Στέκομαι απέναντι από το παγκάκι. Κοιτάω. Εκείνον. Εκείνος. Με κοιτάει. Χαμογελάει. Εγώ. Χαμογελάω. Τον φαντάζομαι. Σκέφτεται. "Μήπως ξέρεις...". Αμηχανία. Γυρνάω. Αλλού. Κοιτάω. Τα αστέρια. Είναι πολλά. Σκέφτομαι. Το παιδί στο βιβλίο. Τα μετρούσε. Άραγε βρήκε πόσα είναι; Φεύγω. Σκέφτομαι. "Όχι, δεν ξέρω...". "Ποιός μπορεί να ξέρει;"

Wednesday, 20 November 2013

Σχέσεις vol. 2

-Σε ενδιαφέρω ακόμη;
-Ναι.
-Και μένα..
Κοίταξαν ο ένας τον άλλο με κατανόηση και χαμογέλασαν ελαφρά. Ύστερα εκείνος της ακούμπησε απαλά την άκρη του χεριού της με το δικό του. Ήταν συμβιβασμός και το γνώριζαν πολύ καλά και οι δύο.
Αλλά τόσο που έχει πάει το πετρέλαιο, χρειάζεται να 'χεις μια ζεστή αγκαλιά.

Monday, 11 November 2013

Ο Άλκης

"Κάθε σενάριο για να αξίζει πρέπει να έχει τουλάχιστον έναν απρόσμενο θάνατο". 
Αυτό σκεφτόταν πάντοτε ο Άλκης. Και ήταν σίγουρος για αυτό που σκεφτόταν. Δεν ήταν λόγια κάποιου μεγάλου σκηνοθέτη: το αντίθετο, μόνος του το είχε σκεφτεί. Απλά ήταν σίγουρος. Για αυτά που σκεφτόταν.

Ο Άλκης πάντοτε ήθελε να γίνει σκηνοθέτης. Ήταν το όνειρό του. Και μάλιστα δεν ήθελε να γίνει ο οποιοσδήποτε σκηνοθέτης. Όχι. Ήθελε να γίνει ένας διάσημος, σπουδαίος σκηνοθέτης.

Το μεγάλο πρόβλημα του Άλκη ήταν ότι δεν μπορούσε να βρει ένα καλό σενάριο: για το μόνο που ήταν σίγουρος ήταν ότι θα είχε κάποιον απρόσμενο θάνατο. Αλλά ποτέ δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα πέρα από αυτό. Πάντα κολλούσε. Απρόσμενος θάνατος και μετά...τίποτα.

Έτσι ο καιρός πέρασε και ο Άλκης δεν έγινε ποτέ του σκηνοθέτης. Μεγάλωσε και έμεινε ένας συνηθισμένος άνθρωπος με μια συνηθισμένη δουλειά. Ένας συνηθισμένος άνθρωπος που ερωτεύτηκε, πόνεσε, αγάπησε, γέλασε και έκλαψε ακριβώς όπως εκατομμύρια άλλοι.

Τουλάχιστον η ζωή του δεν είχε κανέναν απρόσμενο θάνατο.

Friday, 8 November 2013

Δίπλα μένουμε

Με ένα κλικ, ο Γιώργος άνοιξε το pc του και μπήκε κατευθείαν στο skype. To πρώτο πράγμα που έκανε κάθε φορά, όταν άνοιγε το pc του ήταν να μπαίνει στο skype. Ήταν κάτι σαν ιεροτελεστία. Πληκτρολόγησε το όνομα χρήστη mary89 και επέλεξε συνομιλία με βίντεο μαζί της.

Το χαμόγελο της mary89 μεγενθυμένο στην οθόνη έκανε τις γνώριμες από τις ταινίες πεταλουδίτσες να φτερουγίσουν στο στομάχι του Γιώργου. Ήταν το συναίσθημα που ένιωθε κάφε φορά. Ήταν το συναίσθημα που είχε νιώσει και την πρώτη φορά που είχε αντικρύσει την mary89 στην οθόνη του pc του.

Ο Γιώργος χάιδεψε το μέρος της οθόνης το οποίο απεικόνιζε τα ξανθά μαλλιά της Μαίρη. Εκείνη του χαμογέλασε και αυτός της ανταπέδωσε το χαμόγελο. Ο Γιώργος δεν γνώριζε την Μαίρη. Δηλαδή, την γνώριζε αλλά δεν είχαν βρεθεί από κοντά. Ούτε μια φορά. Εκείνος ζούσε στην Αθήνα και εκείνη κάπου στο Λονδίνο. Είχαν γνωριστεί στο internet, και μετά από πολλές μέρες συνεχούς επικοινωνίας, αποφάσισαν "να τα φτιάξουν". Υπήρξαν κάποιες υποσχέσεις και προθέσεις για ταξίδια, αλλά τελικά τίποτα δεν έκατσε. Ξέρετε άλλωστε πως είναι αυτά.

Ο Γιώργος και η Μαίρη είχαν κάθε μορφής επικοινωνία που θα μπορούσε να έχει ένα κανονικό ζευγάρι. Ή τουλάχιστον κάθε μορφής. Τουλάχιστον, συναισθηματικά, τα πήγαιναν καλά. Από απόσταση.  "Αλλά τι να κάνεις... Κανείς δεν μπορεί να τα έχει όλα" αναστέναξε ο Γιώργος και έστειλε ένα φιλί από την οθόνη του στην οθόνη της Μαίρη.

Η  Ειρήνη κοίταξε το παράθυρο του διαμερίσματος που βρισκόταν απέναντί της. Δυστυχώς αυτή τη φορά ήταν κλειστό. Η Ειρήνη φαντάστηκε τον νεαρό που ζούσε εκεί να κάθεται σιωπηλά μπροστά από την οθόνη του pc του, όπως έκανε πάντα. Η Ειρήνη περνούσε ώρες ολόκληρες βλέποντας εκείνον τον νεαρό να κάθεται μπροστά από την οθόνη του pc του. Α,χ πόσο της άρεσε! Ευχόταν πραγματικά κάποια στιγμή να τον συναντούσε και στον δρόμο. Δεν είχε τύχει ποτέ να τον δει.  Έστω και κατά τύχη.  Η μόνη εικόνα που είχε ήταν από το παράθυρό της. Πολλές φορές, η Ειρήνη καθόταν και, κοιτάζοντας από το παράθυρο,  υπολόγιζε ποιο είναι το διαμέρισμα στο οποίο μένει εκείνος, ώστε να πάει να του χτυπήσει το κουδούνι. Και κάποια στιγμή, θα το έκανε. Το είχε πάρει απόφαση. Ναι, κάποια στιγμή. Με τη σκέψη αυτή, η ζωή της συνέχιζε. Με τη σκέψη αυτή έβαλε το τραγούδι του Παντελίδη που άκουγε στη διαπασών.

Τα ενοχλητικά τραγούδια της διπλανής ήταν το τελευταίο πράγμα που πείραζε εκείνη τη στιγμή τον Πέτρο. Για την ακρίβεια, ούτε καν τα άκουγε. Ανεβασμένος στην σκάλα, βεβαιώθηκε πως η θηλιά που είχε περάσει από το φωτιστικό ήταν γερή και δεν θα έσπαγε την πιο κρίσιμη στιγμή.
Ο Πέτρος αναλογίστηκε λίγο τον αριθμό των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας που έμενε, και αναρωτήθηκε τι ποσοστό τους θα μάθαινε τον θάνατό του. Ύστερα αναρωτήθηκε τι ποσοστό εκείνων που μάθαιναν τον θάνατό του τον γνώριζε ή τον είχε δει ποτέ του έστω και μια φορά. Έτσι ήταν η ζωή του Πέτρου. Ερωτήσεις χωρίς απαντήσεις.

Καθώς περνούσε τη θηλιά στο λαιμό του, ο Πέτρος θυμήθηκε την ατάκα που του είχε πει η πρώην του, η Μαίρη, όταν είχαν πρωτογνωριστεί: "Και αν χρειαστείς κάτι, χτύπα μου, ε! Δίπλα μένουμε". Μετά από λίγο, εκείνη είχε φύγει για Λονδίνο.

Με την σκέψη αυτή, κλώτσησε τη σκάλα που, με τη σειρά της, έπεσε στο πάτωμα.

Thursday, 31 October 2013

Μετρό

Μετρό. Σταθμός. Μπαίνω. Άνθρωποι. Πάνε. Φεύγουν. Έρχονται. Πού; Κατευθύνσεις. Πολλές. Διάφορες. Συναντιούνται. Χωρίζουν. Ξανασμίγουν. Εγώ. Πάω. Κάπου. Κατευθύνσεις. Πολλές. Δεν ξέρω. Επιλέγω σχεδόν στην τύχη. Έχω επιλέξει ήδη πριν μπω. Σχεδόν στην τύχη.

Μετρό. Έρχεται. Φωνή άγνωστης κυρίας. "Παρακαλούμε, σταθείτε, πίσω από την κίτρινη γραμμή!". Η κίτρινη γραμμή. Στέκεται. Εκεί. Στο πάτωμα. Στο Μετρό. Στη ζωή. Οι επιβάτες σκέκονται πειθήνια πίσω από από την κίτρινη γραμμή. Παιδάκι κάνει να περάσει την κίτρινη γραμμή. Η μητέρα του και η φωνή άγνωστης κυρίας το νουθετούν. Στο Μετρό. Στη ζωή.

Θόρυβος. Μετρό. Φτάνει. Κατεύθυνση. Μία. Καλή απόφαση; Δεν ξέρω. Θα δείξει. Δεν ξέρω αν θα δείξει. Κόσμος. Προσπαθεί να βγει. Κόσμος προσπαθεί να μπει. Ο κόσμος που μπαίνει δεν αφήνει κόσμο να βγει. Ο κόσμος που βγαίνει δεν αφήνει κόσμο να μπει. Σύγκρουση συμφερόντων. Βιασύνη. Αναρωτιέμαι. Γιατί βιάζοναι; Στο τέλος όλοι την ίδια ώρα θα φτάσουμε. Μπαίνω τελευταίος. Πάντα τελευταίος. Θέσεις πιασμένες. Εκτός από μία. Διεκδικητές εγώ και ένας καλοντυμένος κύριος. Κοιτάμε τη θέση. Κοιτάμε ο ένας τον άλλο. Ζυγίζουμε ο ένας τον άλλο. Αναμετριόμαστε. Θέση πιάνεται από καλοντυμένο κύριο. Μαλακία. Πάντα τελευταίος.

Φωνή άγνωστης κυρίας. "Η επόμενη στάση είναι... Next station is..." Αγωνία. Άγχος. Ιδρώτας κυλάει από το μέτωπό μου. Το παθαίνω αυτό με τις επόμενες στάσεις. Δεν θέλω να ξέρω. Την επόμενη στάση. Είναι ευθύνη να ξέρεις την επόμενη στάση. Και γιατί να την ξέρεις άλλωστε; Αφού η κατεύθυνση είναι μία. Και να θες να μην πας στην επόμενη στάση, είναι ήδη αργά. Κοιτάω δίπλα. Παραστολισμένη κυρία. Κοιτάει τον χάρτη των στάσεων. Φοβάται. Μην τυχόν και δεν  πάει εκεί πέρα που έχει κανονίσει. Μην τυχόν και της λένε ψέμματα για το πού πάει. Κοιτάει το ρολόι της. Έχει άγχος. Μην τυχόν και αργήσει. Μην τυχόν και αυτό που οργάνωσε δεν πάει έτσι όπως το έχει οργανώσει. Είναι ανασφαλής.

Άγνωστη κυρία μιλάει ξανά. Καλοντυμένη κυρία ακούει προσεκτικά. Για επιβεβαίωση. "Η επόμενη στάση θα παραμείνει κλειστή μέχρι τις 12 μετά μεσημβρίας κατόπιν υποδείξεως της αστυνομίας". Παραστολισμένη κυρία αδιαφορεί. Δεν ήθελε να πάει εκεί. Εγώ δεν ξέρω. Aν ήθελα. Το σίγουρο είναι πως και να ήθελα, δεν θα μπορούσα. Το συνηθίζουν να κλείνουν τις στάσεις. Αυτοί. Κόσμος αναρωτιέται. Κόσμος διαμαρτύρεται. Και αυτοί κλείνουν τις στάσεις. Μπορείς να πας οπουδήποτε αυτοί σε αφήνουν να πας. Ελευθερία. Στο Μετρό. Στη ζωή.

Άγνωστη κυρία διευκρινίζει. "Ο αναπηρικός ανελκυστήρας στην επόμενη στάση δεν λειτουργεί". Ο τόνος της φωνής της είναι άχρωμος. Όπως πάντα. Είτε πρόκειται για κίτρινες γραμμές, είτε πρόκειται για κλειστές στάσεις κατόπιν υποδείξεως της αστυνομίας, είτε πρόκειται για χαλασμένους ανελκυστήρες. Πάντα. Κλείνω τα μάτια. Προσπαθώ να φαναστώ. Να φανταστώ τη μορφή της άγνωστης κυρίας. Τη φαντάζομαι άχρωμη. Όπως τη φωνή της. Ίσως πάλι να μην είναι έτσι. Ίσως απλά να προσποιείται.  Για λόγους του επαγγέλματος. Καταλαβαίνετε.

Στάση. Κόσμος άγνωστος μπαίνει. Κόσμος άγνωστος βγαίνει. Είμαι ένας από τους άγνωστους που βγαίνουν. Περίεργο, αλλά πάντα είμαι ένας από αυτούς που βγαίνουν. Μερικές φορές νιώθω σαν να μην έχω μπει ποτέ. Κοιτάω. Μπροστά. Έξοδος. Οδηγεί. Στην άλλη γραμμή. Φως. Εκτυφλωτικό.  Φως άλλης γραμμής.

Άλλη γραμμή. Οδηγεί. Κάπου.  Άνθρωποι. Κατευθύνσεις. Πολλές. Διάφορες.  Εγώ. Πάω. Κάπου. Πού;  Δεν ξέρω. Επιλέγω σχεδόν στη τύχη. Έχω επιλέξει ήδη πριν μπω. Σχεδόν στην τύχη.


Wednesday, 9 October 2013

Μικροαστός

Ο Γ. βγήκε έξω. Νύχτωνε. Συννεφιασμένος ουρανός. Όλα έδειχναν ότι όπου να 'ταν θα 'βρεχε.

Έβαλε τα ακουστικά στα αυτιά του. Του άρεσε να ακούει μουσική  όταν περπατούσε στο δρόμο. Ένιωθε ότι τύλιγαν την μικρότητα και την πεζότητα της ύπαρξής του με ένα φαντασιακό μεγαλείο. Τα πάντα φαντάζουν πιο δραματικά όταν ακούς μουσική.

Άρχισε να περπατάει. Κοίταξε τα θαμπά φώτα που κρεμόντουσαν στα σχοινιά πάνω από το δρόμο, λούζοντάς τον με πορτοκαλί φως. Ακολούθησε για λίγο τον φωτεινό κρεμαστό διάδρομο με το βλέμμα του. 

 Κάτω από τον φωτεινό διάδρομο, άνθρωποι λουσμένοι από πορτοκαλί φως στριφογύριζαν στους δρόμους. Άλλοι επέστρεφαν στα σπίτια τους κουρασμένοι, άλλοι έβγαιναν από αυτά επίσης κουρασμένοι. Άλλοι, απλώς περιφερόντουσαν γιατί δεν είχαν σπίτια για να μπουν ή να βγουν. Η πόλη βρισκόταν υπό την επήρρεια της συνήθους ρουτίνας.

Τις σκέψεις του διέκοψε ένα αβέβαιο "γεια". Ο Γ. κοίταξε προς το μέρος απ' όπου προερχόταν το γεια, για να αντικρύσει έναν από εκείνους τους "γνωστούς - που δεν είναι φίλοι - αλλά δεν είναι και τόσο άγνωστοι ώστε να τους αγνοήσεις". Μετά από τις πρώτες στιγμές αμηχανίας που κατακλύζουν το μυαλό όσων συναντούν τέτοιους γνωστούς, μιας και η αστική ευγένεια επιβάλλει να τους χαιρετήσεις, αλλά η βαρεμάρα σε πιέζει να μην το κάνεις, έβγαλε το ένα του ακουστικό και ανταπέδωσε το χαιρετισμό. Ο γνωστός - άγνωστος κοντοστάθηκε, και το ίδιο έκανε και ο Γ., κίνηση που είχε ως αποτέλεσμα 2 λεπτά ανούσιας κουβέντας που συνοπτικά θα μπορούσε να περιγραφεί ως "τί κάνω, τί σκέφτομαι, πόσα μαθήματα έδωσα και τί στοχεύω στη ζωή μου, την τελευταία περίοδο, σε τίτλους".

Μετά  το τέλος της κουβέντας, ο Γ. έβαλε το ακουστιικό πάλι πίσω το αυτί του και συνέχισε τον περίπατό του, σκεπτόμενος πως ήδη δεν μπορούσε να θυμηθεί ούτε μια λέξη από την προηγούμενη κουβέντα και πως θα μπορούσε να μην συναντούσε ποτέ ξανά αυτόν τον τύπο, ακόμη και αυτός ο τύπος να πέθαινε δηλαδή και η ζωή του να συνέχιζε εντελώς ανεπηρρέαστη.

Ο Γ. έστρεψε πάλι το βλέμμα του προς τον ουρανό. Ύστερα πάλι προς το δρόμο, σε μια γριά που προσπαθούσε να ταΐσει με το ζόρι κάτι γάτες μπροστά από την πόρτα του σπιτιού της, σε ένα παιδί που παρακαλούσε τον πατέρα του να του αγοράσει κάτι που αυτός δεν ήθελε, σε ένα ζευγάρι που περπατούσε αργά πιασμένο χέρι - χέρι πιθανώς χωρίς κανείς από τους δύο καν να  θέλει να περπατάει διπλα δίπλα με τον άλλο.

Ναι, η πόλη είχε κίνηση όμως ταυτόχρονα ήταν απελπιστικά ήσυχη. "Η ρουτίνα έχει σφιχταγκαλιάσει και κοντεύει να πνίξει την πόλη αυτή" σκέφτηκε ο Γ και εκνευρίστηκε.

"Πώς γίνεται όλοι να περπατάνε, να γυρνάνε και να πηγαίνουν στις δουλειές τους, σα να μην συμβαίνει τίποτα, ενώ οι οχτροί έχουν μπει στην πόλη!" είπε από μέσα του, θυμωμένα.

"Αλλά, δεν γαμιέται, απ' ότι φαίνεται οι οχτροί έχουν μπει στις διπλανές πόλεις πρώτα , οπότε ποιος χέστηκε" μουρμούρησε, σχηματοποιώντας στην υποτιθέμενη σκέψη των αδιάφορων συμπολιτών του.

"Μωρέ, καλά κάνω εγώ και δεν ασχολούμαι" κατέληξε, επιβραβεύοντας τον εαυτό του για την απραξία του.

Την σκέψη του ξαναδιέκοψε ένα πανό που είχε αναρτηθεί στην κεντρική πλατεία. Κάποια διαμία αρτυρία για κάποιες χιλιάδες απολύσεις.Μια ηλιαχτίδα φωτός, μια φωνή, μέσα στο σκότος της αδιαφορίας και της σιωπής.
"Δεν είναι όλα τόσο μαύρα τελικά. Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που βλέπουν και μιλάνε", σκέφτηκε χαμογελώντας ο Γ. και αποφάσισε να αφήσει αυτούς που είχαν αναρτήσει το πανό να συνεχίσουν να παλεύουν για αυτόν χωρίς αυτόν.

Οι σκέψεις του διακόπηκαν για τρίτη φορά εκείνη τη νύχτα, από μια ψιχάλα που έπεσε στο πρόσωπό του. Ο Γ. κοίταξε τον ουρανό. Τα σύννεφα που είχαν συγκεντρωθεί προειδοποιούσαν για τη βροχή που θα επακολουθούσε. Ο Γ. χάρηκε. Του άρεσε πολύ η βροχή.Ταίριαζε με τη διάθεσή του. Θεωρούσε, επίσης ότι η βροχή και η ανάγκη για ζεστασιά που τη συνόδευε, έφερνε τους ανθρώπους πιο κοντά. "Είναι πολύ άσχημο να βρέχει βέβαια, γιατί είναι ανυπόφορο για τους άστεγους και τους άπορους που έμεναν στο δρόμο" σκέφτηκε ο Γ. και συνοφρυώθηκε για λίγα δευτερόλεπτα.
Αλλά στην τελική, ποιος χέστηκε και για τους άστεγους, αυτός τη γούσταρε τη βροχή.

Ο Γ. κοντοστάθηκε μπροστά από ένα παγκάκι που καθόταν μια κοπέλα. Αποφάσισε να καθίσει μαζί της. Την κοίταξε. Ήταν πολύ όμορφη. Της χαμογέλασε. Εκείνη του ανταπέδωσε το χαμόγελο.

"Ωραία η βροχή, ε;" είπε αποφασίζοντας να ξεκινήσει την κουβέντα.
"Ναι, γενικά είναι φοβερός ο Θηβαίος!" απάντησε εκείνη.
"Του Χατζηδάκι, εννοούσα..." είπε εκείνος, εμφανώς απογοητευμένος από την συνομιλήτριά του.

Η κοπέλα εξαφανίστηκε απότομα, όσο απότομα εξαφανιζόταν κάθε αποκύημα της φαντασίας του.

"Τί μαλάκας που 'μαι...", μονολόγησε και πήγε στο περίπτερο να πάρει μια μπύρα, καθώς η βροχή δυνάμωνε.

Πιο δίπλα, ένας άστεγος, χωρίς ζεστασιά, σηκώθηκε από το παγκάκι ψάχνοντας να βρει κάποιο υπόστεγο για να προστατευθεί από τη βροχή.


Monday, 30 September 2013

Ραντεβού

Την κοίταξε. Είχε ντυθεί και "φτιαχτεί" ειδικά για το ραντεβού. Διακριτικά. Όχι τίποτα φαντεζί. Αλλά αυτός πάντα καταλάβαινε αν ντυνόταν ειδικά για το ραντεβού. Καταλάβαινε αλλά εκείνος δεν ντυνόταν ποτέ ειδικά. Για τα ραντεβού.

Ήταν όμορφη. Ή δεν ήταν; Μα τί έλεγε, πάντα ήταν όμορφη. Ή μήπως όχι; Μερικές φορές ήταν όμορφη, μερικές άλλες όχι. Ναι, αυτό ήταν. Πότε ήταν η τελευταία φορά που ήταν όμορφη; Σκατά. Δεν ήξερε.

Την κοίταξε. Εκείνη του χαμογέλασε βεβιασμένα, και ανακάτεψε αμήχανα το τσάι της. Αυτός της ανταπέδωσε ένα επίσης βεβιασμένο μειδίαμα, αυτό που του είχε πει ότι του πήγαινε πολύ, και ξαναγύρισε στις σκέψεις του.

Είχε ώρα που δεν μιλούσαν. Τα έλεγαν όλα με το βλέμμα. Μαλακίες. Τίποτα δεν έλεγαν με το βλέμμα. Τί μπορείς να πεις με ένα γαμωβλέμμα; Τίποτα. Δεν έλεγαν τίποτα.

Τουλάχιστον ήταν ευτυχισμένος. Μα, πως να μην ήταν; Αφού ήταν μαζί. Σκατά. Λάθος πρόταση. Τουλάχιστον, ήταν ευτυχισμένος; Αυτή ήταν η σωστή πρόταση. Βιάστηκε να απαντήσει ναι. Έπρεπε να ήταν ευτυχισμένος. Αφού ήταν μαζί. Έπρεπε. Έπρεπε. Έπρεπε, αλλά ήταν;

Κάποτε ήταν σίγουρα ευτυχισμένος. Προσπάθησε να θυμηθεί τις στιγμές εκείνες που ήταν ευτυχισμένος. Στιγμές. Ευτυχία. Βόλτα στο πάρκο. Ευτυχία. Πρώτο φιλί. Ευτυχία. Σκατά. Τί ευτυχία; Σίγουρα είχαν περάσει ευτυχισμένες στιγμές μαζί. Σίγουρα είχαν περάσει ευτυχισμένες μαζί;

Την ξανακοίταξε. Του χαμογέλασε. Της χαμογέλασε επίσης. Ήταν όμορφη; Έλεγαν τίποτα με το βλέμμα; Ήταν ευτυχισμένος; Δεκάδες απορίες χώθηκαν με φόρα στο μυαλό του ταυτόχρονα και συγκρούστηκαν δημιουργώντας μια τεράστια έκρηξη.

Ξαναέσκυψε στον καφέ του. Προσπάθησε να σκεφτεί. Στιγμές. Ομορφιά. Επικοινωνία.  Έπρεπε να ήταν ευτυχισμένος. Δεν μπορούσε να μην ήταν. Έπρεπε. Στις ταινίες ο έρωτας είναι ευτυχία. Στις ταινίες ο έρωτας είναι. Στις ταινίες.

Έρωτας. Η αμήχανη στιγμή που γνωρίζεις κάποια και δεν μοιάζει με κάποια. Κλισέ με πεταλουδίτσες και στομάχια. Εκείνη ήταν η κάποια. Εκείνη ήταν η κάποια;

Το κεφάλι του πήγε να σπάσει. Πίεσε τον εαυτό του να σκεφτεί και άλλο. Γιατί η κάποια να μην είναι απλά σαν μια κάποια; Η κάποια είναι κάποια. Και αυτός ένας κάποιος ήταν. Όλοι κάποιοι είμαστε.

Ο έρωτας, λοιπόν. Ο έρωτας; Η ευτυχία; Την ξανακοίταξε. Χαμόγελα. Κενά Βλέμματα. Ανακάτεμα τσαγιού. Η κάποια ανακάτευε ωραία το τσάι. Ανακάτευε ωραία το τσάι; Πολλές απορίες.
Ξαφνικά ένιωσε κάτι. Πεινούσε.

Στιγμές. Ευτυχία; Ταινίες; Επικοινωνία; Πείνα; Πείνα σίγουρα.

Την ξανακοίταξε. Ξαφνικά, όλες του οι απορίες φάνηκαν να απαντιούνται. Έβγαλε λεφτά για καφέ και τσάι, τα άφησε στο τραπέζι, την πήρε απ' το χέρι.

Βγήκαν έξω. Περπάτησαν αγκαζέ. Βόλτα στο πάρκο. Στιγμές. Ευτυχία; Όχι ευτυχία. Όμορφη; Μάλλον όχι σήμερα. Επικοινωνία; Δεν μιλούσαν. Περπατούσαν. Στις ταινίες; Ναι, στις ταινίες.

Μετά από αρκετή ώρα, έφτασαν στο σουβλατζίδικο του κυρ Μάκη. Πήραν τρία πιτόγυρα, δυο αυτός και ένα εκείνη. Τρία πιτόγυρα απ' όλα, χωρίς τζατζίκι. Γιατί το τζατζίκι κάνει την ανάσα να βρωμάει.


Saturday, 14 September 2013

Magic Bus

Σταθμός. Φτάνω. Ο φωτεινός πίνακας γράφει τα δρομολόγια. Ή και δεν τα γράφει. Ανάλογα με τα κέφια του. Ανακοίνωση. "Στις 16:30 το λεωφορείο 102 θα αναχωρήσει για Αθήνα από το διάδρομο 2". Κοιτάζω τους διαδρόμους. Υπάρχουν μόνο 2. Ο ένα και ο δύο. Η απόστασή τους είναι - δεν είναι 2 μέτρα. Πρακτικά δηλαδή να το δεις, αν βρίσκεσαι στον ένα, μπορείς να δεις και τον δύο. Και τούμπαλιν. Είναι περιεργη χώρα η Ελλάδα. Σάπιο περιεχόμενο με φανταχτερό περιτύλιγμα.

Ένα ζευγάρι φιλιέται παθιασμένα. Αυτός μόλις έφτασε. Ή αυτή μόλις φεύγει. Ή έφτασαν και οι δύο. Ή φεύγουν και οι δύο. Κάτι τέτοιο τέλος παντων. Μια καθαρίστρια περνάει. Κάνω στην άκρη. Τραγουδάει και μαζεύει φύλλα. Μαζεύει φύλλα και τραγουδάει. Ένα τραγούδι για την αγάπη που θυμίζει φύλλα. "Α, ρε, ριζώσαμε εδώ χάμω..." Μονολογεί. "Ε εσύ! Που ήρθες εδώ; Θα σε βρίσουν οι ταξιτζήδες!". Κοιτάω εκεί  που απευθύνεται. Ένα αστικό λεωφορείο, με ταμπέλα σβηστή και δρομολόγιο άγνωστο έχει παρκάρει ανάμεσα στον διάδρομο 1 και στο πάρκινγκ των ταξί . Ποιός ξέρει γιατί; Ίσως να ζήλεψε τα υπεραστικά λεωφορεία και να προσπαθεί να τους μοιάσει. Ίσως να εκτελεί κάποιο νέο, πιο φθηνό και πιο επικίνδυνο υπεραστικό δρομολόγιο με σκοπό ακόμη μεγαλύτερο κέρδος. Δεν βαριέσαι. Κανείς δεν μπορεί να τα ξέρει όλα. Κάποια πράγματα πρέπει να τα αφήνεις στην τύχη τους.
Το ζευγαρι δίπλα τσακώνεται.

-...τότε που είχαμε τσακωθεί για τις πετσέτες!
-Ναι, αλλά τελικά βγήκα από πάνω!
-Ε, γυρίσαμε πίσω, όπως είχα πει! Έγινε το δικό μου!
-Μμμ...

Τσακωμός στην μνήμη ενός παλιότερου τσακωμού. Ο άντρας νίκησε. Η κοπέλα θύμωσε. Μια πικρή νίκη. Η ιστορία επαναλαμβάνεται.
 Κοιτάω την καθαρίστρια. Πάλι μονολογεί. Για τον καιρό που δουλεύει εδώ. Για τα λεφτά που  παίρνει. Λόγια που θα έπρεπε να πει σε κάποιον αλλά τελικά τα λέει στον εαυτό της. Όπως όλοι. Ή σχεδόν όλοι. Την προσοχή μου αποσπούν μπλε ανθρωπάκια που τριγυρίζουν το σταθμό. Σεκιουριτάδες. Άλλοι, αποτυχημένοι μπάτσοι. Άλλοι, άνθρωποι απεγνωσμένοι για δουλειά. Σοβαρό και βαριεστημένο ύφος αντίστοιχα. Σχεδόν αδύνατο να τα ξεχωρίσεις.

Μπαίνω μέσα στο σταθμό. 

"Φιλαράκι, έχεις πενήντα λεπτά να πάρω κάτι να φάω;"
"Όχι ρε φίλε, δεν έχω".

Έχει πλάκα η ιστορία με τα πενηντάλεπτα. Παλιά έλεγες "όχι δεν φίλε δεν έχω" και σκεφτόσουν "έχω αλλά δεν γουστάρω να σου δώσω". Οι ναρκομανείς σε κοιτούσαν δύσπιστα και κάποιοι σε έβριζαν κιόλας. Τώρα λες "δεν έχω" και η αλήθεια δεν απέχει και πολύ. Οι ναρκομανείς φεύγουν μετά την πρώτη άρνηση.

Γκισέδες. Στους γκισέδες υπάλληλοι -  ρομπότ επαναλαμβάνουν μηχανικές κινήσεις. Εκδίδουν εισητήρια για τον παράδεισο. Επικυρώνουν τις επιθυμίες φυγής του κάθε πικραμένου. Είναι οι Άγιοι Πέτροι επί των σταθμών του ΚΤΕΛ. Το ταξίδι σου τελικά εξαρτάται από τις διαθέσεις του υπαλλήλου - ρομπότ. Έχουν τεράστια εξουσία στα χέρια τους αλλά δεν το ξέρουν. Όπως όλοι. Ή σχεδόν όλοι.

Κοιτάω τα βλέμματά τους. Πελάτης, πισί, ρέστα, υπερπέραν. Κάτι ψάχνουν στο υπερπέραν. Ίσως τα όνειρα για τη ζωή που είχαν κάποτε. Όνειρα που χάθηκαν μέσα σε γκισέδες και μηχανικές κινήσεις.

Κοιτάω τους επίδοξους ταξιδιώτες. Παλιά το ταξίδι ήταν ευτυχία. Έβλεπες πρόσωπα λαμπερά, χαμόγελα. Και τώρα υπάρχουν. Αλλά μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Οι περισσότεροι ταξιδεύουν λόγω κάποιας υποχρέωσης. Οι περισσότεροι ταξιδεύουν όσο πιο λίγο γίνεται. Δεν είναι ότι δεν θέλουν. Είναι ότι δεν μπορούν.

Οι μελλοντικοί επιβάτες των υπεραστικών λεωφορείων μετράνε τα χρήματά τους. Όπως όλοι. Οι υπάλληλοι - ρομπότ κοιτάνε διαδοχικά το πισί, το εισητήριο, τον πελάτη και τα λεφτά. Και πάλι από την αρχή. Βεβαιώνονται πως όλοι φέρουν τα διαπιστευτήρια που απαιτούνται για τα εισητήρια που διεκδικούν. Και είναι αυστηροί σε αυτό. Οι περισσότεροι υπάλληλοι και ελεγκτές είναι αυστηροί. Απαιτούν επίδειξη ειδικής κάρτας για την έκδοση μειωμένου εισητηρίου. Βεβαιώνονται ότι οι ιδιοκτήτες των λεωφορείων δεν θα χάσουν ούτε ευρώ. Η αυστηρότητα των υπαλλήλων των ελεγκτών και των σεκιουριτάδων διασφαλίζει την τήρηση της τάξης και την κερδοφορία των ιδιωτών που έχουν τα ΚΤΕΛ. Είναι να λυπάσαι που δεν βγάζουν και οι ίδιοι τίποτα.

Περνάω όλους τους απαραίτητους ελέγχους. Είμαι καθαρός. Μπαίνω στο λεωφορείο. Σκέφτομαι πως τα λεωφορεία είναι σαν τη ζωή. Τα πάντα μπορούν να παρομοιαστούν με τη ζωή. Αρκεί να έχεις όρεξη.

"Συγγνώμη, μήπως μπορείτε να κάνετε στην άκρη να περάσω γιατί έχω το 24;"
Κοιτάω. Είναι μια γυναίκα. Κάθεται ήδη στο 24. Εγώ κάθομαι στο 23, δηλαδή στη θέση μου. Οι αριθμοί είναι σαφείς. Αυτή νομίζει ότι το 23 είναι το 24. Kαι το αντίστροφο.
Την κοιτάω πιο προσεκτικά. Άσχημα έντονο μακιγιάζ, εκτυφλωτικό κόκκινο κραγιόν, λεοπάρ φόρεμα.
"Ναι, μάλιστα" απαντάω και κάθομαι στο 24 προκειμένου να την αφήσω να περάσει στο υποθετικό 24 που είναι η θέση μου. Μερικές φορές στη ζωή είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσεις ακόμη και τα πιο απλά πράγματα.

Το λεωφορείο γεμίζει. Σαρανταεννιά άνθρωποι ετοιμοι να ξεκινήσουν ένα  νέο ταξίδι, μια καινούρια περιπέτεια. Με προσμονή για τον προορισμό στον οποίο, σύμφωνα με τις πιθανότητες, μπορεί και να μην φτάσουν ποτέ.

Μπαίνει και ο οδηγός. Οι πόρτες κλείνουν. Οι σαρανταεννιά κοιτάζουν στο υπερπέραν. Ο ένας κοιτάζει στον καθρέφτη προκειμένου να ξεπαρκάρει.

Είναι τουλάχιστον περίεργο. Σαρανταεννιά άνθρωποι, ξένοι στη ζωή και ξένοι και μέσα στο λεωφορείο, καθονται σιωπηλά, περιμένουν υπομονετικά στα καθίσματά τους για τρεις ώρες.Την μοίρα σαρανταεννιά ανθρώπων, για τρεις ώρες, την ορίζει ο ένας.
Το λεωφορείο ξεκινάει. Ελπίζω να τα καταφέρουμε. 

Καταδίωξη

Ήταν νύχτα. Το φεγγάρι είχε σχεδόν χαθεί πίσω από κάποια σύννεφα. Οι σάλπιγγες του δίκαιου πολέμου ήχησαν περήφανα και επαναλαμβανόμενα, γεμίζοντας την πόλη με εκκωφαντικούς θορύβους εφησυχασμού. Το ψυχρό -μα τόσο θερμό συνάμα- φως της ασφάλειας, ο φάρος της τάξης, έλαμψε παντού. Ο κόσμος κλείστηκε στα σπίτια του και ασφάλισε τα παντζούρια του, μην μπορώντας να σταθεί αντάξιος της λάμψης της δικαιοσύνης.

Τα περήφανα σιδερένια άτια της Ελληνικής Αστυνομίας βρυχήθηκαν, καταπίνοντας άσφαλτο και ξερνώντας καυσαέριο. Ο εχθρός εντοπίστηκε γρήγορα. Ύπουλος, υποχθόνιος και μελαμψός όπως παντα. Οι τρεις ύποπτα καχεκτικοί μετανάστες έτρεχαν σε φαινομενικά υπεράνθρωπους ρυθμούς: όμως ο  ζήλος και η αυταπάρνηση των δώδεκα φρουρών του φιλήσυχου πολίτη βοήθησαν στο να τους φτάσουν. Γρήγορα περικυκλώθηκαν. Η μάχη ήταν αμφίρροπη. Η επικινδυνότητα μεγάλη.

Μετά από  λίγο, τρία μελαμψά κουφάρια περασμένα με χειροπέδες κείτονταν μέσα σε μια λίμνη αίματος. Τα ανιδιοτελή παλικάρια, οι τηρητές του νόμου, χαμογελούσαν μπροστά σε ακόμη μια επιτυχία ενάντια στον μεγάλο εχθρό της χώρας. Ξεσκονίζοντας, τις πάντα ατσαλάκωτες σκούρες στολές τους και μαζεύοντας τα λάφυρα της νίκης, έβαλαν μπρος και ξεκίνησαν για την επόμενη περιπέτειά τους, για την επόμενη τρανή μάχη του καλού ενάντια στο κακό. Τίποτε άλλο δεν τους κρατούσε πια εδώ.

Ο εχθρός είχε,και για απόψε, κατατροπωθεί. Η νομιμότητα είχε,και για απόψε, τηρηθεί.

Monday, 9 September 2013

Τότε και τώρα

Θυμάσαι τότε;
Τότε που στους δρόμους είχε ησυχία
Περπατούσαμε τότε και φωνάζαμε
Όχι πολύ, έτσι λίγο, 
μπας και τους ξυπνήσουμε

Μα προσέχαμε μην τους ξυπνήσουμε όλους
Μας κοιτούσανε περίεργα τότε,
μας αντιμετώπιζαν σαν ξένους
Ίσως ήμασταν ξένοι
θυμάσαι τότε; 

Τώρα δεν έχει πια καθόλου ησυχία
τώρα στους δρόμους κανείς δεν κοιμάται
Ούτε αυτοί που θέλαμε να ξυπνήσουμε
ούτε αυτοί που δε θέλαμε

Τώρα δεν μπορεί κανείς να κοιμηθεί
τώρα δεν υπάρχει ησυχία
τώρα έχουμε πόλεμο
Όπλα τους η φτώχεια και η ανεργία
βόμβες τους οι απολύσεις, οι φόροι, η τρομοκρατία
στόχος τους τα spreads, τα δάνεια και τα κέρδη

Τώρα κανείς δεν μας κοιτάζει περίεργα
Τώρα δεν είμαστε ξένοι
Τώρα οι φωνές μας δεν ακούγονται
τις φωνές μας τις σκεπάζουνε οι κρότοι του πολέμου

Τώρα εμείς μεταναστεύουμε
μας διώχνουν από τα σπίτια μας
για μιαν άλλη ζωή
για καθόλου ζωή
για τίποτα

Δεν είμαστε διαφορετικοί από αυτούς που έρχονται εδώ
αλήθεια
Έχουμε το ίδιο μελαμψό χρώμα
της καταγωγής, της φτώχειας, της ανέχειας
Ξέρεις τί είναι να μην έχεις σπίτι;
Ε, ξέρεις;
Τί στα λέω σίγουρα ξέρεις

Τώρα δεν υπάρχει καθόλου ησυχία
τώρα κανείς δεν ησυχάζει
κανείς δεν μπορεί να ησυχάσει

'Εχουμε και 'μεις όμως όπλα
την αλληλεγγύη, την ανυπακοή, την απεργία
Πάρε και συ ό,τι μπορείς,
μ'ακούς;

Έχουμε πόλεμο. 

Saturday, 7 September 2013

Κλικ

Ήταν μόνος. Βράδιαζε. Τα παράθυρα μισόκλειστα. Αιρκοντίσιον. Με ένα "κλικ" στο τηλεκοντρόλ το έκλεισε. Μετά από λίγο ζεστάθηκε και το ξανάνοιξε. Ήταν περίεργο αυτό το αιρκοντίσιον. Ό,τι θερμοκρασία και να επέλεγες από τις δεκάδες που είχε, αν έμενε πάνω από κάποια ώρα ανοιχτό ένιωθες ότι κρύωνες. Έτσι αναγκαζόσουν πάντα να το κλείσεις, μέχρι να "έρθεις στα ίσια σου", να νιώσεις πάλι τον καύσωνα και να το ξανανοίξεις. Ήταν περίεργο αλλά το ίδιο ένιωθε ότι συνέβαινε με όλα τα αιρκοντίσιον. Ή και με τον ίδιο. Όλες εκείνες οι επιλογές και αυτός να μην ικανοποιείται με τίποτα. Δίπλα του η τηλεόραση έπαιζε κάποια προπαγάνδα της κάποιας κυβέρνησης. Βουβή. Έλουζε το δωμάτιο με το μπλε φως. Βασικά για αυτό την άφηνε ανοιχτή. Για το μπλε της το φως. Θεωρούσε πως έδινε στο δωμάτιο μια άλλη διάσταση. Ταινιακή.

Φύσηξε τον καπνό από το τσιγάρο του. Έβηξε. Στην πραγματικότητα ποτέ του δεν μπόρεσε να συμφιλιωθεί με το κάπνισμα - του έκανε κακό και το ήξερε. Αλλά ήταν και αυτό μέσα στους αναγκαίους συμβιβασμούς, μέσα στα χιλιάδες πράγματα που πίεζε τον εαυτό του να κάνει. Κοιτούσε τον τοίχο. "Κλικ". Αιρκοντίσιον κλειστό. Τσιγάρο, τοίχος, μπλε φως, αιρκοντίσιον. Πίεζε τον εαυτό του. Ξανακοίταζε τον τοίχο. Πιεζόταν. Μέσα του κόντευε να σκάσει. Έξω του, πιεζόταν. Πιεζόταν να νιώσει κάποιος, πιεζόταν να αισθανθεί κάποιος από τους χιλιάδες πρωταγωνιστές ταινιών που θαύμαζε. Κάποιος απόμακρος, μυστηριώδης τύπος με φαινομενική ανικανότητα αλλά πλούσιο εσωτερικό κόσμο. Κάποιος από αυτούς που περνούσαν τη ζωή τους καπνίζοντας, ενώ κοιτούσαν έναν τοίχο φωτισμένο μπλε από το φως της τηλεόρασης. Δεν έκαναν τίποτα, αλλά φαινόντουσαν τουλάχιστον σημαντικοί καλλιτέχνες. "Κλικ". Αιρκοντίσιον ανοιχτό. Δεν άντεχε άλλο. Κόντευε ενα σκάσει. Ένιωθε ότι πνιγόταν. "Κλικ".

Το ήξερε. Το ήξερε ότι όλα αυτά είναι ψέμματα. Το ήξερε και δεν μπορούσε να το αγνοήσει. Το να κοιτάς τον τοίχο καπνίζοντας, δεν σε κάνει σπουδαίο. Ή απόμακρο. Ή σημαίνουσα προσωπικότητα. Το να κοιτάς τον τοίχο καπνίζοντας σε κάνει έναν ακόμη ασήμαντο άνθρωπο, που ζει, αναπνέει, έχει τα ίδια προβλήματα και τον γαμάνε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως και εκατομμύρια άλλους που απλώς κοιτάει τοίχους και καπνίζει. Όχι. Σίγουρα το να καπνίζεις κοιτώντας τοίχους δεν σε κάνει να ξεχωρίζεις. Με την σκέψη αυτή αποκοιμήθηκε.

Ξύπνησε μετά από ώρες. Το αιρκοντίσιον κλειστό. Ο τόπος έβραζε. Και μέσα και έξω. Ζέστη και θόρυβος. Πολύς θόρυβος. Φωνές. Χιλιάδες φωνές. Άνοιξε τα παράθυρα. Πολύς κόσμος στους δρόμους. Κάποια συγκέντρωση ενάντια στα μέτρα της κάποιας κυβέρνησης. Κοίταξε τον κόσμο που διαμαρτυρόταν στο δρόμο. Του ήρθε στο μυαλό ένα απόσπασμα από κάποιο βιβλίο στο οποίο κάποιος ρώτησε έναν γέροντα αν ήταν ευτυχισμένος. Εκείνος απλώς του απάντησε ότι "πολέμησε με τον Άρη". Τότε ο νεαρός κοίταξε το πρόσωπό του. Ο γέρος ήταν ευτυχισμένος. "Τί άνθρωπος και εκείνος ο Άρης! Αγωνιστής, ήρωας πραγματικός!" σκέφτηκε. Αν ήταν κάτι που θαύμαζε περισσότερο από τους απόμακρους πρωταγωνιστές που καπνίζουν κοιτώντας τοίχους, αυτό ήταν κάτι τύποι σαν τον Άρη. Ο Άρης όμως είχε πεθάνει. Ξαφνικά χαμογέλασε. Του είχε έρθει μια ιδέα.

Με γρήγορες κινήσεις, άρπαξε ό,τι ρούχα βρήκε μπροστά του, τα φόρεσε όπως - όπως και έτρεξε προς τα έξω. Προς το δρόμο. "Ο Άρης έχει πεθάνει, αλλά καλύτερα να είσαι ακόμη ένας ασήμαντος άνθρωπος εκεί έξω παρά εδώ μέσα", είπε στον εαυτό του. Ξαφνικά κοντοστάθηκε. Σαν να θυμήθηκε κάτι. Γύρισε πίσω, πήρε το τηλεκοντρόλ του αιρκοντίσιον και το πέταξε με δύναμη στα σκουπίδια. Αν πηγαίναν όλα καλά, δεν θα το ξαναχρειαζόταν.

Friday, 30 August 2013

Νύχτα στην Εθνική Οδό

Ταμπέλες. Πολλές Ταμπέλες. Χρώματα. Πολλά χρώματα. Η πανδαισία του αταίριαστου. Το αμάξι επιταχύνει και τα χρώματα μεταμορφώνονται σε έναν αταίριαστο πίνακα, μια συνεχόμενη πολύχρωμη φωτεινή γραμμή που απλώνεται όσο φτάνει το μάτι. Δεν υπάρχει αμάξι. Μερικές φορές μου αρέσει να φαντάζομαι πράγματα. Σαν ταινία. Έχει πλάκα. Η ζωή όμως δεν είναι ταινία. Μοιάζει με ταινία, αλλά δεν είναι. Είναι πολύ πιο συνηθισμένη. Και μερικές φορές, δεν είσαι καν πρωταγωνιστής. Είσαι απλός κομπάρσος. Ή ούτε καν κομπάρσος. Θεατής. Απλός θεατής. Η ζωή εξελίσσεται μπροστά σου και εσύ την παρακολουθείς από μια παράμερη γωνιά. Για τη ζωή αποφασίζουν κάποιοι. Κάποιοι. Όχι όλοι. Και οι υπόλοιποι; Παρατηρούν.

Κι άλλες ταμπέλες. Κι άλλα χρώματα. Μοιρολάτρης; Όχι, δεν είμαι μοιρολάτρης. Βασικά η ζωή είναι αυτό που προκαλούν οι άνθρωποι που αντιδρούν στις διαταγές αυτών που αποφασίζουν για τη ζωή. Ωραίο αυτό. Μου άρεσε. Δεν είναι καλό να είσαι μοιρολάτρης. Ούτε ονειροπόλος. Είναι καλό να είσαι κάτι ανάμεσα. Η μετριότητα. Ο μέσος άνθρωπος. Ένα βυζί και ένα αρχίδι. Καλύτερο από τα άκρα. Ναι. Πολύ καλύτερο.

 Ταμπέλες. Χρώματα. Διαφημίσεις. "Πάρε κείνο, πάρε τ' άλλο, πάρε και αυτό, όλα σε Ε-ΞΕΥ-ΤΕ-ΛΙ-ΣΤΙ-ΚΕΣ τιμές". Τα όνειρα. Τα όνειρα δεν είναι αυτό που φανταζόμαστε. Τα όνειρα δεν είναι ωραία. Θέλω να πω, δεν είναι καλό να κάνεις όνειρα. Τα όνειρα μπορεί να είναι καλά ή και καλά. Άμα είναι κακά, είναι κακά. Προφανές. Αν είναι καλά, αν δηλαδή κάνεις καλά όνειρα, και αυτά δεν πραγματοποιηθούν, απογοητεύεσαι. Πολύ. Αν από την άλλη, αν τα όνειρά σου γίνουν αληθινά, τότε τι; Τίποτα. Απλώς σου φαίνεται φυσιολογικό. Γιατί το περίμενες. Το ονειρευόσουν. Δεν είναι καλό να κάνεις όνειρα. Στην χειρότερη, αισθάνεσαι σκατά. Στην καλύτερη, αδιάφορα. Πρέπει να ζεις το αυθόρμητο. Να εντυπωσιάζεσαι. Να γίνεται κάτι καλό, χωρίς να το επιδιώκεις. Τότε είναι που ζεις κάτι, που σου μοιάζει με ευτυχία. Γιατί ευτυχία δεν υπάρχει. Ένα όνειρο είναι. Ένα όνειρο έτοιμο. Προκάτ.

Μεγάλες ταμπέλες. Φωτεινές. Φώτα παντού. Πολύχρωμα φώτα. Ακόμα πιο μεγάλες ταμπέλες. Λας Βέγκας. Χονγκ Κονγκ. Αθήνα. "Ωραίο, μεγάλο, δυνατό". "Εύστοχο, πετυχημένο, πρακτικό".  "Τώρα προσεχώς και στην πόλη σας". Ο κόσμος γεμίζει φώτα και διαφημίσεις. "Ε-ΞΕΥ-ΤΕ-ΛΙ-ΣΤΙΚΕΣ ΤΙΜΕΣ ΓΙΑ Ε-ΞΕΥ-ΤΕ-ΛΙ-ΣΤΙ-ΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ". Η διαφήμιση. Η διαφήμιση είναι η απόδειξη του ότι κάποιος είναι, ότι οι υπόλοιποι πιστεύουν ότι είναι. Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι κάτι είναι καλό επειδή τους το είπαν. Δεν φταίνε οι άνθρωποι όμως. Τους το πλασσάρουν έτσι. Μετά πλασσάρονται σαν κάτι καλό και οι ίδιοι. Πλασσάρονται για να κάνουν πραγματικότητα τα όνειρά τους. Η υποκρισία. Της υποκρισίας. Ω υποκρισία.

 Χρώματα. Διαφημίσεις. Ταμπέλες. Φτηνά τσιγάρα. Φτηνά αμάξια. Φτηνές γυναίκες. Φτηνή διασκέδαση. Φτηνή ζωή.
Πολλοί είναι μισάνθρωποι. Είναι μόδα να είσαι μισάνθρωπος. Μισάνθρωπος και ελιτιστής. Να βρίζεις τους άλλους. Να το παίζεις ανώτερος. Να λες "σκατά σε όλους σας, σκατά στο σύστημα, σκατά και στη ζωή". Φαίνεσαι διαφορετικός. Επαναστάτης. Όμως δεν είσαι. Είσαι μοιρολάτρης. "Η ζωή είναι έτσι γιατί οι άνθρωποι είναι έτσι". Εγώ; Εγώ όχι. Εγώ βρίζω μόνο μερικούς.

Κι άλλα χρώματα. Κι άλλες ταμπέλες. Πολλά χρώματα. Μεγάλες ταμπέλες. Επιγραφές με νέον. Πιο μεγάλες ταμπέλες. Πιο πολλά χρώματα. Προσπαθούν να εντυπωσιάσουν. Να σου κλέψουν λίγες ματιές για ένα δευτερόλεπτο. Λίγες ματιές και λίγα ευρώ. Ευρώ το ευρώ, ο κόσμος γυρίζει. Βγάλε και συ μερικά να γυρίσεις μαζί του. Αυτοί που δεν έχουν, ας πέσουν κάτω. Στα αρχίδια μας. Υπογραφή: οι κάποιοι που αποφασίζουμε για τη ζωή σας.

Ο δρόμος απλώνεται μπροστά. Το αμάξι επιταχύνει. Ο δρόμος στρίβει. Ισιώνει. Ξαναστρίβει. Φαίνεται ατέλειωτος. Η ζωή. Η ζωή είναι σαν ένα αμάξι που επιταχύνει συνεχώς. Όταν ξεκινάει, πάει αργά, βλέπεις τα πάντα. Όλες τις λεπτομέρειες. Όλες τις πληροφορίες. Όλες τις επιγραφές νέον. Όσο επιταχύνει, μπορείς να δεις όλο και πιο λίγα. Πρέπει να έχεις συνεχώς τα μάτια σου στο δρόμο. Στο στόχο. Στο όνειρο. Δεν σε παίρνει να κοιτάς δεξιά και αριστερά. Είναι πολύ εύκολο να τρακάρεις. Και στο τέλος; Στο τέλος χάνεις τον έλεγχο του αμαξιού ούτως ή άλλως.

Τα φώτα της πόλης φαίνονται όλο και πιο έντονα. Λάμπουν όλο και περισσότερο. Πιο πολλά χρώματα. Πιο πολλές ταμπέλες. Πιο πολλές επιγραφές νέον. Πιο πολλές διαφημίσεις. Φτάνουμε. O τελευταίος σταθμός. Το τέλος. Ο θάνατος. Λένε ότι όταν πεθαίνεις η ζωή περνάει σαν ταινία μπροστά από τα μάτια σου. Αν αυτό συμβεί, θέλω στο τέλος, μετά τα credits, να υπάρχει αυτή η μικρή κρυφή σκηνή που υποδηλώνει ότι θα υπάρξει και sequel.


Wednesday, 28 August 2013

H Καινούρια Κλειδαριά

Ο Τάσος σταμάτησε μπροστά στην πόρτα της πολυκατοικίας του. Την έσπρωξε, μηχανικά, έτσι από συνήθεια ,μα όπως ήταν αναμενόμενο, η πόρτα δεν άνοιξε.
 "Γαμώτο"  βρυχήθηκε και παράτησε τις δεκάδες βιοδιασπώμενες σακούλες και χαρτοσακούλες σουπερμάρκετ - μανάβικου  και λοιπών εμπορικών που κρατούσε προκειμένου να ψάξει για τα κλειδιά του. Στην πόρτα της πολυκατοικίας Τάσου είχαν βάλει καινούρια κλειδαριά. Και αυτό το πράγμα τον εκνεύριζε.

Παλιά, με την άλλη κλειδαριά, η πόρτα στην είσοδο της πολυκατοικίας ήταν αλλιώς. Δεν έκλεινε καλά, πολλές φορές ξεχνιόταν ανοιχτή, άλλες φορές αρκούσε ένα απλό σπρώξιμο για ν' ανοίξει. Σχεδόν πάντα κατάφερνες να μπεις στην πολυκατοικία, χωρίς να κόψεις καν ταχύτητα από το γρήγορο βάδισμα που συνήθως έχεις όταν επιστρέφεις σπίτι. Η παλιά πολύτιμη κλειδαριά σου επέτρεπε να συνεχίσεις αβίαστα την βιαστική ζωή που όλοι οι κάτοικοι της πόλης υιοθετούν χωρίς λόγο. Η κλειδαρίτσα καθόταν εκεί και δεν σε ενοχλούσε. Σε άφηνε να ζήσεις στους ρυθμούς που εσύ ήθελες. Απλά συνυπήρχατε στον ίδιο χώρο. Κανείς δεν πείραζε κανέναν.

Μετά κάποιος [αχαρακτήριστος] -"πιθανότατα άτομο με εξουσία, ίσως ο διαχειριστής ή εκείνη η σκρόφα του πέμπτου που φωνάζει πολύ", σκεφτόταν ο Τάσος- αποφάσισε ν' αλλάξει την κλειδαριά της εισόδου της πολυκατοικίας. Έτσι χωρίς, να τον ρωτήσει. Ούτε αυτόν, ούτε και κανέναν άλλο. Στ'αρχίδια του.

Και κάπως έτσι ήρθε αυτή. Η καινούρια κλειδαριά. Πόσο την αντιπαθούσε ο Τάσος! Από τότε που πρωτομπήκε στεκόταν εκεί, αγέρωχη, γυαλιστερή, δήθεν τέλεια. Άμα την κοιτούσες πιο προσεκτικά, θα ορκιζόσουν ότι σε κοιτάει αφ' υψηλού. Σε κοιτούσε και ήσουν σίγουρος ότι σε μέτραγε, σε σύγκρινε σιωπηλά με τον εαυτό της. "Πώς είσαι έτσι; Κοίτα εμένα! Εγώ δεν έχω ελαττώματα! Είμαι τέλεια! Πώς τολμάς να με αντικρύζεις θνητέ; ". Σε έκανε να νιιώθεις σκουπίδι. Και όχι τίποτα άλλο, αλλά και η καινούρια στο κάτω - κάτω δεν ήταν και πολύ καλύτερη από την παλιά. Θέλω να πω, στην ίδια πολυκατοικία οδηγούσαν.

Του Τάσου ώρες - ώρες του θύμιζε την Τίνα. Είναι φοβερό πως, μερικές φορές, τα πάντα του θύμιζαν την Τίνα. Ήταν κάποιες φορλες, τότε που οι δυο τους ήταν μαζί, που εκείνη, με κάποιον τρόπο, του έβαζε κάποιο "εμπόδιο". Του έκρυβε κάτι, άλλαζε συμπεριφορά, ή φαινόταν ότι κάτι την πείραζε χωρίς να λέει τι, περιμένοντας τον Τάσο να το παίξει μέντιουμ και να βγάλει το φίδι από την τρύπα. "Άλλαζε κλειδαριά", δηλαδή. Και σα να μην έφτανε αυτό, κλείδωνε κιόλας και δεν του έδινε και το κλειδί. Και μετά εκείνος καθόταν μόνος, στο σκοτάδι, και στο κρύο, προσπαθώντας να βρει τρόπο να μπει.

Η παλιά κλειδαριά. Αυτή ήταν κλειδαριά. Με τα τούτα της, με τα κείνα της, με τα ελαττώματά της, με τα όλα της. Με το να μην κλείνει καλά, με το να σκουριάζει. Κλειδαριά φυσική. Σαν και τον Τάσο. Σαν όλους μας. Ούτε δήθεν τελειότητες, ούτε υπεροπτικά ύφη. Ούτε να ντρέπεσαι να βάλεις το κλειδί σου μήπως και σε μαλώσει επειδή την λέρωσες. Όπως, ώρες - ώρες, ήταν η Τίνα, τότε που ήταν μαζί.

Γενικά όλα τα παλιά πράγματα, όλα τα παλιά έπιπλα και λοιπά άρεσαν στον Τάσο. Του φαινόντουσαν λίγο πιο "ανθρώπινα". Λίγο πιο φυσιολογικά. Συρτάρια που πιτσικάρουν, πόρτες που τρίζουν, τηλεοράσεις που χιονίζουν, παιδιά που χτυπάνε στο παιχνίδι ,ηλικιωμένοι που φοβούνται το θάνατο, έφηβοι που φοβούνται τον έρωτα.

Ούτε δηθενιές, ούτε τελειότητες, ούτε τίποτα. Φυσιολογική, απλή, ατελής ζωή. Με τα καλά της, με τα κακά, της με τα όλα της.



Ο ήχος ενός κλειδιού που μπαίνει σε μια ολοκαίνουρια κλειδαριά διέκοψε τη σκέψη του Τάσου. Κοίταξε δίπλα του. Ήταν ένας τύπος που δεν τον είχε ξαναδεί. Καινούριος γείτονας μάλλον. Ψηλός, μελαχροινός, μαύρισμα διακοπών, εξωφρενικά περιποιημένο μουσάκι. Ο Τάσος τον κοίταξε. Εκείνος του χαμογέλασε. Το χαμόγελό του ήταν αστραφτερό, σχεδόν τον τύφλωσε. Το μυαλό του Τάσου ταξίδεψε το παρελθόν σε εποχές αλλοτινές, σχεδόν ξεχασμένες.

" Α ΡΕ ΤΗΝΑΚΙ, ΓΙΑΤΙ, ΡΕ ΤΗΝΑΚΙ, ΓΙΑΤΙ ΡΕΕΕΕΕΕ;" φώναξε και ξέσπασε σε λυγμούς.

Sunday, 25 August 2013

Πέναλντι

"...Είναι αστείο, αν το σκεφτείς. Και φαίνεται να ισχύει από πάντα. Όταν είσαι μικρός, οι περισσότεροι μεγάλοι, δηλαδή γονείς και λοιπά, πιστεύουν ότι θα γίνεις μεγάλος, δηλαδή τρανός. Το πιστεύουν και το θέλουν πολύ. Το επιθυμούν αφάνταστα. Κάθε μητέρα που σέβεται τον εαυτό της βλέπει στο παιδί της τον επόμενο πρωθυπουργό, ή τον ακριβοπληρωμένο γιατρό που το όνομά του θα μείνει ανεξίτηλο στους επιστημονικούς και μη κύκλους για την Χ μεγάλη του ανακάλυψη. 

Είναι πολύ αστείο. Στην αρχή δεν τους παίρνεις στα σοβαρά, δεν σε νοιάζει βρε αδερφέ. Θες να παίζεις μπάλα και να κάνεις ποδήλατο. Όσο μεγαλώνεις, δηλαδή γερνάς, καταλαβαίνεις κιόλας ότι αυτό που σου λένε είναι πολύ δύσκολο, δηλαδή αδύνατο. Όμως όταν μεγαλώσεις τελείως, δηλαδή κάνεις και συ παιδιά, το ξεχνάς και περιμένεις από τα παιδιά σου ακριβώς αυτό που περίμεναν οι γονείς σου από σένα. Αστείο, ε;

Πολλοί χαίρονται με το γεγονός ότι ο δυτικός κόσμος είναι και καλά ελεύθερος και ανοίγει δυνατότητες, και δεν είναι για παράδειγμα όπως στην Ινδία, που υπάρχουν κάστες και ένας υπηρέτης είναι αναγκασμένος να παραμείνει υπηρέτης. Αυτό είναι τεράστια μαλακία. Γιατί δεν υπάρχει καλύτερος υπηρέτης από αυτόν που περιμένει να γίνει μεγάλος, δηλαδή τρανός. Όταν πιστεύεις ότι θα γίνεις μεγάλος, αποκλείεται να τα βάλεις με τους μεγάλους, μαλάκας είσαι; Κανείς δεν τα βάζει με τους όμοιούς του, μόνο μέσω της συνεργασίας μπορείς να επιβιώσεις . Ισχύει από όταν ο άνθρωπος κατοικούσε στις σπηλιές.

Έτσι είναι. Έρχονται "αυτοί", οι μεγάλοι, δηλαδή οι τρανοί και σου λένε : προσπάθησε, κάνε υπομονή, μην αντιμιλάς, και θα γίνεις και συ μεγάλος. Έτσι πρέπει, έτσι είναι οι κανόνες. Και κάθεσαι εσύ μετά και χαρακτηρίζεις "τζαμπατζή" κάποιον που η κυβέρνηση σκότωσε για 1,40. 

Βέβαια θα πει κανείς, αυτό δεν είναι σωστό."Αυτοί" και τέτοια. Σε αυτό όλοι μαζί είμαστε. Εγώ νομίζω ότι αυτό είναι μια τεράστια μαλακία. Αυτό θέλουν "αυτοί" να πιστέψουμε. Για να τους αφήσουμε ήσυχους. 'Αυτοί είναι οι κανόνες φίλε,, θα σου πουν. Αλλάζουν οι κανόνες; 

Θα σου πω ένα παράδειγμα. Μια φορά παίζαμε μπάλα στο σχολείο. Ξαφνικά ένα φιλαράκι - διαιτητής - σφυράει πέναλντι. Ο τύπος που κατηγορήθηκε ότι έκανε το φάουλ, διαφωνεί. Εκνευρίζεται. Παίρνει την μπάλα και απειλεί ότι δεν θα μας τη δώσει αν δεν παρθεί πίσω η απόφαση. Γίνεται χαμός. Κάποιοι φωνάζουν το γυμναστή και εκείνος φωνάζει το διευθυντή. Τελικά ο τύπος αφήνει την μπάλα, και τρώει και μια μέρα αποβολή. 

Άλλο περιστατικό. Παίζουμε πάλι μπάλα στο σχολείο. Τάξη εναντίον τάξης. Ξαφνικά το φιλαράκι - διαιτητής σφυράει πέναλντι. Αυτός που 'κανε ήταν συμμαθητής. Όλη τάξη διαμαρτύρεται. Διαφωνούμε. Φωνάζουμε. Γίνεται χαμός. Πέφτει ξύλο, πολύ ξύλο. Τάξη εναντίον τάξης. Ούτε γυμναστής, ούτε διεθυντής, ούτε τίποτα. Μόνο ξύλο. Ποιός νίκησε; Δεν θυμάμαι, δεν έχει σημασία. 

Αλλά αυτό είναι που θέλω να σου πω, φίλε. Γάμα τους μεγάλους. Οι κανόνες αλλάζουν. Όπως στο σχολείο. Όπως μ' εκείνο το πέναλντι..."

Σ'εκείνο το σημείο ο ταξιτζής - φιλόσοφος σταμάτησε γιατί είχαμε φτάσει στο προορισμό μου. Τον ρώτησα πόσο χρωστάω. Με ένα νόημα με έκανε να καταλάβω ότι δεν θέλει λεφτά. Περίεργο πράγμα. Άνοιξα την πόρτα και βγήκα έξω.

"Α, και φίλε" μου είπε κάνοντας νόημα να ξαναπλησιάσω"...μην ξεχνάς. Σκατά στους διανοούμενους", συμπλήρωσε, σα να μου έδινε τα ρέστα.

Saturday, 24 August 2013

Η Σοφία

Μια μέρα, ήρθε ο μικρός μου γιος και με ρώτησε τί σημαίνει σοφία. Δηλαδή δεν έχω γιο. Αλλά έτσι κάνω εγώ. Όταν αναρωτιέμαι κάτι, φαντάζομαι ότι μου το ρωτάει ο μικρός μου γιος. Έτσι. Γιατί είναι μικρός, δεν ξέρει πολλά, και πρέπει να μπω στον κόπο να του εξηγήσω όσο καλύτερα γίνεται. Έτσι και εγώ καταλαβαίνω καλύτερα, και ο φανταστικός μου γιος παίρνει την απάντηση που θέλει προκειμένου να συνεχίσει με την επόμενη ερώτησή του (έτσι είναι τα μαλακισμένα, ποτέ δεν ικανοποιούνται με μία απάντηση, κάθε φορά ρωτάνε όλο και πιο δύσκολες ερωτήσεις - σαν τα τηλεπαιχνίδια) και όλοι μένουμε ικανοποιημένοι.

Είπα λοιπόν στον φανταστικό γιο μου για μια φορά, που δυο συμφοιτητές μου και συγκάτοικοι, ο Μάκης και ο Γιάννης την "έπιναν" στο σπίτι τους, μόνοι (εμένα με παρέλειψα από την ιστορία λόγω τακτ). Αυτό είναι το δεύτερο κόλπο μου: μου αρέσει να απαντάω με παραδείγματα που είναι βγαλμένα ή θα μπορούσαν να είναι βγαλμένα από τη ζωή.

Την έπιναν λοιπόν, ο Μάκης και ο Γιάννης και ξαφνικά ο Μάκης εκμυστηρεύτηκε στο Γιάννη ότι μερικές φορές ένιωθε ότι η ζωή του "έφευγε, περνούσε και χανόταν από μπροστά του" και αυτός δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για αυτό. Εκεί ήταν που ο Γιάννης απάντησε πολύ σωστά ότι αυτό δεν πρέπει να τον στενοχωρεί μιας  "και τα πράγματα που δεν μπορεί να τα επηρρεάσεις δεν πρέπει καν να τα σκέφτεσαι", ατάκα που αργότερα έκλεψε ο Γκάντι και έκανε παγκόσμια καριέρα ως τσιτάτο που εμφανίζεται εξίσου σε έξαλλα μεθύσια φοιτητοπαρεών όπως και σε απεγνωσμένες προσπάθειες καμακιού των μεθυσμένων ,πλέον,  μελών των παρεών αυτών.

"Αυτό", που είπε ο Γιάννης, είπα αργά υπογραμμίζοντας τη σοβαρότητα της στιγμής στον ανύπαρκτο γιο, μου, "ήταν σοφό".

Μέσα μου σκέφτηκα πόσο περίεργη είναι η ζωή, που ένας 25χρονος μαλάκας ο οποίος έχει περάσει τη ζωή του σχεδόν αποκλειστικά ξύνοντας τ' αρχίδια του, κατά πάσα πιθανότητα ξέρει πολύ περισσότερα πράγματα για τη ζωή από έναν 45χρονο με κακοπληρωμένη δουλειά, γυναίκα και 3 παιδιά, και πως παρόλα αυτά και οι δύο καταφέρνουν να κάνουν εξίσου μεγάλες μαλακίες. Αλλά είπαμε. Έτσι είναι η ζωή. Περίεργη.

"Βέβαια, στο τέλος και ο Γιάννης που δεν σκεφτόταν ποτέ τη ζωή  που έφευγε, και ο Μάκης που το σκεφτόταν συχνά - πυκνά πεθάναν από υπερβολική χρήση", είπα στο τέκνο μου.

"Δηλαδή, μπαμπά; Δηλαδή;" ρώτησε, ανοιγοκλείνοντας τα τεράστια, πανέμορφα, καταγάλανά του μάτια, το αχόρταγο, υπέροχο, φανταστικό βλαστάρι μου (εμ, τί, θα έκανα εγώ ψεύτικο γιο και δεν ήταν πανέμορφος;)

"Δηλαδή, γάμα το. Σοφία ήταν μια γκόμενα με την οποία ποτέ δεν κατάφερα να έχω καλές σχέσεις. Αλλιώς, τί; Θα ήμουν εγώ  τώρα εδώ, να μιλάω με ένα γαμημένο ανικανοποίητο κωλόπαιδο που, σαν να μην έφταναν όλα τ'άλλα, δεν υπάρχει κιόλας;" του φώναξα και ύστερα έτρεξα έξω από το σπίτι, έβαλα μπρος το φανταστικό μου αυτοκίνητο και έφυγα μακριά από τον φανταστικά εκνευριστικό γιο μου και τις ερωτήσεις του.

Το φανταστικό μου αυτοκίνητο επιτάχυνε ολοένα και περισσότερο και εγώ, καθώς έβλεπα τα υποθετικά δέντρα να πλησιάζουν και να απομακρύνονται με ταχύτητα και  την ανύπαρκτη 'άσφαλτο να χάνεταικάτω από το αμάξι,σκέφτηκα ότι αυτή η γαμωζωή είναι γεμάτη φανταστικές υποχρεώσεις. Και ότι η Σοφία ήταν πολύ φίνο γκομενάκι.







Friday, 23 August 2013

ΑΝΤΑΛΑΣΣΕΤΑΙ

εργατική δύναμη

,με αμοιβή οσηδήποτε και κάλυψη αναγκών αμφίβολη.
Ασφάλεια και αξιοπρέπεια αδιάφορες. Επιβίωση επιθυμητή.
Ελπίδα από καιρό χαμένη.

Thursday, 22 August 2013

Νόμος & Τάξη

 5 η ώρα. Χαράματα. Μπαίνουν στο σπίτι σου. Δεν χτυπούν. Σπάνε την πόρτα. Γιατί; Κάτι ψάχνουν. Κάτι θα 'χεις. Τί ψάχνουν; Εσύ ξέρεις. Εσύ το έχεις. Μην κάνεις πως δεν ξέρεις. Ξέρεις τί έχεις. Ξέρεις τί ψάχνουν.

"ΠΟΥ ΤΟ ΕΧΕΙΣ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ;". Φωνάζουν. Αναρωτιέσαι. Μην κάνεις πως δεν ξέρεις. Ξέρουν ότι ξέρεις. Αναποδογυρίζουν έπιπλα. Αδειάζουν συρτάρια με δύναμη στο πάτωμα. Σπάνε τις πόρτες και ψάχνουν όλα τα δωμάτια. Κάνουν το σπίτι φύλλο και φτερό. Ένας χοντρός αστυνομικός αποφαίνεται. "Δεν υπάρχει τηλεόραση". Αυτό είναι. Έγκλημα. Παράβαση λίγο χειρότερη από φόνο. "Απαγορεύεται μην έχω τηλεόραση;". Ένας άλλος αστυνομικός σε χτυπάει με την ανάποδη μεριά του γκλομπ. "ΜΗΝ ΜΟΥ ΚΑΝΕΙΣ ΤΟΝ ΕΞΥΠΝΟ!" Άμα δεν έχεις τηλεόραση, δεν μπορείς να ακούς την φωνή της κυβέρνησης. Άμα δεν έχεις τηλεόραση, αγνοείς την κυβέρνηση. Άμα δεν έχεις τηλεόραση, είσαι παραβατης. Τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Δεν μπορεί να μην ήξερες. Κάνεις ότι δεν ήξερες. Ο αντίστοιχος νόμος έχει πάνω από 4 ώρες που ψηφίστηκε.

Σαν να μην έφτανε αυτό, ένας άλλος έρχεται κρατώντας κάτι πράγματα που έχουν γράμματα πάνω τους.Τετράδια. Χαρτιά. Βιβλία. Οι αστυνομικοί τρελαίνονται. Έχεις βιβλία. Δεν έχεις τηλεόραση και έχεις βιβλία. Είσαι εγκληματίας πρώτου βαθμού. Οι ιδέες είναι πιο επικίνδυνες από τα όπλα.  Είναι γνωστό. Είσαι επικίνδυνος. Είσαι επικίνδυνος για το κοινωνικό σύνολο. Ο αστυνομικός που σε χτύπησε, σε ξαναχτυπά. Αυτή τη φορά στο κεφάλι. "ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΑ, Ε; "Σου 'ρχεται να πεις κάτι. Το σκέφτεσαι ξανά. Σιωπή. Βρίσκουν και άλλα. Ένας άλλος φέρνει κάτι σιδερένια μαχαιροπήρουνα. Αιχμηρά Αντικείμενα. Ένας άλλος φέρνει μπιτόνι με πετρέλαιο. Εύφλεκτο υλικό. "ΤΙ ΤΟ ΘΕΣ ΤΟ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ ΡΕ ΑΡΧΙΔΙ; ΕΙΣΑΙ ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΡΕ; ΜΙΛΑ ΡΕ!". Δυο ανάποδες γκλοπιές στο πρόσωπο. "Ρε παιδιά, να, να, ζεσταθ..." ψελλίζεις. Μια κόβει την φράση απότομα. "ΜΕ ΤΙ ΛΕΦΤΑ ΝΑ ΖΕΣΤΑΘΕΙΣ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ; ΑΣΤΑ ΣΑΠΙΑ ΡΕ, ΠΟΣΕΣ ΒΟΜΒΕΣ ΕΧΕΙΣ ΦΤΙΑΞΕΙ ΜΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ, ΡΕ;" Δύο - τρεις αστυνομικοί σε κλωτσάνε.

Ο 12χρονος γιος σου ξεπροβάλλει στο διάδρομο. Η φασαρία τον ξύπνησε. Τρίβει τα μάτια του. "Μπαμπά;"

Η απάντηση είναι άμεση. Ένας αστυνομικός τον πυροβολάει. Στο κεφάλι. Εσύ ούτε είδες, ούτε άκουσες τίποτα. Έχεις ήδη πέσει αναίσθητος από ξύλο.



Ειδήσεις των 8.

  "Η αστυνομία, κατά τη διάρκεια μιας πολύ ριψοκίνδυνης επιχείρησης, κατάφερε να εξαρθρώσει επικίνδυνη σπείρα τρομοκρατών. Κατά τη διάρκεια της συμπλοκής, ένας τρομοκράτης ο οποίος προσπάθησε να επιτεθεί στους αστυνομικούς, τραυματίστηκε θανάσιμα."

"Ευχαριστούμε την αστυνομία για το έργο της. Υποσχόμαστε ότι το σχέδιο επιβολής του νόμου σε όλη την χώρα, θα προχωρήσει κανονικά. Για τη διατήρηση της νομιμότητας. Για την ασφάλεια της χώρας μας. Για την ασφάλεια όλων των νόμιμων Ελλήνων πολιτών.", δήλωσε ο εκπρόσωπος τύπου της κυβέρνησης. 

Wednesday, 21 August 2013

Πανσέληνος

-Σαν κεφάλι τυρί.
-Σαν κίτρινο μπαλόνι.
-Σαν παλιό κατοστάρικο.
-Σαν μεγάλο λεμόνι.
-Σαν τεράστια πατάτα.
-Σαν πατάτα είναι το κεφάλι σου! 

Γέλια. 

Ο Νίκος και η Μαίρη, συνήθιζαν να παίζουν αυτό το παιχνίδι, κάθε φορά που είχε πανσέληνο, όσο καιρό ήταν μαζί. Ήταν κάτι σαν παράδοση. Σε κάθε πανσέληνο, βρισκόντουσαν, έβρισκαν ένα σημείο που να έχουν καθαρή εικόνα του φεγγαριού και έπαιζαν, οι δυο τους μόνο.  Ο ένας έλεγε με τί του έμοιαζε το φεγγάρι εκείνη τη νύχτα, και ο άλλος έπρεπε να βρει κάτι εξίσου ευφάνταστο να απαντήσει. Εκείνος που δεν κατάφερνε να πει κάτι, έχανε.  Διασκέδαζαν πολύ με αυτό το παιχνίδι. Και ήταν αναμφίβολα πολύ καλύτερο από όλα τα κλισέ του τύπου πόσο-όμορφη-είσαι-λουσμένη-από-το-φεγγάρι και έλα να-πάμε-ένα-περίπατο-κάτω-από-το-φεγγάρι-που-ναι-ρομαντικά. 

Ο Νίκος και η Μαίρη χώρισαν πολύ άσχημα, μετά από λίγα χρόνια. Ο Νίκος έλεγε ότι εκείνη την μέρα δεν είχε φεγγάρι. Η αλήθεια είναι πως δεν θυμόταν. Μα έτσι φαινόταν πιο ποιητικό.



(7 χρόνια μετά, σ'ένα τηλεφωνικό θάλαμο, με θέα την Ακρόπολη και την Πανσέληνο)

Κουδούνισμα τηλεφώνου. 

"Ναι;"
"Έλα, τί κάνεις;"

Η Μαίρη κόμπασε για κάμποση ώρα.

"Έλα ρε συ, τί λέει;" είπε, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να φανεί άνετη.
"Μια χαρά..." απάντησε με εξίσου εξώφθαλμα ψεύτικη χαλαρότητα ο Νίκος.
"Πώς και;"
"Ξέρεις, έχει πανσέληνο σήμερα..."
"Και; Σου μύρισε τυρίλα;"
Ο Νίκος γέλασε. "Όχι, απλά θυμήθηκα ότι μου χρωστάς κάτι χρήματα..." είπε. 

Σε εκείνο το σημείο μια οποιαδήποτε κοπέλα θα του είχε κλείσει το τηλέφωνο στα μούτρα. Αλλά η Μαίρη είχε πολύ παραπάνω υπομονή και επιμονή από την οποιαδήποτε κοπέλα. Ειδικά όταν είχε αρκετό καιρό να κάνει σεξ. 

"Καλά, με παίρνεις μετά από 7 χρόνια, και δεν βρήκες κάτι καλύτερο να πεις;" τον ρώτησε, δήθεν θυμωμένα.
"Εεεμ, απ' ότι φαίνεται όχι" απάντησε εκείνος, δήθεν απολογητικά. 

Ο Νίκος και η Μαίρη μίλησαν για κανά δύωρο, μέχρι να τελειώσει η κάρτα του Νίκου. Θυμήθηκαν τα παλιά, είπαν τα καινούρια, γέλασαν, ρώτησαν, απάντησαν... Έκλεισαν ραντεβού για την επόμενη μέρα στο καφέ που κάποτε συνήθιζαν να συχνάζουν. 

Ο Νίκος κατέβασε το ακουστικό και βγήκε από τον θάλαμο.

"Σκατά. Απ' ότι φαίνεται, δεν θα τα πάρω ποτέ αυτά τα χρήματα..." μονολόγησε ο Νίκος και ξεκίνησε για το σπίτι του.

Πιο πάνω από αυτόν, ψηλά στον ουρανό, το φεγγάρι δέσποζε. Σαν μεγάλο γκρέηπφρουτ. Σαν ώριμο πεπόνι. Σαν στρογγυλό ταξί. Σαν...





Saturday, 17 August 2013

Η ωραία Αίγινα

Στην ωραία Αίγινα αντρώθηκα.

Εκείνη την λέγανε Σούλα. Μελαχροινή, μαυρομάτα με καμπύλες γενναιόδωρα δοσμένες από τη μητέρα της σίγουρα (γιατί ο πατέρας αμφιβάλλουμε για το ποιος ήταν). Η Σούλα ήταν η "ψημένη" χωριάτισσα, και εγώ ο και καλά "άπειρος έφηβος με το κορμί λαμπάδα" που της κιάλαρε.
 Είχαμε βρεθεί αρκετές φορές με τη Σούλα. Και τί δεν είχαμε κάνει μαζί.

Κάμποσα χρόνια αργότερα, κάτι τα χρέη, κάτι τα προβλήματα με την άδεια, η "ωραία Αίγινα" έκλεισε.
Η τσατσά, απ' ότι λέγεται, αγόρασε ένα περίπτερο εκεί κοντά. Η Σούλα, από την άλλη, άρχισε να δίνει κώλο στην Ομόνοια για να βγάλει το μεροκάματο.

Και ούτε χωριάτισσα, ούτε ρόλοι, ούτε τίποτα. Κώλο, έτσι απλά. Για λίγα φράγκα.

Και ήταν ωραίο το Σουλάκι, ρε γαμώτο...


Friday, 16 August 2013

Και τώρα, λίγο Μπέκετ

-Ξέρεις, λένε ότι το πέταγμα μιας πεταλούδας στον Αμαζόνιο μπορεί να προκαλέσει βροχή στην Κίνα...
-Το πιστεύεις αλήθεια αυτό;
-Δεν ξέρω.
-Λένε ότι ότι δεν βλέπεις δεν ξέρεις, αν ισχύει, έτσι δεν είναι;
-Μπορεί... Με σκέφτεσαι;
-Τί;
-Με σκέφτεσαι;
-Ναι. Πολύ.
-Μα καλά, είσαι τελείως αναίσθητος; Πώς γίνεται να συμβαίνουν τόσα πράγματα γύρω μας, και εσύ να σκέφτεσαι εμένα;
-Είσαι πολύ άδικη.
-Ε;
-Θέλω να πω, τώρα που σου απάντησα ότι σε σκέφτομαι, μου είπες ότι είμαι αναίσθητος επειδή δεν σκέφτομαι τί συμβαίνει γύρω μας. Αν όμως σου είχα απαντήσει ότι δεν σε σκέφτομαι επειδή σκέφτομαι αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, πάλι αναίσθητος δεν θα έλεγες ότι είμαι;
-Μπορεί. Στη ζωή καμιά φορά είσαι αναγκασμένος να χάνεις.
-Δεν ξέρω. Δεν μ'αρέσουν τα κλισέ.

Η Μαίρη, έτσι όπως ήταν ξαπλωμένη δίπλα από τον Τζόσουα,  έχωσε το χέρι της κάτω από την πλάτη του, σε μια προσπάθεια να τον αγκαλιάσει και να τον χαϊδέψει. Εκείνος το έσπρωξε μακριά.

-Και αυτό, κλισέ, έτσι;
-Ναι.

Ξαφνικά, τα φώτα έσβησαν και ξανάναψαν, και μετά από δυνατό χειροκρότημα, το κοινό βγήκε από την αίθουσα.Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, η αυλαία έπεσε.

"Πάνω στην ώρα, μόλις είχα αρχίσει να ξεμένω από ατάκες του Μπέκετ..."ψιθύρισε η Μαίρη στον Τζόσουα.

Ύστερα ο Τζόσουα έχωσε το χέρι του κάτω από την πλάτη της Μαίρης, την αγκάλιασε και τη χάιδεψε.

Ο Τζόσουα και η Μαίρη φιλήθηκαν, αντάλλαξαν γλυκόλογα και έκαναν πολλά ακόμη κλισέ πράγματα μέχρι την επόμενη μέρα, και την επόμενή τους παράσταση. 

Sunday, 5 May 2013

υπ' αριθμόν 9001

(Το παρόν κείμενο αποτελεί sequel του κειμένου Καλή Ανάσταση . Εμ τί; Μόνο οι άλλοι να βγάζουν εύκολο χρήμα; Εγώ μαλάκας είμαι; )

Με μια κίνηση του ποδιού του, ο γέρος ζητιάνος κούνησε το αυτοσχέδιο κασελάκι που είχε  μπροστά του. Σε λίγα λεπτά νύχτωνε, οπότε η στιγμή ήταν κατάλληλη  για έναν ημερήσιο απολογισμό πριν την εύρεση ενός καλού μέρος για να περάσει τη νύχτα. Ο ήχος που προήλθε από το κούνημα του κουτιού δεν ήταν και πολύ ενθαρρυντικός: και εκείνη την μέρα δεν είχε βγάλει σχεδόν τίποτα. Και εκείνη την χρονιά δεν είχε βγάλει σχεδον τίποτα.

Το πρόσωπο του ζητιάνου σκοτείνιασε, καθώς έφερε στο μυαλό του όλες τις απελπισμένες του προσπάθειες για επιβίωση: και τί δεν είχε δοκιμάσει τη χρονιά που είχε περάσει!

Αρχικά, είχε χτυπήσει πόρτες γραφείων, επιχειρήσεων κάθε λογής, εταιριών, υπηρεσιών, έως και εργοστασίων. Σε όλους του έλεγε το ίδιο: ότι έψαχνε μια δουλειά, ό,τι δουλειά και να 'τανε, κάτι που να του εξασφάλιζε ένα πιάτο φαΐ και ένα μέρος να μείνει. Ακόμη και ένα πιάτο φαΐ, χωρίς το μέρος δηλαδή, θα του αρκούσε, έλεγε. Και όλοι του απαντούσαν πάνω - κάτω τα ίδια: άλλοι τον διώχναν επειδή φαινόταν γέρος και αδύναμος, άλλοι του απαντούσαν ότι δεν υπάρχουν θέσεις. Οι πιο "εκλεπτυσμένοι" έβρισκαν κάποια δικαιολογία γιατί τους τάραζε η βρώμικη εμφάνισή του, ενώ κάποιοι τον προλάβαιναν πριν καν τους ρωτήσει κρεμόντας μια ταμπέλα που έγραφε με μεγάλα γράμματα "Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΚΛΕΙΝΕΙ" έξω από την πόρτα τους.

Ύστερα, ξαναγύρισε στη ζητιανιά. Για κλοπές ούτε λόγος: ήταν πολύ τίμιος και φοβιτσιάρης για να τολμήσει κάτι τέτοιο.

Αρχικά δοκίμασε Μέσα Μαζικής Μεταφοράς: σταθμούς τραίνων, τρένα, σταθμούς λεωφορείων, λεωφορεία, τρόλεϋ, σταθμούς ΚΤΕΛ, καράβια μικρών διαδρομών (σε όσα τον άφηναν). Το πιο πολύτιμο που αποκόμισε ήταν κάτι κλωτσιές με τις οποίες τον πετούσαν κακήν κακώς  μπάτσοι ή άσχετοι που νόμιζαν ότι ήταν μπάτσοι - τουλάχιστον σε αυτές τις περιπτώσεις κατέληγε πεταμένος στο δρόμο και όχι σε κάποιο στενό κελί αστυνομικού τμήματος.

Ύστερα ήταν τα μέρη εστίασης: καφετέριες, εστιατόρια, πάρκα, πλατείες, πορείες, διαδηλωσεις. Και εκεί πάλι, τίποτα: παρά μόνο αόριστες υποσχέσεις ότι ο κόσμος κάποτε θα αλλάξει.


Μετά ήρθε η σειρά του οδικού δικτύου: Διασταυρώσεις, κεντρικά σημεία, φανάρια, "-να σας καθαρίσω το τζάμι κύριε; - άντε και γαμήσου μαλάκα!". Στην καλύτερη τον προσπερνούσαν αδιάφορα. Στην χειρότερη τον αντάμοιβαν με καμιά μούτζα, ή κανά κωλοδάχτυλο αντί για λεφτά.

"Τα δυο τελευταία χρόνια, έχουν απομυζήσει τους Έλληνες οικονομικά: και μαζί με τα λεφτά τους, χάνεται και η ανθρωπιά τους", σκεφτόταν ο ζητιάνος.

Λίγες μέρες πιο πριν είχε τύχει να ακούσει για κάτι συσσίτια που οργάνωνε ο δήμος της πόλης, λόγω μεγάλη Βδομάδας. Μόλις κατάφερε να μάθει το μέρος και την ώρα που γινόταν, είχε τρέξει να προλάβει κάποιο πιάτο φαΐ, μάταια όμως: αν και είχε φτάσει στην ώρα του, το φαγητό είχε ήδη τελειώσει. μιας και απ' ότι φαινόταν ο δήμος σέρβιρε μόνο εννιά χιλιάδες μερίδες και οι άστεγοι και άποροι της πόλης ήταν πολύ, μα πολύ περισσότεροι.Απ΄οτι φαίνεται ήταν ο υπ' αριθμόν 9001.

Μετά είχε μάθει για κάτι άλλα συσσίτια, που τα οργάνωναν κάτι μαυροντυμένοι τύποι με ξυρισμένα κεφάλια: μα ύστερα άλλαξε γνώμη, καθώς απ' ότι έμαθε αυτοί έδιναν φαγητό αποκλειστικά σε Έλληνες που είχαν τα απαραίτητα πιστοποιητικά να το επιβεβαιώσουν. Και αυτός ούτε Έλληνας ήταν, ούτε χαρτιά είχε: άσε που υποψιαζόταν ότι είχαν και κάποιες ιδεολογικές διαφορές...


Αυτά θυμόταν ο ζητιάνος, καθώς περπατούσε προς την γνώριμη πλατεία του κέντρου για να περάσει τη νύχτα. Αυτά θυμόταν και όταν πια τον πήρε ο ύπνος.

Αυτά θυμόταν μάλλον και όταν ονειρεύτηκε. Και τι παράξενο όνειρο είδε, αλήθεια ! Ονειρεύτηκε έναν κόσμο αλλιώτικο, έναν κόσμο περίεργο: έναν κόσμο που όταν ζητάς δουλειά σου δίνουν,  έναν κόσμο που δεν υπάρχουν μπάτσοι να σε πετάνε έξω με τις κλωτσιές, έναν κόσμο που δεν υπάρχουν μαυροντυμένοι τύποι να κάνουν συσσίτια μόνο για Έλληνες, έναν κόσμο που τα συσσίτια δεν φτάνουν μόνο για εννιά χιλιάδες, έναν κόσμο που οι άνθρωποι δεν σε φτύνουν όταν τους μιλάς, έναν κόσμο που δεν χρειάζεται να γίνει κανείς ζητιάνος...



Την επόμενη μέρα, παραμονή Ανάστασης, ο ζητιάνος καθόταν στα σκαλιά της ίδιας εκκλησίας, όπως συνήθιζε τα τελευταία τρία χρόνια. Μετά το πέρας του όλου τελετουργικού και αφού σχεδόν όλος ο κόσμος είχε απομακρυνθεί, την ώρα που ήταν έτοιμος να μαζέψει το κασελάκι του και την ταμπέλα που έγραψε με τεράστια κόκκινα γράμματα "ΠΙΝΑΟ", ο ζητιάνος άκουσε γνώριμα βήματα στα σκαλιά της εκκλησίας. Βήματα τα οποία ακολούθησε ένα ζεστό άγγιγμα στην πλάτη του.

Γυρίζοντας, ο ζητιάνος αναγνώρισε, την εμφανώς πιο γερασμένη, μαυροντυμένη μορφή του παπά της ενορίας. Του έγνεψε. Ως απάντηση, ο παπάς του χαμογέλασε πλατιά και προσποιητά.


"Μέρα που 'ναι κρίμα να μείνεις μόνος και νηστικός. Πάμε να σε φιλέψω κάτι;" ρώτησε ο παπάς, όπως έκανε, παραδοσιακά πια, τα τρία τελευταία χρόνια.

"Μέχρι να γίνει αυτό που ονειρεύτηκα πραγματικότητα, πάμε..." απάντησε ο ζητιάνος.

Friday, 26 April 2013

Αναμνήσεις pt. 2

"Ξέρεις, είναι μερικές φορές που σε σκέφτομαι. Είναι μερικές φορές που το μυαλό μου γυρνάει χρόνια πίσω, ανατρέχει σε όλες εκείνες τις σκονισμένες αναμνήσεις. Στις αναμνήσεις ενός άλλου, πιο αθώου, πιο αυθόρμητου εαυτού. Θυμάμαι τα πάντα: εσένα, πώς ήμουν και τι σκεφτόμουν τότε, τί ένιωσα όταν πρωτοάκουσα τη φωνή σου. Τότε είναι το μυαλό μου πλημμυρίζει από εικόνες, από σκέψεις, από συναισθήματα, και εγώ μένω να κοιτάω το κενό χαμογελώντας χαζά.

Όλα αυτά βέβαια, μέχρι "κάτι" να με "ξυπνήσει" βίαια. Να με επιστρέψει στην σκληρή πραγματικότητα. Να μου θυμήσει πως από τότε και εσύ, και εγώ, έχουμε αλλάξει. Πως ο κόσμος όλος έχει αλλάξει. Να μου θυμήσει ότι δεν γίνεται να επιτρέψεις στο παρελθόν. Και ότι πρέπει πάντα να κοιτάμε το παρόν και το μέλλον. Να μου ξαναπεί ότι εσύ δεν έκανες πια για μένα και ότι εγώ έπρεπε να βρω κάποια άλλη" ,

είπε ο Κώστας βγάζοντας από το CD Player το "ΓΕΙΑ" της Βανδή και ανοίγοντας το MAD για να χαζέψει το νέο βιντεοκλίπ της Demy.

Monday, 4 February 2013

Ανώνυμος

Το ρολόι πάνω από τους πάγκους έδειχνε 10 και μισή. Εκείνος κατέβασε τα ρολλά του μαγαζιού και κλείδωσε το λουκέτο. Ήταν από εκείνες τις μέρες της εβδομάδας που το αφεντικό τον άφηνε μόνο να κλείσει το μαγαζί. Ύστερα πήρε το δρόμο του γυρισμού. Με τα πόδια, όπως πάντα. Λεφτά για αμάξι δεν είχε άλλωστε δεν είχε, ούτε καν για μηχανάκι. Με το ζόρι του έφταναν για να πληρώνει το μερίδιο του νοικιού που του αναλογούσε και για να στέλνει πίσω στην οικογένειά του.

Πάνω από τους δρόμους, πάνω από τα πεζοδρόμια και τις πολυκατοικίες της πόλης, πλανιώταν μια περίεργη ησυχία: μια ησυχία που κάλυπτε τη φτώχεια, τη βρώμα και τη δυσωδία της πόλης. Μια ησυχία που προανήγγειλε την καταιγίδα. Η ίδια ησυχία που υπήρχε και χθες που πέθανε ο Σικ και προχθές που πέθανε ο Σαχζάτ. Η ίδια ησυχία που υπήρχε κάθε μέρα, η ίδια ησυχία που επικρατούσε σε κάθε φόνο.

Ο Μ. περπατούσε ήσυχα, ήσυχα όπως είχε έρθει σε τούτη τη χώρα. Είχε περπατήσει κάμποση ώρα όταν έστριψε σε ένα σκοτεινό σοκάκι.Τότε ήταν που τους είδε. Τους είδε να στέκονται εκεί, να κλείνουν το δρόμο. Τους είδε να στέκονται εκεί, και αλλά δεν ένιωσε τίποτα. Η σκηνή δεν διέφερε πολύ από όπως την είχε φανταστεί στο μυαλό του χιλιάδες φορές. Δεν διέφερε από όπως την είχε φανταστεί στο μυαλό του κάθε μέρα, τους τελευταίους οκτώ μήνες. Δεν διέφερε από κανέναν εφιάλτη που τον έκανε να ξυπνήσει ιδρωμένος στη μέση της νύχτας.

Απέναντί του, στο  στεκόντουσαν κάμποσοι μαυροντυμένοι με ξυρισμένα κεφάλια. Το πόσοι ήταν δεν είχε σημασία.  Μια κολώνα της ΔΕΗ ήταν στην γωνία ακριβώς από πίσω τους και έτσι δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τα πρόσωπά τους. Μα ούτε αυτά είχαν σημασία. Το φως αποκάλυπτε μεταλλικά αντικείμενα, μαχαίρια, αλυσίδες και λοστούς που μερικοί κρατούσαν σφιχτά στα χέρια τους.

Τη φανταζόταν καιρό αυτή τη σκηνή. Την είχε αναπαραγάγει χιλιάδες φορές στο μυαλό του. Τους τελευταίους οκτώ μήνες, από τότε χτυπήσαν έναν από τους δέκα συγκάτοικούς του,  κάθε φορά που γυρνούσε μόνος του από το μαγαζί φοβόταν ότι θα του συνέβαινε και του ίδιου. Φοβόταν τόσο πολύ και η παραμικρή σκιά και ο παραμικρός θόρυβος του έκοβαν τα πόδια. Φοβόταν τόσο πολύ που τώρα, τώρα που του συνέβαινε στ' αλήθεια, δεν ένιωθε τίποτα.

Ένας από αυτούς, που φαινόταν να φοράει κάτι σαν στολή και να είναι αρχηγός τους, φώναξε κάτι. Κάποιος άλλος ακολούθησε. Μετά από λίγη ώρα γώναζαν όλοι μαζί, δυνατά, πιθανότατα υβριστικά συνθήματα. Ο Μ. δεν τους άκουγε. Έβλεπε απλώς τα στόματά τους να ανοιγοκλέινουν. Έβλεπε τα σταγονίδια από τα σάλια τους να λαμπυρίζουν στο φως καθώς εκτοξευόντουσαν με μανία, έβλεπε τις φλέβες στα γυμνά τους κρανία να φουσκώνουν, έτοιμες να σπάσουν. Ναι, η σκηνή ήταν όπως ακριβώς την φανταζόταν 8 μήνες τώρα.

Ο Μ. δεν κουνιόταν. Απλά περίμενε. Περίμενε τώρα, όπως περίμενε κάθε φορά στη φαντασία του. Περίμενε τώρα, όπως περίμενε και το όλο σκηνικό πριν καν συμβεί. Ήσυχα, όπως ήσυχα είχε έρθει σε αυτή τη χώρα.

Ξαφνικά οι μαυροντυμένοι άρχισαν να τρέχουν προς το μέρος του. Ο Μ. παρέμεινε στη θέση του και τους κοίταζε. Αυτοί φώναζαν, αλλά το μόνο που εκείνος άκουγε ήταν ο ήχος από τις αρβύλες τους. Ένας ήχος που του έσπαγε τα αυτιά. Ένας ήχος που ο Μ. ήξερε ότι αυτή η χώρα είχε ξανακούσει, πολλά χρόνια πριν. Ένας ήχος που όμως που οι κάτοικοι της χώρας είχαν ξεχάσει τί σήμαινε - έτσι τουλάχιστον καταλάβαινε ο Μ.

"Αυτή η χώρα, έχει ξεχάσει τον Μπρεχτ, αυτή η χώρα τιμωρεί αυτούς που γαυγίζουν και όχι αυτούς που δαγκώνουν" είχε πει κάποτε κάποιος στον Μ. Εκείνος δεν είχε καταλάβει τί ακριβώς εννοούσε, αλλά αυτός ο κύριος φαινόταν σοφός, οπότε μάλλον θα είχε δίκιο. Ο Μ. δεν καταλάβαινε γενικά τί συνέβαινε στη χώρα αυτή.

Οι μαυροντυμένοι βρίσκονταν σε απόσταση αναπνοής. Ο ήχος από τις μπότες του τρυπούσε το μυαλό. Ο Μ. δεν έτρεξε, ούτε φώναξε, δεν του είχε περάσει από το μυαλό να το κάνει. Ήξερε ότι όλοι οι προηγούμενοι θα είχαν τρέξει ή θα είχαν φωνάξει: μα κανείς από αυτούς δεν είχε γλιτώσει.

Ο Μ. σκέφτηκε την μητέρα του και τις αδερφές του στην πατρίδα. Σκέφτηκε αν θα έφτανε ποτέ στα χέρια τους καμιά εφημερίδα που είχε δημοσιεύσει το θάνατό του. Ο Μ. σκέφτηκε αν θα δημοσίευε ποτέ καμιά εφημερίδα τον θάνατό του. Ο Μ. αναρωτήθηκε αν θα υπήρχε κανείς που θα θρηνούσε το θάνατό του.

Ένας λοστός έσχισε τον αέρα και προσγειώθηκε βάναυσα στο κεφάλι του Μ.  Τα πάντα συνέβησαν πολύ γρήγορα. Λίγες μαχαιριές, κλωτσιές και χτυπήματα με το λοστό αργότερα, ο Μ. έπεφτε νεκρός στο πεζοδρόμιο. Έπεφτε νεκρός σε αυτή τη χώρα που έχει ξεχάσει τον Μπρεχτ και τιμωρεί μόνο αυτούς που γαυγίζουν και όχι αυτούς που δαγκώνουν. Έπεφτε νεκρός ήσυχα, όπως ακριβώς είχε έρθει.






Thursday, 31 January 2013

Το μεγαλύτερο πρόβλημα των ανθρώπων

είναι  ότι αντί να σκέφτονται και να ζουν το τώρα, ζουν το πριν και σκέφτονται το μετά.

Κοινωνιολογία

' "Ξέρεις, όταν πρωτομπαίνεις στο Πανεπιστήμιο, νιώθεις διαφορετικός, παντοδύναμος, σαν υπεράνθρωπος. Νιώθεις ότι όλη η Γη απλώνεται στα πόδια σου, ότι μπορείς να τεντώσεις το χέρι σου και να αρπάξεις γερά από τα μαλλιά κάθε ευκαιρία που εμφανίζεται. Σαν τον Ματ Ντέημον σε εκείνη την ταινία που βάζει τα γυαλιά στον μαθηματικό που έχει πάρει το Φιλντς ένα πράγμα", είπε ο Μάκης και τράβηξε μια γερή τζούρα από το τρίφυλλο που κρατούσε στα χέρια του.

Ο Τάκης δεν απάντησε, μόνο ένευσε σιωπηλά.Ύστερα βούλιαξε στον μικρό μπεζ καναπέ του σπιτιού τους, και κοίταξε αδιάφορα το ταβάνι. 

Το  δωμάτιό τους, ένα υβρίδιο σαλονιού και κουζίνας, ήταν αρκετά μικρό, λιτά διακοσμημένο και ακατάστατο σε βαθμό αηδίας: ακριβώς όπως άρμοζε σε κάθε φοιτητικό σπίτι που σεβόταν τον εαυτό του.
Ο Μάκης και ο Τάκης συγκατοικούσαν κάμποσα χρόνια μαζί. Σπούδαζαν και οι δύο -το τι δεν έχει σημασία- και λίγο η έλλειψη χρημάτων, λίγο η καλή παρέα, λίγο η συνήθεια τους είχε οδηγήσει σε αυτή την απόφαση.

Ο Τάκης πήρε το τρίφυλλο που του πρότεινε ο Μάκης και τράβηξε μια γερή τζούρα, φυσώντας μπόλικο καπνό έξω. 

"Μα μετά όλα αλλάζουν. Κάποια στιγμή ξυπνάς και  καταλαβαίνεις ότι έχει συμβεί αυτό που συμβαίνει σε διάφορα βιβλία νέων Ελλήνων συγγραφέων. Αυτό που ο συγγραφέας περιγράφει ως εξής: "τελικά εγώ πήρα πτυχίο μετά από κανά εφτάρι χρόνια, και βρήκα δουλειά σ' ένα γραφείο, ο Τάδε δεν ξέρω αν κατάφερε ποτέ να το πάρει και τώρα κάνει δουλειές του ποδαριού". Με τη διαφορά ότι στα βιβλία όλο και κάποιο ευχάριστο αναπάντεχο γεγονός συμβαίνει και οι τύχες των πρωταγωνιστών αλλάζουν. Με τη διαφορά ότι στη ζωή του συγγραφέα που συνήθως βάζει σε αυτές τις ιστορίες κάποιο αυτοβιογραφικό στοιχείο έχει ήδη συμβεί κάποιο αναπάντεχο γεγονός που τον έχει κάνει γνωστό ή διάσημο." είπε ο Μάκης τραβώντας δυο μεγάλες τζούρες από το τσιγάρο.


Λίγα χρόνια μετά, ο Μάκης πήρε πτυχίο κέρδισε σ'ένα διαγωνισμό ένα ταξίδι στις Μπαχάμες όπου γνώρισε τη γυναίκα της ζωής του. Κάποιον καιρό αργότερα ανέλαβε την εταιρεία του πατέρα της, μια από τις πιο πετυχημένες εταιρείες κατασκευής κονσέρβας στην ευρύτερη περιοχή. Την πούλησε και με τα λεφτά από την πώλησή της ο Μάκης αγόρασε ένα κτήμα σε κάποιο απομακρυσμένο ελληνικό νησί, όπου αυτή τη στιγμή  ζουν ευτυχισμένοι εκείνος και η γυναίκα του.

Στον Τάκη από την άλλη, άρεσε πολύ να ζωγραφίζει. Λίγο καιρό μετά δεν είχε πάρει πτυχίο και έχοντας ξεμείνει από φράγκα προσπάθησε να πουλήσει στο δρόμο έναν πίνακα που παλιότερα πάνω στη μαστούρα του είχε λερώσει ανεπανόρθωτα με σάλτσα. Τον πίνακα έτυχε να δει ένας διάσημος κριτικός τέχνης ο οποίος ενθουσιάστηκε από το θράσος, τον αυθορμητισμό και την πρωτοτυπία του καλλιτέχνη. Ενθουσιάστηκε τόσο που άνοιξε σχολή Καλών Τεχνών με το όνομα του Τάκη στην Γερμανία, στην οποία προφανώς και τον διόρισε επίτιμο καθηγητή. Αυτή τη στιγμή, ο Τάκης  (ή καλύτερα Takis) ζει στην Γερμανία, είναι παγκοσμίως αναγνωρισμένος, και πουλάει 1.000.000 ευρώ τον πίνακα. Μετά ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. ΤΕΛΟΣ'





"Παπαριές", είπε ο Γιάννης κλείνοντας το μυθιστόρημα και επιστρέφοντας στο τεράστιο βιβλίο που έγραφε Κοινωνιολογία με μεγάλα γράμματα στο εξώφυλλό του. Ήπιε μια γουλιά καφέ και συνέχισε το διάβασμα. Έδινε σε τρεις ώρες από τώρα, και αν έκρινε από την ως τώρα πορεία του, δεν θα περνούσε το μάθημα ούτε εκείνη τη φορά.

Tuesday, 15 January 2013

Θέλω και μπορώ

Πάντα ήξερε πως δεν μπορούσε να είναι αυτό που ήξερε πως θα ήθελε να είναι. Όπως ήξερε και ότι δεν ήθελε να είναι αυτό που ήξερε πως μπορούσε να είναι. Στην πραγματικότητα βέβαια, ήξερε ότι ενδόμυχα  δεν ήθελε να μπορέσει να είναι αυτό που ήξερε πως θα ήθελε να είναι. Γιατί η πιθανότητα του να πετύχει να καταφέρει να μπορεί να είναι αυτό που ήξερε ότι ήθελε να μπορεί να είναι τον τρόμαζε. Και αυτό ήταν που τον έκανε δυστυχισμένο.

Monday, 14 January 2013

2 χρόνια koultoura (στο internet)

Ε, και;

Σχέσεις

Πρέπει να είμαι έξυπνος. Πρέπει να είμαι όμορφη. Πρέπει γίνω επιτυχημένος. Πρέπει να μάθω να μαγειρεύω. Πρέπει να της ζητήσω το τηλέφωνο της, θα νομίσει ότι είμαι φλώρος. Δεν πρέπει να του δώσω δικαιώματα, θα νομίσει ότι είμαι πουτάνα. Δεν πρέπει να την πάρω αμέσως, θα νομίσει ότι τη γουστάρω. Δεν πρέπει να απαντήσω αμέσως, θα με θεωρήσει δεδομένη. Πρέπει να την πάω κάπου καλά, θα θεωρήσει ότι δεν είμαι καλός στο να παίρνω πρωτοβουλίες. Δεν πρέπει να του πω εγώ που θα πάμε, θα νομίσει ότι δεν τον θεωρώ ικανό να πάρει πρωτοβουλίες. Πρέπει να την κεράσω, θα νομίσει ότι είμαι τσιγκούνης. Δεν πρέπει να πληρώσω, θα νομίσει ότι τον θεωρώ τσιγκούνη. Πρέπει να τη φιλήσω εγώ πρώτος, θα με περάσει για μαλάκα. Δεν πρέπει να τον φιλήσω εγώ πρώτη, θα με περάσει για τσούλα. Πρέπει να της ζητήσω να ανέβω πάνω, θα νομίσει ότι δεν είμαι αρκετά άντρας. Δεν πρέπει να του πω να περάσει πάνω, θα νομίσει ότι είμαι εύκολη. Πρέπει να την ικανοποιήσω, θα με περάσει για άπειρο.  Πρέπει να τον ικανοποιήσω, θα με περάσει για ξενέρωτη.  Δεν πρέπει να  ρωτήσω αν της άρεσε, θα με θεωρήσει ανασφαλή. Πρέπει να ρωτήσω αν του άρεσε,  θα νομίσει ότι δεν ενδιαφέρομαι. Πρέπει να μείνω το βράδυ μαζί της, θα νομίσει ότι είμαι ρηχός. Δεν πρέπει να του ζητήσω να φύγει, θα νομίσει ότι είμαι πουτάνα. Πρέπει να την ξαναδώ. Δεν πρέπει να του αρνηθώ.  Πρέπει να της πω να χωρίσουμε. Δεν πρέπει να του πω να χωρίσουμε. Πρέπει να τα ξαναβρώ μαζί της. Δεν πρέπει να του αρνηθώ. Πρέπει να της ζητήσω να παντρευτούμε, θα νομίσει ότι είμαι ασόβαρος. Δεν πρέπει να του πω όχι, θα νομίσει ότι δεν τον αγαπάω. Πρέπει να είναι η πιο εντυπωσιακή τελετή, θα νομίσει ότι δεν το έχω πάρει αρκετά σοβαρά. Δεν πρέπει να του πω ότι δεν θέλω πολλά - πολλά, θα νομίσει ότι δεν το θεωρώ σημαντικό. Πρέπει να πάρω δάνειο για να τα βγάλουμε πέρα, θα νομίσει ότι δεν έχω τα φόντα για να κάνω οικογένεια. Δεν πρέπει να του ζητήσω να μοιραστούμε τα έξοδα, θα νομίσει ότι δεν τον εμπιστεύομαι αρκετά.Πρέπει να της πω να σταματήσει να δουλεύει,  θα νομίσει ότι είμαι ανίκανος. Δεν πρέπει να του αρνηθώ, θα νομίσει ότι δεν θέλω να φροντίζω το σπίτι. Πρέπει να βρω και δεύτερη δουλειά, θα νομίσει ότι δεν μπορώ να της προσφέρω αρκετά. Δεν πρέπει να του ζητήσω να βρω δουλειά, θα νομίσει ότι δεν μπορώ να βασιστώ πάνω του. Πρέπει να  κάνουμε ένα παιδί, θα νομίσει ότι δεν θέλω οικογένεια. Δεν πρέπει να του πω όχι, θα νομίσει ότι δεν είμαι ικανή να το μεγαλώσω. Πρέπει να είναι αγόρι. Πρέπει να είναι κορίτσι. Πρέπει να τον κάνω έξυπνο. Πρέπει να την κάνω όμορφη. Πρέπει να τον κάνω επιτυχημένο. Πρέπει να την μάθω να μαγειρεύει...