Wednesday, 31 August 2011

Έρως ανίκατε μάχαν

Κάποτε μου 'πε ότι "ο έρωτας δεν υπάρχει". Προσπάθησα να την μεταπείσω, αλλά μάταια.

Τρεις μέρες αργότερα έμαθα ότι πηδιέται με τον φίλο μου το Νίκο. Τότε είπα ότι "οκ, μπορεί για μας τους δύο να μην υπάρχει έρωτας, αλλά τουλάχιστον υπάρχει για αυτή και για το Νίκο".

Μια βδομάδα αργότερα έμαθα ότι πηδιέται με τον φίλο του Νίκου, τον Γιώργο. Τότε ήταν που είπα "εντάξει, έκανα λάθος, μπορεί να μην υπάρχει έρωτας ούτε για εκείνη και το Νίκο, αλλά τουλάχιστον υπάρχει κάποιος που για αυτόν και εκείνη ο έρωτας υπάρχει".



Ένα μήνα αργότερα έμαθα ότι πηδιέται με τον ξάδερφο του Γιώργου, τον Τάκη.

Monday, 29 August 2011

Άσχημη προσέγγιση

-Και που λες, εκεί που έχω φτιάξει κατάσταση και έχω βάλει το γκομενάκι στα τέσσερα και είμαι έτοιμος να τα δώσω όλα...
-Ποιά λες ρε μαλάκα; Τη Τζένη;
-Όχι ρε μαλάκα, τη  Νταίζη λέω.
-Α ναι, ναι, μου 'χες πει. Ο κώλος καλός;
-Γάμησέ τα...Και που λες εκεί που είμαι έτοιμος να της ξηγηθώ, χτυπάει το τηλέφωνο. Γάμησέ τα. Και να με βλέπεις με το ένα χέρι να βουτάω τη Νταίζη με το άλλο να κλείνω το κινητό και...
-Και, και;
-Ξαναχτυπάει το γαμιόλι! Μια δυο,τρεις, πέντε...Ώσπου στο τέλος παρατάω τη Νταίζη και το σηκώνω. Και ποιός λες να είναι;
-Ποιός;
-Η Μαίρη!
-Η γυναίκα σου η Μαίρη;
-Ναι ρε μαλάκα, αυτή η Μαίρη, η γυναίκα μου να πούμε. "Και τί κάνεις αγάπη μου, και είσαι σπίτι, και εγώ είμαι στη δουλειά, και θα αργήσω λίγο" και να μου σκοτίζει να παπάρια έτσι για κανά πεντάλεπτο. Εν τω μεταξύ η άλλη να έχει ξενερώσει.  Και την πιάνω εγώ από την αρχή, και να ΄μαστε πάλι εκεί που είχαμε σταματήσει.
-Ωραίος...
-Ναι, ωραίος, αλλά εκεί που ήμουν έτοιμος να της βγω από απέναντι ξαναχτυπάει το γαμήδι το τηλέφωνο...και ποιός λες να είναι;
-Ποιός;
-Η Μαρία.
-Μαρία; Ποιά Μαρία ρε μαλάκα;
-Άλλη αυτή, καινούρια."Και τι κάνεις αγάπη μου, και πού είσαι, και μου 'χεις λείψει, και το μουνί μου σε ζητάει" και τέτοια.  Και να μου πιάνει την πάρλα για κανά πεντάλεπτο και να πρέπει να ξαναγίνω μετά εγώ ταύρος. Και πιάνω την Νταίζη γλυκά γλυκά, και από δω και από 'κει, και την ξαναβάζω κάτω και εκεί που είμαι έτοιμος να της δείξω τι θα πει Μπάμπης, χτυπάει η ρουφιάνα η πόρτα.
-Η εξώπορτα;
-Ποιά εξώπορτα; Η πόρτα του δωματίου μου ρε μαλάκα! Και ακούγεται η φωνή του Μιχαλάκη "Μπαμπά, μπαμπά, τσίσα μου!" και να κλαίει ο Μιχαλάκης. Και να προσπαθώ εγώ να τον παρηγορήσω από μέσα ενώ κρατάω την άλλη στο κρεβάτι , αλλά αυτός τίποτα. Έτοιμος να μπει μέσα ήταν. Οπότε βγαίνω εγώ έξω, ανεβαίνει η ταρίφα στο μεταξύ, και τον πιάνω τον Μιχαλάκη, τον βάζω στο γιο - γιο, τον ξεσκατίζω, τον πλένω, τον βάζω στο κρεβάτι, του λέω και δυο τρεις μαλακίες και κομπλέ. Ένα εικοσάλεπτο πήγε όμως όλη η ιστορία.
-Ω ρε μαλάκα...
-Γάμησέ τα. Και να ΄ναι η πουτάνα μέσα, σχεδόν εκνευρισμένη με βλέμμα "άντε αγόρι μου, θα τελειώνουμε καμιά φορά" και να βουτάω εγώ στο κρεβάτι έτοιμος για όλα, και εκεί που είμαι έτοιμος να το λήξω το ημίχρονο, τί ακούω;
-Τί ρε μαλάκα, τί;
-Τη φωνή της πεθεράς μου ρε μαλάκα! Αν έχεις το θεό σου; Οκτώ η ώρα και  η γεροξεκούτα ξύπνια! Μια φορά είπα και γω να γαμήσω στο σπίτι μου σαν άνθρωπος και να 'ναι ξύπνια η γεροκαριόλα ρε μαλάκα! "Χαράλαμπε, Χαράλαμπε, τα φάρμακά μου! Χαράλαμπε!" φώναζε η πουτάνα συνέχεια. Αλλά εκνευρίζομαι και 'γω, "δεν πάτε στο διάολο όλοι σας" σκέφτομαι και την αγνοώ. "Κάτι αναπνευστικά έχει, δεν πα 'να πεθάνει" είπα από μέσα μου και προσηλώθηκα στο στόχο μου. Ανέβηκα στο κρεβάτι, αναψοκοκκινισμένος πλέον, δεν είχα χρήματα και για πολλά - πολλά, την γυρίζω ανάσκελα και εκεί που είμαι έτοιμος να το βάλω το ρημάδι το γκολ επιτέλους, τι να δω;
-Τί να δεις;
-Εκεί ρε μαλάκα, στο στρινγκ της Νταίζης ρε μαλάκα, κάτι φούσκωνε ρε μαλάκα! Κάτι κρεμόταν ρε μαλάκα!
-Όχι ρε μαλάκα, μην μου πεις...
-Ναι ρε μαλάκα...
-Όχι ρε μαλάκα, πήγαν να σου πουλήσουν τραβέλι ρε μαλάκα;
-Ναι ρε μαλάκα! Κανονική τους ζήτησα εγώ ρε μαλάκα, δεν τους είπα ότι είμαι κανάς ανώμαλος ρε μαλάκα και πήγαν να μου ξηγηθούν έτσι ρε μαλάκα! Και αυτή, μιλιά, ε!
-Όχι ρε μαλάκα, για δες κάτι πούστηδες που υπάρχουν...

Sunday, 28 August 2011

Μεταμόρφωση

Έβγαλε την μάσκα και αποκάλυψε την μάσκα που φορούσε κάτω από την μάσκα.
 "Χα, τώρα είμαι διαφορετική" είπε χαμογελώντας γεμάτη ικανοποίηση.

Saturday, 27 August 2011

Ανάσα που σβήνει

08:35. Ανέπνευσε. Περπατούσε στο δρόμο. Μόνος. Θόρυβος από αυτοκίνητα κάπου μακριά. Τόσο μακριά που δεν μπορούσε να τον αγγίξει. Τόσο μακριά, που τίποτε δεν μπορούσε να τον αγγίξει.  Ναι, ήταν εκεί, στο δρόμο. Στο δρόμο, σκυφτός.

08:40. Τώρα ήταν στο πάρκο. Βάρος στους ώμους του. Άνθρωποι περνούσαν, μα ούτε αυτοί τον άγγιζαν. Σταμάτησε να ελπίζει.

08:45. Ακόμη περπατούσε. Έφτανε στο τέλος. Το ένιωθε βαθιά μέσα του. Καθώς πλησίαζε σιγά σιγά, ένιωθε ελαφρύτερος. Ο αέρας ανακάτεψε τα μαλλιά του. Μα δεν τον άγγιξε. Σταμάτησε να σκέφτεται.

08:50. Ανέπνευσε. Συννεφιασμένος ουρανός και σήμερα. Μια σταγόνα έπεσε και κύλησε αργά στο πρόσωπό του, κερδίζοντας επάξια την θέση των δακρύων. Μα ούτε αυτή τον άγγιξε. Σταμάτησε να θυμάται.

08:55. Η βροχή έπεφτε για τα καλά στη γέφυρα. Εκκωφαντικός ο θόρυβος των αυτοκινήτων. Τρύπωνε στο μυαλό του, στην ύπαρξή του την ίδια. Και όμως δεν τον άγγιζε. Σταμάτησε να αισθάνεται.

09:00. Ανέπνευσε. Και κοίταξε κάτω. Στον αυτοκινητόδρομο. Ύστερα, με μια απλή κίνηση, έπεσε. Αφέθηκε ελεύθερος και τα αυτοκίνητα τον παρέσυραν στο τρελό τους ταξίδι. Μα ούτε εκείνα μπόρεσαν να τον αγγίξουν. Σταμάτησε να αναπνέει.

Wednesday, 17 August 2011

'Η'

"Απόψε θα ξυριστώ. Θα πλυθώ, θα ντυθώ όμορφα. Ύστερα θα πάω στο ραντεβού μας πέντε λεπτά πιο πριν για να μην τη στήσω. Θα είναι πολύ όμορφη. Θα της φερθώ καλά.  Θα την κάνω να γελάσει.
Θα περάσουμε ωραία. Στο τέλος θα προσφερθώ να την πάω σπίτι και επιτέλους θα μου πει να ανεβώ πάνω. Θα είναι πολύ ωραία.  Ναι, απόψε θα γίνουν όλα. Και από αύριο, θα είναι και πάλι όλα καλά.
Αλλά τώρα είναι ακόμη νωρίς. Έχω χρόνο για άλλη μία. Ναι, άλλη μία. Θα με τονώσει και για το βράδυ."

είπε και έμπηξε τη σύριγγα με την ηρωίνη στην πιο πεταχτή του φλέβα.

Saturday, 13 August 2011

Τί σκέφτεσαι;

-Τί σκέφτεσαι;
-Ότι θέλω να αγγίξω τον ήλιο.
-Είσαι τρελός; Θα καείς!
-Και εσύ πού το ξέρεις; Τον έχεις αγγίξει ποτέ μήπως;
-Όχι.

Friday, 12 August 2011

Η διαφορά του απαισιόδοξου από τον αισιόδοξο

είναι δύο.

Η διαφορά του σουρεαλισμού από το ρεαλισμό

είναι τρία γράμματα.

Η πτώση

"Έπεσε;

Έπεσε;


Έπεσε!
 ΕΠΕΣΕ!
ΕΠΕΣΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ!"

Ένα ουρλιαχτό διέκοψε το ήρεμο ταξίδι του κρουαζιερόπλοιου και πάγωσε το αίμα όλων των επιβατών.
Σχεδόν αμέσως όλοι άρχισαν να πανικοβάλλονται και να φωνάζουν στην προσπάθειά τους να βρουν τι είχε συμβεί και να προστατευτούν απ'τα χειρότερα. Οι πιο ψύχραιμοι ρωτούσαν αλαφιασμένα αριστερά - δεξιά τί έγινε μόνο και μόνο για να λάβουν απελπισμένα βλέμματα ως απάντηση.

"ΈΠΕΣΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ! ΕΠΕΣΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ!"

Το γοερό κλάμμα αντηχούσε σε όλο το πλοίο. Δυο - τρεις λυποθύμησαν μπροστά στην σκέψη του αποτρόπαιου γεγονότος.
Το πλήρωμα κινητοποιήθηκε σχεδόν αμέσως. Το κρουαζιερόπλοιο σταμάτησε, ώστε να αποφευχθούν τυχόν χειρότερα. Σχεδόν όλοι οι επιβάτες είχαν βγει στο εξωτερικό κατάστρωμα ώστε να δουν πού και σε τί κατάσταση ακριβώς βρισκόταν αυτός που είχε πέσει. Η αγωνία είχε κορυφωθεί.

"Εκεί!" φώναξε κάποιος. Όλο το πλοίο, έντρομο, κοίταξε προς το μέρος που υπέδειξε.

Όλο το πλοίο κοίταξε, μόνο και μόνο για να δει ένα μαλακισμένο που έκανε σαν υστερικό επειδή το αρκουδάκι του του έφυγε από το χέρι. 

Thursday, 11 August 2011

Έπεσα στην παγίδα

που μου έστησα.

κ. Δημήτρης Οικονόμου

"κ. Δημήτρης Οικονόμου, υπεύθυνος τμήματος". Έτσι συστηνόταν πάντα. Σε όλους ανεξαιρέτως. Βέβαια σίγουρα δεν υπήρχαν και πολλοί που να τους ενδιέφερε τί έκανε ο κ. Δημήτρης Οικονόμου, αλλά τον ίδιο τον ενδιέφερε και μάλιστα πολύ. Ήταν υπεύθυνος τμήματος στην εταιρεία που δούλευε και ήταν κάτι παραπάνω  από περήφανος γι'αυτό. Ήταν μια θέση που είχε πάρει, όχι κερδίσει (ναι, κερδίσει ήταν η σωστή λέξη σκεφτόταν πάντα από μέσα του) με την αξία του, με κόπο και ιδρώτα. Είχε κάνει θυσίες για αυτή τη δουλειά εκείνος, είχε περάσει δύσκολες μέρες εκείνος!

Από 18 χρονώ σπούδαζε, 4 χρόνια το πτυχίο, 2 χρόνια το μάστερ, άλλα 2 το δεύτερο μάστερ και 2 το ντοκτορά σύνολο 10! 10 χρόνια σπουδές! Και δεν ήταν κανάς πλούσιος, δεν ήταν ότι το φύσαγε το παραδάκι ο κ. Δημήτρης Οικονόμου, υπεύθυνος τμήματος. Όχι, όχι, το κάθε άλλο. Ήταν ανάγκη να δουλεύει παράλληλα. Μάλιστα. Δούλευε και σπούδαζε, σπούδαζε και δούλευε. Και πολλές φορές και δυο δουλειές, τρεις στην ανάγκη, με αποτέλεσμα μερικές φορές ακόμη και ο πολύς ο ύπνος να του φαντάζει πολυτέλεια. Και από παρέες, τίποτα ε; Πού να προλάβει ο κ. Δημήτρης Οικονόμου, ο υπεύθυνος τμήματος! Για γυναίκα; Ούτε λόγος!

Και ύστερα τελειώνει τις σπουδές. Και παίρνει τα τρία, όχι, τέσσερα πτυχία του. Και μετά έρχεται η δουλειά. Πόσο κόπο έκανε να βρει τη δουλειά αυτή! 6 χρόνια έψαχνε! Μάλιστα! 6 χρόνια έψαχνε! Οπότε 10 για τις σπουδές και 6 για τη δουλειά, σύνολο 16 χρόνια για να γίνει ο "κ. Δημήτρης Οικονόμου, υπεύθυνος τμήματος".  Και αν βάλεις και το σχολείο  (στο οποίο ήταν βεβαίως άριστος μαθητής) άλλα 12, έχουμε σύνολο 28. Σχεδόν μια τριαντακονταετία για να γίνει ο Δημήτρης Οικονόμου, "κ. Δημήτρης Οικονόμου, υπεύθυνος τμήματος".

Πόσο χάρηκε όταν βρήκε αυτή την κενή θέση στην εταιρία! Θυμήθηκε ότι απλώς δούλευε εκεί, στα τελευταία έτη των σπουδών του ως βοηθός του λογιστή, ανειδίκευτος, και μια φορά έτυχε να αρρωστήσει ο υπεύθυνος του τμήματος. Τον πήραν δοκιμαστικά στην αρχή, μετά είδαν και τα προσόντα του, είδαν ότι ήταν και καλοδουλευτής, δεν ζητούσε αυξήσεις και άδειες, ε, δεν ήθελε και πολύ. Πήραν τον άλλον τηλέφωνο και του είπαν να μην επιστρέψει ποτέ από την αναρρωτική. Ο κ. Δημήτρης Οικονόμου είδε το όνειρό του να γίνεται πραγματικότητα.

Πώς λοιπόν να μην το λέει φωναχτά, πώς να μην το κάνει γνωστό σε όλους;
"κ. Δημήτρης Οικονόμου, υπεύθυνος τμήματος"  έλεγε αργά με επίσημο ύφος, αφού πιο πριν είχε καθαρίσει τη φωνή του μ'ένα βηχαλάκι και ύστερα έδινε σφιχτές χειραψίες. Έπειτα φούσκωνε από περηφάνια και είχε ένα βλέμμα προσμονής για λίγα δευτερόλεπτα, σα να περίμενε ο συνομιλητής του να τον συγχαρεί για τη θέση του.  Βέβαια αυτά τα συγχαρητήρια δεν ερχόντουσαν ποτέ.

Είχε ένα γραφείο ωραιότατο ο "κ. Δημήτρης Οικονόμου, υπεύθυνος τμήματος". Στο τέταρτο πάτωμα της εταιρίας, τρίτη πόρτα δεξιά. Πάνω σε μια μπρούτζινη πλακέτα έγραφε με χαραγμένα κεφαλαία γράμματα: "Κ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ" (Πόσο τη λάτρευε αυτή τη ταμπέλα! Πόσο χάρηκε όταν μπήκε!). Αν άνοιγες την πόρτα, θα έβλεπες ένα μικρό δωμάτιο, με ένα μικρό αλλά αξιοπρεπές ξύλινο γραφειάκι και πίσω του, 3 βιβλιοθήκες παραφουσκωμένες με το δίχως άλλο σημαντικά λογιστικά και παντός είδους έγγραφα. 2 - 3 καρέκλες ήταν τοποθετημένες μπροστά από το γραφείο, ώστε να κάθονται οι πελάτες ή το προσωπικό αν χρειαζόταν να περιμένουν να τελειώσει ο κ. Δημήτρης Οικονόμου κάποια σπουδαία δουλειά προτού εξυπηρετηθούν οι ίδιοι. Τα πάντα φάνταζαν προσεγμένα, τακτοποιημένα, εντύπωση σου έκανε που χωρούσαν τόσα πολλά πράγματα, σε τόσο μικρό δωμάτιο.

Σε αυτό το γραφειάκι, βρισκόταν κάθε μέρα από τις 08.00 - 18.00 ο κ. Δημήτρης Οικονόμου. Ναι μάλιστα, 10 ώρες. Και τις υπερωρίες δεν τις πληρωνόταν πάντα. Ήταν σπουδαία δουλειά να είσαι υπεύθυνος τμήματος, σημαντική δουλειά. Κάθε μέρα 08.00 - 18.00. Και ύστερα, σπίτι. Δουλειά. Γιατί ήταν απαιτητική δουλειά να είσαι υπεύθυνος τμήματος. Δεν τελείωνε στις 18.00. Ήθελε να δουλεύεις και λίγο σπίτι. Και έτσι και έκανε ο "κ. Δημήτρης Οικονόμου, υπεύθυνος τμήματος". Ήταν επαγγελματίας, σοβαρός επαγγελματίας ο κ. Δημήτρης Οικονόμου. Και από παρέες τίποτα, ε; Για γυναίκα; Ούτε λόγος! Πού να βρει χρόνο ο κ. Δημήτρης Οικονόμου, ο υπεύθυνος τμήματος; Ήταν σοβαρός επαγγελματίας αυτός!


Στο γραφειάκι του βρισκόταν και τώρα. Ώρα 11:36. 17 χρόνια ήδη σε αυτή τη δουλειά. 17 χρόνια και 10 οι σπουδές και 12 το σχολείο και 6 πριν το σχολείο, σύνολο 45. 45 χρονών σε αυτή τη δουλειά. 45 χρονών 12 ώρες την ημέρα, χωρίς αυξήσεις, χωρίς προαγωγές, με ελάχιστες άδειες. 45 χρονών χωρίς φίλους, χωρίς γυναίκα, χωρίς οικογένεια. 45 χρονών "κ. Δημήτρης Οικονόμου, υπεύθυνος τμήματος", "κ. Δημήτρης Οικονόμου, σοβαρός επαγγελματίας". 45 χρονών  έγγραφα σημαντικά και σπουδαία, σφραγίδες και υπογραφές σχεδόν  αποκλειστικά.

Ξαφνικά η πόρτα του χτύπησε. Δις.
-Παρακαλώ;
-Γεια σας, είμαστε ο κος και η κα Κατερινάκη, για την υπόθεση με την εξοχική κατοικία...
-Α, μάλιστα, μάλιστα. Περάστε.

Η πόρτα άνοιξε και μέσα μπήκε το ζεύγος Κατερινάκη. Αυτός μελαχρινός, ψηλός, σίγουρος. Εκείνη ξανθιά, πιο κοντή. Και οι δυο χαμογελαστοί. Τη κρατούσε αγκαζέ. Του παρέδωσαν κάτι έγγραφα και καθίσαν στις 2 καρέκλες μπροστά από το γραφείο του. Ο κ. Δημήτρης Οικονόμου στρώθηκε σχεδόν αμέσως στη δουλειά. Δούλευε πυρετωδώς. Το βλέμμα του ήταν πλήρως αφοσιωμένο στα έγγραφα, τα μάτια του κόντευαν να πεταχτούν από τις κόχες στην προσπάθειά τους να ακολουθήσουν πιστά, κάθε γράμμα, κάθε συλλαβή κάθε πυκνογραμμένης σειράς, κάθε κιτρινιασμένης σελίδας. Έγγραφε, έσβηνε, ξανάγραφε, ξανάσβηνε. Έπειτα υπέγραφε, βουτούσε τη σφραγίδα στο μελάνι και σφράγιζε δις. Και πάλι από την αρχή.

Που και που έριχνε κλεφτές ματιές στο ζευγάρι. Παρατηρούσε τα λαμπερά τους μάτια, το γεμάτο πόθο βλέμμα τους. Τους έβλεπε να πειράζονται μεταξύ τους σα να ήταν μόνοι τους στο μικρό γραφειάκι, και όταν τελειώνουν το μικρό τους παιχνίδι, να δαγκώνουν απαλά ο ένας τα χείλη του άλλου και να χαμογελάνε πλατιά μ'ένα βλέμμα που σιωπηρά έλεγε "σ'αγαπώ". Όταν, καμιά φορά το βλέμμα του ζευγαριού συναντιόταν με το βλέμμα του κ. Δημήτρη Οικονόμου, χαμογελούσαν και οι τρεις αμήχανα, και το ζευγάρι σταματούσε απότομα. Τα μάγουλά τους κοκκίνιζαν και έστρεφαν χαμηλά το βλέμμα τους σα δυό μαλωμένα παιδιά, περιμένοντας να αποστρέψει τα μάτια του "ο αυστηρός γονιός" ώστε να ξαναρχίσουν τα πειράγματα.

Μετά από λίγη ώρα η δουλειά τελειώσε και ο κ. Δημήτρης Οικονόμου σηκώθηκε, έτοιμος να παραδώσει τα έγγραφα.

-Ορίστε, είναι όλα έτοιμα.

Ο άντρας τα πήρε και πήρε το λόγο.

-Σας ευχαριστούμε πολύ, κύριε...κύριε;
-κ. Δημήτρης Οικονόμου, υπεύθ-

Σε αυτό το σημείο ο κ. Δημήτρης Οικονόμου πάγωσε. Κοίταξε για ακόμη μία φορά τα γεμάτα ζωντάνια, ζεστασιά και αγάπη βλέμματά τους. Τα νέα τους, γεμάτα ζωή και υγεία, κορμιά, και την ευτυχία και αισιοδοξία που ανάβλυζε η παρουσία τους.
"Όχι! Όχι υπεύθυνος! Όχι πια! " βροντοφώναξε και μ'ένα τίναγμα έλυσε την γραββάτα του, την πέταξε στο πάτωμα και πετάχτηκε έξω από την πόρτα του γραφείου του, έξω από το κτίριο, έξω από τον κόσμο του.
Έξω στο δρόμο, έξω που είδε ένα παιδί να παίζει μ'ένα σκύλο, μια παρέα να καμώνεται ότι παίζει μπάλα μ'ένα πατημένο κουτάκι, δυό γονείς να ψευτομαλώνουν ένα παιδί για σκανταλιά μόνο και μόνο για να το πάρουν αγκαλιά λίγο αργότερα, ένα αντρόγυνο να φλερτάρει και ακόμη περισσότερο κόσμο να χαίρεται, να λυπάται, να ζει. Αυτά είδε πριν χαθεί τρέχοντας σ'ένα στενάκι.

Και δεν τον ξαναείδε κανείς τον κ. Δημήτρη Οικονόμου, τον όχι πια υπεύθυνο τμήματος. Τουλάχιστον στην εταιρία.

Wednesday, 10 August 2011

Ο Ηθοποιός

" Ήταν αναμφισβήτητα ένας καλός, πολύ καλός ηθοποιός. Πάνω στη σκηνή έκανε ό,τι ήθελε.
Γελούσε και το κοινό γελούσε μαζί του, στενοχωριόταν και το κοινό ξεσπούσε σε λυγμούς. Ήξερε πως να χειρίζεται το κοινό του, πως να προφέρει τις λέξεις την κατάλληλη στιγμή, με την κατάλληλη φωνή, μ΄έναν μαγικό σχεδόν τρόπο. Κατάφερνε πάντα να κάνει το κοινό του να το κοιτάζει στα μάτια και στα χείλη, να κρέμεται από αυτά. Πολλές φορές βέβαια, όταν η περίσταση το απαιτούσε, κατάφερνε ακόμη να το κάνει να στρέφει την προσοχή του αποκλειστικά στις χειρονομίες του και στην κίνηση του σώματός του.

Περιοριζόταν βέβαια από τις οδηγίες του σκηνοθέτη του, μα εξαντλούσε πάντα τα περιθώρια ελευθερίας που του άφηνε, με αποτέλεσμα να δίνει το δικό του στίγμα, τη δική του ιδιαιτερότητα σε κάθε ρόλο.

Και χειραγωγούσε το πλήθος, ε;  Ώ πως κατάφερνε να το φέρνει πάντα στα μέτρα του! Όπως και τους ρόλους άλλωστε. Επέλεγε ένα χαρακτήρα και κατάφερνε μ΄ένα μοναδικά δικό του τρόπο να τον ταιριάζει στον εαυτό του, να ταιριάζει τον εαυτό του στον χαρακτήρα, και τα δυό να γίνονται ένα.

Σύντομα είχε γίνει διάσημος, σπουδαίος. Και ακολούθησαν τα τουρνέ, η διαφήμιση, η δόξα, τα λεφτά. Τί πολυτάραχη ζωή ήταν αυτή που ζούσε αλήθεια!

Ώσπου μια μέρα, ανέβηκε στη σκηνή αποφασισμένος. Και κοίταξε το κοινό του. Το απέραντο κοινό του. Το δικό του κοινό. Και τότε δάκρυσε. Και ήταν η πρώτη φορά που το κοινό δεν δάκρυσε μαζί του.   Γιατί τα δάκρυα αυτά ήταν ουσιαστικά, εσωτερικά. Και έπειτα, ο ηθοποιός έπαιξε την τελευταία του παράσταση. Και ήταν πιο μαγική από ποτέ."

"Δηλαδή μπαμπά; Δηλαδή; Πέθανε ο ηθοποιός;",  ρώτησε ανυπόμονα το μικρό παιδί.

"Κανείς δεν κατάλαβε, κανείς δεν έμαθε ποτέ. Άλλοι λένε ότι παραιτήθηκε, παράτησε τα πάντα και στενοχωριούνται. Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι σταμάτησε για να αναλάβει κάποιον άλλο, πολύ πιο σημαντικό, πολύ πιο μεγάλο ρόλο.

Το σίγουρο είναι ότι ήταν ένας καλός, πολύ καλός ηθοποιός", απάντησε ο πρώην ηθοποιός.

Monday, 8 August 2011

Το Παραμύθι

"Μια φορά και έναν καιρό ήταν έναν συνηθισμένος φτωχός ανθρωπάκος στον οποίο δόθηκε μία σημαντική  αποστολή. Ο ανθρωπάκος στην αρχή φοβήθηκε γιατί η αποστολή ήταν πολύ δύσκολη, όμως σύντομα ξεπέρασε τους φόβους του και ξεκίνησε το μεγάλο του ταξίδι.
Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του πάλεψε με θεούς και δαίμονες, έφτασε αρκετές φορές στο θάνατο όμως τελικά κατάφερε να πετύχει το στόχο του.
Νίκησε, εκπλήρωσε την αποστολή του και ο κόσμος τον λάτρεψε σα θεό. Λίγο αργότερα έγινε και βασιλιάς και κέρδισε απίστευτα πλούτη.

Και έζησε αυτός καλά και εμείς καλύτερα."


Αυτή την ιστορία διάβαζε κάθε βράδυ ο Μήτσος στο κελί του. Τη διάβαζε και όταν δεν τον αποσπούσαν τα χρέη που τον έστειλαν στη φυλακή, ο καρκίνος της γυναίκας του και η αναπηρία του μικρού του γιου, φαντασιωνόταν ότι ήταν εκείνος ο ανθρωπάκος.

Φαντασιωνόταν πως ήταν εκείνος ο φτωχός, συνηθισμένος ανθρωπάκος και ύστερα κοιμόταν χαμογελαστός, περιμένοντας την επόμενη δύσκολη μέρα.

Sunday, 7 August 2011

Αβεβαιότητα

-Και;
-Και τί;
-Και τώρα τί;
-Και τώρα τι, τί;
-Και τώρα τί κάνουμε;
-Και που θες να ξέρω τώρα τί κάνουμε;
-Και αν δεν ξέρεις εσύ, ποιός ξέρει τώρα τί κάνουμε;
-Και πού θες να ξέρω ποιός ξέρει τώρα τί κάνουμε;
-Και αν δεν ξέρεις κάποιον πού ξέρει τώρα τί κάνουμε, ποιός ξέρει κάποιον που ξέρει;
-Κάποιον που ξέρει τί;
-Κάποιον που ξέρει τί, τί;
-Τί κάνουμε.
-Τί κάνουμε;
-Δεν ξέρω.