Posts

Showing posts from November, 2011

Με λένε Ηλία και έχω χοντρό κώλο

Κάθε πρωί, ξυπνάω κατά τις εφτά,εφτάμιση το αργότερο.  Αν είμαι τυχερός, προλαβαίνω τα παιδιά πριν ξυπνήσουν και έτσι καταφέρνω να μπω στο μπάνιο πρώτος και να κάτσω με την άνεσή μου. Κατά τις οκτώ, οκτώ και τέταρτο το αργότερο, μπαίνω στο αμάξι μου -ένα παλιό Renault, μπλε, δίπορτο, μη φανταστείτε τίποτα τρομερό- και ξεκινάω να πάω στη δουλειά. Αν πάλι ξυπνήσουν τα παιδιά και με προλάβουν, τότε τα πράγματα είναι άσχημα. Μερικές φορές παίζουν με τις σαπουνάδες και τις οδοντόκρεμες στο μπάνιο με αποτέλεσμα να καθυστερώ πιο πολύ. Τότε θυμώνω λίγο αλλά δεν τους φωνάζω, γιατί είμαι καλός πατέρας.

Η δουλειά είναι κέντρο, μια μεγάλη επιχείρηση και εγώ μένω προάστεια κοντά. Όταν είμαι τυχερός, δεν έχει κίνηση κι έτσι προλαβαίνω. Όταν έχει κίνηση, ψιλοκολλάω λίγο, πολλά αμάξια βρίσκονται τριγύρω, και όλοι οι οδηγοί είναι εκνευρισμένοι. Ώρες ώρες κάποιος οδηγός δίπλα μου εκνευρίζεται, ε άνθρωπος είναι και αυτός, καταλαβαίνετε, και αρπάζεται μαζί μου. Αλλά δεν φταίει αυτός, ούτε εγώ φταίω, η κί…

Τα χρόνια φέρνουν κιλά...

...και τα κιλά φέρνουν χρόνια.

Εμπρός

Καθόταν εκεί. Στην πύλη. Κρατιόταν σφιχτά από τα κάγκελα. Τα κρατούσε σφιχτά τα κάγκελα, και μαζί κρατούσε σφιχτά και τις ελπίδες του, κρατούσε σφιχτά τα όνειρά του. Το ίδιο σφιχτά τα κρατούσαν και άλλοι. Δεν ήθελαν να τα αφήσουν να φύγουν τώρα, όχι τώρα, τώρα που ήταν  τόσο κοντά στο να τα κάνουν πραγματικότητα.

Γύρω του, χαμός.Κρότοι, θόρυβος, πανικός. Και φωνές. Φωνές, χιλιάδες  φωνές, χιλιάδες φωνές φοιτητών, χιλιάδες φωνές μαθητών, χιλιάδες φωνές εργατών, όλες μαζί τυλιγόντουσαν, μπερδευόντουσαν, δεν μπορούσες να τις ξεχωρίσεις, γινόντουσαν μια φωνή. Μια φωνή που τους ξεπερνούσε, ξεπερνούσε τους εαυτούς τους, ξεπερνούσε τις χιλιάδες φωνές, ξεπερνούσε τον τόπο εκείνο, έφτανε ψηλά, στα σύννεφα, στα αστέρια. 
"ΨΩΜΙ - ΠΑΙΔΕΙΑ - ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ! ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ! ΘΕΛΟΥΜΕ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ!"

Απέναντί του, εκείνοι. Οι ένστολοι. Και οι φασίστες. Ήταν απ'έξω αυτοί. Ο εχθρός. Ή μάλλον, όχι ο εχθρός. Δεν ήθελε να πιστέψει ότι εκείνοι ήταν ο εχθρός, δεν το χωρούσε ο νους του. Δεν το χωρούσε ότι…

Τέχνη είναι

να ξεσκίζεις τα σωθικά σου, να ξεριζώνεις την καρδιά σου και ύστερα να την προσφέρεις απλόχερα σε κτήνη για να την κατασπαράξουν.

Όταν ήμουν μικρός

Όταν ήμουν μικρός πίστευα πως θα μπορούσα ν'αγγίξω τα αστέρια.
Όταν ήμουν μικρός, πίστευα πως θα μπορούσα να γνωρίσω όλο τον κόσμο
και να τον κάνω δικό μου.
Όταν ήμουν μικρός, πίστευα ότι θα μπορούσα ν'αλλάξω ό,τι δεν μου άρεσε και να κρατήσω ό,τι αγαπάω.

Και πάλεψα, πάλεψα για να φτάσω τ'αστέρια, πάλεψα για να γνωρίσω όσο περισσότερο κόσμο μπορούσα, πάλεψα για να κατακτήσω αυτό τον κόσμο. Πάλεψα κρατώντας ό,τι αγαπούσα και αλλάζοντας ότι δεν μ'άρεσα.

Τώρα μεγάλωσα.

Μεγάλωσα και κατάλαβα ότι δεν γίνεται ν'αγγίξεις τα αστέρια.
Μεγάλωσα και κατάλαβα ότι δεν μπορείς να γνωρίσεις όλον τον κόσμο και ότι είναι αδύνατο να τον κατακτήσεις.
Μεγάλωσα και κατάλαβα ότι το να αλλάξεις κάτι είναι δύσκολο, και ακόμη πιο δύσκολο είναι να κρατήσεις κοντά σου ό,τι αγαπάς.


Μεγάλωσα, όμως ακόμη παλεύω.

Στο Λεωφορείο pt. 6

-Θέλω να μιλήσουμε σοβαρά.
-Δε νομίζεις ότι αυτό θα υποβάθμιζε την όποια σοβαρότητα της κατάστασης;

Το λεωφορείο έπεσε σε λακούβα και αναταράχτηκε ελαφρώς.

Οι γυναίκες είναι σαν τα λειτουργικά συστήματα.

Τα Linux τρέχουν συνήθως πιο γρήγορα, σου αφήνουν να κάνεις ό,τι μετατροπές γουστάρεις, μπορούν να προσαρμοστούν πλήρως σ'εσένα, αλλά είναι δύσκολο να μάθεις να τα χειρίζεσαι.

Τα Windows είναι πιο φιλικά προς το χρήστη, πιο όμορφα, μια είναι πιο αργά και δεν σου επιτρέπουν να αλλάξεις τίποτα πάνω τους.

Τα Macintosh από την άλλη, ταιριάζουν μόνο σε Mac.

Ο έρωτας είναι

Προχθές, αργά το βράδυ, σ'ένα τοίχο σε σχετικά πολυσύχναστο,  δρόμο, ένας τύπος με κόκκινο φούτερ έγραψε με μαύρο σπρέι την φράση  "Ο έρωτας είναι-".

Ύστερα, κάθησε για λίγο να κάνει ένα τσιγάρο και κοίταξε το έργο του. Φαινόταν σχετικά ικανοποιημένος.

Πολλοί πέρασαν από 'κει όσο κάπνιζε, πολλοί στάθηκαν να δουν τη φρεσκογραμμένη φράση. Άλλοι την κοιτούσαν και χαμογελούσαν, άλλοι την κοιτούσαν με θαυμασμό, αρκετοί ήταν αυτοί που συζήτησαν μεταξύ το βαθύτερο και  ιδιαίτερο νόημα της φράσης αυτού του "φρέσκου καλλιτέχνη του δρόμου".

Πέρασα και 'γω βιαστικά από 'κει και καθώς έριξα μια ματιά στη φράση, απόρησα. Πρόσεξα τη λερωμένη μπλούζα του τύπου που κάπνιζε και κατάλαβα ότι το "έργο" ήταν δικό του.

"Ρε φίλε σόρρυ, αλλά τί σημαίνει ακριβώς αυτή η φράση;" ρώτησα.

"Τίποτα. Απλώς μου τέλειωσε το σπρέι", μου απάντησε εκείνος.

Ύστερα χαμογέλασε και απομακρύνθηκε σφυρίζοντας.

Έξω από το παράθυρο

Μερικές φορές, κάθομαι με τις ώρες και κοιτάω έξω από το παράθυρό μου.
Τότε είναι που σκέφτομαι ότι είναι πολλοί εκείνοι που κοιτάνε έξω από τα παράθυρά τους.

Υπάρχουν άνθρωποι που κοιτάνε έξω από το παράθυρό τους και βλέπουν έναν κόσμο που δεν είναι δικός τους, έναν κόσμο ξένο και απλώς κάθονται και τον παρακολουθούν αμέτοχοι. Πολλοί από αυτούς  πιστεύουν ότι δεν ανοίκουν εκεί, ότι δεν πρέπει να μπλέκονται με τον κόσμο έξω από το δικό τους παράθυρο. Ίσως όλοι αυτοί να είναι απογοητευμένοι με τον κόσμο έξω από το παράθυρό τους. Ίσως απλώς και να βαριούνται.

Άλλοι πάλι, έξω από το παράθυρό τους βλέπουν έναν κόσμο που αλλάζει, ανακαλύπτουν σε αυτόν κάτι διαφορετικό κάθε μέρα, μια διαφορετική λεπτομέρεια, ένα διαφορετικό πράγμα που τους κάνει χαρούμενους και τους γεμίζει.

Άλλοι, αντιμετωπίζουν το παράθυρο σαν έναν ακόμη πίνακα, σαν μια στάσιμη εικόνα, ένα ζωντανό background στον τοίχο τους. Δεν πολυνοιάζονται για το παράθυρό τους: για αυτούς δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα διακοσμητικό στ…

Χθες ξεκίνησα δίαιτα.

Σήμερα, λέω να τη σταματήσω.

Το βλέμμα της πόλης

Κοίταξε την πόλη που απλωνόταν από κάτω του. Αυστηρή, επιβλητική και απόμακρη: τον κοιτούσε τώρα, όπως και πάντα με αυτή την άκρως επιθετική της ματιά. Δεν του έκανε εντύπωση. Το είχε συνηθίσει αυτό το βλέμμα, το άγριο βλέμμα της πόλης.

Έσφιξε τα χέρια του στα κάγκελα. Η πλάτη του ήταν γυρισμένη στην ταράτσα της πολυώροφης πολυκατοικίας του. Στεκόταν όρθιος από την έξω μεριά του γείσου, έξω από τα κάγκελα. Κοίταξε ξανά κάτω, προς το χάος της πόλης. Μια απόφαση ήταν μόνο, μια απόφαση.

Ξαφνικά άκουσε μια φωνή. "Ε! Φίλε! Τί κάνεις εκεί; Τί κάνεις; Ρε φίλε! Ρε φίλε, λογικέψου!"
Κάποιος είχε ανέβει στην ταράτσα και τον πλησίαζε.

Γύρισε ελαφρά το κεφάλι του προς τα πίσω. Δεν μπορούσε να διακρίνει καλά ποιος ήταν, αλλά δεν του φαινόταν και να αναγνωρίζει το πρόσωπό του. Ίσως να ήταν κάποιος γείτονας που δεν γνώριζε ή ακόμη και κάποιος πεζός που διέσχιζε το πεζοδρόμιο και κοιτώντας τυχαία προς τα πάνω τον είδε να ετοιμάζεται να πέσει. Και τώρα τί; Ήθελε να το παίξει ήρωας ο τύπος;

η ζωή είναι

περίεργη, γκόμενα.

Κυρίες και κύριοι,

αν περιμένετε να διαβάσετε μια καινούρια ιστορία ή κάτι ψαρωτικό, γελαστήκατε.

Ο λόγος που γράφω αυτό το post, για να είμαι και σύντομος, είναι απλός:
βλέπετε κάτω δεξιά, κάτω από τη φράση "ΚΛΕΒΩ ΤΙΣ ΙΔΕΕΣ ΜΟΥ ΑΠΟ:" που έχω βάλει τρία links;
Ναι; Ωραία. Αυτά τα links είναι τρία blogs τα οποία τα γράφει ένα άτομο, ο Pascal.
Αυτός ο Pascal που λέτε,
ΔΕΝ είμαι εγώ.
Για την ακρίβεια, ούτε καν τον γνωρίζω προσωπικά τον κύριο.

Το λέω αυτό γιατί ο ίδιος μου γνωστοποίησε ότι υπάρχει μια σύγχυση με το ποιός είναι ποιός, τί είναι ο άνθρωπος, πού βαδίζουμε και τέτοια. Σύγχυση αφενός κατανοητή, αφετέρου αδικαιολόγητη.

Από την μία, καταλαβαίνω κάποιος να βλέπει την ομοιότητα στο ύφος, σε πάρα πολλά μου κείμενα. Αυτή η ομοιότητα είναι ευδιάκριτη, και χαίρομαι που είναι γιατί ο κύριος Pascal αποτελεί μία από τις βασικότερες επιρροές μου (στο γράψιμο). Υπάρχουν βέβαια και άλλες, όπως και πολλές αναφορές, αλλά μάλλον είναι δύσκολο να τις ανακαλύψετε γιατί είτε δεν έχουν blog, είτε είναι νεκ…

η ζωή είναι

περίεργη γκόμενα.

Μοντέλο του '50

Κάθε μέρα, όταν περνούσε μπροστά από την αλάνα, καθόταν και χάζευε αυτό το αμαξάκι.  Μερικές φορές, όταν δεν βιαζόταν –σχεδόν πάντα δηλαδή- καθόταν μάλιστα στο πεζοδρόμιο κοντά  και το χάζευε με τις ώρες.  Ήταν ωραίο αμαξάκι. Μπλε κάμπριο. Τσίλικο. Ό,τι έπρεπε για τα γούστα του.  Με λίγη σκουριά -όση του έπρεπε. Μοντέλο του ’50, σαν και του λόγου του.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που φαντασιωνόταν ότι το αμαξάκι δούλευε και ήταν δικό του: κάνανε τότε λέει, βόλτες τεράστιες  πάνω σε απέραντους δρόμους. Και τρέχανε, αχ πώς τρέχανε! Όλο τρέχανε γρήγορα, λέει, τόσο που ξεπερνούσαν το επιτρεπόμενο όριο της ταχύτητας. Αλλά δεν τους ένοιαζε. Γιατί κανείς δεν μπορούσε να τους πιάσει. Ήταν ελεύθεροι.

Άλλες φορές φανταζόταν ότι το πήγαινε ήρεμα, μέσα στην πόλη και όλοι τον κοιτούσαν με θαυμασμό. Θαυμασμό και κρυφή ζήλεια, μερικές φορές. Οι άλλοι άντρες δαγκώναν τα χείλια τους από φθόνο και όλες οι κοπέλες τον γλυκοκοιτάζανε. Και αυτόν και το όμορφό του αμαξάκι.

Όταν δε τον έπαιρνε η ώρα και σουρούπ…

Στο Λεωφορείο pt. 5

Κοίταξα την ώρα στο ηλεκτρονικό ρολόι.
Έγραφε 18.30 και είχα ακόμη τουλάχιστον 5 στάσεις.
"Σκατά", είπα από μέσα μου.

Θα αργούσα στο ραντεβού μου μισή ώρα.

Και κάτι χρόνια.

Σκάκι

Είμαστε όλοι πιόνια πάνω σε μια σκακιέρα.

Άλλοι, νομίζουν τους εαυτούς τους βασιλιάδες, άλλοι βασίλισσες, άλλοι ίππους...
Άλλοι πάλι, απλά στρατιωτάκια.

Η παρτίδα είναι ατελειώτη, ή έτσι τουλάχιστον έτσι μας φαίνεται. Και είναι πολύ νωρίς ακόμη για να ξέρουμε ποιο θα είναι το αποτέλεσμα, μιας και στο σκάκι δεν μπορείς να δεις και πολλές κινήσεις μπροστά.

Είμαστε όλοι πιόνια πάνω σε μια σκακιέρα, που λες.
Και άλλοι κινούμαστε διαγώνια, άλλοι ευθεία μπροστά, άλλοι σε "γάμμα"...
Άλλοι κάνουν πολλά βήματα μπροστά. Άλλοι πάλι, μόνο ένα.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι πάντα, μα πάντα, μας κινεί κάποιο χέρι.

Καταλαβαίνεις ότι κάτι πάει στραβά

όταν το βλέπεις να μην πάει ίσια.

Σήμερα, ξύπνησα με

ξυπνητήρι.