Monday, 28 November 2011

Με λένε Ηλία και έχω χοντρό κώλο

Κάθε πρωί, ξυπνάω κατά τις εφτά,εφτάμιση το αργότερο.  Αν είμαι τυχερός, προλαβαίνω τα παιδιά πριν ξυπνήσουν και έτσι καταφέρνω να μπω στο μπάνιο πρώτος και να κάτσω με την άνεσή μου. Κατά τις οκτώ, οκτώ και τέταρτο το αργότερο, μπαίνω στο αμάξι μου -ένα παλιό Renault, μπλε, δίπορτο, μη φανταστείτε τίποτα τρομερό- και ξεκινάω να πάω στη δουλειά. Αν πάλι ξυπνήσουν τα παιδιά και με προλάβουν, τότε τα πράγματα είναι άσχημα. Μερικές φορές παίζουν με τις σαπουνάδες και τις οδοντόκρεμες στο μπάνιο με αποτέλεσμα να καθυστερώ πιο πολύ. Τότε θυμώνω λίγο αλλά δεν τους φωνάζω, γιατί είμαι καλός πατέρας.

Η δουλειά είναι κέντρο, μια μεγάλη επιχείρηση και εγώ μένω προάστεια κοντά. Όταν είμαι τυχερός, δεν έχει κίνηση κι έτσι προλαβαίνω. Όταν έχει κίνηση, ψιλοκολλάω λίγο, πολλά αμάξια βρίσκονται τριγύρω, και όλοι οι οδηγοί είναι εκνευρισμένοι. Ώρες ώρες κάποιος οδηγός δίπλα μου εκνευρίζεται, ε άνθρωπος είναι και αυτός, καταλαβαίνετε, και αρπάζεται μαζί μου. Αλλά δεν φταίει αυτός, ούτε εγώ φταίω, η κίνηση και τα πολλά αμάξια είναι αυτά που μας τσαντίζουν. Κάθε φορά στο τέλος, συνήθως αφήνω τον άλλο να με βρίζει και δε λέω τίποτα,το αφήνω να περάσει έτσι, γιατί είμαι καλός άνθρωπος.

Τέτοιες φορές είναι που αργώ πολύ στη δουλειά μου, φτάνω βιαστικός, και τρέχω να ξεκλειδώσω το γραφείο μου. Αν τυχόν με περιμένουν πελάτες, ή ακόμη χειρότερα,ουρά πελατών τότε όλοι με κοιτάνε με ένα σχεδόν δολοφονικό ύφος και δεν είναι λίγοι αυτοί που με βρίζουν, μου φωνάζουν και με κάνουν σκουπίδι. Εγώ πάντα προσπαθώ να σταματάω ευγενικά τη συζήτηση, να το αφήσω να περάσει έτσι, γιατί είμαι ευγενικός άνθρωπος. Στρώνομαι ευθύς αμέσως στη δουλειά, για να προσπαθήσω να εξυπηρετήσω όσο περισσότερους γίνεται. Τα χειρότερα έρχονται αργότερα, όταν ο προϊστάμενος μάθει ότι άργησα από τυχόν παρατηρήσεις δυσαρεστημένων πελατών: τότε έρχεται αυτοπροσώπως στο γραφείο μου, μου φωνάζει με αυτή την αγριοφωνάρα του, με βρίζει και με απειλεί με απόλυση και μείωση του μισθού μου. Τότε εγώ δεν λέω τίποτα, παρά γνέφω σιωπηλά και καταφατικά το κεφάλι, και το αφήνω να περάσε, γιατί είμαι καλός εργαζόμενος.

Συνήθως σχολάω στις πέντε ακριβώς, εκτός αν το αφεντικό μου πει για καμιά υπερωρία. Τότε εγώ πάλι γνέφω καταφατικά το κεφάλι, και την κάνω, ελπίζοντας από μέσα μου ότι θα την πληρωθώ. Με τις υπερωρίες η δουλειά τελιώνει κατά τις εξήμιση και τότε πέρνω το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι. Τέτοιες ώρες το απόγευμα και ιδιαίτερα Δευτέρες και Τετάρτες δεν έχει πολλά αμάξια στο δρόμο, οπότε φτάνω σχετικά γρήγορα.

Στη γειτονιά μου, κοντά στο σπίτι, έχει ένα μίνι μάρκετ κι ένα ζαχαροπλαστείο. Τις περισσότερες φορές, σταματάω και στα δύο, να πάρω τίποτα για το σπίτι ή κανά γλυκό για τα παιδιά. Το ζαχαροπλαστείο ειδικά είναι πολύ γνωστό και πάντοτε όταν πάω, έχει μια τεράστια ουρά από πελάτες. Εγώ πάντα περιμένω υπομονετικά στην ουρά να εξυπηρετηθώ και μερικές φορές τυχαίνει κάποιος βιαστικός και θρασύς να μου πάρει με ένα σπρώξιμο τη θέση. Εγώ βέβαια ποτέ δεν λέω τίποτα και το αφήνω να περάσει έτσι, γιατί είμαι καλός γείτονας.

Όταν πια φτάσω σπίτι αργά το απόγευμα, εξαντλημένος, τις περισσότερες φορές ακούω τα παιδιά μου να τσακώνονται και τη γυναίκα μου να τους φωνάζει. Συνήθως μόλις ακούσει το άνοιγμα της πόρτας, με ρωτάει επίμονα πού ήμουν, γιατί δεν την πήρα τηλέφωνο, και αν τυχόν έχω τσιμπήσει κάτι έξω, μου φωνάζει και αναρωτιέται δυνατά για ποιόν μαγειρεύει. Εγώ πάντοτε προσπαθώ να την αγνοώ και να απαντάω μονολεκτικά, γιατί είμαι καλός σύζυγος.

Το μόνο που με ενδιαφέρει όταν μπαίνω σπίτι μου, εκεί που καρφώνεται πάντα το βλέμμα μου είναι το σαλόνι. Μόλις ξεμπερδεύω με τους τσακωμούς, ξαπλώνω πάντα στον αγαπημένο μου καναπέ και ανοίγω την τηλεόραση για δω λίγο και να χαλαρώσω.

Ευτυχώς που υπάρχει και αυτή η ρημάδα η τηλεόραση.

Τα χρόνια φέρνουν κιλά...

...και τα κιλά φέρνουν χρόνια.

Thursday, 17 November 2011

Εμπρός

Καθόταν εκεί. Στην πύλη. Κρατιόταν σφιχτά από τα κάγκελα. Τα κρατούσε σφιχτά τα κάγκελα, και μαζί κρατούσε σφιχτά και τις ελπίδες του, κρατούσε σφιχτά τα όνειρά του. Το ίδιο σφιχτά τα κρατούσαν και άλλοι. Δεν ήθελαν να τα αφήσουν να φύγουν τώρα, όχι τώρα, τώρα που ήταν  τόσο κοντά στο να τα κάνουν πραγματικότητα.

Γύρω του, χαμός.Κρότοι, θόρυβος, πανικός. Και φωνές. Φωνές, χιλιάδες  φωνές, χιλιάδες φωνές φοιτητών, χιλιάδες φωνές μαθητών, χιλιάδες φωνές εργατών, όλες μαζί τυλιγόντουσαν, μπερδευόντουσαν, δεν μπορούσες να τις ξεχωρίσεις, γινόντουσαν μια φωνή. Μια φωνή που τους ξεπερνούσε, ξεπερνούσε τους εαυτούς τους, ξεπερνούσε τις χιλιάδες φωνές, ξεπερνούσε τον τόπο εκείνο, έφτανε ψηλά, στα σύννεφα, στα αστέρια. 

"ΨΩΜΙ - ΠΑΙΔΕΙΑ - ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ! ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ! ΘΕΛΟΥΜΕ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ!"

Απέναντί του, εκείνοι. Οι ένστολοι. Και οι φασίστες. Ήταν απ'έξω αυτοί. Ο εχθρός. Ή μάλλον, όχι ο εχθρός. Δεν ήθελε να πιστέψει ότι εκείνοι ήταν ο εχθρός, δεν το χωρούσε ο νους του. Δεν το χωρούσε ότι υπήρχε κανείς που διαφωνούσε μαζί του, έτσι του έλεγαν οι χιλιάδες δυνατές φωνές, αλλά και εκείνη η σιγανή φωνούλα, η φωνούλα της καρδιάς του. Δεν γίνεται να διαφωνεί κάποιος μαζί του. Είχε το δίκιο με το μέρος τους και εκείνοι απλώς δεν το γνώριζαν. Αλλά θα το μάθαιναν κάποια στιγμή, θα καταλάβαιναν ότι κάνουν λάθος, θα το καταλάβαιναν. Και τότε θα ερχόντουσαν και εκείνοι μέσα και τότε οι φωνές τους θα μπλεκόντουσαν με τις δικές τους, και τότε εκείνη η φωνή, η μία φωνή θα ήταν ακόμη πιο δυνατή, θα ξεπερνούσε τ' αστέρια. Θα ξεπερνούσε τ' αστέρια και θα έφτανε στο αύριο.

"ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ, ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΟΠΛΟΙ! ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΑΔΕΡΦΙΑ ΜΑΣ! ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΟΠΛΟΙ!"


Τα μεγάφωνα βούιζαν. Όπως βούιζαν και οι φωνές των μαθητών, όπως βούιζαν και οι φωνές των εργατών, όπως βούιζαν και φωνές των φοιτητών. Όπως βούιζαν και τα μυαλά τους, όπως βούιζαν και οι καρδιές τους. Βούζαν όλα και έσφιγγαν τα κάγκελα, έσφιγγαν τις ελπίδες τους, έσφιγγαν τα όνειρά τους.

Βούιζε και το τανκς που έριξε την πύλη, παρασέρνοντας μαζί του εργάτες, φοιτητές και μαθητές. Όλα σκοτείνιαζαν, το τανκς τους έλιωνε στο διάβα του, αλλά εκείνοι ακόμη έσφιγγαν τα κάγκελα, έσφιγγαν τις ελπίδες τους, έσφιγγαν τα όνειρά τους.

Τα έσφιγγαν και δεν τα άφηναν να φύγουν.

Γιατί ήξεραν ότι σε λίγο καιρό οι φωνές τους θα γίνουν πάλι μία φωνή. Και τα όνειρά τους, πραγματικότητα.

Wednesday, 16 November 2011

Τέχνη είναι

να ξεσκίζεις τα σωθικά σου, να ξεριζώνεις την καρδιά σου και ύστερα να την προσφέρεις απλόχερα σε κτήνη για να την κατασπαράξουν.

Monday, 14 November 2011

Όταν ήμουν μικρός

Όταν ήμουν μικρός πίστευα πως θα μπορούσα ν'αγγίξω τα αστέρια.
Όταν ήμουν μικρός, πίστευα πως θα μπορούσα να γνωρίσω όλο τον κόσμο
και να τον κάνω δικό μου.
Όταν ήμουν μικρός, πίστευα ότι θα μπορούσα ν'αλλάξω ό,τι δεν μου άρεσε και να κρατήσω ό,τι αγαπάω.

Και πάλεψα, πάλεψα για να φτάσω τ'αστέρια, πάλεψα για να γνωρίσω όσο περισσότερο κόσμο μπορούσα, πάλεψα για να κατακτήσω αυτό τον κόσμο. Πάλεψα κρατώντας ό,τι αγαπούσα και αλλάζοντας ότι δεν μ'άρεσα.

Τώρα μεγάλωσα.

Μεγάλωσα και κατάλαβα ότι δεν γίνεται ν'αγγίξεις τα αστέρια.
Μεγάλωσα και κατάλαβα ότι δεν μπορείς να γνωρίσεις όλον τον κόσμο και ότι είναι αδύνατο να τον κατακτήσεις.
Μεγάλωσα και κατάλαβα ότι το να αλλάξεις κάτι είναι δύσκολο, και ακόμη πιο δύσκολο είναι να κρατήσεις κοντά σου ό,τι αγαπάς.


Μεγάλωσα, όμως ακόμη παλεύω.

Sunday, 13 November 2011

Στο Λεωφορείο pt. 6

-Θέλω να μιλήσουμε σοβαρά.
-Δε νομίζεις ότι αυτό θα υποβάθμιζε την όποια σοβαρότητα της κατάστασης;

Το λεωφορείο έπεσε σε λακούβα και αναταράχτηκε ελαφρώς.

Saturday, 12 November 2011

Οι γυναίκες είναι σαν τα λειτουργικά συστήματα.

Τα Linux τρέχουν συνήθως πιο γρήγορα, σου αφήνουν να κάνεις ό,τι μετατροπές γουστάρεις, μπορούν να προσαρμοστούν πλήρως σ'εσένα, αλλά είναι δύσκολο να μάθεις να τα χειρίζεσαι.

Τα Windows είναι πιο φιλικά προς το χρήστη, πιο όμορφα, μια είναι πιο αργά και δεν σου επιτρέπουν να αλλάξεις τίποτα πάνω τους.

Τα Macintosh από την άλλη, ταιριάζουν μόνο σε Mac.

Ο έρωτας είναι

Προχθές, αργά το βράδυ, σ'ένα τοίχο σε σχετικά πολυσύχναστο,  δρόμο, ένας τύπος με κόκκινο φούτερ έγραψε με μαύρο σπρέι την φράση  "Ο έρωτας είναι-".

Ύστερα, κάθησε για λίγο να κάνει ένα τσιγάρο και κοίταξε το έργο του. Φαινόταν σχετικά ικανοποιημένος.

Πολλοί πέρασαν από 'κει όσο κάπνιζε, πολλοί στάθηκαν να δουν τη φρεσκογραμμένη φράση. Άλλοι την κοιτούσαν και χαμογελούσαν, άλλοι την κοιτούσαν με θαυμασμό, αρκετοί ήταν αυτοί που συζήτησαν μεταξύ το βαθύτερο και  ιδιαίτερο νόημα της φράσης αυτού του "φρέσκου καλλιτέχνη του δρόμου".

Πέρασα και 'γω βιαστικά από 'κει και καθώς έριξα μια ματιά στη φράση, απόρησα. Πρόσεξα τη λερωμένη μπλούζα του τύπου που κάπνιζε και κατάλαβα ότι το "έργο" ήταν δικό του.

"Ρε φίλε σόρρυ, αλλά τί σημαίνει ακριβώς αυτή η φράση;" ρώτησα.

"Τίποτα. Απλώς μου τέλειωσε το σπρέι", μου απάντησε εκείνος.

Ύστερα χαμογέλασε και απομακρύνθηκε σφυρίζοντας.

Friday, 11 November 2011

Έξω από το παράθυρο

Μερικές φορές, κάθομαι με τις ώρες και κοιτάω έξω από το παράθυρό μου.
Τότε είναι που σκέφτομαι ότι είναι πολλοί εκείνοι που κοιτάνε έξω από τα παράθυρά τους.

Υπάρχουν άνθρωποι που κοιτάνε έξω από το παράθυρό τους και βλέπουν έναν κόσμο που δεν είναι δικός τους, έναν κόσμο ξένο και απλώς κάθονται και τον παρακολουθούν αμέτοχοι. Πολλοί από αυτούς  πιστεύουν ότι δεν ανοίκουν εκεί, ότι δεν πρέπει να μπλέκονται με τον κόσμο έξω από το δικό τους παράθυρο. Ίσως όλοι αυτοί να είναι απογοητευμένοι με τον κόσμο έξω από το παράθυρό τους. Ίσως απλώς και να βαριούνται.

Άλλοι πάλι, έξω από το παράθυρό τους βλέπουν έναν κόσμο που αλλάζει, ανακαλύπτουν σε αυτόν κάτι διαφορετικό κάθε μέρα, μια διαφορετική λεπτομέρεια, ένα διαφορετικό πράγμα που τους κάνει χαρούμενους και τους γεμίζει.

Άλλοι, αντιμετωπίζουν το παράθυρο σαν έναν ακόμη πίνακα, σαν μια στάσιμη εικόνα, ένα ζωντανό background στον τοίχο τους. Δεν πολυνοιάζονται για το παράθυρό τους: για αυτούς δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα διακοσμητικό στοιχείο.

Άλλοι, έξω από το παράθυρό τους, βλέπουν έναν κόσμο άσχημο, βλέπουν δυστυχία. Βλέπουν έναν κόσμο που πάει από το κακό στο χειρότερο, που καταστρέφεται και φθείρεται μέρα με την μέρα. Τα βλέπουν όλα αυτά, στενοχωριούνται και αποστρέφουν γρήγορα το βλέμμα τους.

Υπάρχουν βέβαια και άλλοι, οι οποίοι δεν έχουν δει ποτέ έξω από το παράθυρό τους με τα ίδια τους τα μάτια. Ίσως δηλαδή και να βλέπουν, μα δεν πιστεύουν αυτά που βλέπουν, ή βλέπουν μόνο ό,τι θέλουν να δουν. Βασίζονται μόνο σε αυτά που τους λένε άλλοι ότι βλέπουν έξω από τα δικά τους παράθυρα. Ίσως αυτοί να είναι ικανοποιημένοι. Ίσως και όχι.

Είναι λοιπόν πολλοί αυτοί που κοιτάνε έξω από το παράθυρό τους.
Κοιτάνε τον ίδιο κόσμο που αλλάζει, περνάει, εξελίσσεται. Κοιτάνε τον ίδιο κόσμο που αλλάζει και άλλοι τον βλέπουν να ανθίζει, να ευημερεί, να βελτιώνεται. Άλλοι να σαπίζει, να φθείρεται, και να γεμίζει δυστυχία.

Υπάρχουν όμως και ελάχιστοι άνθρωποι οι οποίοι δεν κοιτάνε έξω από το παράθυρό τους:
έχουν βγει έξω από σπίτι τους και κάνουν τον κόσμο να αλλάζει.
Άλλοι τον βελτιώνουν και άλλοι τον κάνουν να σαπίζει.

Tuesday, 8 November 2011

Το βλέμμα της πόλης

Κοίταξε την πόλη που απλωνόταν από κάτω του. Αυστηρή, επιβλητική και απόμακρη: τον κοιτούσε τώρα, όπως και πάντα με αυτή την άκρως επιθετική της ματιά. Δεν του έκανε εντύπωση. Το είχε συνηθίσει αυτό το βλέμμα, το άγριο βλέμμα της πόλης.

Έσφιξε τα χέρια του στα κάγκελα. Η πλάτη του ήταν γυρισμένη στην ταράτσα της πολυώροφης πολυκατοικίας του. Στεκόταν όρθιος από την έξω μεριά του γείσου, έξω από τα κάγκελα. Κοίταξε ξανά κάτω, προς το χάος της πόλης. Μια απόφαση ήταν μόνο, μια απόφαση.

Ξαφνικά άκουσε μια φωνή. "Ε! Φίλε! Τί κάνεις εκεί; Τί κάνεις; Ρε φίλε! Ρε φίλε, λογικέψου!"
Κάποιος είχε ανέβει στην ταράτσα και τον πλησίαζε.

Γύρισε ελαφρά το κεφάλι του προς τα πίσω. Δεν μπορούσε να διακρίνει καλά ποιος ήταν, αλλά δεν του φαινόταν και να αναγνωρίζει το πρόσωπό του. Ίσως να ήταν κάποιος γείτονας που δεν γνώριζε ή ακόμη και κάποιος πεζός που διέσχιζε το πεζοδρόμιο και κοιτώντας τυχαία προς τα πάνω τον είδε να ετοιμάζεται να πέσει. Και τώρα τί; Ήθελε να το παίξει ήρωας ο τύπος;

Όσο τα σκεφτόταν αυτά, ο "τύπος" είχε φτάσει σχεδόν δίπλα του, πλησιάζοντας πάντα αργά και προσεκτικά. "Ρε φίλε, ρε φίλε τί κάνεις εκεί; Το σκέφτηκες καλά αυτό που πάς να κάνεις;"

Ναι, σίγουρα δεν τον ήξερε. Ξανακοίταξε κάτω, κάτω στην απέραντη θάλασσα από κτίρια και ταράτσες άλλων σπιτιών.

"Ρε φίλε; Ρε φίλε ακούς που σου μιλάω;"

Όσο και αν τον αγνοούσε, ο τύπος δεν πτοούταν, επέμενε. Και του μιλούσε για ώρα. Για την ομορφιά της ζωής, για την ελπίδα που ποτέ δεν χάνεται, για τις γκόμενες που θα γνώριζε αν συνέχιζε να ζει και άλλα τέτοια κλισέ.

Μιλούσε πολύ και έντονα, με πάθος. Με τόσο πάθος που στο τέλος τον έπεισε να μην αυτοκτονήσει. Όχι για αυτά που έλεγε.Όχι. Αυτά ήταν, ως επί το πλείστον, μαλακίες.
Απλώς του έκανε εντύπωση που κάποιος που δεν τον γνώριζε, δεν είχαν ανταλλάξει ούτε μια κουβέντα στη ζωή τους, έδειχνε τόσο πείσμα. Πάλευε τόσο πολύ, με νύχια και με δόντια να μην τον αφήσει να πεθάνει. Αυτός. Κάποιος παντελώς άγνωστος.

Του έκανε τόση εντύπωση που είπε να του κάνει τη χάρη. Γύρισε προς την ταράτσα και πήγε να ανεβάσει το ένα του πόδι πάνω από τα κάγκελα. Έτσι όπως το ανέβασε  όμως το άλλο του πόδι γλίστρησε, αυτός έχασε την ισορροπία του και χάθηκε στο κενό. Έκανε βουτιά στη θάλασσα με τα κτίρια.







Τινάχτηκε απότομα από το κρεβάτι του, όπως συμβαίνει συνήθως όταν κάποιος βλέπει στον ύπνο του ότι πέφτει.

"Περίεργο όνειρο" είπε στον εαυτό του και σκέφτηκε, αμέσως μετά, ότι αν ήθελε να αυτοκτονήσει στην πραγματικότητα, δεν θα υπήρχε κανείς για να τον σταματήσει.

Ίσως για αυτό να μην το είχε προσπαθήσει ακόμη.

η ζωή είναι

περίεργη, γκόμενα.

Monday, 7 November 2011

Κυρίες και κύριοι,

αν περιμένετε να διαβάσετε μια καινούρια ιστορία ή κάτι ψαρωτικό, γελαστήκατε.

Ο λόγος που γράφω αυτό το post, για να είμαι και σύντομος, είναι απλός:
βλέπετε κάτω δεξιά, κάτω από τη φράση "ΚΛΕΒΩ ΤΙΣ ΙΔΕΕΣ ΜΟΥ ΑΠΟ:" που έχω βάλει τρία links;
Ναι; Ωραία. Αυτά τα links είναι τρία blogs τα οποία τα γράφει ένα άτομο, ο Pascal.
Αυτός ο Pascal που λέτε,
ΔΕΝ είμαι εγώ.
Για την ακρίβεια, ούτε καν τον γνωρίζω προσωπικά τον κύριο.

Το λέω αυτό γιατί ο ίδιος μου γνωστοποίησε ότι υπάρχει μια σύγχυση με το ποιός είναι ποιός, τί είναι ο άνθρωπος, πού βαδίζουμε και τέτοια. Σύγχυση αφενός κατανοητή, αφετέρου αδικαιολόγητη.

Από την μία, καταλαβαίνω κάποιος να βλέπει την ομοιότητα στο ύφος, σε πάρα πολλά μου κείμενα. Αυτή η ομοιότητα είναι ευδιάκριτη, και χαίρομαι που είναι γιατί ο κύριος Pascal αποτελεί μία από τις βασικότερες επιρροές μου (στο γράψιμο). Υπάρχουν βέβαια και άλλες, όπως και πολλές αναφορές, αλλά μάλλον είναι δύσκολο να τις ανακαλύψετε γιατί είτε δεν έχουν blog, είτε είναι νεκρές (εκτός αν νομίζετε ότι επίσης είμαι κάποιος από τους Mogwai, ή η μετενσάρκωση του Oscar Wilde, οπότε πάω πάσο).

Από την άλλη, δεν μπορώ να σκεφτώ, γιατί αν ήμουν αυτός, κάποιος από τους δύο (στην προκειμένη περίπτωση θα υπήρχε μόνο ένας βέβαια) να μην το έλεγε. Θα ντρεπόταν; Χωρίς να τον γνωρίζω, όπως είπα, δεν τον κόβω για τέτοιο άτομο.

Για να κλείσω, να σας πω ότι υπάρχει ένας απλός τρόπος να μας ξεχωρίζετε. Το δικό μου blog είναι το   http://koultourastointernet.blogspot.com/ , ενώ το δικό του το http://reporjazz.wordpress.com/ .

Τα γράμματα στο link είναι τελείως διαφορετικά, συνεπώς για κάποιον που γνωρίζει βασική αλφαβήτα είναι εύκολο να τα ξεχωρίσει. Αν αυτός βέβαια είναι δυσλεκτικός ή τυφλός, τα πράγματα δυσκολεύουν λίγο. Σε αυτή την περίπτωση βέβαια δεν θα μπορούσα να βρω και λόγο να μπαίνει σε blog.

Άλλα πράγματα που σε βοηθάνε να ξεχωρίσεις τα δύο blog: το όνομα, τα χρώματα, η μουσική, οι μυρουδιές, η αφή, η υφή και η ατμόσφαιρα.

Αυτά από μένα. Ελπίζω να συννενοηθήκαμε.

Υ.Γ: Ελπίζω, όσοι μας μπερδεύατε, να συνεχίσετε να διαβάζετε το koultoura ακόμη και μετά την αποκάλυψη της ωμής αλήθειας.

Friday, 4 November 2011

Μοντέλο του '50

Κάθε μέρα, όταν περνούσε μπροστά από την αλάνα, καθόταν και χάζευε αυτό το αμαξάκι. 
Μερικές φορές, όταν δεν βιαζόταν –σχεδόν πάντα δηλαδή- καθόταν μάλιστα στο πεζοδρόμιο κοντά  και το χάζευε με τις ώρες.  Ήταν ωραίο αμαξάκι. Μπλε κάμπριο. Τσίλικο. Ό,τι έπρεπε για τα γούστα του.  Με λίγη σκουριά -όση του έπρεπε. Μοντέλο του ’50, σαν και του λόγου του.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που φαντασιωνόταν ότι το αμαξάκι δούλευε και ήταν δικό του: κάνανε τότε λέει, βόλτες τεράστιες  πάνω σε απέραντους δρόμους. Και τρέχανε, αχ πώς τρέχανε! Όλο τρέχανε γρήγορα, λέει, τόσο που ξεπερνούσαν το επιτρεπόμενο όριο της ταχύτητας. Αλλά δεν τους ένοιαζε. Γιατί κανείς δεν μπορούσε να τους πιάσει. Ήταν ελεύθεροι.

Άλλες φορές φανταζόταν ότι το πήγαινε ήρεμα, μέσα στην πόλη και όλοι τον κοιτούσαν με θαυμασμό. Θαυμασμό και κρυφή ζήλεια, μερικές φορές. Οι άλλοι άντρες δαγκώναν τα χείλια τους από φθόνο και όλες οι κοπέλες τον γλυκοκοιτάζανε. Και αυτόν και το όμορφό του αμαξάκι.

Όταν δε τον έπαιρνε η ώρα και σουρούπωνε και έβλεπε τίποτα περίεργες φάτσες να πλησιάζουν την αλάνα, ή καμιά παρέα τύχαινε να πετάει πέτρες  στα παλιοσίδερα σπάζοντας πλάκα, εκείνος φώναζε αγριεμένα «Φύγετε! Φύγετε! Μακριά από το αμαξάκι μου!» Οι περισσότεροι της γειτονιάς τον περνούσαν για τρελό αλλά διόλου δεν τον ένοιαζε. Αυτόν ένα πράγμα μόνο τον ένοιαζε: το αμαξάκι του.

Του θύμιζε πολύ τον εαυτό του αυτό το αμαξάκι. Ούτε θυμόταν πριν πόσο καιρό το είχε πρωτοδεί στην αλάνα. Στα αζήτητα, μαζί με τα άλλα παλιοσίδερα. Σαν και του λόγου του.  Ήταν και αυτός στα αζήτητα καιρό, είναι η αλήθεια. Δεν έχει σημασία το  πώς και γιατί. Σημασία έχει μόνο ότι είχε περάσει χρόνος. Σημασία έχει, ότι είχαν περάσει χρόνια.

Πολλές φορές ευχόταν, να είχε γνωρίσει το αμαξάκι πιο παλιά, όταν ακόμη εκείνο δούλευε, όταν δούλευε και εκείνος. Ίσως τότε τα πράγματα να ήταν πολύ διαφορετικά και για τους δυό τους.

Συχνά πυκνά σκεφτόταν ότι  θα μπορούσε ίσως, να το φτιάξει και να το χρησιμοποιεί αυτός – ούτως ή άλλως τόσο καιρό δεν το είχε ζητήσει κανείς. Το σκεφτόταν και έλεγε ξανά και ξανά ότι σύντομα θα το κάνει αλλά όπως ίσχυε και για τα περισσότερα θέματα στη ζωή του, ποτέ δεν το τολμούσε. 

Μια μέρα ,η προηγούμενη των γενθελίων του ήταν, καθώς περνούσε από την αλάνα, είδε το 1950 που ήταν χαραγμένο στο πίσω μέρος του αμαξιού, δίπλα από την μάρκα και σκέφτηκε: «μωρέ λες; Γούστο θα ‘χε!»

Δεν ήταν ότι ήθελε και πολύ: ούτε αυτός ούτε το αμαξάκι είχαν παρέα, άλλωστε.
Πήγε σπίτι, έκανε μπάνιο και έβαλε τα καλά του – ένα κουστούμι που είχε απ’ όταν ήταν νέος, σκαρπίνια και γραββάτα.  Πήρε ένα μπουκάλι σαμπάνια που είχε από παλιά –για τις καλές περιστάσεις- και  με τα λιγοστά του χρήματα, αγόρασε  ένα ολοκαίνουριο σφουγγάρι , σαπούνι , λιπαντικό και γυαλόχαρτο.

Κατά τα μεσάνυχτα, ξεκίνησε για την αλάνα. Μόλις έφτασε εκεί , ούτε γεια δεν είπε στο αμαξάκι και στρώθηκε στη δουλειά: το καθάρισε, το γυάλισε, λίπανε το εσωτερικό του και το εξωτερικό του. Όταν τελείωσε τη δουλειά του, το κοίταξε για λίγη ώρα χαμογελαστός, περήφανος για το έργο του. Ύστερα έβαλε λίγη σαμπάνια σ’ένα πλαστικό ποτήρι και προσεκτικά – προσεκτικά έχυσε λίγη και στο ανοιχτό καπώ του αμαξιού.

«Χρόνια μας πολλά!» του είπε χτυπώντας ελαφρά το σασί του με το ποτήρι του.

Το επόμενο πρωί τον βρήκαν κάποιοι περαστικοί, νεκρό στο κάθισμα του οδηγού.
Κάποια επιπλοκή κατά τη διάρκεια του ύπνου του, είπαν οι γιατροί μετά την εξέταση.

Έτσι δηλαδή νομίζαν ότι ήταν: γιατί αν κοιτούσαν καλύτερα θα έβλεπαν ό,τι αυτός δεν είχε πεθάνει αλλά οδηγούσε. Οδηγούσε με το αμαξάκι του και τρέχανε, τρέχανε, αχ πώς τρέχανε!

Τρέχανε τόσο πολύ που ξεπερνούσαν το επιτρεπόμενο όριο της ταχύτητας.













Thursday, 3 November 2011

Στο Λεωφορείο pt. 5

Κοίταξα την ώρα στο ηλεκτρονικό ρολόι.
Έγραφε 18.30 και είχα ακόμη τουλάχιστον 5 στάσεις.
"Σκατά", είπα από μέσα μου.

Θα αργούσα στο ραντεβού μου μισή ώρα.

Και κάτι χρόνια.

Wednesday, 2 November 2011

Σκάκι

Είμαστε όλοι πιόνια πάνω σε μια σκακιέρα.

Άλλοι, νομίζουν τους εαυτούς τους βασιλιάδες, άλλοι βασίλισσες, άλλοι ίππους...
Άλλοι πάλι, απλά στρατιωτάκια.

Η παρτίδα είναι ατελειώτη, ή έτσι τουλάχιστον έτσι μας φαίνεται. Και είναι πολύ νωρίς ακόμη για να ξέρουμε ποιο θα είναι το αποτέλεσμα, μιας και στο σκάκι δεν μπορείς να δεις και πολλές κινήσεις μπροστά.

Είμαστε όλοι πιόνια πάνω σε μια σκακιέρα, που λες.
Και άλλοι κινούμαστε διαγώνια, άλλοι ευθεία μπροστά, άλλοι σε "γάμμα"...
Άλλοι κάνουν πολλά βήματα μπροστά. Άλλοι πάλι, μόνο ένα.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι πάντα, μα πάντα, μας κινεί κάποιο χέρι.