Thursday, 29 December 2011

Σ'ένα μπαρ

Ο Κώστας μπήκε στο μπαρ. Ήταν άνετος, και πιο σίγουρος από ποτέ. Ήξερε από ώρα ότι θα είναι εκεί μόνη. Ήξερε από ώρα ότι ήταν, επιτέλους, ώρα.

Την είδε να κάθεται στην μπάρα,όπως συνήθως. Μόλις αντίκρυσε τα ξανθά, λαμπερά της μαλλιά, να χύνονται ανέμελα πάνω στην μαυροντυμένη πλάτη της, πήρε μια βαθιά ανάσα.

Με αργά, αλλά σταθερά, βήματα την πλησίασε από πίσω.

Έσκυψε στο αυτί της και της ψιθύρισε:

"Θέλω να με ακούσεις προσεκτικά. Γιατί είναι η πρώτη και ίσως η τελευταία φορά που το λέω, η πρώτη και τελευταία που σου λέω κάτι τέτοιο. Σ'αγαπώ! Δεν αντέχω άλλο να μην στο λέω. Τόσο καιρό, τόσες κινήσεις γεμάτες αμφιβολία, τόσες κινήσεις χωρίς την παραμικρή σιγουριά. Δεν πάει άλλο. Δεν γίνεται άλλο έτσι! Σ'αγαπώ! Σ'αγαπώ από την πρώτη στιγμή που σε είδα, από το πρώτο σου χαμόγελο, από το πρώτο τηλεφώνημα, από το πρώτο κρεβάτι σ'αγαπώ! Αγαπώ τον τρόπο που περπατάς, αγαπώ τον τρόπο που μιλάς, αγαπά τον τρόπο που γελάς, αγαπώ ακόμη και τον τρόπο που κλαις. Το ξέρω ότι ακούγεται σαν ψέμμα. Και τώρα μάλλον νομίζεις ότι περιμένω μια απάντηση. Αλλά δεν είναι έτσι. Δεν με νοιάζει τι θα πεις, δεν με νοιάζει καν τι θα συμβεί από δω και πέρα. Απλά ήθελα να στο πω εγώ. Σ'αγαπώ."

Ο Κώστας ξεφύσηξε με ανακούφιση. Εκείνη γύρισε απότομα.

"Σκατά! Λάθος πλάτη!" είπε.

Το χαστούκι που έφαγε αμέσως μετά, όμως, ήταν από τη σωστή, που καθόταν λίγο πιο δίπλα.

Tuesday, 27 December 2011

Ο Μαλάκας

Σηκώθηκε κατά τις τρεις, και μετά από ένα γρήγορο κατούρημα, πήγε στο σαλόνι.

Άραξε στον καναπέ, άπλωσε τα πόδια του στο τραπέζι και άναψε ένα τσιγάρο. Η TV αναμμένη. Χιόνι.

Μετά από δυο τζούρες, παράτησε το τσιγάρο στο τασάκι, και έχωσε το δεξί του χέρι κάτω από το παντελόνι του, όπως πάντα.

"Μήπως είμαι μαλάκας;" αναρωτήθηκε δυνατά.

"Μπα, τι λέω, δεν είμαι μαλάκας", διέψευσε τον εαυτό του αμέσως μετά.

"Εσείς είστε μαλάκες ρε! Όλοι είστε μαλάκες ρε! Είστε μαλάκες ρε! Γαμιέστε ρε! ΓΑΜΙΕΣΤΕ!"

Ύστερα, την έπαιξε δυο φορές, έτσι, για να χαλαρώσει.

Monday, 26 December 2011

Κάτι Βαθυστόχαστο

Το καλοκαίρι του '92, καθώς περπατούσαμε πλάι - πλάι με ένα φίλο στην Γαλλική Ριβιέρα, εγώ σταμάτησα απότομα.

"Τί έχεις;" με ρώτησε αμέσως, γεμάτος ανησυχία.
"Κοίτα τον ουρανό!" του αντιγύρισα εγώ αποσβολωμένος.
"Τί;"
"Εκείνο το μπλέ!"
"Αυτό δεν είναι ο ουρανός, αλλά η θάλασσα, μον σερ" με διόρθωσε εκείνος.

Ξαφνικά ένα πουλί πετάχτηκε κατά πάνω μας, που τελικά δεν ήταν πουλί, αλλά ψάρι, μιας και ερχόταν από τη θάλασσα.

"Ο μον ντιε!" είπα εγώ σε άπταιστη γαλλική προφορά και πήδηξα αλαφιασμένος λίγο πιο δίπλα.

Ύστερα επιστρέψαμε στην έπαυλή του όπου φάγαμε κρουτόν και ήπιαμε γαλλική σαμπάνια. Ήταν ωραία.

Saturday, 24 December 2011

Friday, 23 December 2011

Παραμύθι vol. 2

Ήταν κάποιος, κάπου, κάποτε που κάτι έκανε, με κάποιον τρόπο, για κάποιον πολύ σοβαρό λόγο.
Όμως, ξαφνικά, κάποια στιγμή, κάτι αναπάντεχο έγινε.
Έτσι λοιπόν αυτός ο κάποιος σταμάτησε να κάνει κάτι και άρχισε να κάνει κάτι άλλο, με κάποιον άλλον τρόπο, για κάποιον άλλο, πιο σοβαρό λόγο.
Περάσε χρόνια, ο κάποιος, κάνοντας αυτό το κάτι, και μετά κάτι έγινε.

Τέλος.

Thursday, 8 December 2011

Οι σχέσεις είναι σαν το ποδόσφαιρο.

Όσο περισσότερες πάσες δίνεις, τόσες περισσότερες πιθανότητες υπάρχουν να μπει γκολ.

Αν επιμένεις να κρατάς τη μπάλα στα πόδια σου, τότε ή θα στην κλέψουν ή θα την βγάλεις άουτ.

Monday, 5 December 2011

Κούρεμα

του πέους

Η Αθήνα τις μέρες του Δεκέμβρη

Η Αθήνα τις μέρες του Δεκέμβρη είναι μια πόλη, όπως πάντα, πολύβοη.
Είναι μια πόλη στολισμένη, γεμάτη φώτα και λαμπιόνια.

Στους τεράστιους δρόμους της βλέπεις, παντού ανθρώπους να περπατάνε βιαστικοί γεμάτοι σακούλες και αδιαφορία. Ανθρώπους που στα πρόσωπά τους ζωγραφίζεται ένα τεράστιο, ψεύτικο χαμόγελο. Ανθρώπους που θέλουν να δείχνουν ευτυχισμένοι μιας και έρχεται Χριστούγεννα, ανθρώπους, που προσπαθούν να ξεχάσουν. Βλέπεις και άλλους ανθρώπους, στην Αθήνα τις μέρες του Δεκέμβρη: ανθρώπους χωρίς ψεύτικα χαμόγελα, ανθρώπους που δεν μπορούν να ξεχάσουν. Ανθρώπους που δεν κρατάνε σακούλες, αλλά σκεπάζονται με αυτές για να μην κρυώνουν. Ανθρώπους που κοιμούνται στο δρόμο.

Στα μικρά μαγαζιά, τις μέρες του Δεκέμβρη, βλέπεις τεράστιες λαμπερές πινακίδες κάθε χρώματος μέγεθος και σχήματος. Μπερδεύονται όλες μαζί και δημιουργούν μια ετερόκλητη, υπερβολική πανδαισία έντονων χρωμάτων. "ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ", "ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ", "ΟΛΑ 50% ΚΑΤΩ". Οι κάτοχοι των μαγαζιών αυτών, προσπαθούν να υποδεχτούν τους πελάτες τους με χαμόγελο, αλλά μέσα τους αισθάνονται σκατά, γιατί ξέρουν ότι μετά το τέλος του Δεκέμβρη, λίγα είναι τα μαγαζιά που θα συνεχίσουν να υποδέχονται πελάτες. Λίγα είναι τα μαγαζιά που θα παραμείνουν ανοιχτά.

Στα σπίτια της Αθήνας τις μέρες του Δεκέμβρη, βλέπεις φώτα και ανθρώπους να στολίζουν, γεμάτοι χαρά και προσμονή για τις μέρες των Χριστουγέννων. Ανθρώπους που αντιμετωπίζουν αυτή την εποχή σαν διαφορετική, ανθρώπους που προσπαθούν να ξεφύγουν από την υπόλοιπη χρονιά. Σε άλλα σπίτια όμως, τις μέρες του Δεκέμβρη, βλέπεις ανθρώπους που δεν στολίζουν, γιατί δεν έχουν κάποιον να δει το σπίτι τους στολισμένο. Στην Αθήνα τις μέρες του Δεκέμβρη, βλέπεις και σπίτια με φώτα σβηστά, γιατί κανείς δεν μένει σε αυτά.


Υπάρχουν βεβαίως και άλλα, αξιοθέατα, στην Αθήνα τις μέρες του Δεκέμβρη: υπάρχουν τεράστια κτίρια, με τεράστιες φωτεινές πινακίδες, ναοί αγοραπωλησιών, που στο εσωτερικό τους μπλέκονται όλων των ειδών οι άνθρωποι. Είναι κτίρια ψυχρά και άψυχα, όπως λίγοι από τους επισκέπτες τους, που και αυτοί με τη σειρά τους, τριγυρνάνε με τεράστιες σακούλες και ψεύτικα χαμόγελα. Είναι άνθρωποι που δεν ξεχνάνε γιατί δεν θέλουν να ξεχάσουν. Είναι οι άνθρωποι που φταίνε.

Είναι και άλλοι που τριγυρνούν στην Αθήνα τις μέρες του Δεκέμβρη: είναι άνθρωποι χωρίς σακούλες, άνθρωποι χωρίς ψεύτικα χαμόγελα, αλλά και χωρίς αδιαφορία. Είναι άνθρωποι που δεν ξεχνάνε, γιατί δεν μπορούν να ξεχάσουν. Άνθρωποι που δεν κοιμούνται, όχι επειδή δεν μπορούν, αλλά επειδή δεν θέλουν να κοιμηθούν. Άνθρωποι που κρατούν ζωντανό το πραγματικό νόημα της Αθήνας των ημερών του Δεκέμβρη.


Η Αθήνα τις μέρες του Δεκέμβρη, λοιπόν, είναι όπως είναι η Αθήνα πάντα: ζεστή απ'έξω, μα κρύα, πολύ κρύα από μέσα.

Sunday, 4 December 2011

Αγάπη είναι

-Μ'αγαπάς;
-Όχι. Εσύ;
-Ούτε.
-Χαίρομαι που είμαστε μαζί, τότε.

Monday, 28 November 2011

Με λένε Ηλία και έχω χοντρό κώλο

Κάθε πρωί, ξυπνάω κατά τις εφτά,εφτάμιση το αργότερο.  Αν είμαι τυχερός, προλαβαίνω τα παιδιά πριν ξυπνήσουν και έτσι καταφέρνω να μπω στο μπάνιο πρώτος και να κάτσω με την άνεσή μου. Κατά τις οκτώ, οκτώ και τέταρτο το αργότερο, μπαίνω στο αμάξι μου -ένα παλιό Renault, μπλε, δίπορτο, μη φανταστείτε τίποτα τρομερό- και ξεκινάω να πάω στη δουλειά. Αν πάλι ξυπνήσουν τα παιδιά και με προλάβουν, τότε τα πράγματα είναι άσχημα. Μερικές φορές παίζουν με τις σαπουνάδες και τις οδοντόκρεμες στο μπάνιο με αποτέλεσμα να καθυστερώ πιο πολύ. Τότε θυμώνω λίγο αλλά δεν τους φωνάζω, γιατί είμαι καλός πατέρας.

Η δουλειά είναι κέντρο, μια μεγάλη επιχείρηση και εγώ μένω προάστεια κοντά. Όταν είμαι τυχερός, δεν έχει κίνηση κι έτσι προλαβαίνω. Όταν έχει κίνηση, ψιλοκολλάω λίγο, πολλά αμάξια βρίσκονται τριγύρω, και όλοι οι οδηγοί είναι εκνευρισμένοι. Ώρες ώρες κάποιος οδηγός δίπλα μου εκνευρίζεται, ε άνθρωπος είναι και αυτός, καταλαβαίνετε, και αρπάζεται μαζί μου. Αλλά δεν φταίει αυτός, ούτε εγώ φταίω, η κίνηση και τα πολλά αμάξια είναι αυτά που μας τσαντίζουν. Κάθε φορά στο τέλος, συνήθως αφήνω τον άλλο να με βρίζει και δε λέω τίποτα,το αφήνω να περάσει έτσι, γιατί είμαι καλός άνθρωπος.

Τέτοιες φορές είναι που αργώ πολύ στη δουλειά μου, φτάνω βιαστικός, και τρέχω να ξεκλειδώσω το γραφείο μου. Αν τυχόν με περιμένουν πελάτες, ή ακόμη χειρότερα,ουρά πελατών τότε όλοι με κοιτάνε με ένα σχεδόν δολοφονικό ύφος και δεν είναι λίγοι αυτοί που με βρίζουν, μου φωνάζουν και με κάνουν σκουπίδι. Εγώ πάντα προσπαθώ να σταματάω ευγενικά τη συζήτηση, να το αφήσω να περάσει έτσι, γιατί είμαι ευγενικός άνθρωπος. Στρώνομαι ευθύς αμέσως στη δουλειά, για να προσπαθήσω να εξυπηρετήσω όσο περισσότερους γίνεται. Τα χειρότερα έρχονται αργότερα, όταν ο προϊστάμενος μάθει ότι άργησα από τυχόν παρατηρήσεις δυσαρεστημένων πελατών: τότε έρχεται αυτοπροσώπως στο γραφείο μου, μου φωνάζει με αυτή την αγριοφωνάρα του, με βρίζει και με απειλεί με απόλυση και μείωση του μισθού μου. Τότε εγώ δεν λέω τίποτα, παρά γνέφω σιωπηλά και καταφατικά το κεφάλι, και το αφήνω να περάσε, γιατί είμαι καλός εργαζόμενος.

Συνήθως σχολάω στις πέντε ακριβώς, εκτός αν το αφεντικό μου πει για καμιά υπερωρία. Τότε εγώ πάλι γνέφω καταφατικά το κεφάλι, και την κάνω, ελπίζοντας από μέσα μου ότι θα την πληρωθώ. Με τις υπερωρίες η δουλειά τελιώνει κατά τις εξήμιση και τότε πέρνω το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι. Τέτοιες ώρες το απόγευμα και ιδιαίτερα Δευτέρες και Τετάρτες δεν έχει πολλά αμάξια στο δρόμο, οπότε φτάνω σχετικά γρήγορα.

Στη γειτονιά μου, κοντά στο σπίτι, έχει ένα μίνι μάρκετ κι ένα ζαχαροπλαστείο. Τις περισσότερες φορές, σταματάω και στα δύο, να πάρω τίποτα για το σπίτι ή κανά γλυκό για τα παιδιά. Το ζαχαροπλαστείο ειδικά είναι πολύ γνωστό και πάντοτε όταν πάω, έχει μια τεράστια ουρά από πελάτες. Εγώ πάντα περιμένω υπομονετικά στην ουρά να εξυπηρετηθώ και μερικές φορές τυχαίνει κάποιος βιαστικός και θρασύς να μου πάρει με ένα σπρώξιμο τη θέση. Εγώ βέβαια ποτέ δεν λέω τίποτα και το αφήνω να περάσει έτσι, γιατί είμαι καλός γείτονας.

Όταν πια φτάσω σπίτι αργά το απόγευμα, εξαντλημένος, τις περισσότερες φορές ακούω τα παιδιά μου να τσακώνονται και τη γυναίκα μου να τους φωνάζει. Συνήθως μόλις ακούσει το άνοιγμα της πόρτας, με ρωτάει επίμονα πού ήμουν, γιατί δεν την πήρα τηλέφωνο, και αν τυχόν έχω τσιμπήσει κάτι έξω, μου φωνάζει και αναρωτιέται δυνατά για ποιόν μαγειρεύει. Εγώ πάντοτε προσπαθώ να την αγνοώ και να απαντάω μονολεκτικά, γιατί είμαι καλός σύζυγος.

Το μόνο που με ενδιαφέρει όταν μπαίνω σπίτι μου, εκεί που καρφώνεται πάντα το βλέμμα μου είναι το σαλόνι. Μόλις ξεμπερδεύω με τους τσακωμούς, ξαπλώνω πάντα στον αγαπημένο μου καναπέ και ανοίγω την τηλεόραση για δω λίγο και να χαλαρώσω.

Ευτυχώς που υπάρχει και αυτή η ρημάδα η τηλεόραση.

Τα χρόνια φέρνουν κιλά...

...και τα κιλά φέρνουν χρόνια.

Thursday, 17 November 2011

Εμπρός

Καθόταν εκεί. Στην πύλη. Κρατιόταν σφιχτά από τα κάγκελα. Τα κρατούσε σφιχτά τα κάγκελα, και μαζί κρατούσε σφιχτά και τις ελπίδες του, κρατούσε σφιχτά τα όνειρά του. Το ίδιο σφιχτά τα κρατούσαν και άλλοι. Δεν ήθελαν να τα αφήσουν να φύγουν τώρα, όχι τώρα, τώρα που ήταν  τόσο κοντά στο να τα κάνουν πραγματικότητα.

Γύρω του, χαμός.Κρότοι, θόρυβος, πανικός. Και φωνές. Φωνές, χιλιάδες  φωνές, χιλιάδες φωνές φοιτητών, χιλιάδες φωνές μαθητών, χιλιάδες φωνές εργατών, όλες μαζί τυλιγόντουσαν, μπερδευόντουσαν, δεν μπορούσες να τις ξεχωρίσεις, γινόντουσαν μια φωνή. Μια φωνή που τους ξεπερνούσε, ξεπερνούσε τους εαυτούς τους, ξεπερνούσε τις χιλιάδες φωνές, ξεπερνούσε τον τόπο εκείνο, έφτανε ψηλά, στα σύννεφα, στα αστέρια. 

"ΨΩΜΙ - ΠΑΙΔΕΙΑ - ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ! ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ! ΘΕΛΟΥΜΕ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ!"

Απέναντί του, εκείνοι. Οι ένστολοι. Και οι φασίστες. Ήταν απ'έξω αυτοί. Ο εχθρός. Ή μάλλον, όχι ο εχθρός. Δεν ήθελε να πιστέψει ότι εκείνοι ήταν ο εχθρός, δεν το χωρούσε ο νους του. Δεν το χωρούσε ότι υπήρχε κανείς που διαφωνούσε μαζί του, έτσι του έλεγαν οι χιλιάδες δυνατές φωνές, αλλά και εκείνη η σιγανή φωνούλα, η φωνούλα της καρδιάς του. Δεν γίνεται να διαφωνεί κάποιος μαζί του. Είχε το δίκιο με το μέρος τους και εκείνοι απλώς δεν το γνώριζαν. Αλλά θα το μάθαιναν κάποια στιγμή, θα καταλάβαιναν ότι κάνουν λάθος, θα το καταλάβαιναν. Και τότε θα ερχόντουσαν και εκείνοι μέσα και τότε οι φωνές τους θα μπλεκόντουσαν με τις δικές τους, και τότε εκείνη η φωνή, η μία φωνή θα ήταν ακόμη πιο δυνατή, θα ξεπερνούσε τ' αστέρια. Θα ξεπερνούσε τ' αστέρια και θα έφτανε στο αύριο.

"ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ, ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΟΠΛΟΙ! ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΑΔΕΡΦΙΑ ΜΑΣ! ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΟΠΛΟΙ!"


Τα μεγάφωνα βούιζαν. Όπως βούιζαν και οι φωνές των μαθητών, όπως βούιζαν και οι φωνές των εργατών, όπως βούιζαν και φωνές των φοιτητών. Όπως βούιζαν και τα μυαλά τους, όπως βούιζαν και οι καρδιές τους. Βούζαν όλα και έσφιγγαν τα κάγκελα, έσφιγγαν τις ελπίδες τους, έσφιγγαν τα όνειρά τους.

Βούιζε και το τανκς που έριξε την πύλη, παρασέρνοντας μαζί του εργάτες, φοιτητές και μαθητές. Όλα σκοτείνιαζαν, το τανκς τους έλιωνε στο διάβα του, αλλά εκείνοι ακόμη έσφιγγαν τα κάγκελα, έσφιγγαν τις ελπίδες τους, έσφιγγαν τα όνειρά τους.

Τα έσφιγγαν και δεν τα άφηναν να φύγουν.

Γιατί ήξεραν ότι σε λίγο καιρό οι φωνές τους θα γίνουν πάλι μία φωνή. Και τα όνειρά τους, πραγματικότητα.

Wednesday, 16 November 2011

Τέχνη είναι

να ξεσκίζεις τα σωθικά σου, να ξεριζώνεις την καρδιά σου και ύστερα να την προσφέρεις απλόχερα σε κτήνη για να την κατασπαράξουν.

Monday, 14 November 2011

Όταν ήμουν μικρός

Όταν ήμουν μικρός πίστευα πως θα μπορούσα ν'αγγίξω τα αστέρια.
Όταν ήμουν μικρός, πίστευα πως θα μπορούσα να γνωρίσω όλο τον κόσμο
και να τον κάνω δικό μου.
Όταν ήμουν μικρός, πίστευα ότι θα μπορούσα ν'αλλάξω ό,τι δεν μου άρεσε και να κρατήσω ό,τι αγαπάω.

Και πάλεψα, πάλεψα για να φτάσω τ'αστέρια, πάλεψα για να γνωρίσω όσο περισσότερο κόσμο μπορούσα, πάλεψα για να κατακτήσω αυτό τον κόσμο. Πάλεψα κρατώντας ό,τι αγαπούσα και αλλάζοντας ότι δεν μ'άρεσα.

Τώρα μεγάλωσα.

Μεγάλωσα και κατάλαβα ότι δεν γίνεται ν'αγγίξεις τα αστέρια.
Μεγάλωσα και κατάλαβα ότι δεν μπορείς να γνωρίσεις όλον τον κόσμο και ότι είναι αδύνατο να τον κατακτήσεις.
Μεγάλωσα και κατάλαβα ότι το να αλλάξεις κάτι είναι δύσκολο, και ακόμη πιο δύσκολο είναι να κρατήσεις κοντά σου ό,τι αγαπάς.


Μεγάλωσα, όμως ακόμη παλεύω.

Sunday, 13 November 2011

Στο Λεωφορείο pt. 6

-Θέλω να μιλήσουμε σοβαρά.
-Δε νομίζεις ότι αυτό θα υποβάθμιζε την όποια σοβαρότητα της κατάστασης;

Το λεωφορείο έπεσε σε λακούβα και αναταράχτηκε ελαφρώς.

Saturday, 12 November 2011

Οι γυναίκες είναι σαν τα λειτουργικά συστήματα.

Τα Linux τρέχουν συνήθως πιο γρήγορα, σου αφήνουν να κάνεις ό,τι μετατροπές γουστάρεις, μπορούν να προσαρμοστούν πλήρως σ'εσένα, αλλά είναι δύσκολο να μάθεις να τα χειρίζεσαι.

Τα Windows είναι πιο φιλικά προς το χρήστη, πιο όμορφα, μια είναι πιο αργά και δεν σου επιτρέπουν να αλλάξεις τίποτα πάνω τους.

Τα Macintosh από την άλλη, ταιριάζουν μόνο σε Mac.

Ο έρωτας είναι

Προχθές, αργά το βράδυ, σ'ένα τοίχο σε σχετικά πολυσύχναστο,  δρόμο, ένας τύπος με κόκκινο φούτερ έγραψε με μαύρο σπρέι την φράση  "Ο έρωτας είναι-".

Ύστερα, κάθησε για λίγο να κάνει ένα τσιγάρο και κοίταξε το έργο του. Φαινόταν σχετικά ικανοποιημένος.

Πολλοί πέρασαν από 'κει όσο κάπνιζε, πολλοί στάθηκαν να δουν τη φρεσκογραμμένη φράση. Άλλοι την κοιτούσαν και χαμογελούσαν, άλλοι την κοιτούσαν με θαυμασμό, αρκετοί ήταν αυτοί που συζήτησαν μεταξύ το βαθύτερο και  ιδιαίτερο νόημα της φράσης αυτού του "φρέσκου καλλιτέχνη του δρόμου".

Πέρασα και 'γω βιαστικά από 'κει και καθώς έριξα μια ματιά στη φράση, απόρησα. Πρόσεξα τη λερωμένη μπλούζα του τύπου που κάπνιζε και κατάλαβα ότι το "έργο" ήταν δικό του.

"Ρε φίλε σόρρυ, αλλά τί σημαίνει ακριβώς αυτή η φράση;" ρώτησα.

"Τίποτα. Απλώς μου τέλειωσε το σπρέι", μου απάντησε εκείνος.

Ύστερα χαμογέλασε και απομακρύνθηκε σφυρίζοντας.

Friday, 11 November 2011

Έξω από το παράθυρο

Μερικές φορές, κάθομαι με τις ώρες και κοιτάω έξω από το παράθυρό μου.
Τότε είναι που σκέφτομαι ότι είναι πολλοί εκείνοι που κοιτάνε έξω από τα παράθυρά τους.

Υπάρχουν άνθρωποι που κοιτάνε έξω από το παράθυρό τους και βλέπουν έναν κόσμο που δεν είναι δικός τους, έναν κόσμο ξένο και απλώς κάθονται και τον παρακολουθούν αμέτοχοι. Πολλοί από αυτούς  πιστεύουν ότι δεν ανοίκουν εκεί, ότι δεν πρέπει να μπλέκονται με τον κόσμο έξω από το δικό τους παράθυρο. Ίσως όλοι αυτοί να είναι απογοητευμένοι με τον κόσμο έξω από το παράθυρό τους. Ίσως απλώς και να βαριούνται.

Άλλοι πάλι, έξω από το παράθυρό τους βλέπουν έναν κόσμο που αλλάζει, ανακαλύπτουν σε αυτόν κάτι διαφορετικό κάθε μέρα, μια διαφορετική λεπτομέρεια, ένα διαφορετικό πράγμα που τους κάνει χαρούμενους και τους γεμίζει.

Άλλοι, αντιμετωπίζουν το παράθυρο σαν έναν ακόμη πίνακα, σαν μια στάσιμη εικόνα, ένα ζωντανό background στον τοίχο τους. Δεν πολυνοιάζονται για το παράθυρό τους: για αυτούς δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα διακοσμητικό στοιχείο.

Άλλοι, έξω από το παράθυρό τους, βλέπουν έναν κόσμο άσχημο, βλέπουν δυστυχία. Βλέπουν έναν κόσμο που πάει από το κακό στο χειρότερο, που καταστρέφεται και φθείρεται μέρα με την μέρα. Τα βλέπουν όλα αυτά, στενοχωριούνται και αποστρέφουν γρήγορα το βλέμμα τους.

Υπάρχουν βέβαια και άλλοι, οι οποίοι δεν έχουν δει ποτέ έξω από το παράθυρό τους με τα ίδια τους τα μάτια. Ίσως δηλαδή και να βλέπουν, μα δεν πιστεύουν αυτά που βλέπουν, ή βλέπουν μόνο ό,τι θέλουν να δουν. Βασίζονται μόνο σε αυτά που τους λένε άλλοι ότι βλέπουν έξω από τα δικά τους παράθυρα. Ίσως αυτοί να είναι ικανοποιημένοι. Ίσως και όχι.

Είναι λοιπόν πολλοί αυτοί που κοιτάνε έξω από το παράθυρό τους.
Κοιτάνε τον ίδιο κόσμο που αλλάζει, περνάει, εξελίσσεται. Κοιτάνε τον ίδιο κόσμο που αλλάζει και άλλοι τον βλέπουν να ανθίζει, να ευημερεί, να βελτιώνεται. Άλλοι να σαπίζει, να φθείρεται, και να γεμίζει δυστυχία.

Υπάρχουν όμως και ελάχιστοι άνθρωποι οι οποίοι δεν κοιτάνε έξω από το παράθυρό τους:
έχουν βγει έξω από σπίτι τους και κάνουν τον κόσμο να αλλάζει.
Άλλοι τον βελτιώνουν και άλλοι τον κάνουν να σαπίζει.

Tuesday, 8 November 2011

Το βλέμμα της πόλης

Κοίταξε την πόλη που απλωνόταν από κάτω του. Αυστηρή, επιβλητική και απόμακρη: τον κοιτούσε τώρα, όπως και πάντα με αυτή την άκρως επιθετική της ματιά. Δεν του έκανε εντύπωση. Το είχε συνηθίσει αυτό το βλέμμα, το άγριο βλέμμα της πόλης.

Έσφιξε τα χέρια του στα κάγκελα. Η πλάτη του ήταν γυρισμένη στην ταράτσα της πολυώροφης πολυκατοικίας του. Στεκόταν όρθιος από την έξω μεριά του γείσου, έξω από τα κάγκελα. Κοίταξε ξανά κάτω, προς το χάος της πόλης. Μια απόφαση ήταν μόνο, μια απόφαση.

Ξαφνικά άκουσε μια φωνή. "Ε! Φίλε! Τί κάνεις εκεί; Τί κάνεις; Ρε φίλε! Ρε φίλε, λογικέψου!"
Κάποιος είχε ανέβει στην ταράτσα και τον πλησίαζε.

Γύρισε ελαφρά το κεφάλι του προς τα πίσω. Δεν μπορούσε να διακρίνει καλά ποιος ήταν, αλλά δεν του φαινόταν και να αναγνωρίζει το πρόσωπό του. Ίσως να ήταν κάποιος γείτονας που δεν γνώριζε ή ακόμη και κάποιος πεζός που διέσχιζε το πεζοδρόμιο και κοιτώντας τυχαία προς τα πάνω τον είδε να ετοιμάζεται να πέσει. Και τώρα τί; Ήθελε να το παίξει ήρωας ο τύπος;

Όσο τα σκεφτόταν αυτά, ο "τύπος" είχε φτάσει σχεδόν δίπλα του, πλησιάζοντας πάντα αργά και προσεκτικά. "Ρε φίλε, ρε φίλε τί κάνεις εκεί; Το σκέφτηκες καλά αυτό που πάς να κάνεις;"

Ναι, σίγουρα δεν τον ήξερε. Ξανακοίταξε κάτω, κάτω στην απέραντη θάλασσα από κτίρια και ταράτσες άλλων σπιτιών.

"Ρε φίλε; Ρε φίλε ακούς που σου μιλάω;"

Όσο και αν τον αγνοούσε, ο τύπος δεν πτοούταν, επέμενε. Και του μιλούσε για ώρα. Για την ομορφιά της ζωής, για την ελπίδα που ποτέ δεν χάνεται, για τις γκόμενες που θα γνώριζε αν συνέχιζε να ζει και άλλα τέτοια κλισέ.

Μιλούσε πολύ και έντονα, με πάθος. Με τόσο πάθος που στο τέλος τον έπεισε να μην αυτοκτονήσει. Όχι για αυτά που έλεγε.Όχι. Αυτά ήταν, ως επί το πλείστον, μαλακίες.
Απλώς του έκανε εντύπωση που κάποιος που δεν τον γνώριζε, δεν είχαν ανταλλάξει ούτε μια κουβέντα στη ζωή τους, έδειχνε τόσο πείσμα. Πάλευε τόσο πολύ, με νύχια και με δόντια να μην τον αφήσει να πεθάνει. Αυτός. Κάποιος παντελώς άγνωστος.

Του έκανε τόση εντύπωση που είπε να του κάνει τη χάρη. Γύρισε προς την ταράτσα και πήγε να ανεβάσει το ένα του πόδι πάνω από τα κάγκελα. Έτσι όπως το ανέβασε  όμως το άλλο του πόδι γλίστρησε, αυτός έχασε την ισορροπία του και χάθηκε στο κενό. Έκανε βουτιά στη θάλασσα με τα κτίρια.







Τινάχτηκε απότομα από το κρεβάτι του, όπως συμβαίνει συνήθως όταν κάποιος βλέπει στον ύπνο του ότι πέφτει.

"Περίεργο όνειρο" είπε στον εαυτό του και σκέφτηκε, αμέσως μετά, ότι αν ήθελε να αυτοκτονήσει στην πραγματικότητα, δεν θα υπήρχε κανείς για να τον σταματήσει.

Ίσως για αυτό να μην το είχε προσπαθήσει ακόμη.

η ζωή είναι

περίεργη, γκόμενα.

Monday, 7 November 2011

Κυρίες και κύριοι,

αν περιμένετε να διαβάσετε μια καινούρια ιστορία ή κάτι ψαρωτικό, γελαστήκατε.

Ο λόγος που γράφω αυτό το post, για να είμαι και σύντομος, είναι απλός:
βλέπετε κάτω δεξιά, κάτω από τη φράση "ΚΛΕΒΩ ΤΙΣ ΙΔΕΕΣ ΜΟΥ ΑΠΟ:" που έχω βάλει τρία links;
Ναι; Ωραία. Αυτά τα links είναι τρία blogs τα οποία τα γράφει ένα άτομο, ο Pascal.
Αυτός ο Pascal που λέτε,
ΔΕΝ είμαι εγώ.
Για την ακρίβεια, ούτε καν τον γνωρίζω προσωπικά τον κύριο.

Το λέω αυτό γιατί ο ίδιος μου γνωστοποίησε ότι υπάρχει μια σύγχυση με το ποιός είναι ποιός, τί είναι ο άνθρωπος, πού βαδίζουμε και τέτοια. Σύγχυση αφενός κατανοητή, αφετέρου αδικαιολόγητη.

Από την μία, καταλαβαίνω κάποιος να βλέπει την ομοιότητα στο ύφος, σε πάρα πολλά μου κείμενα. Αυτή η ομοιότητα είναι ευδιάκριτη, και χαίρομαι που είναι γιατί ο κύριος Pascal αποτελεί μία από τις βασικότερες επιρροές μου (στο γράψιμο). Υπάρχουν βέβαια και άλλες, όπως και πολλές αναφορές, αλλά μάλλον είναι δύσκολο να τις ανακαλύψετε γιατί είτε δεν έχουν blog, είτε είναι νεκρές (εκτός αν νομίζετε ότι επίσης είμαι κάποιος από τους Mogwai, ή η μετενσάρκωση του Oscar Wilde, οπότε πάω πάσο).

Από την άλλη, δεν μπορώ να σκεφτώ, γιατί αν ήμουν αυτός, κάποιος από τους δύο (στην προκειμένη περίπτωση θα υπήρχε μόνο ένας βέβαια) να μην το έλεγε. Θα ντρεπόταν; Χωρίς να τον γνωρίζω, όπως είπα, δεν τον κόβω για τέτοιο άτομο.

Για να κλείσω, να σας πω ότι υπάρχει ένας απλός τρόπος να μας ξεχωρίζετε. Το δικό μου blog είναι το   http://koultourastointernet.blogspot.com/ , ενώ το δικό του το http://reporjazz.wordpress.com/ .

Τα γράμματα στο link είναι τελείως διαφορετικά, συνεπώς για κάποιον που γνωρίζει βασική αλφαβήτα είναι εύκολο να τα ξεχωρίσει. Αν αυτός βέβαια είναι δυσλεκτικός ή τυφλός, τα πράγματα δυσκολεύουν λίγο. Σε αυτή την περίπτωση βέβαια δεν θα μπορούσα να βρω και λόγο να μπαίνει σε blog.

Άλλα πράγματα που σε βοηθάνε να ξεχωρίσεις τα δύο blog: το όνομα, τα χρώματα, η μουσική, οι μυρουδιές, η αφή, η υφή και η ατμόσφαιρα.

Αυτά από μένα. Ελπίζω να συννενοηθήκαμε.

Υ.Γ: Ελπίζω, όσοι μας μπερδεύατε, να συνεχίσετε να διαβάζετε το koultoura ακόμη και μετά την αποκάλυψη της ωμής αλήθειας.

Friday, 4 November 2011

Μοντέλο του '50

Κάθε μέρα, όταν περνούσε μπροστά από την αλάνα, καθόταν και χάζευε αυτό το αμαξάκι. 
Μερικές φορές, όταν δεν βιαζόταν –σχεδόν πάντα δηλαδή- καθόταν μάλιστα στο πεζοδρόμιο κοντά  και το χάζευε με τις ώρες.  Ήταν ωραίο αμαξάκι. Μπλε κάμπριο. Τσίλικο. Ό,τι έπρεπε για τα γούστα του.  Με λίγη σκουριά -όση του έπρεπε. Μοντέλο του ’50, σαν και του λόγου του.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που φαντασιωνόταν ότι το αμαξάκι δούλευε και ήταν δικό του: κάνανε τότε λέει, βόλτες τεράστιες  πάνω σε απέραντους δρόμους. Και τρέχανε, αχ πώς τρέχανε! Όλο τρέχανε γρήγορα, λέει, τόσο που ξεπερνούσαν το επιτρεπόμενο όριο της ταχύτητας. Αλλά δεν τους ένοιαζε. Γιατί κανείς δεν μπορούσε να τους πιάσει. Ήταν ελεύθεροι.

Άλλες φορές φανταζόταν ότι το πήγαινε ήρεμα, μέσα στην πόλη και όλοι τον κοιτούσαν με θαυμασμό. Θαυμασμό και κρυφή ζήλεια, μερικές φορές. Οι άλλοι άντρες δαγκώναν τα χείλια τους από φθόνο και όλες οι κοπέλες τον γλυκοκοιτάζανε. Και αυτόν και το όμορφό του αμαξάκι.

Όταν δε τον έπαιρνε η ώρα και σουρούπωνε και έβλεπε τίποτα περίεργες φάτσες να πλησιάζουν την αλάνα, ή καμιά παρέα τύχαινε να πετάει πέτρες  στα παλιοσίδερα σπάζοντας πλάκα, εκείνος φώναζε αγριεμένα «Φύγετε! Φύγετε! Μακριά από το αμαξάκι μου!» Οι περισσότεροι της γειτονιάς τον περνούσαν για τρελό αλλά διόλου δεν τον ένοιαζε. Αυτόν ένα πράγμα μόνο τον ένοιαζε: το αμαξάκι του.

Του θύμιζε πολύ τον εαυτό του αυτό το αμαξάκι. Ούτε θυμόταν πριν πόσο καιρό το είχε πρωτοδεί στην αλάνα. Στα αζήτητα, μαζί με τα άλλα παλιοσίδερα. Σαν και του λόγου του.  Ήταν και αυτός στα αζήτητα καιρό, είναι η αλήθεια. Δεν έχει σημασία το  πώς και γιατί. Σημασία έχει μόνο ότι είχε περάσει χρόνος. Σημασία έχει, ότι είχαν περάσει χρόνια.

Πολλές φορές ευχόταν, να είχε γνωρίσει το αμαξάκι πιο παλιά, όταν ακόμη εκείνο δούλευε, όταν δούλευε και εκείνος. Ίσως τότε τα πράγματα να ήταν πολύ διαφορετικά και για τους δυό τους.

Συχνά πυκνά σκεφτόταν ότι  θα μπορούσε ίσως, να το φτιάξει και να το χρησιμοποιεί αυτός – ούτως ή άλλως τόσο καιρό δεν το είχε ζητήσει κανείς. Το σκεφτόταν και έλεγε ξανά και ξανά ότι σύντομα θα το κάνει αλλά όπως ίσχυε και για τα περισσότερα θέματα στη ζωή του, ποτέ δεν το τολμούσε. 

Μια μέρα ,η προηγούμενη των γενθελίων του ήταν, καθώς περνούσε από την αλάνα, είδε το 1950 που ήταν χαραγμένο στο πίσω μέρος του αμαξιού, δίπλα από την μάρκα και σκέφτηκε: «μωρέ λες; Γούστο θα ‘χε!»

Δεν ήταν ότι ήθελε και πολύ: ούτε αυτός ούτε το αμαξάκι είχαν παρέα, άλλωστε.
Πήγε σπίτι, έκανε μπάνιο και έβαλε τα καλά του – ένα κουστούμι που είχε απ’ όταν ήταν νέος, σκαρπίνια και γραββάτα.  Πήρε ένα μπουκάλι σαμπάνια που είχε από παλιά –για τις καλές περιστάσεις- και  με τα λιγοστά του χρήματα, αγόρασε  ένα ολοκαίνουριο σφουγγάρι , σαπούνι , λιπαντικό και γυαλόχαρτο.

Κατά τα μεσάνυχτα, ξεκίνησε για την αλάνα. Μόλις έφτασε εκεί , ούτε γεια δεν είπε στο αμαξάκι και στρώθηκε στη δουλειά: το καθάρισε, το γυάλισε, λίπανε το εσωτερικό του και το εξωτερικό του. Όταν τελείωσε τη δουλειά του, το κοίταξε για λίγη ώρα χαμογελαστός, περήφανος για το έργο του. Ύστερα έβαλε λίγη σαμπάνια σ’ένα πλαστικό ποτήρι και προσεκτικά – προσεκτικά έχυσε λίγη και στο ανοιχτό καπώ του αμαξιού.

«Χρόνια μας πολλά!» του είπε χτυπώντας ελαφρά το σασί του με το ποτήρι του.

Το επόμενο πρωί τον βρήκαν κάποιοι περαστικοί, νεκρό στο κάθισμα του οδηγού.
Κάποια επιπλοκή κατά τη διάρκεια του ύπνου του, είπαν οι γιατροί μετά την εξέταση.

Έτσι δηλαδή νομίζαν ότι ήταν: γιατί αν κοιτούσαν καλύτερα θα έβλεπαν ό,τι αυτός δεν είχε πεθάνει αλλά οδηγούσε. Οδηγούσε με το αμαξάκι του και τρέχανε, τρέχανε, αχ πώς τρέχανε!

Τρέχανε τόσο πολύ που ξεπερνούσαν το επιτρεπόμενο όριο της ταχύτητας.













Thursday, 3 November 2011

Στο Λεωφορείο pt. 5

Κοίταξα την ώρα στο ηλεκτρονικό ρολόι.
Έγραφε 18.30 και είχα ακόμη τουλάχιστον 5 στάσεις.
"Σκατά", είπα από μέσα μου.

Θα αργούσα στο ραντεβού μου μισή ώρα.

Και κάτι χρόνια.

Wednesday, 2 November 2011

Σκάκι

Είμαστε όλοι πιόνια πάνω σε μια σκακιέρα.

Άλλοι, νομίζουν τους εαυτούς τους βασιλιάδες, άλλοι βασίλισσες, άλλοι ίππους...
Άλλοι πάλι, απλά στρατιωτάκια.

Η παρτίδα είναι ατελειώτη, ή έτσι τουλάχιστον έτσι μας φαίνεται. Και είναι πολύ νωρίς ακόμη για να ξέρουμε ποιο θα είναι το αποτέλεσμα, μιας και στο σκάκι δεν μπορείς να δεις και πολλές κινήσεις μπροστά.

Είμαστε όλοι πιόνια πάνω σε μια σκακιέρα, που λες.
Και άλλοι κινούμαστε διαγώνια, άλλοι ευθεία μπροστά, άλλοι σε "γάμμα"...
Άλλοι κάνουν πολλά βήματα μπροστά. Άλλοι πάλι, μόνο ένα.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι πάντα, μα πάντα, μας κινεί κάποιο χέρι.

Monday, 31 October 2011

Προαίσθημα

"Σήμερα ξύπνησα με πολύ καλό προαίσθημα" είπε στη γυναίκα του μόλις την είδε το πρωί.

"Εγώ όχι" απάντησε εκείνη και τον πυροβόλησε έξι φορές με τη δίκαννη.



Ε μα, τον μαλάκα, της είχε πρήξει τα αρχίδια τόσα χρόνια.

Saturday, 29 October 2011

Η ευθεία είναι ο πιο σύντομος δρόμος.

Η τεθλασμένη όμως, είναι ο πιο συναρπαστικός.

Ιστορία μιας πόλης

18.30. Έσβησε ακόμη ένα τσιγάρο πατώντας το στο πεζοδρόμιο. Είχε αργήσει. Ανησυχούσε πολύ. Τί να είχε γίνει άραγε; Λες να τη συνέλαβαν; Το ήξερε ότι αυτό που πήγαιναν να κάνουν ήταν πολύ ριψοκίνδυνο, μα δε γινόταν αλλιώς. Δεν μπορούσαν αλλιώς. Ο έρωτας δεν τους άφηνε να κάνουν αλλιώς.

Η συνάθροιση μετά τις έξι μετά μεσημβρίας και η εκδήλωση «έρωτος ή αγάπης» σε δημόσιο χώρο όπως ανέφεραν οι παράγραφοι 2.14 και 3.5 του Νέου Συντάγματος, είχαν απαγορευθεί προ πολλού από το κράτος. Στεκόντουσαν λέει εμπόδιο στην πλήρη αξιοποίηση της εργατικής δύναμης των πολιτών. Και όταν ένα κράτος «πρέπει να αναπτυχθεί, να παράγει, δεν μπορεί παρά να αξιοποιεί την πλήρη εργατική δύναμη κάθε πολίτη» όπως επαναλάμβανε συνεχώς ο κυβερνήτης στα Μ.Μ.Ε.

Ω ναι, το ήξερε πολύ καλά αυτό. Και πώς να μην το ήξερε άλλωστε; Το άκουγε τουλάχιστον 60 φορές τη μέρα. Στην τηλεόραση του σπιτιού του, από το αφεντικό του στη δουλειά, στα μεγάφωνα των κεντρικών οδών, στα ηχεία των μέσων μεταφοράς. Όπως το ήξερε και εκείνη. Ναι, και οι δυο το γνώριζαν πολύ καλά. Αλλά δεν μπορούσαν αλλιώς. Δεν γινόταν αλλιώς. Και τώρα; Πού ήταν εκείνη; Λες να τη συνέλαβαν; Και στη σκέψη μόνο του τι θα μπορούσε να είχε συμβεί, τα πόδια του και τα χέρια του έτρεμαν.

Ξαφνικά ένιωσε ένα άγγιγμα στην πλάτη του. Το αίμα του πάγωσε. Αν ήταν η ομάδα προστασίας του πολίτη, ή κάποιος από την μυστική υπηρεσία όλα θα είχαν τελειώσει. Ήταν βέβαια ακόμη μόνος του, αλλά το βλέμμα του και μόνο θα τα πρόδιδε όλα. Και τότε…

Το πλατύ χαμόγελο που αντίκρυσε καθώς γύρισε τον έκανε να χάσει κάθε του έγνοια. Αμέσως την έσφιξε στην αγκαλιά του χωρίς να τον ενδιαφέρει αν θα τους δουν, χωρίς να τον ενδιαφέρει τον νοιάζει πια το αφεντικό του, η δουλειά του, χωρίς να τον νοιάζει τίποτα.

Εκείνη γέλασε. Με αυτό το υπέροχο γέλιο της. «Σιγά, σιγά θα με πνίξεις…».
Εκείνος δεν την ρώτησε ούτε πού ήταν, ούτε την μάλωσε που άργησε, τώρα πια δεν είχε σημασία τίποτα.

Κοίταξαν ο ένας τον άλλο για κάποια λεπτά. Σιωπηλοί. Ξαφνικά εκείνη είπε:

«Λοιπόν;»
«Λοιπόν τι;»
«Για κάποιο λόγο ήρθαμε εδώ, δε θυμάσαι;»
«Α ναι…»
«Λοιπόν, πού είναι η πόλη σου;» είπε εκείνη παιχνιδιάρικα.

Όντως θυμότανε. Για να την πείσει να βρεθούν εκείνο απόγευμα, της είχε αποκαλύψει ότι μια πόλη του ανήκει και της είχε υποσχεθεί να τη δείξει. Την τράβηξε από το χέρι και αρχίσανε να τρέχουνε.

Το πυκνό χτίσιμο της πόλης, με τα κτίρια κιβώτια –που ζήτημα είναι αν απείχαν 10 μέτρα το ένα από το άλλο, τους έδινε την κατάλληλη κρυψώνα. Τα φώτα των λιγοστών αμαξιών που περνούσαν τέτοια ώρα, φώτιζαν αχνά τις μαρκίζες με τις φωτογραφίες του κυβερνήτη που ήταν τοποθετημένες ολόγυρα την πόλη, όμως δεν ήταν αρκετά για να αποκαλύψουν τις φιγούρες τους.
Γελούσαν σιγανά καθώς γλιστρούσαν ανάμεσα στα σοκάκια. Αυτό που κάνανε ήταν επικίνδυνο, ο κίνδυνος της ομάδας της προστασίας του πολίτη καραδοκούσε σε κάθε στενό όμως το ότι ήταν μαζί τους έκανε να φανεί σαν παιχνίδι.

Οι σκέψεις που περνούσαν από το μυαλό της ήταν πολλές και ανάμεικτες. Γνώριζε ότι η πόλη άνηκε στο κράτος, άνηκε στον κυβερνήτη και εκείνος της είχε υποσχεθεί μια άλλη, πόλη, μια πόλη που θα ήταν μόνο δικιά του, και ίσως και δικιά της, μια δικιά τους πόλη. Της είχε δώσει την ελπίδα, την ελπίδα που ήταν χαμένη από καιρό: την ελπίδα της ελευθερίας. Αυτό και μόνο ήταν αρκετό για να τον ερωτευτεί, ή μάλλον όχι, τον είχε ήδη ερωτευτεί, ήταν αρκετό για να την κάνει να τον ερωτευτεί ακόμη περισσότερο.

Ξαφνικά, ένιωσε ένα τράνταγμα. Ήταν εκείνος που της είχε κάνει νόημα να σταματήσουν.
Είχαν φτάσει σε ένα ξέφωτο. Δεν πρόλαβε να κοιτάξει γύρω της, καθώς εκείνος της έκλεισε τα μάτια. Το τοπίο πρέπει ήταν πολύ διαφορετικό εδώ, δεν πρέπει να έμοιαζε με τα τοπία που είχε συνηθίσει να βλέπει στην πόλη. Ο αέρας μύριζε διαφορετικά εδώ, ήταν πιο φρέσκος. Και η ατμόσφαιρα ήταν διαφορετική εκεί, είχε κάτι, κάτι το ξεχωριστό που δεν μπορούσε να προσδιορίζει. Και ένας περίεργος ήχος, τι ήταν αυτός ο ήχος; Κάποτε τον είχε ξανακούσει, κάποτε παλιά, κάποτε πριν το έρθει το νέο κράτος, πριν έρθει ο καινούριος κυβερνήτης, πριν έρθει το Νέο Σύνταγμα…

Με το ένα του χέρι να καλύπτει τα μάτια της, και με το άλλο να κρατάει σφιχτά το χέρι της και να την οδηγεί, κάνανε μερικά μικρά βήματα. Την έβαλε να κάτσει, σε κατι που έμοιαζε με…με να δεις πως το λένε…και αυτό είχε να το δει πολύ καιρό…α, ναι, παγκάκι. Παγκάκι ήταν η λέξη που έψαχνε!

Με μια απαλή κίνηση, άφησε τα μάτια της ελεύθερα το τοπίο γύρω της αποκαλύφθηκε. Και ξεπερνούσε και την παραμικρή της φαντασία. Το χρώμα του ουρανού περιείχε όλες τις αποχρώσεις του κόκκινου, με μια δόση από πορτοκαλί. Το κόκκινο έσπαγε το πράσινο κάποιων σκόρπιων δέντρο και στο βάθος, ω στο βάθος! Το τεράστιο, πύρινο ημικύκλιο του ήλιου έσμιγε με μια σκοτεινή μα πανέμορφη θάλασσα! Ω ναι, θάλασσα! Ώστε παφλασμός κυμάτων ήταν λοιπόν, ο ήχος που είχε ακούσει!

Εκείνη είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε, δεν μπορούσε να χωνέψει αυτή την ομορφιά! Ούτε πιο κρυφά της όνειρα δεν πίστευε ότι υπήρχε περίπτωση να ξαναντικρύσει τέτοιο τοπίο! Ήταν σίγουρη ότι αυτά τα τοπία είχαν χαθεί με τη νέα κυβέρνηση, το Νέο Σύνταγμα και το Σχέδιο Ανάπτυξης.

Κάθισαν και απόλαυσαν την μαγεία της θέας για ώρα αγκαλιασμένοι. Κάποια στιγμή, εκείνος γύρισε προς το μέρος της, και με επίσημο ύφος της είπε:

«Αυτή είναι η πόλη μου. Η δική μου πόλη. Μια πόλη που δεν μπορεί να την αγγίξει κανείς, δεν μπορεί να μου την πάρει κανείς. Το ηλιοβασίλεμα, τα δέντρα, η θάλασσα, εσύ, είναι κάτι που καμία κυβέρνηση, κανένα Νέο Σύνταγμα δεν μπορεί να μου το πάρει. Είναι δικά μου. Είναι δικά μας.Και θα είναι για πάντα.»

Εκείνη χαμογέλασε. «Μα, κι αν σε συλλάβουν;» του αντιγύρισε, με παιχνιδιάρικη διάθεση, γνωρίζοντας όμως ότι κάτι τέτοιο ήταν πολύ πιθανό στις μέρες τους, καθώς οι συλλήψεις πολιτών χωρίς προφανή λόγο ήταν καθημερινότητα.

«Και αν με συλλάβουν, τι; Τι σημασία έχει; Αυτή η πόλη θα είναι για πάντα δικιά μου και ας με συλλάβουν. Και ας τα μπαζώσουν όλα. Και ας με σκοτώσουν ακόμη. Αυτή η πόλη θα είναι για πάντα δικιά μου. Γιατί αυτή η πόλη δεν ορίζεται από γραμμές στο χάρτη και κομμάτια γης, ορίζεται από εδώ και εκεί», είπε δείχνοντας προς στο κεφάλι του και στο καρδιά του, «και ό,τι και να γίνει, τα σύνορά της δεν θα μπορέσει ποτέ κανείς να τα πειράξει. Είναι δικιά μου αυτή η πόλη», επανέλαβε αργά, «και θέλω να τη μοιραστώ μαζί σου».

Αγκαλιάστηκαν σφιχτά και κάθισαν και οι δύο στο παγκάκι. Στο τελευταίο παγκάκι.
Έμειναν έτσι, να κοιτάνε το ηλιοβασίλεμα, μέχρι που νύχτωσε. Ήξεραν και οι δύο βέβαια, ότι αυτό που έκαναν ήταν ριψοκίνδυνο, καθώς τη νύχτα οι περιπολίες αυξάνονταν, όμως δεν τους ένοιαζε πια.

Γιατί τώρα είχαν την πόλη τους. Και στην δική τους πόλη, δεν ίσχυαν οι νόμοι και οι κανόνες.

Friday, 28 October 2011

Οι καλύτερες ιδέες

σε επισκέπτονται πάντα στο μπάνιο.

Όποιος ξέρει γιατί, ας πει και σε μένα.

Τάσος ο Καταφερτζής

Τις προάλλες είχαμε βγει με τον Τάσο κάπου ήσυχα.
Ήταν γενικά ευχάριστος τύπος ο Τάσος, καλαμπουρτζής και άνετος. "Τάσος ο καταφερτζής" ήταν το παρατσούκλι του στην παρέα γιατί όποιο πρόβλημα και να 'χαμε πάντα στο τέλος κατάφερνε να μας κάνει να γελάμε.

Μα εκείνη την μέρα,ο Τάσος ήταν πολύ διαφορετικός. Η συμπεριφορά του, το ύφος του, όλα αλλιώς. Φαινόταν σαν κάτι τον απασχολούσε. Και εκεί που ήμουν έτοιμος, να ρωτήσω "τί έχεις ρε Τάσο;" με προλαβαίνει και μου λέει σιγανά:

"Βαρέθηκα."

"Ε; Τί βαρέθηκες ρε Τάσο;" του κάνω εγώ.

"Βαρέθηκα να είμαι θεατής" μου λέει. "Μια ζωή είμαι θεατής. Νιώθω, όπως μερικές φορές που βλέπεις ένα έργο στην τηλεόραση. Ότι άλλοι είναι αυτοί που παίζουν στο έργο και εσύ απλώς το βλέπεις. Και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να βλέπεις. Νιώθω ότι άλλοι αποφασίζουν για μένα, για το μέλλον μου, για τα πράγματα που με απασχολούν. Για αυτά που αγαπάω, για αυτά που μισώ. Όλα άλλοι. Και εγώ το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να βλέπω. Αμέτοχος. Και το βαρέθηκα αυτό. Βαρέθηκα να βλέπω τηλεόραση."

Με προβλημάτισε αυτό που μου είπε και μείναμε για λίγο σιωπηλοί.
Καθ'όλη τη συνάντησή μας προσπάθησα να του φτιάξω το κέφι, αλλά μάταια.

Όταν αποχαιρετιστήκαμε του είπα "να προσέχεις" και το εννοούσα, αλλά δε φάνηκε να δίνει και πολύ σημασία. Απομακρύνθηκε σκεφτηκός και σκυφτός, διαφορετικά απ'ότι συνήθως που έφευγε χαμογελαστός μετά από αγκαλιές και φιλιά.



Τρεις μέρες αργότερα είχαμε βγει με τα παιδιά στο μπαρ του Μπάμπη. Λέγαμε τις συνηθισμένες μαλακίες, για γκόμενες και τέτοια. Ήμασταν μάλιστα στο περίφημο σημείο όπου ο Μιχάλης διατυπώνει μια από τις φιλοσοφίες του για το νόημα της ζωής όταν ο Μπάμπης ήρθε στο τραπέζι μας αλαφιασμένος. Ένα εξαιρετικά ανησυχητικό ύφος διαγραφόταν στο πρόσωπό του. Ανησυχήσαμε λοιπόν κι εμείς και τον ρωτήσαμε τι συμβαίνει, αλλά αυτός δεν απάντησε καν. Απλώς μας έκανε βιαστικά νόημα να κοιτάξουμε την τηλεόραση που έπαιζε μέχρι τότε στο ενώ παράλληλα αύξανε το volume.

Μόλις γύρισαμε τα κεφάλια μας, μείναμε όλοι με το στόμα ανοιχτό.
Η τηλεόραση έπαιζε τις ειδήσεις των οκτώ. Κεντρικό θέμα: η σύλληψη του Τάσου. Η παρουσιάστρια και οι καλεσμένοι στα παράθυρα έλεγαν πολλά. Άλλοτε για παρανοϊκό serial killer, άλλοτε για οργανωμένο έγκλημα, άλλοτε για αλλοδαπούς διαρρήκτες.

Το ζουμί ήταν, ότι ο Τάσος είχε σκοτώσει μια πρώην του μαζί με τον νυν γκόμενό της που ήταν δικαστής. Με καραμπίνα. Σύνολο 16 πυροβολισμοί. Έπειτα έκαψε το διαμέρισμά που διέμεναν στο Ν. Ψυχικό, και λόγω κάποιας διαρροής είχε προκληθεί έκρηξη, με αποτέλεσμα τώρα να βρίσκονται στο νοσοκομείο 6 άτομα εκ των οποίων οι 2 επιφανής και σοβαρά τραυματισμένοι.

Όλη η παρέα είχε μείνει άναυδη. Το μόνο που επαναλάμβαναν αραιά και που ενώ κοιτούσαν αποσβωλομένοι την οθόνη, ήταν φράσεις όπως "τον φουκαριάρη", "μα τι τον έπιασε", "κρίμα" ή ,λίγο πιο σπάνια, κάτι του τύπου "πάντα το 'λεγα εγώ ότι αυτό το παιδί δεν ήταν στα καλά του" . Όλοι στεναχοριώντουσαν στην σκέψη του τί περίμενε τον Τάσο από δω και πέρα.

Όλοι, εκτός από μένα. Γιατί όσο η τηλεόραση έπαιζε ξανά και ξανά το πλάνο όπου βάζαν τον Τάσο στο περιπολικό, τόσο εγώ έβλεπα ξανά και ξανά το χαμόγελο στα χείλη του. Γιατί ήξερα ,βαθιά μέσα μου, ότι ο Τάσος τώρα ήταν ευτυχισμένος. Είχε επιτέλους πετύχει αυτό που ήθελε.

Είχε ,επιτέλους, παίξει στην τηλεόραση.

"Α ρε μπαγάσα, πάλι τα κατάφερες" είπα από μέσα μου.

Thursday, 27 October 2011

Όταν χειμωνιάζει

"Θυμάσαι το καλοκαίρι;

Τότε που κάναμε βόλτες στην παραλία, τότε που μας φυσούσε το δροσερό αεράκι δίπλα στις ακρογυαλιές. Είχε λιακάδα τότε. Ξαπλώναμε στα λειβάδια και λιαζόμασταν τεμπέλικα. Θυμάσαι; Τότε που τσαλαβουτούσαμε παιχνιδιάρικα στην ακρογυαλιά; Σαν παιδιά κάναμε. Ήταν ωραία τότε. Ο αέρας μύριζε αλλιώς, δεν μπορώ να σου πω πως ακριβώς, αλλά ήταν διαφορετικά. Ήμασταν και οι δυο πολύ ευτυχισμένοι. Τέτοιες στιγμές ήταν που ευχόμουν να μην τελειώσει ποτέ, θυμάσαι;

Και τώρα; Τώρα χειμωνιάζει. Τώρα δεν έχει πια λιακάδα, μόνο συννεφιά. Τώρα σκοτεινιάζει νωρίς. Και κάνει κρύο. Και το φοβάμαι το σκοτάδι. Το φοβάμαι το κρύο. Και εσύ; Εσύ δεν είσαι εδώ.Έφυγες πριν έρθει ο χειμώνας."
είπε.



Ένα χελιδόνι που πετούσε ψηλά, αρκετά μίλια παραπέρα, φυσικά και δεν άκουγε τίποτα απ'όλα αυτά. Ήταν αρκετά μακριά τώρα: είχε φύγει από το φθινόπωρο. Πήγαινε σε άλλα, πιο ζεστά μέρη. Γιατί τα χελιδόνια ποτέ δεν κάθονται πολύ σε ένα μέρος. Γιατί τα χελιδόνια είναι πουλιά αποδημητικά. Δεν αντέχουν στο κρύο.

Και πάντα, μα πάντα, φεύγουν όταν χειμωνάζει.

Wednesday, 26 October 2011

Παράνοια

"Θα μου άρεσε να μου άρεσε αυτό που σ'αρέσει. Εσένα θα σου άρεσε να σου άρεσε αυτό που μ'αρέσει;"

Αν πεις όχι, είσαι εγωιστής.
Αν πεις ναι, δεν έχεις ισχυρή προσωπικότητα και επίσης θες κάτι να αλλάξει στη σχέση σας συνεπώς δεν είσαι ευτυχισμένος με αυτή και άρα εκείνη δεν σημαίνει τα πάντα για σένα.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να είσαι μουγγός ή κουφός. Ή και τα δύο.

Θα μ'άρεσε

να μην λέω πολλά.

Monday, 24 October 2011

Μοιρασιά

"Το θέμα είναι, ότι δεν μπορώ να μοιράζομαι."
"Ε;"

"Δεν μπορώ να μοιράζομαι. Όταν έχω κάτι, θέλω να το έχω ολόκληρο, να ξέρω ότι είναι αποκλειστικά δικό μου. Δεν αντέχω να αφήνω στην τύχη του το μισό του μέρος, χωρίς να γνωρίζω τί μπορεί να συμβεί. Δεν αντέχω να ξέρω ότι δεν είναι πλήρως αφοσιωμένο σε μένα, να ξυπνάω χωρίς να ξέρω τί πρόκειται να συμβεί μέσα στη μέρα. Αν αυτός που μοιράζεται μαζί μου κάτι, δεν το προσέχει αρκετά, αν αποφασίσει να διεκδικήσει μεγαλύτερο μέρος της πίτας, αν εγώ χάσω αυτό που έχω μαζί του, τότε τί γίνεται; Τότε τί κάνω εγώ; Αυτός ο φόβος είναι αλλοτριωτικός, είναι τρομερός, τρυπάει το μέσα σου και δεν σε αφήνει καθόλου σε ησυχία. Το ξέρω ότι είναι προβληματική η συμπεριφορά μου, όμως έτσι είναι, δέξου το. Και επειδή έχω στερηθεί πολλά στη ζωή μου, αρνούμαι να μοιραστώ. Και διεκδικώ το όλο. Συγγνώμη.", είπε και έφυγε.


Το τετράχρονο αγοράκι άνοιξε διάπλατα τα μάτια του, κοίταξε τον πατέρα του που αποκρυνόταν κρατώντας τη σακούλα με τα στρατιωτάκια του και άρχισε να κλαίει γοερά.

Monday, 17 October 2011

Όλα κυλάνε ρολόι

"Τικ τακ, τικ τακ...

ΝΤΡΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΝ!"

Πετάχτηκε απότομα από το κρεβάτι του.

Πάντα τον εκνεύριζε αυτός ο ήχος. Ο ήχος που σήμαινε το τέλος των ονείρων, το ξύπνημα. Ο ήχος που όριζε το απότομο πέρασμα από τον φανταστικό κόσμο στην σκληρή πραγματικότητα. Ο ήχος του ρολογιού.

"Τικ, τακ, τικ τακ..."

Σηκώθηκε και με βαριεστημένα αργά βήματα έφτασε μέχρι το μπάνιο, για να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του.

Ανέκαθεν τα μισούσε τα ρολόγια. Τα θεωρούσε αποκλειστικούς υπεύθυνους για την ύπαρξη του χρόνου, για τη φθορά που αυτός επιφέρει.


"Τικ, τακ, τικ, τακ..."

Το νερό άρχισε να τσιτσιρίζει καθώς τοποθέτησε το μπρίκι στο καυτό μάτι της κουζίνας.

Ποτέ του δεν τον γούσταρε το χρόνο. Δεν τον πήγαινε καθόλου. Κατηγορούσε το χρόνο για τα πάντα. "Χρόνος" έλεγε και από μέσα του και απ'έξω του, "δεν είναι τίποτα άλλο παρά η απώλεια των στιγμών. Πάντα, όταν ζεις μια όμορφη στιγμή, έρχεται ο χρόνος και στην παίρνει μακριά". Και ποιός τον άλλος τον ορίζει το χρόνο, πέρα από τα ρολόγια;"


"Τικ, τακ, τικ, τακ..."


Δυσκολεύτηκε λίγο αλλά τελικά τα κατάφερε να το κουμπώσει το τζιν του. Τελευταία είχε πάρει 2 - 3 κιλά, αλλά δεν του περίσσευαν και πολλά για να πάρει καινούρια τζιν, οπότε με μια - δυο πατέντες την βόλευε ακόμη με τα παλιά. Ο χρόνος έφταιγε και εκεί.

"Μάλιστα, γιατί αν ο χρόνος δεν κυλούσε, ούτε ο Φ.Π.Α θα αυξανόταν, ούτε οι μισθοί θα μειώνονταν, ούτε πελάτες θα έχανα, ούτε θα πάχαινα. Γιατί ο χρόνος εκτός των άλλων φέρνει και στεναχώριες, και οι στεναχώριες φαΐ".


"Τικ τακ, τικ τακ..."

Η πόρτα έκλεισε απότομα πίσω του και βγήκε στο δρόμο. Περπατούσε βιαστικά, συνήθως άνοιγε το μαγαζί 9.00 ακριβώς, και τώρα ήταν 9.05. Καθώς περπατούσε, κοιτούσε τους περαστικούς να τον προσπερνάνε και να εξαφανίζονται μια στιγμή μετά, προς κάθε κατεύθυνση. Και αυτοί βιαστικοί. Βιαζόντουσαν να προλάβουν κάποιο ωράριο, κάποιο ρολόι. Κάποιος, στην προσπάθειά του να προλάβει κάτι, τον έσπρωξε και συνέχισε χωρίς ούτε ένα συγγνώμη.

"Γαμωρολόγια! Αν δεν υπήρχαν κανείς δεν θα έπαιρνε χαμπάρι ότι έχω αργήσει, κανείς δεν θα καταλάβαινε ότι όλοι αυτοί εδώ έξω έχουν αργήσει. Όλοι θα ήταν πιο ήρεμοι, πιο ευγενικοί. Η πόλη ολόκληρη θα είχε πιο ανθρώπινο χαρακτήρα. Ο καθένας θα έκανε κάτι όταν και όποτε το είχε ανάγκη, και όχι όποτε το όριζε ένα αυθαίρετο σύστημα".


"Τικ,τακ, τικ, τακ..."

Μπροστά του ένα ζευγάρι. Περπατούσαν σφιχταγκαλιασμένοι, αργά, με το πάσο τους. Μέσα του κάτι ταρακουνήθηκε. Αυτοί φαινόντουσαν να αψηφούν το χρόνο, να αγνοούν την ύπαρξη των ρολογιών. Κάποτε ήταν και αυτός έτσι. Ναι, υπήρχε ,θυμήθηκε, μια τέτοια περίοδος που ζούσε εκτός χρόνου, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Τελικά όμως,ο χρόνος αποδείχτηκε πιο ύπουλος εχθρός απ'όσο νόμιζε, τον νίκησε και οι όμορφες στιγμές εκείνες περάσαν ανεπιστρεπτί. Εκείνη πέθανε και εκείνος έμεινε μόνος του στην μάχη ενάντια τον χρόνο.

"Τικ τακ, τικ, τακ..."

9.20 ήταν έξω από το μαγαζί. Ούτε ψυχή να περιμένει. Το ήξερε ότι δεν είχε νόημα να είναι τόσο ακριβής με το ωράριο, ποτέ δεν είχε πατήσει πελάτης στο μαγαζί πριν τις 10, όμως το ρολόι του ήταν πάντα πολύ αυστηρό και τον εξανάγκαζε να βιάζεται. Έψαξε στις τσέπες του παλτού του για τα κλειδιά του.

Η πόρτα άφησε έναν παραπονεμένο αργόσυρτο ήχο καθώς άνοιγε. Πριν μπει μέσα, κοίταξε την σκονισμένη ταμπέλα του μαγαζιού του. Ωρολογοποιείον ο Κώστας.

"Θέλει οπωσδήποτε καθάρισμα", σκέφτηκε καθώς έκλεινε την πόρτα πίσω του.

"Τικ τακ, τικ τακ, τικ, τακ..."

O χρόνος περνάει διαφορετικά για τον καθένα.

Το πρόβλημα ,όμως, είναι ότι περνάει για όλους.

Sunday, 16 October 2011

Friday, 14 October 2011

Τις προάλλες

είδα ένα άδειο τενεκεδένιο κουτάκι στο δρόμο. Προσπάθησα να το κλωτσήσω, μα δεν το πέτυχα.

Ίσως αυτό να συνέβη επειδή δεν το ήθελα αρκετά.

Thursday, 6 October 2011

Όποιος δεν βρίσκει, ψάχνει.

Όποιος δεν ψάχνει, βρίσκει.

Μερικές φορές, ξυπνάς

και αναρωτιέσαι γιατί σηκώθηκες από το κρεβάτι.

Άλλες φορές, έχεις την απάντηση χωρίς να κάνεις καν την ερώτηση.

Monday, 3 October 2011

Το ναυάγιο

"Το καράβι βυθίζεται" παρατήρησε ο ρεαλιστής.

"Υπάρχουν αρκετές σωσίβιες λέμβοι για όλους μας" είπε ο αισιόδοξος.

"Οι λέμβοι είναι τρύπιες. Θα πνιγούμε όλοι" απάντησε ο απαισιόδοξος.

"Δεν μπορεί! Σίγουρα θα περάσει κάποιος από δω και θα μας σώσει!" είπε ο ονειροπόλος.

"Μπα, κανείς δεν περνάει ποτέ από δω. Ακόμη και να περάσει, θα είναι κάποιος ψαράς που δεν θα έχει χώρο για όλους μας" αντέτεινε ο πεσιμιστής.


"Τότε όλοι μαζί θα κολυμπήσουμε και θα βγούμε στην ακτή και ύστερα θα ξαναταξιδέψουμε" είπε ο οραματιστής.

Saturday, 24 September 2011

Γνωριμία

-Μόνος;
-Μόνος.
-Να κάτσω;
-Να κάτσεις.
-Να τα πούμε;
-Να τα πούμε.
-Σ'αρέσω;
-Μ'αρέσεις.
-Να γνωριστούμε καλύτερα;
-Να γνωριστούμε καλύτερα.
-Θες να μην είσαι πια μόνος;
-Ώπα μεγάλε,  μάλλον παραγνωριστήκαμε.

Friday, 16 September 2011

Αφομοιωτής - Εξομοιωτής

Νέος, ολοκαίνουριος αφομοιωτής - εξομοιωτής!
Αφομοιώνει, εξομοιώνει και καλύπτει τα κενά σας!

Αισθάνεστε μόνος; Ο καινούριος αφομοιωτής - εξομοιωτής μπορεί να γίνει ο καλύτερός σας φίλος!
Σας σκανάρει, βρίσκει τα ενδιαφέροντά σας, και παριστάνει ότι έχει ακριβώς τα ίδια!

Ψάχνετε γκόμενα; Ο φρεσκότατος αφομοιωτής - εξομοιωτής θα σας κάτσει, και θα το κάνει μόνο για σας!
Σας σκανάρει, βρίσκει τα συναισθηματικά κενά σας και τα καλύπτει με τα πιό εύστοχα κοπλιμέντα!

Πείτε όχι στην κοινωνία της απομόνωσης και της αντικοινωνικότητας!
Αγοράστε τον καινούριο αφομοιωτή - εξομοιωτή!

Νέος αφομοιωτής εξομοιωτής: τώρα και σε καινούρια ανθρωπόμορφη έκδοση.

Wednesday, 14 September 2011

Υποσχέσεις

"Και μην χαθούμε, ε!" είπαν



και ξαναειδωθήκαν μετά από 15 χρόνια.

Sunday, 11 September 2011

Το καράβι

Ένα καράβι τ' όνειρο, κι ένα όνειρο το καράβι.

Πάντα έπλεε στ'ανοιχτά με το συνάφι του. Ψηλά  ανέμιζε η κόκκινη παντιγιέρα.

Ήταν αργά κι είχε σκοτάδι όταν τους έπιασε φουρτούνα. Και από τότε εξαφανίστηκαν.

Δειλά, δειλά, κάθε τόσο ξεπροβάλλουν, όταν το κύμα τους επιτρέπει.
Αναταραχή παντού, και το πλήρωμά του τα κύματα  απεγνωσμένα να προσπαθεί να δαμάσει.

Άλλοτε θα τους δεις να τα καταφέρνουν, και το καράβι τους με ορμή το νερό να σκίζει.
Άλλοτε τα κύματα θα τους σκεπάζουν και θα χάνονται για λίγο·
με την υπόσχεση να ξαναβγούν στην επιφάνεια όταν ο καιρός το επιτρέψει.

Και ψηλά ανεμίζει η κόκκινη παντιγιέρα.

Wednesday, 7 September 2011

Υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν

άνθρωπους που υπάρχουν.

"Ταξί!"

Είναι περίεργη η φάση με τα ταξί. Λένε ότι όταν θες πολύ ένα, τότε δεν περνάει κανένα ή αν περάσει, θα είναι σίγουρα γεμάτο. Λένε ακόμη ότι όταν δε θες, τότε περνάνε όλα μαζί. Και είναι και άδεια.

Μερικές φορές ένα ταξί μπορεί να είναι άδειο και ο οδηγός να μη σε πάρει επειδή δε γουστάρει τη φάτσα σου. Ή επειδή βαριέται. Άλλες φορές πάλι, τότε που προσπαθεί να βγάλει όσα περισσότερα γίνεται, θα σε πάρει και ας έχει μέσα και άλλους 5. Υπάρχουν μερικοί που σου λένε "φιλαράκι, δεν πάω Ομόνοια, θες Σύνταγμα;" και τότε εσύ πρέπει να συμβιβαστείς εκτός και αν θες να πας με τα πόδια, μόνος.

Υπάρχουν και κάποιοι που είναι πιο ευγενικοί, μέλι στάζει το στόμα τους, και σου πιάνουν και τη κουβέντα να ξεχαστείς μέχρι να περάσει η διαδρομή. Όλο αυτό βέβαια είναι εύκολο να αποδειχθεί και φούσκα, γιατί μερικοί τέτοιοι ξαφνικά αρχίζουν και βρίζουν τους πάντες και τα πάντα, ή τρέχουν υπερβολικά. Και εσύ ξαφνιάζεσαι γιατί λες "καλά, είναι καλοντυμένος αυτός, φαινόταν σοβαρός και ευγενικός, πώς είναι έτσι;" .

Υπάρχουν λογιών λογιών ταξιτζήδες. Άλλοι καλοί, άλλοι κακοί. Άλλοι φωνακλάδες, άλλοι ευγενικοί. Άλλοι θα σου πουν για τις γυναίκες, άλλοι για τη ζωή. Άλλοι θα σε μάθουν πράγματα για αυτούς και τον κόσμο, και άλλοι ακόμη και για σένα τον ίδιο.

Το σίγουρο είναι ότι σε κάθε ταξί μπαίνεις για λίγο, μέχρι να σε πάει στον προορισμό σου. Μπαίνεις, και μετά βγαίνεις. Και αν θες, παίρνεις κι άλλο. Και αργότερα, κι άλλο. Έτσι είναι τα ταξί. Είναι περίεργη η φάση τους.

"Ταξί!"

Wednesday, 31 August 2011

Έρως ανίκατε μάχαν

Κάποτε μου 'πε ότι "ο έρωτας δεν υπάρχει". Προσπάθησα να την μεταπείσω, αλλά μάταια.

Τρεις μέρες αργότερα έμαθα ότι πηδιέται με τον φίλο μου το Νίκο. Τότε είπα ότι "οκ, μπορεί για μας τους δύο να μην υπάρχει έρωτας, αλλά τουλάχιστον υπάρχει για αυτή και για το Νίκο".

Μια βδομάδα αργότερα έμαθα ότι πηδιέται με τον φίλο του Νίκου, τον Γιώργο. Τότε ήταν που είπα "εντάξει, έκανα λάθος, μπορεί να μην υπάρχει έρωτας ούτε για εκείνη και το Νίκο, αλλά τουλάχιστον υπάρχει κάποιος που για αυτόν και εκείνη ο έρωτας υπάρχει".



Ένα μήνα αργότερα έμαθα ότι πηδιέται με τον ξάδερφο του Γιώργου, τον Τάκη.

Monday, 29 August 2011

Άσχημη προσέγγιση

-Και που λες, εκεί που έχω φτιάξει κατάσταση και έχω βάλει το γκομενάκι στα τέσσερα και είμαι έτοιμος να τα δώσω όλα...
-Ποιά λες ρε μαλάκα; Τη Τζένη;
-Όχι ρε μαλάκα, τη  Νταίζη λέω.
-Α ναι, ναι, μου 'χες πει. Ο κώλος καλός;
-Γάμησέ τα...Και που λες εκεί που είμαι έτοιμος να της ξηγηθώ, χτυπάει το τηλέφωνο. Γάμησέ τα. Και να με βλέπεις με το ένα χέρι να βουτάω τη Νταίζη με το άλλο να κλείνω το κινητό και...
-Και, και;
-Ξαναχτυπάει το γαμιόλι! Μια δυο,τρεις, πέντε...Ώσπου στο τέλος παρατάω τη Νταίζη και το σηκώνω. Και ποιός λες να είναι;
-Ποιός;
-Η Μαίρη!
-Η γυναίκα σου η Μαίρη;
-Ναι ρε μαλάκα, αυτή η Μαίρη, η γυναίκα μου να πούμε. "Και τί κάνεις αγάπη μου, και είσαι σπίτι, και εγώ είμαι στη δουλειά, και θα αργήσω λίγο" και να μου σκοτίζει να παπάρια έτσι για κανά πεντάλεπτο. Εν τω μεταξύ η άλλη να έχει ξενερώσει.  Και την πιάνω εγώ από την αρχή, και να ΄μαστε πάλι εκεί που είχαμε σταματήσει.
-Ωραίος...
-Ναι, ωραίος, αλλά εκεί που ήμουν έτοιμος να της βγω από απέναντι ξαναχτυπάει το γαμήδι το τηλέφωνο...και ποιός λες να είναι;
-Ποιός;
-Η Μαρία.
-Μαρία; Ποιά Μαρία ρε μαλάκα;
-Άλλη αυτή, καινούρια."Και τι κάνεις αγάπη μου, και πού είσαι, και μου 'χεις λείψει, και το μουνί μου σε ζητάει" και τέτοια.  Και να μου πιάνει την πάρλα για κανά πεντάλεπτο και να πρέπει να ξαναγίνω μετά εγώ ταύρος. Και πιάνω την Νταίζη γλυκά γλυκά, και από δω και από 'κει, και την ξαναβάζω κάτω και εκεί που είμαι έτοιμος να της δείξω τι θα πει Μπάμπης, χτυπάει η ρουφιάνα η πόρτα.
-Η εξώπορτα;
-Ποιά εξώπορτα; Η πόρτα του δωματίου μου ρε μαλάκα! Και ακούγεται η φωνή του Μιχαλάκη "Μπαμπά, μπαμπά, τσίσα μου!" και να κλαίει ο Μιχαλάκης. Και να προσπαθώ εγώ να τον παρηγορήσω από μέσα ενώ κρατάω την άλλη στο κρεβάτι , αλλά αυτός τίποτα. Έτοιμος να μπει μέσα ήταν. Οπότε βγαίνω εγώ έξω, ανεβαίνει η ταρίφα στο μεταξύ, και τον πιάνω τον Μιχαλάκη, τον βάζω στο γιο - γιο, τον ξεσκατίζω, τον πλένω, τον βάζω στο κρεβάτι, του λέω και δυο τρεις μαλακίες και κομπλέ. Ένα εικοσάλεπτο πήγε όμως όλη η ιστορία.
-Ω ρε μαλάκα...
-Γάμησέ τα. Και να ΄ναι η πουτάνα μέσα, σχεδόν εκνευρισμένη με βλέμμα "άντε αγόρι μου, θα τελειώνουμε καμιά φορά" και να βουτάω εγώ στο κρεβάτι έτοιμος για όλα, και εκεί που είμαι έτοιμος να το λήξω το ημίχρονο, τί ακούω;
-Τί ρε μαλάκα, τί;
-Τη φωνή της πεθεράς μου ρε μαλάκα! Αν έχεις το θεό σου; Οκτώ η ώρα και  η γεροξεκούτα ξύπνια! Μια φορά είπα και γω να γαμήσω στο σπίτι μου σαν άνθρωπος και να 'ναι ξύπνια η γεροκαριόλα ρε μαλάκα! "Χαράλαμπε, Χαράλαμπε, τα φάρμακά μου! Χαράλαμπε!" φώναζε η πουτάνα συνέχεια. Αλλά εκνευρίζομαι και 'γω, "δεν πάτε στο διάολο όλοι σας" σκέφτομαι και την αγνοώ. "Κάτι αναπνευστικά έχει, δεν πα 'να πεθάνει" είπα από μέσα μου και προσηλώθηκα στο στόχο μου. Ανέβηκα στο κρεβάτι, αναψοκοκκινισμένος πλέον, δεν είχα χρήματα και για πολλά - πολλά, την γυρίζω ανάσκελα και εκεί που είμαι έτοιμος να το βάλω το ρημάδι το γκολ επιτέλους, τι να δω;
-Τί να δεις;
-Εκεί ρε μαλάκα, στο στρινγκ της Νταίζης ρε μαλάκα, κάτι φούσκωνε ρε μαλάκα! Κάτι κρεμόταν ρε μαλάκα!
-Όχι ρε μαλάκα, μην μου πεις...
-Ναι ρε μαλάκα...
-Όχι ρε μαλάκα, πήγαν να σου πουλήσουν τραβέλι ρε μαλάκα;
-Ναι ρε μαλάκα! Κανονική τους ζήτησα εγώ ρε μαλάκα, δεν τους είπα ότι είμαι κανάς ανώμαλος ρε μαλάκα και πήγαν να μου ξηγηθούν έτσι ρε μαλάκα! Και αυτή, μιλιά, ε!
-Όχι ρε μαλάκα, για δες κάτι πούστηδες που υπάρχουν...

Sunday, 28 August 2011

Μεταμόρφωση

Έβγαλε την μάσκα και αποκάλυψε την μάσκα που φορούσε κάτω από την μάσκα.
 "Χα, τώρα είμαι διαφορετική" είπε χαμογελώντας γεμάτη ικανοποίηση.

Saturday, 27 August 2011

Ανάσα που σβήνει

08:35. Ανέπνευσε. Περπατούσε στο δρόμο. Μόνος. Θόρυβος από αυτοκίνητα κάπου μακριά. Τόσο μακριά που δεν μπορούσε να τον αγγίξει. Τόσο μακριά, που τίποτε δεν μπορούσε να τον αγγίξει.  Ναι, ήταν εκεί, στο δρόμο. Στο δρόμο, σκυφτός.

08:40. Τώρα ήταν στο πάρκο. Βάρος στους ώμους του. Άνθρωποι περνούσαν, μα ούτε αυτοί τον άγγιζαν. Σταμάτησε να ελπίζει.

08:45. Ακόμη περπατούσε. Έφτανε στο τέλος. Το ένιωθε βαθιά μέσα του. Καθώς πλησίαζε σιγά σιγά, ένιωθε ελαφρύτερος. Ο αέρας ανακάτεψε τα μαλλιά του. Μα δεν τον άγγιξε. Σταμάτησε να σκέφτεται.

08:50. Ανέπνευσε. Συννεφιασμένος ουρανός και σήμερα. Μια σταγόνα έπεσε και κύλησε αργά στο πρόσωπό του, κερδίζοντας επάξια την θέση των δακρύων. Μα ούτε αυτή τον άγγιξε. Σταμάτησε να θυμάται.

08:55. Η βροχή έπεφτε για τα καλά στη γέφυρα. Εκκωφαντικός ο θόρυβος των αυτοκινήτων. Τρύπωνε στο μυαλό του, στην ύπαρξή του την ίδια. Και όμως δεν τον άγγιζε. Σταμάτησε να αισθάνεται.

09:00. Ανέπνευσε. Και κοίταξε κάτω. Στον αυτοκινητόδρομο. Ύστερα, με μια απλή κίνηση, έπεσε. Αφέθηκε ελεύθερος και τα αυτοκίνητα τον παρέσυραν στο τρελό τους ταξίδι. Μα ούτε εκείνα μπόρεσαν να τον αγγίξουν. Σταμάτησε να αναπνέει.

Wednesday, 17 August 2011

'Η'

"Απόψε θα ξυριστώ. Θα πλυθώ, θα ντυθώ όμορφα. Ύστερα θα πάω στο ραντεβού μας πέντε λεπτά πιο πριν για να μην τη στήσω. Θα είναι πολύ όμορφη. Θα της φερθώ καλά.  Θα την κάνω να γελάσει.
Θα περάσουμε ωραία. Στο τέλος θα προσφερθώ να την πάω σπίτι και επιτέλους θα μου πει να ανεβώ πάνω. Θα είναι πολύ ωραία.  Ναι, απόψε θα γίνουν όλα. Και από αύριο, θα είναι και πάλι όλα καλά.
Αλλά τώρα είναι ακόμη νωρίς. Έχω χρόνο για άλλη μία. Ναι, άλλη μία. Θα με τονώσει και για το βράδυ."

είπε και έμπηξε τη σύριγγα με την ηρωίνη στην πιο πεταχτή του φλέβα.

Saturday, 13 August 2011

Τί σκέφτεσαι;

-Τί σκέφτεσαι;
-Ότι θέλω να αγγίξω τον ήλιο.
-Είσαι τρελός; Θα καείς!
-Και εσύ πού το ξέρεις; Τον έχεις αγγίξει ποτέ μήπως;
-Όχι.

Friday, 12 August 2011

Η διαφορά του απαισιόδοξου από τον αισιόδοξο

είναι δύο.

Η διαφορά του σουρεαλισμού από το ρεαλισμό

είναι τρία γράμματα.

Η πτώση

"Έπεσε;

Έπεσε;


Έπεσε!
 ΕΠΕΣΕ!
ΕΠΕΣΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ!"

Ένα ουρλιαχτό διέκοψε το ήρεμο ταξίδι του κρουαζιερόπλοιου και πάγωσε το αίμα όλων των επιβατών.
Σχεδόν αμέσως όλοι άρχισαν να πανικοβάλλονται και να φωνάζουν στην προσπάθειά τους να βρουν τι είχε συμβεί και να προστατευτούν απ'τα χειρότερα. Οι πιο ψύχραιμοι ρωτούσαν αλαφιασμένα αριστερά - δεξιά τί έγινε μόνο και μόνο για να λάβουν απελπισμένα βλέμματα ως απάντηση.

"ΈΠΕΣΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ! ΕΠΕΣΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ!"

Το γοερό κλάμμα αντηχούσε σε όλο το πλοίο. Δυο - τρεις λυποθύμησαν μπροστά στην σκέψη του αποτρόπαιου γεγονότος.
Το πλήρωμα κινητοποιήθηκε σχεδόν αμέσως. Το κρουαζιερόπλοιο σταμάτησε, ώστε να αποφευχθούν τυχόν χειρότερα. Σχεδόν όλοι οι επιβάτες είχαν βγει στο εξωτερικό κατάστρωμα ώστε να δουν πού και σε τί κατάσταση ακριβώς βρισκόταν αυτός που είχε πέσει. Η αγωνία είχε κορυφωθεί.

"Εκεί!" φώναξε κάποιος. Όλο το πλοίο, έντρομο, κοίταξε προς το μέρος που υπέδειξε.

Όλο το πλοίο κοίταξε, μόνο και μόνο για να δει ένα μαλακισμένο που έκανε σαν υστερικό επειδή το αρκουδάκι του του έφυγε από το χέρι. 

Thursday, 11 August 2011

Έπεσα στην παγίδα

που μου έστησα.

κ. Δημήτρης Οικονόμου

"κ. Δημήτρης Οικονόμου, υπεύθυνος τμήματος". Έτσι συστηνόταν πάντα. Σε όλους ανεξαιρέτως. Βέβαια σίγουρα δεν υπήρχαν και πολλοί που να τους ενδιέφερε τί έκανε ο κ. Δημήτρης Οικονόμου, αλλά τον ίδιο τον ενδιέφερε και μάλιστα πολύ. Ήταν υπεύθυνος τμήματος στην εταιρεία που δούλευε και ήταν κάτι παραπάνω  από περήφανος γι'αυτό. Ήταν μια θέση που είχε πάρει, όχι κερδίσει (ναι, κερδίσει ήταν η σωστή λέξη σκεφτόταν πάντα από μέσα του) με την αξία του, με κόπο και ιδρώτα. Είχε κάνει θυσίες για αυτή τη δουλειά εκείνος, είχε περάσει δύσκολες μέρες εκείνος!

Από 18 χρονώ σπούδαζε, 4 χρόνια το πτυχίο, 2 χρόνια το μάστερ, άλλα 2 το δεύτερο μάστερ και 2 το ντοκτορά σύνολο 10! 10 χρόνια σπουδές! Και δεν ήταν κανάς πλούσιος, δεν ήταν ότι το φύσαγε το παραδάκι ο κ. Δημήτρης Οικονόμου, υπεύθυνος τμήματος. Όχι, όχι, το κάθε άλλο. Ήταν ανάγκη να δουλεύει παράλληλα. Μάλιστα. Δούλευε και σπούδαζε, σπούδαζε και δούλευε. Και πολλές φορές και δυο δουλειές, τρεις στην ανάγκη, με αποτέλεσμα μερικές φορές ακόμη και ο πολύς ο ύπνος να του φαντάζει πολυτέλεια. Και από παρέες, τίποτα ε; Πού να προλάβει ο κ. Δημήτρης Οικονόμου, ο υπεύθυνος τμήματος! Για γυναίκα; Ούτε λόγος!

Και ύστερα τελειώνει τις σπουδές. Και παίρνει τα τρία, όχι, τέσσερα πτυχία του. Και μετά έρχεται η δουλειά. Πόσο κόπο έκανε να βρει τη δουλειά αυτή! 6 χρόνια έψαχνε! Μάλιστα! 6 χρόνια έψαχνε! Οπότε 10 για τις σπουδές και 6 για τη δουλειά, σύνολο 16 χρόνια για να γίνει ο "κ. Δημήτρης Οικονόμου, υπεύθυνος τμήματος".  Και αν βάλεις και το σχολείο  (στο οποίο ήταν βεβαίως άριστος μαθητής) άλλα 12, έχουμε σύνολο 28. Σχεδόν μια τριαντακονταετία για να γίνει ο Δημήτρης Οικονόμου, "κ. Δημήτρης Οικονόμου, υπεύθυνος τμήματος".

Πόσο χάρηκε όταν βρήκε αυτή την κενή θέση στην εταιρία! Θυμήθηκε ότι απλώς δούλευε εκεί, στα τελευταία έτη των σπουδών του ως βοηθός του λογιστή, ανειδίκευτος, και μια φορά έτυχε να αρρωστήσει ο υπεύθυνος του τμήματος. Τον πήραν δοκιμαστικά στην αρχή, μετά είδαν και τα προσόντα του, είδαν ότι ήταν και καλοδουλευτής, δεν ζητούσε αυξήσεις και άδειες, ε, δεν ήθελε και πολύ. Πήραν τον άλλον τηλέφωνο και του είπαν να μην επιστρέψει ποτέ από την αναρρωτική. Ο κ. Δημήτρης Οικονόμου είδε το όνειρό του να γίνεται πραγματικότητα.

Πώς λοιπόν να μην το λέει φωναχτά, πώς να μην το κάνει γνωστό σε όλους;
"κ. Δημήτρης Οικονόμου, υπεύθυνος τμήματος"  έλεγε αργά με επίσημο ύφος, αφού πιο πριν είχε καθαρίσει τη φωνή του μ'ένα βηχαλάκι και ύστερα έδινε σφιχτές χειραψίες. Έπειτα φούσκωνε από περηφάνια και είχε ένα βλέμμα προσμονής για λίγα δευτερόλεπτα, σα να περίμενε ο συνομιλητής του να τον συγχαρεί για τη θέση του.  Βέβαια αυτά τα συγχαρητήρια δεν ερχόντουσαν ποτέ.

Είχε ένα γραφείο ωραιότατο ο "κ. Δημήτρης Οικονόμου, υπεύθυνος τμήματος". Στο τέταρτο πάτωμα της εταιρίας, τρίτη πόρτα δεξιά. Πάνω σε μια μπρούτζινη πλακέτα έγραφε με χαραγμένα κεφαλαία γράμματα: "Κ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ" (Πόσο τη λάτρευε αυτή τη ταμπέλα! Πόσο χάρηκε όταν μπήκε!). Αν άνοιγες την πόρτα, θα έβλεπες ένα μικρό δωμάτιο, με ένα μικρό αλλά αξιοπρεπές ξύλινο γραφειάκι και πίσω του, 3 βιβλιοθήκες παραφουσκωμένες με το δίχως άλλο σημαντικά λογιστικά και παντός είδους έγγραφα. 2 - 3 καρέκλες ήταν τοποθετημένες μπροστά από το γραφείο, ώστε να κάθονται οι πελάτες ή το προσωπικό αν χρειαζόταν να περιμένουν να τελειώσει ο κ. Δημήτρης Οικονόμου κάποια σπουδαία δουλειά προτού εξυπηρετηθούν οι ίδιοι. Τα πάντα φάνταζαν προσεγμένα, τακτοποιημένα, εντύπωση σου έκανε που χωρούσαν τόσα πολλά πράγματα, σε τόσο μικρό δωμάτιο.

Σε αυτό το γραφειάκι, βρισκόταν κάθε μέρα από τις 08.00 - 18.00 ο κ. Δημήτρης Οικονόμου. Ναι μάλιστα, 10 ώρες. Και τις υπερωρίες δεν τις πληρωνόταν πάντα. Ήταν σπουδαία δουλειά να είσαι υπεύθυνος τμήματος, σημαντική δουλειά. Κάθε μέρα 08.00 - 18.00. Και ύστερα, σπίτι. Δουλειά. Γιατί ήταν απαιτητική δουλειά να είσαι υπεύθυνος τμήματος. Δεν τελείωνε στις 18.00. Ήθελε να δουλεύεις και λίγο σπίτι. Και έτσι και έκανε ο "κ. Δημήτρης Οικονόμου, υπεύθυνος τμήματος". Ήταν επαγγελματίας, σοβαρός επαγγελματίας ο κ. Δημήτρης Οικονόμου. Και από παρέες τίποτα, ε; Για γυναίκα; Ούτε λόγος! Πού να βρει χρόνο ο κ. Δημήτρης Οικονόμου, ο υπεύθυνος τμήματος; Ήταν σοβαρός επαγγελματίας αυτός!


Στο γραφειάκι του βρισκόταν και τώρα. Ώρα 11:36. 17 χρόνια ήδη σε αυτή τη δουλειά. 17 χρόνια και 10 οι σπουδές και 12 το σχολείο και 6 πριν το σχολείο, σύνολο 45. 45 χρονών σε αυτή τη δουλειά. 45 χρονών 12 ώρες την ημέρα, χωρίς αυξήσεις, χωρίς προαγωγές, με ελάχιστες άδειες. 45 χρονών χωρίς φίλους, χωρίς γυναίκα, χωρίς οικογένεια. 45 χρονών "κ. Δημήτρης Οικονόμου, υπεύθυνος τμήματος", "κ. Δημήτρης Οικονόμου, σοβαρός επαγγελματίας". 45 χρονών  έγγραφα σημαντικά και σπουδαία, σφραγίδες και υπογραφές σχεδόν  αποκλειστικά.

Ξαφνικά η πόρτα του χτύπησε. Δις.
-Παρακαλώ;
-Γεια σας, είμαστε ο κος και η κα Κατερινάκη, για την υπόθεση με την εξοχική κατοικία...
-Α, μάλιστα, μάλιστα. Περάστε.

Η πόρτα άνοιξε και μέσα μπήκε το ζεύγος Κατερινάκη. Αυτός μελαχρινός, ψηλός, σίγουρος. Εκείνη ξανθιά, πιο κοντή. Και οι δυο χαμογελαστοί. Τη κρατούσε αγκαζέ. Του παρέδωσαν κάτι έγγραφα και καθίσαν στις 2 καρέκλες μπροστά από το γραφείο του. Ο κ. Δημήτρης Οικονόμου στρώθηκε σχεδόν αμέσως στη δουλειά. Δούλευε πυρετωδώς. Το βλέμμα του ήταν πλήρως αφοσιωμένο στα έγγραφα, τα μάτια του κόντευαν να πεταχτούν από τις κόχες στην προσπάθειά τους να ακολουθήσουν πιστά, κάθε γράμμα, κάθε συλλαβή κάθε πυκνογραμμένης σειράς, κάθε κιτρινιασμένης σελίδας. Έγγραφε, έσβηνε, ξανάγραφε, ξανάσβηνε. Έπειτα υπέγραφε, βουτούσε τη σφραγίδα στο μελάνι και σφράγιζε δις. Και πάλι από την αρχή.

Που και που έριχνε κλεφτές ματιές στο ζευγάρι. Παρατηρούσε τα λαμπερά τους μάτια, το γεμάτο πόθο βλέμμα τους. Τους έβλεπε να πειράζονται μεταξύ τους σα να ήταν μόνοι τους στο μικρό γραφειάκι, και όταν τελειώνουν το μικρό τους παιχνίδι, να δαγκώνουν απαλά ο ένας τα χείλη του άλλου και να χαμογελάνε πλατιά μ'ένα βλέμμα που σιωπηρά έλεγε "σ'αγαπώ". Όταν, καμιά φορά το βλέμμα του ζευγαριού συναντιόταν με το βλέμμα του κ. Δημήτρη Οικονόμου, χαμογελούσαν και οι τρεις αμήχανα, και το ζευγάρι σταματούσε απότομα. Τα μάγουλά τους κοκκίνιζαν και έστρεφαν χαμηλά το βλέμμα τους σα δυό μαλωμένα παιδιά, περιμένοντας να αποστρέψει τα μάτια του "ο αυστηρός γονιός" ώστε να ξαναρχίσουν τα πειράγματα.

Μετά από λίγη ώρα η δουλειά τελειώσε και ο κ. Δημήτρης Οικονόμου σηκώθηκε, έτοιμος να παραδώσει τα έγγραφα.

-Ορίστε, είναι όλα έτοιμα.

Ο άντρας τα πήρε και πήρε το λόγο.

-Σας ευχαριστούμε πολύ, κύριε...κύριε;
-κ. Δημήτρης Οικονόμου, υπεύθ-

Σε αυτό το σημείο ο κ. Δημήτρης Οικονόμου πάγωσε. Κοίταξε για ακόμη μία φορά τα γεμάτα ζωντάνια, ζεστασιά και αγάπη βλέμματά τους. Τα νέα τους, γεμάτα ζωή και υγεία, κορμιά, και την ευτυχία και αισιοδοξία που ανάβλυζε η παρουσία τους.
"Όχι! Όχι υπεύθυνος! Όχι πια! " βροντοφώναξε και μ'ένα τίναγμα έλυσε την γραββάτα του, την πέταξε στο πάτωμα και πετάχτηκε έξω από την πόρτα του γραφείου του, έξω από το κτίριο, έξω από τον κόσμο του.
Έξω στο δρόμο, έξω που είδε ένα παιδί να παίζει μ'ένα σκύλο, μια παρέα να καμώνεται ότι παίζει μπάλα μ'ένα πατημένο κουτάκι, δυό γονείς να ψευτομαλώνουν ένα παιδί για σκανταλιά μόνο και μόνο για να το πάρουν αγκαλιά λίγο αργότερα, ένα αντρόγυνο να φλερτάρει και ακόμη περισσότερο κόσμο να χαίρεται, να λυπάται, να ζει. Αυτά είδε πριν χαθεί τρέχοντας σ'ένα στενάκι.

Και δεν τον ξαναείδε κανείς τον κ. Δημήτρη Οικονόμου, τον όχι πια υπεύθυνο τμήματος. Τουλάχιστον στην εταιρία.

Wednesday, 10 August 2011

Ο Ηθοποιός

" Ήταν αναμφισβήτητα ένας καλός, πολύ καλός ηθοποιός. Πάνω στη σκηνή έκανε ό,τι ήθελε.
Γελούσε και το κοινό γελούσε μαζί του, στενοχωριόταν και το κοινό ξεσπούσε σε λυγμούς. Ήξερε πως να χειρίζεται το κοινό του, πως να προφέρει τις λέξεις την κατάλληλη στιγμή, με την κατάλληλη φωνή, μ΄έναν μαγικό σχεδόν τρόπο. Κατάφερνε πάντα να κάνει το κοινό του να το κοιτάζει στα μάτια και στα χείλη, να κρέμεται από αυτά. Πολλές φορές βέβαια, όταν η περίσταση το απαιτούσε, κατάφερνε ακόμη να το κάνει να στρέφει την προσοχή του αποκλειστικά στις χειρονομίες του και στην κίνηση του σώματός του.

Περιοριζόταν βέβαια από τις οδηγίες του σκηνοθέτη του, μα εξαντλούσε πάντα τα περιθώρια ελευθερίας που του άφηνε, με αποτέλεσμα να δίνει το δικό του στίγμα, τη δική του ιδιαιτερότητα σε κάθε ρόλο.

Και χειραγωγούσε το πλήθος, ε;  Ώ πως κατάφερνε να το φέρνει πάντα στα μέτρα του! Όπως και τους ρόλους άλλωστε. Επέλεγε ένα χαρακτήρα και κατάφερνε μ΄ένα μοναδικά δικό του τρόπο να τον ταιριάζει στον εαυτό του, να ταιριάζει τον εαυτό του στον χαρακτήρα, και τα δυό να γίνονται ένα.

Σύντομα είχε γίνει διάσημος, σπουδαίος. Και ακολούθησαν τα τουρνέ, η διαφήμιση, η δόξα, τα λεφτά. Τί πολυτάραχη ζωή ήταν αυτή που ζούσε αλήθεια!

Ώσπου μια μέρα, ανέβηκε στη σκηνή αποφασισμένος. Και κοίταξε το κοινό του. Το απέραντο κοινό του. Το δικό του κοινό. Και τότε δάκρυσε. Και ήταν η πρώτη φορά που το κοινό δεν δάκρυσε μαζί του.   Γιατί τα δάκρυα αυτά ήταν ουσιαστικά, εσωτερικά. Και έπειτα, ο ηθοποιός έπαιξε την τελευταία του παράσταση. Και ήταν πιο μαγική από ποτέ."

"Δηλαδή μπαμπά; Δηλαδή; Πέθανε ο ηθοποιός;",  ρώτησε ανυπόμονα το μικρό παιδί.

"Κανείς δεν κατάλαβε, κανείς δεν έμαθε ποτέ. Άλλοι λένε ότι παραιτήθηκε, παράτησε τα πάντα και στενοχωριούνται. Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι σταμάτησε για να αναλάβει κάποιον άλλο, πολύ πιο σημαντικό, πολύ πιο μεγάλο ρόλο.

Το σίγουρο είναι ότι ήταν ένας καλός, πολύ καλός ηθοποιός", απάντησε ο πρώην ηθοποιός.

Monday, 8 August 2011

Το Παραμύθι

"Μια φορά και έναν καιρό ήταν έναν συνηθισμένος φτωχός ανθρωπάκος στον οποίο δόθηκε μία σημαντική  αποστολή. Ο ανθρωπάκος στην αρχή φοβήθηκε γιατί η αποστολή ήταν πολύ δύσκολη, όμως σύντομα ξεπέρασε τους φόβους του και ξεκίνησε το μεγάλο του ταξίδι.
Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του πάλεψε με θεούς και δαίμονες, έφτασε αρκετές φορές στο θάνατο όμως τελικά κατάφερε να πετύχει το στόχο του.
Νίκησε, εκπλήρωσε την αποστολή του και ο κόσμος τον λάτρεψε σα θεό. Λίγο αργότερα έγινε και βασιλιάς και κέρδισε απίστευτα πλούτη.

Και έζησε αυτός καλά και εμείς καλύτερα."


Αυτή την ιστορία διάβαζε κάθε βράδυ ο Μήτσος στο κελί του. Τη διάβαζε και όταν δεν τον αποσπούσαν τα χρέη που τον έστειλαν στη φυλακή, ο καρκίνος της γυναίκας του και η αναπηρία του μικρού του γιου, φαντασιωνόταν ότι ήταν εκείνος ο ανθρωπάκος.

Φαντασιωνόταν πως ήταν εκείνος ο φτωχός, συνηθισμένος ανθρωπάκος και ύστερα κοιμόταν χαμογελαστός, περιμένοντας την επόμενη δύσκολη μέρα.

Sunday, 7 August 2011

Αβεβαιότητα

-Και;
-Και τί;
-Και τώρα τί;
-Και τώρα τι, τί;
-Και τώρα τί κάνουμε;
-Και που θες να ξέρω τώρα τί κάνουμε;
-Και αν δεν ξέρεις εσύ, ποιός ξέρει τώρα τί κάνουμε;
-Και πού θες να ξέρω ποιός ξέρει τώρα τί κάνουμε;
-Και αν δεν ξέρεις κάποιον πού ξέρει τώρα τί κάνουμε, ποιός ξέρει κάποιον που ξέρει;
-Κάποιον που ξέρει τί;
-Κάποιον που ξέρει τί, τί;
-Τί κάνουμε.
-Τί κάνουμε;
-Δεν ξέρω.

Monday, 25 July 2011

A typical conv. between man & woman

-Ξέρεις, υπάρχουν κάτι πουλιά που όσο ζουν πετάνε και δεν ακουμπάνε ποτέ στη γη. Δεν έχουν καν πόδια. Η πρώτη φορά που ακουμπούν τη γη είναι όταν πεθαίνουν.
-Τι; και πώς κοιμούνται;
-Κοιμούνται στον αέρα, αφήνονται στα ρεύματα. Με τα φτερά τους ισορροπούν.
-Ναι ε;
-Ένα τέτοιο πουλί θα ήθελα να μουν και 'γω. Να πετώ συνέχεια. Να πετώ ψηλά, να πετώ παντού.
-Μα δεν θα μπορούσες να πατήσεις ποτέ τη γη!
-Είναι μια θυσία που θα ήμουν πρόθυμη να κάνω.
-Μα δεν θα μπορούσες να είσαι ποτέ ασφαλής, ποτέ σταθερή, ποτέ, ποτέ, ποτέ!
-Μερικές φορές ο αέρας είναι πιο ασφαλής από τη γή...Και αν όχι, είναι σίγουρα πιο συναρπαστικός.
-Και εγώ; Πώς θα με γνώριζες αν δεν πατούσες στη γη;
-Η ελευθερία, η απόλυτη ελευθερία αγάπη μου, είναι κάτι πιο σημαντικό από σένα, από 'μένα, από όλους μας. Είναι κάτι που μας ξεπερνά.
-Θες να πεις ότι δεν είμαι το πιο σημαντικό πράγμα στη γη για σένα;
-Στη γη ίσως. Στον αέρα όμως; Ποιός ξέρει στ' αλήθεια τί συμβαίνει στον αέρα;
-Δηλαδή θες να χωρίσουμε;
-Αυτό που θα ήθελα είναι να πετάω. Χωρίς να πατάω στη γη. Για πάντα.
-Όμως τώρα που πατάς, τί στ 'αλήθεια θες;
-Αυτή η υπόθεση που κάνεις, ότι δηλαδή πατάω στη γη, είναι ένας συμβιβασμός, δεν είναι;
-Ίσως είναι. Για 'σένα. Είναι όμως και η πραγματικότητα. Λοιπόν;
-Νομίζω θα συμβιβαστώ. Μέχρι να μπορέσω να χάσω τα πόδια μου. Μέχρι να μπορέσω να πετάξω.

Sunday, 24 July 2011

O Βασιλιάς του Τίποτα

Ο Βασιλιάς του Τίποτα κάθισε στον ανύπαρκτό του θρόνο και ζήτησε να τοποθετήσουν στο κεφάλι του το υποθετικό του στέμμα.

Ύστερα, αγνάντεψε το βασίλειο που δεν είχε.

Κοίταξε πέρα, τη θάλασσα, το λειβάδι, το λεκανοπέδιο, μέχρι και τα βουνά που δεν υπήρχαν. Είδε τους υπηκόους που δεν είχε και τα ζώα που γέμιζαν τα βοσκοτόπια που δεν ήταν δικά του. Πάνω στα βουνά φαντάστηκε τα μεταλλωρυχεία που έκαναν τη χώρα που δεν του άνηκε ακόμη πιο πλούσια.

Ο Βασιλιάς του Τίποτα επικεντρώθηκε στα υποθετικά χωριά του βασιλείου του. Εκεί είδε τα παιδιά να παίζουν χαρούμενα και όλο το βασίλειο να είναι ευτυχισμένο και να ευημερεί.

Ο Βασιλιάς του Τίποτα χαμογέλασε πλατιά.

Δεν ήταν ηλίθιος. Ήξερε ότι τίποτα από αυτά δεν υπήρχε. Ήξερε ακόμη ότι ό,τι υπήρχε δεν ήταν δικό του. Όμως είχε μάθει στη ζωή του να είναι ευχαριστημένος με αυτά που έχει. Ή και με αυτά που δεν έχει.

Saturday, 23 July 2011

Μάλιστα, μάλιστα

-Θέλεις;
-Ίσως.
-Μπορείς;
-Πιθανώς.
-Θα σου άρεσε;
-Μπορεί.
-Θα επιθυμούσες;
-Ποιος ξέρει;
-Και αν;
-Δεν ξέρω.
-Δηλαδή;
-Μάλλον.
-Ε;
-Έτσι.

Ούτε ο Τάκης ούτε η Μαρία πολυκατάλαβαν γιατί χωρίζουν.

Thursday, 21 July 2011

O Δρομέας

Κοιτούσε εκεί. Πέρα, στο βάθος, στη στροφή. Εκεί που χανόταν, μα και συνέχιζε ο δρόμος.Το βλέμμα του απερίσπαστο, αποφασισμένο. Τίποτε δεν μπορούσε να του τραβήξει την προσοχή. Και έτρεχε. Όλο έτρεχε.

Έτρεχε γρήγορα. Έτρεχε με όλη του τη δύναμη. Κάποιοι τον βλέπαν να χάνεται γρήγορα από μπροστά τους μα κανείς δεν ήξερε πού πήγαινε. Απλώς ήξεραν ότι έτρεχε.

Έτρεχε καιρό ο δρομέας. Τόσο καιρό που και ο ίδιος είχε ξεχάσει γιατί έτρεχε. Είχε ακόμη ξεχάσει το που και το πως. Απλώς έτρεχε. Μάλλον ήταν πλέον θέμα τιμής για αυτόν. Του ήταν σχεδόν αδιανόητο να παρατήσει το μόνο πράγμα που είχε κατορθώσει ποτέ στη ζωή του, κάτι για το οποίο είχε κάνει τόσο κόπο.
Και όλο έτρεχε. Έτρεχε γρήγορα, τόσο γρήγορα που κανείς δεν μπορούσε να σταθεί δίπλα του. Κανείς δεν μπορούσε να τον ακολουθήσει. Έτρεχε τόσο γρήγορα που κάποιες στιγμές το σώμα ξεπερνιόταν και η διαδρομή γινόταν πνευματική. Τότε τα όρια έπαυαν και το πνεύμα του έτρεχε πέρα από κάθε φραγμό, πέρα από κάθε φαντασία.
Και τότε ο δρομέας χαμογελούσε και συνέχιζε να τρέχει ευτυχισμένος.

Άλλες φορές όμως όταν το σώμα κουραζόταν, εκείνος σκόνταφτε ή χτυπούσε σε κάποιο σκαμπανέβασμα του δρόμου και η ψυχή πια δεν είχε δύναμη. Τότε πονούσε και επιβράδυνε πολύ.
Και δάκρυα κυλούσαν απ'τα μάτια του δρομέα και σκεφτόταν πολύ σοβαρά να τα παρατήσει.

Αλλά συνέχιζε να τρέχει. Και αυτό ήταν το μόνο που είχε σημασία.

Wednesday, 20 July 2011

Γιατί;

-Γιατί γελάς;
-Για να μην κλάψω.
-Γιατί χαίρεσαι;
-Για να μη λυπηθώ.
-Γιατί δεν αισθάνεσαι;
-Για να μην πονέσω.
-Γιατί κλείνεις τα αυτιά σου;
-Για να μην ακούσω.
-Γιατί έχεις κλειστά τα μάτια σου;
-Για να μη δω.
-Γιατί δεν μιλάς;
-Για να μην πω.
-Γιατί δεν τολμάς;
-Για να μην πληγωθώ.

-Κι εσύ; Γιατί ρωτάς;
-Για να μην απαντήσω...

Tuesday, 19 July 2011

Μετά από 40 χρόνια εκκενωτής βόθρων

είχε καταλήξει στο ότι "η ζωή είναι σαν μια τεράστια χαβούζα. Αν δεν την ξεβουλώνεις τακτικά, θα πνιγείς στα σκατά."

Wednesday, 13 July 2011

Ο Εμπρηστής

Οι φλόγες τρεμόπαιζαν κάθε φορά στα αδίστακτα μάτια του. Η πορφυρή φωτιά αντικατοπτριζόταν κάθε φορά στο αποφασισμένο του βλέμμα.

Έκαιγε τα πάντα. Δάση, σπίτια, ανθρώπους, υποσχέσεις, σχέσεις, φιλίες, λέξεις, συναισθήματα...Ό,τι έβρισκε.

"Ο φοίνικας αναγεννάται από τις στάχτες του" συνήθιζε να λέει στον εαυτό του.
Αλλά βαθιά μέσα του ήξερε, όπως και οι άλλοι, ότι οι φοίνικες δεν υπάρχουν.

Ύστερα γυρνούσε την πλάτη του στη στάχτη και γυρνούσε σπίτι του από κάποιον διαφορετικό δρόμο για να μην τον πιάσουν.

Friday, 8 July 2011

Ο Ακροβάτης



Κάθε μέρα ο ακροβάτης,μετά το τέλος της παράστασής του  συνήθιζε να σκαρφάλωνει ψηλά πάνω στο στύλο που έκανε τα περίφημα κόλπα του. Σκαρφάλωνε, καθόταν, αγνάντευε την αχανή σκηνή του τσίρκου και σκεφτόταν.
Σκεφτόταν διάφορα πάνω στο στύλο του. Το δικό του στύλο, όπως συνήθιζε να τον αποκαλεί. Σάρωνε με το βλέμμα του τη σκηνή, τις αδειανές πια από κόσμο κερκίδες και έφερνε στο μυαλό του εικόνες από την παράστασή του. Αναδημιουργούσε νοητά το κοινό και τις επευφημίες του. Κάτι τέτοιες στιγμές ήταν που γελούσε δυνατά.
Πάντα γελούσε με το κοινό του. Ακόμη και την ώρα που πατούσε προσεκτικά στο τεντωμένο σκοινί την ώρα της δικής τους παράστασης. "Τί αστείος που είναι ο κόσμος!" συνήθιζε να λέει στον εαυτό του.

"Ή καλύτερα, πλανεμένος! Κάθονται ήσυχοι στις θεσούλες τους και με χειροκροτάνε, χωρίς να έχουν ιδέα τι βλέπουν, χωρίς να έχουν ιδέα ποιός είμαι..." συμπλήρωνε.

"Ο κόσμος λέει διάφορα για μένα χωρίς να με γνωρίζει καν.

Όλοι λένε με θαυμασμό πως τραμπαλίζομαι..Χαίρω πολύ, αυτό είναι προφανές.


Ακόμη λένε πως δεν ζαλίζομαι, αλλά κανείς δεν πρόσεξέ ποτέ το τρέμουλό μου ή τα ασταθή μου βήματα...


Όλοι λένε πως όταν πέφτω γελώ και ποτέ δεν κλαίω, αλλά κανείς ποτέ δεν με κοίταξε κατάματα για να δει τα βουρκωμένα μου μάτια και τα δάκρυα που κρύβονται πίσω από την μάσκα που φορώ
...

Όλοι λένε πως έχω αίμα στο φτερό, μα κανείς δεν εξέτασε το υπόλοιπο μου σώμα για να καταλάβει το πλήθος των πληγών μου...


Όλοι λένε πως θα πετάω ακόμη κι αν με βρει θανάτου βόλι, αλλά κανείς από αυτούς δεν έχει ζήσει το θάνατο...


Όλοι λένε πως έχει τιμή το να είσαι μόνος, αλλά ποτέ κανείς δεν έχει νιώσει τη δική μου την μοναξιά...

Λένε ακόμη πως έχω φτερά σπασμένα, αλλά κανείς ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει πόσο πολύ με πονάει αυτό..."

Αυτά σκεφτόταν ο ακροβάτης πάνω στο στύλο του και γελούσε. Γελούσε και έκλαιγε. Γελούσε και έκλαιγε με τον κόσμο. Γελούσε και έκλαιγε με το κοινό της δικής του παράστασης. Γελούσε και έκλαιγε γιατί οι μέρες περνούσαν και  αυτή ακόμη να φανεί...

Και ο ακροβάτης συνέχιζε να τραμπαλίζεται. Kαι ο κόσμος συνέχιζε να τον θαυμάζει, χωρίς όμως να τον καταλαβαίνει...




Υ.Γ: Τούτο το καλοκαίρι σας εύχομαι να γίνετε όλοι ακροβάτες. Γιατί όπως και να 'χει "με τον καιρό να 'ναι κόντρα, έχει τιμή σαν πετάς..." 


Καλό καλοκαίρι.

Wednesday, 6 July 2011

Ένας έρωτας γεννιέται

Μιλούσανε για ώρες. Για αυτόν, για εκείνη, για το σκύλο της, για τα πάντα. Που και που υπήρχαν μεγάλεις, βασανιστικές παύσεις ανάμεσα σε αυτά που έλεγαν. Παύσεις που τα έλεγαν όλα. Ήταν και οι δύο ενθουσιασμένοι. Οι καρδιές τους χτυπούσαν γρήγορα καθώς ανακάλυπταν πράγματα ο ένας για τον άλλο καθώς και για τους εαυτούς τους τους ίδιους. Μάλλον χτυπούσαν δηλαδή, δεν είναι ότι τις άκουγαν κιόλας. Στο τέλος της είπε ότι τη γουστάρει. Και τον διαβεβαίωσε και εκείνη για το ίδιο. Χαμογέλασαν. Ξαφνικά του έδωσε ένα φιλί. Της ανταπέδωσε κατάλληλα. Το ένα έφερε το άλλο και βρέθηκαν να κάνουν παθιασμένο σεξ το οποίο συνόδευσαν με τις απαραίτητες βρώμικες εκφράσεις. Τελείωσαν μαζί. Ή τουλάχιστον έτσι είπαν ο ένας στον άλλο.

Τότε συνειδητοποίησαν ότι είχε πάει πολύ αργά και συμφώνησαν για συνεχίσουν αύριο. Της έστειλε ένα smiley, φίλησε την οθόνη και κοιμήθηκε σαν πουλάκι. Τι και αν αυτή ήταν από τον Καναδά και αυτός από Ελλάδα, τι και αν δε θα βρισκόντουσαν πιθανότατα ποτέ, δεν τον ένοιαζε. Θα τα λέγανε και από skype. Τα πράγματα είχαν μάλλον σοβαρέψει. Είχε πολύ καλό προαίσθημα για αυτή την onlιne σχέση.

Και ο πενηντάχρονος που  του είχε συστηθεί ως Joanna24, το ίδιο.

Sunday, 3 July 2011

Στην Τράπεζα

-Γεια σας.
-Γεια σας, πώς θα μπορούσα να σας εξυπηρετήσω;
-Θα ήθελα να ανοίξω έναν λογαριασμό στην τράπεζά σας.
-Μάλιστα. Θα χρειαστώ την ταυτότητά σας...
-Ορίστε.
-...και ένα εκκαθαριστικό από την εφορία.
-Έχω εδώ το επικυρωμένο Α.Φ.Μ μου.
-Πολύ καλώς, το βλέπω. Όμως απαιτείται και ένα εκκαθαριστικό σημείωμα από την εφορία.
-Δεν έχω εκκαθαριστικό, δεν δηλώνω εισόδημα ξέρετε.
-Φοροδιαφεύγετε μήπως;
-Όχι, όχι απλώς δεν έχω. Είμαι ανεπάγγελτος.
-Και πώς το γνωρίζω εγώ αυτό;
-Ε;
-Εννοώ ότι ο οποιοσδήποτε μπορεί να μπει εδώ μέσα και να δηλώσει ανεπάγγελτος. Πρέπει να τον πιστέψω κύριέ μου;
-Α, ναι, ναι, έχετε δίκιο. Έχω μία υπεύθυνη δήλωση στην οποία δηλώνω ότι δεν έχω εισόδημα. Επικυρωμένη από το κράτος.
-Μάλιστα. Ναι, ναι, έχει όλες τις σχετικές υπογραφές. Επίσης θα ήθελα ένα λογαριασμό Δ.Ε.Η ο οποίος βεβαιώνει για την κατοικία σας.
-Ορίστε, εδώ τον έχω.
-A, πολύ καλά. Όμως, υπάρχει ένα πρόβλημα. Ο λογαριασμός είναι στο όνομα Αντώνης ενώ στην ταυτότητά σας αναφέρει ότι το όνομά σας είναι Ιορδάνης.
-Μάλιστα, πρόκειται για τον πατέρα μου. Ο λογαριασμός είναι στο δικό του όνομα.
-Και πώς γνωρίζω ότι μένετε εσείς στο σπίτι αυτό και όχι ο πατέρας σας;
-Είναι απλό κύριέ μου. Εγώ μένω, ο πατέρας μου το νοικιάζει.
-Μπορείτε να μου το διαβεβαιώσετε κάπως αυτό;
-Μάλιστα, έχω προνοήσει και έχω φέρει μαζί μου το συμβόλαιο του σπιτιού στο οποίο αναφέρεται ρητά ότι ο πατέρας μου ο Αντώνης νοικιάζει το συγκεκριμένο σπίτι της οδού Μπέλινγκτον σε μένα τον  υιό του τον Ιορδάνη.
-Μάλιστα. Είναι όντως ο Αντώνης ο πατέρας σας όμως; Μπορώ να είμαι σίγουρος;
-Το γράφει στην ταυτότητά μου.
-Ωραία. Επίσης θα ήθελα ένα λογαριασμό τηλεφώνου...
-Ορίστε. Είναι και στο όνομά μου, οπότε δεν θα υπάρχει πρόβλημα ελπίζω.
-Αυτό είναι κινητό.
-Ναι. Σταθερό δεν έχω.
-Ίσως έχουμε κάποιο πρόβλημα. Μισό λεπτό...Όχι, όχι, εντάξει. Μπορείτε να ανοίξετε λογαριασμό και χωρίς σταθερό. Θα ήθελα ακόμη έναν λογαριασμό νερού, απολυτήριο λυκείου, τα κοινόχρηστα των 2 τελευταίων μηνών, μία κάρτα αιμοδότη και πέντε εκπτωτικά κουπόνια για τα Dia.
-Ορίστε, εδώ τα έχω όλα. Και όλα στο όνομά μου.
-Πολύ ωραία. Αδέρφια έχετε;
-Έναν αδερφό μικρότερο και μία αδερφή, λίγο μεγαλύτερη. Έχει κάποια σχέση αυτό;
-Όχι, καμία.
-Ξέρετε, είμαι υιοθετημένος. Μπορεί να προκαλέσει κάποια επιπλοκή αυτό;
-Συγγνώμη αλλά τότε θα ήθελα τα χαρτιά της υιοθεσίας σας που να αναφέρει τους φυσικούς αλλά και τους ανάδοχους γονείς σας επικυρωμένα δις.
-Το περίμενα. Ορίστε τα σχετικά έγγραφα. Εδώ είναι τα χαρτιά της υιοθεσίας και επικυρωμένη φωτοτυπία των στοιχείων των γονιών μου.
-Χμμ....Ξέρετε τα χαρτιά έχουν επικυρωθεί από τον διευθυντή του ορφανοτροφείου που έγινε η υιοθεσία  και την βοηθό γραμματέα, ενώ στην πραγματικότητα οι υπογραφές που απαιτούνται είναι αυτές του διευθυντή και του  γραμματέα.
-Α, ναι, ναι. Ξέρετε ο γραμματέας έλειπε όταν είχα πάει να βγάλω τα σχετικά έγγραφα. Έχω όμως εδώ μία επικυρωμένη υπεύθυνη δήλωση που αναφέρει ότι εξουσιοδοτεί τον βοηθό του να υπογράψει αντί για αυτόν. Ελπίζω να μην υπάρχει κάποιο πρόβλημα με αυτό.
-Μισό λεπτό....Όχι, όχι απ'ότι βλέπω στο σύστημα είναι εντάξει. Ο παππούς σας ζει;
-Όχι.
-Πιστοποιητικό θανάτου;
-Εδώ, να 'το.
-Μάλιστα, μάλιστα...Ξέρετε κ. Ιορδάνη νομίζω ότι όλα είναι εντάξει. Μπορούμε να ξεκινήσουμε πλέον τη διαδικασία έναρξης νέου λογαριασμού στο όνομά σας. Μια τελευταία ερώτηση μόνο...τί φάγατε χθες βράδυ;
-Πίτσα.
-Λυπάμαι πολύ, αλλά η τράπεζά μας δεν επιτρέπει την έναρξη νέου λογαριασμού σε άτομα που έχουν καταναλώσει πίτσα εντός 28 ωρών. Ελάτε πάλι αύριο.

Thursday, 30 June 2011

Happy End :)

Πάντα του άρεσαν τα happy end.

Γι'αυτό, αφού σκότωσε τους γονείς του, έπνιξε το σκύλο του και έκαψε το σπίτι του, έκανε με τη φωτιά ένα τεράστιο μπάρμπεκιου.

Monday, 27 June 2011

Το συρτάρι με τις αναμνήσεις

Άνοιξε το συρτάρι που φυλούσε τις αναμνήσεις του. Είχε καιρό να το τακτοποίησει. Βαθιά χωμένα ανάμεσα στα άλλα πράγματα βρήκε:

Ένα μαραμένο τριαντάφυλλο. Που του είχε χαρίσει εκείνη.
Μία πένα. Με την οποία έπαιζε κιθάρα μόνο για εκείνη.
Μία φωτογραφία. Της Pamela Anderson.

Το μυαλό του αμέσως κατακλύστηκε από αναμνήσεις. Ανέτρεξε σε εποχές παλιές, αθώες, γυμνασιακές.
Τότε που το μόνο που σκεφτόταν ήταν αυτή, τότε που τραβούσε μαλακία μόνο για πάρτη της.
Ναι, λάστιχο τον είχε κάνει, θυμήθηκε.

 "Α ρε γαμώτο πώς περνάν' έτσι τα χρόνια, γιατί να γεράσεις έτσι ρε Pamelaκι γαμώτο γιατί" σκέφτηκε.

Τράβηξε μία ακόμη επετειακή με αυτή την παλιά φωτογραφία και μετά κοιμήθηκε ήσυχος.

Sunday, 26 June 2011

Το νόημα της ζωής

O Γ. κοίταξε την καλύβα που υψωνόταν ολομόναχη στην κορφή του βουνού. Ο δρόμος ήταν μακρύς και δύσβατος, αλλά δεν τον ένοιαζε. Μετά από χρόνια ολόκληρα, είχε επιτέλους βρει τον προορισμό του. Όλα τα στοιχεία του του έλεγαν ότι στην καλύβα που απείχε μόλις κάτι χιλιόμετρα κακοτράχαλου δρόμου μακριά του ζούσε ένας γεροσοφός ο οποίος κατείχε την απόλυτη γνώση: ήξερε ποιο είναι το νόημα της ζωής. Ξοδεύοντας τις τελευταίες του δυνάμεις άρχισε αποφασισμένος το δύσκολό του δρόμο.
Λίγες ώρες αργότερα,  χτυπούσε την ξύλινη πόρτα της παράγκας.

"Νιε;"
"Ο Γ. είμαι. Μπορώ να περάσω;"
"Α ναι, ναι...Σι πιρίμινα." ακούστηκε μια χαρακτηριστική χωριάτικη φωνή.
Και μόνο στο άκουσμα αυτής της φράσης, η καρδιά του Γ. φτερούγισε...τον περίμενε: απόδειξη ότι ο γέροντας ήταν όντως κάτι ιδιαίτερο.

Άνοιξε την πόρτα και έκανε ένα βήμα μέσα. Το εσωτερικό της καλύβας δεν ήταν αυτό που περίμενε, αν μη τι άλλο. Ούτε στοίβες με χαρτιά ούτε πεταμένα βιβλία, ούτε καν ένα μαγικό φίλτρο στα ράφια, που θα ήταν ένδειξη για τις μαγικές ιδιότητες του γέρου. Αντιθέτως η διακόσμηση ήταν κάτι παραπάνω από λιτή: ένα πέτρινο τζάκι, στο οποίο έβραζε ένα τσουκάλι αγνώστου περιεχόμενου, ένα κρεβάτι, ένας πάγκος με λίγα απαραίτητα προϊόντα και στο βάθος η κουνιστή καρέκλα που καθόταν ο γέροντας. Τον παρατήρησε λίγο καλύτερα. Είχε σκεπάσει τα πόδια του με μια αρκετά φθαρμένη καρώ κουβέρτα και στα γόνατά του γουργούριζε με ευχαρίστηση μια γάτα με λαμπερά μάτια. Αυτός ντυμένος, απλά με μικρά γυαλιάκια, απεριποίητο μακρύ μαλλί και φουντωτή, μακριά γενειάδα. Ρουφούσε με ευχαρίστηση την κυρτή του πίπα. Εντάξει, η εμφάνιση δεν τον απογοήτευε τόσο - ίσως είχε κάποια ελπίδα.

"Κάθισ' αγόρι μ" είπε ο γέροντας και του έδειξε το κρεβάτι του, βγάζοντάς τον απότομα από τη σκέψη του, "να βάλ' ένα τσάγι;"
Ο Γ. κάθισε και έγνεψε αρνητικά. Είχε φτάσει τόσο κοντά στην απάντηση του ερωτήματος που τον βασάνιζε τόσα χρόνια, στον απόλυτο σκοπό του που οτιδήποτε άλλο του φάνταζε περιττό.
Ο γέρος τον κοίταξε διερευνητικά από πάνω ως κάτω. Υπήρξαν κάποια δευτερόλεπτα σιωπής.
"Υπάρχει λόγος που ήρθα ξέρετε" είπε ο Γ. μετά από κάποια ώρα.
"Του υποθέτ'... Και ποιός ιν' αυτός, άν επιτρέπετ' δηλαδής, γιέ μ';"
Κι άλλα δευτερόλεπτα σιωπής. Για τον Γ. ήταν πολύ περιέργο το συναίσθημα ό,τι μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα, στην επόμενη λέξη ή φράση που θα ξεστόμιζε ο γέρος οι κόποι τόσων χρόνων θα ανταμείβονταν. Σχεδόν δεν μπορούσε να το χωνέψει.
"Θέλω να μάθω το νόημα της ζωής."
"Και ήρθες σι ΄μέν';  Γιατί περικαλώ;" Ο Γ. ξαφνιάστηκε. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Μάλλον ο γέροντας δεν είχε ακούσει καλά. Βέβαια, αυτό ήταν, δεν εξηγούνταν αλλιώς.
"Τί γιατί; Είπα ότι θέλω να μάθω το νόημα της ζωής...Με διαβεβαίωσαν ότι εσείς το ξέρετε." έσπευσε να ξεστομίσει.
Ο γέρος άρχισε να γελάει. Δυνατά. Γελούσε για ώρα. Ο Γ. είχε μπερδευτεί. Δεν καταλάβαινε. Ήταν ίσως πιο αινιγματικό και συνάμα απογοητευτικό γέλιο που είχε ακούσει ποτέ του.
"Ωχοχο...Μάλλον κάποιος σου έπαιξ' φάρσα γιε μ', δεν κατέω μπιτ ποιο ιν' του νόημ' της ζωής."
Ο Γ. δεν μπορούσε να πιστέψει στ' αυτιά του.
"Μα, μα...Εσείς ξέρατε ό,τι θα 'ρθω...Μένετε εδώ, απομονωμένα..." ψέλλισε.
"Χοχοχο...Ναι, του τραβάει του κλίμ'. Ίσους να 'πις ούτι ίμι κάποιος σοφός, υποθέτ'. Που μέν' μόνος τ', κάν' μάγια, κι τέτοια, α; Καλά, τα πρόβατα όξου διν τα δ΄ς; Βουσκός ιμ' παλκάρ μ'...Βουσκός..."







Ήταν μία από τις χειρότερες φράσεις που είχε ακούσει ο Γ. ποτέ του. Δεν πίστευε στα αυτιά του. Τον είχαν κοροϊδέψει...Τόσα χρόνια, τόσος κόπος και επιτέλους νόμισε ότι το ταξίδι του θα έφτανε επιτέλους στον προορισμό του...Δεν γινόταν, δεν μπορούσε να είναι αλήθεια, δεν γίνεται να είναι όλα ψέμματα, όχι...

Αμήχανα έπιασε το σακίδιο του. Έτρεξε έξω κοπανώντας στην πόρτα. Βγήκε στο μονοπάτι και άκουσε βελάσματα προβάτων. Λίγα μέτρα πιο δεξιά, στον λοφίσκο, είδε μια στάνη. Σκατά.

"Ιέπ!" Ο Γ. γύρισε απότομα. Είδε τον γέρο να είναι ένα - δυο μέτρα πιο πίσω του. Τον πλησίασε.
"Ξερ'ς μπουρεί να ΄μ γερ'ς, να μην ιμ' γραμματιζούμενος, αλλά μιας κι έκαν'ς τόσουν δρόμ' ίσους να σου λαλήσω πέντ - έξ' πράμματα  που έμαθα τούσα χρόνια στα βουνά...Να σι ανταμείψ' κάπως βρε αδερφε.." O Γ. ξεφύσηξε δυνατά. Δεν είχε και τίποτα να χάσει.
"Για πες λοιπόν."
Ο γέρος τον πλησίασε. Σήκωσε το χέρι του και έδειξε την καρδιά του.

"Το νόημα της ζωής βρίσκεται στην καρδιά μας;"
Ο γέρος γέλασε.
"Όχι, όχι η ζωή δεν είναι τόσο κλισέ." απάντησε και πρόσθεσε "Αν θες να μάθεις το νόημα της ζωής δεν υπάρχει. Και ακόμη πιό σίγουρα δεν υπάρχει άνθρωπος που το γνωρίζει." Η φωνή και το ύφος του γέρου είχαν αλλάξει τελείως. Φάνταζε διαφορετικός, πιο επιβλητικός. Ο Γ. τον κοίταξε απορημένα.

"Όλοι μας επιλέγουμε κάτι, κάποιον δρόμο στη ζωή, θέτουμε ένα δικό μας σκοπό. Αυτό είναι και το προσωπικό μας νόημα. Εγώ για παράδειγμα, επέλεξα να βοσκάω πρόβατα. Αν με ρωτήσεις λοιπόν ποιό είναι το νόημα της ζωής μου, θα σου πω:  'να βοσκάω πρόβατα'. Εσύ πάλι μάλλον επέλεξες να αναζητήσεις το νόημα της ζωής..." Σε αυτό το σημείο ο γέρος γέλασε λίγο.
"Ακούγεται αστείο αλλά μέχρι τώρα μάλλον αυτό ήταν το νόημα της ζωής σου. Και να σου πω την αλήθεια μάλλον δεν θα σου άρεσε να βοσκάς πρόβατα. Ούτε 'μένα να σκαρφαλώνω βουνά και να μιλάω με τρελούς γέρους". 
 Γ. τώρα τον κοιτούσε σκεπτικός. Άρχισε να αμφιβητεί το γεγονός ότι ο συνομιλήτης του ήταν ένας απλός βοσκός.

Ο μάλλον-λίγο-σοφός-τελικά γέροντας συνέχισε:
"Και έτσι κυλάει η ζωή. Θέτουμε το δικό μας νόημα κάθε φορά, και αυτό ακολουθούμε. Και αν τύχει και κάπως, κάποτε, για λίγο το νόημά μας, συμπέσει με κάποιου άλλου, τα μονοπάτια μας διασταυρώνονται και τότε για  λίγο γινόμαστε συνοδοιπόροι...Έτσι φτιάχνονται οι ανθρώπινες σχέσεις. Ο μοναχικός δρόμος είναι πιο δύσκολος. Θέλεις πάντα κάποιον να σε κρατάει σε περίπτωση που σκοντάψεις." Ο Γ. είχε πέσει πλέον σε βαθιά σκέψη.

"Έτσι είναι γιε μου, νόημα της ζωής δεν υπάρχει...Το νόημα το δίνουμε εμείς, είναι αυτό για το οποίο παλεύουμε κάθε φορά απεγνωσμένα. Και πολλές φορές δεν καταφέρνουμε τίποτα. Όμως τελικά μάλλον το ταξίδι είναι αυτό που μετράει...Εκεί είναι που κερδίζουμε τα περισσότερα".
Ο Γ. αναλογίστηκε την πορεία του μέχρι τώρα. Ο γέρος είχε δίκιο. Είχε κερδίσει πολλά. Τον κοίταξε σιωπηλός περιμένοντας τί είχε ακόμη να πει...

"Αυτά είχα να σου πω..Νομίζω έβαλα ένα τέρμα στο δρόμο σου, ήρθε η ώρα λοιπόν παιδί μου να βρεις ένα καινούριο νόημα...Καλό δρόμο" έσφιξε με τα ροζιασμένα χέρια του τους ώμους του και τον φίλησε σταυρωτά.
"Γέροντα σ'ευχαριστώ πάρα πολύ για τις κουβέντες σου..Αλλά έχω μια απορία....Όλα αυτά τα έμαθες από το να βοσκάς πρόβατα;" 
Ο γέρος κοίταξε προς την στάνη.

" Ίσους", του απάντησε.
"Εσύ τί θα κάνεις; Θα κάτσεις εδώ για πάντα;"
" Αυτούνα είν' του νόημά μ'" του είπε. Χαμογέλασε πλατιά και γύρισε να φύγει προς το σπίτι του.

Ο Γ. άρχισε να περπατάει αργά. Δεν είχε απογοητευτεί, όπως νόμιζε. Όχι, όχι. Το κάθε άλλο. Ένιωθε μια περίεργη ικανοποίηση μέσα του. Τελικά ίσως είχαν δίκιο. Τελικά ο περίεργος γέροντας ίσως ήξερε όντως το νόημα της ζωής. Πλέον ήταν ξεκούραστος, και μάλλον ευχαριστημένος. Ένιωθε πλέον κενός νοήματος, μα και τόσο γεμάτος. Αύριο θα ήταν μια νέα μέρα για αυτόν, στ'αλήθεια.

Καθώς απομακρυνόταν από την καλύβα, βελάσματα και βουκολικά τραγούδια αντηχούσαν στ' αυτιά του.

Γύρισε για να δει τον γέρο μια τελευταία φορά. Αλλά εκείνος είχε εξαφανιστεί.