Thursday, 29 December 2011

Σ'ένα μπαρ

Ο Κώστας μπήκε στο μπαρ. Ήταν άνετος, και πιο σίγουρος από ποτέ. Ήξερε από ώρα ότι θα είναι εκεί μόνη. Ήξερε από ώρα ότι ήταν, επιτέλους, ώρα.

Την είδε να κάθεται στην μπάρα,όπως συνήθως. Μόλις αντίκρυσε τα ξανθά, λαμπερά της μαλλιά, να χύνονται ανέμελα πάνω στην μαυροντυμένη πλάτη της, πήρε μια βαθιά ανάσα.

Με αργά, αλλά σταθερά, βήματα την πλησίασε από πίσω.

Έσκυψε στο αυτί της και της ψιθύρισε:

"Θέλω να με ακούσεις προσεκτικά. Γιατί είναι η πρώτη και ίσως η τελευταία φορά που το λέω, η πρώτη και τελευταία που σου λέω κάτι τέτοιο. Σ'αγαπώ! Δεν αντέχω άλλο να μην στο λέω. Τόσο καιρό, τόσες κινήσεις γεμάτες αμφιβολία, τόσες κινήσεις χωρίς την παραμικρή σιγουριά. Δεν πάει άλλο. Δεν γίνεται άλλο έτσι! Σ'αγαπώ! Σ'αγαπώ από την πρώτη στιγμή που σε είδα, από το πρώτο σου χαμόγελο, από το πρώτο τηλεφώνημα, από το πρώτο κρεβάτι σ'αγαπώ! Αγαπώ τον τρόπο που περπατάς, αγαπώ τον τρόπο που μιλάς, αγαπά τον τρόπο που γελάς, αγαπώ ακόμη και τον τρόπο που κλαις. Το ξέρω ότι ακούγεται σαν ψέμμα. Και τώρα μάλλον νομίζεις ότι περιμένω μια απάντηση. Αλλά δεν είναι έτσι. Δεν με νοιάζει τι θα πεις, δεν με νοιάζει καν τι θα συμβεί από δω και πέρα. Απλά ήθελα να στο πω εγώ. Σ'αγαπώ."

Ο Κώστας ξεφύσηξε με ανακούφιση. Εκείνη γύρισε απότομα.

"Σκατά! Λάθος πλάτη!" είπε.

Το χαστούκι που έφαγε αμέσως μετά, όμως, ήταν από τη σωστή, που καθόταν λίγο πιο δίπλα.

Tuesday, 27 December 2011

Ο Μαλάκας

Σηκώθηκε κατά τις τρεις, και μετά από ένα γρήγορο κατούρημα, πήγε στο σαλόνι.

Άραξε στον καναπέ, άπλωσε τα πόδια του στο τραπέζι και άναψε ένα τσιγάρο. Η TV αναμμένη. Χιόνι.

Μετά από δυο τζούρες, παράτησε το τσιγάρο στο τασάκι, και έχωσε το δεξί του χέρι κάτω από το παντελόνι του, όπως πάντα.

"Μήπως είμαι μαλάκας;" αναρωτήθηκε δυνατά.

"Μπα, τι λέω, δεν είμαι μαλάκας", διέψευσε τον εαυτό του αμέσως μετά.

"Εσείς είστε μαλάκες ρε! Όλοι είστε μαλάκες ρε! Είστε μαλάκες ρε! Γαμιέστε ρε! ΓΑΜΙΕΣΤΕ!"

Ύστερα, την έπαιξε δυο φορές, έτσι, για να χαλαρώσει.

Monday, 26 December 2011

Κάτι Βαθυστόχαστο

Το καλοκαίρι του '92, καθώς περπατούσαμε πλάι - πλάι με ένα φίλο στην Γαλλική Ριβιέρα, εγώ σταμάτησα απότομα.

"Τί έχεις;" με ρώτησε αμέσως, γεμάτος ανησυχία.
"Κοίτα τον ουρανό!" του αντιγύρισα εγώ αποσβολωμένος.
"Τί;"
"Εκείνο το μπλέ!"
"Αυτό δεν είναι ο ουρανός, αλλά η θάλασσα, μον σερ" με διόρθωσε εκείνος.

Ξαφνικά ένα πουλί πετάχτηκε κατά πάνω μας, που τελικά δεν ήταν πουλί, αλλά ψάρι, μιας και ερχόταν από τη θάλασσα.

"Ο μον ντιε!" είπα εγώ σε άπταιστη γαλλική προφορά και πήδηξα αλαφιασμένος λίγο πιο δίπλα.

Ύστερα επιστρέψαμε στην έπαυλή του όπου φάγαμε κρουτόν και ήπιαμε γαλλική σαμπάνια. Ήταν ωραία.

Saturday, 24 December 2011

Friday, 23 December 2011

Παραμύθι vol. 2

Ήταν κάποιος, κάπου, κάποτε που κάτι έκανε, με κάποιον τρόπο, για κάποιον πολύ σοβαρό λόγο.
Όμως, ξαφνικά, κάποια στιγμή, κάτι αναπάντεχο έγινε.
Έτσι λοιπόν αυτός ο κάποιος σταμάτησε να κάνει κάτι και άρχισε να κάνει κάτι άλλο, με κάποιον άλλον τρόπο, για κάποιον άλλο, πιο σοβαρό λόγο.
Περάσε χρόνια, ο κάποιος, κάνοντας αυτό το κάτι, και μετά κάτι έγινε.

Τέλος.

Thursday, 8 December 2011

Οι σχέσεις είναι σαν το ποδόσφαιρο.

Όσο περισσότερες πάσες δίνεις, τόσες περισσότερες πιθανότητες υπάρχουν να μπει γκολ.

Αν επιμένεις να κρατάς τη μπάλα στα πόδια σου, τότε ή θα στην κλέψουν ή θα την βγάλεις άουτ.

Monday, 5 December 2011

Κούρεμα

του πέους

Η Αθήνα τις μέρες του Δεκέμβρη

Η Αθήνα τις μέρες του Δεκέμβρη είναι μια πόλη, όπως πάντα, πολύβοη.
Είναι μια πόλη στολισμένη, γεμάτη φώτα και λαμπιόνια.

Στους τεράστιους δρόμους της βλέπεις, παντού ανθρώπους να περπατάνε βιαστικοί γεμάτοι σακούλες και αδιαφορία. Ανθρώπους που στα πρόσωπά τους ζωγραφίζεται ένα τεράστιο, ψεύτικο χαμόγελο. Ανθρώπους που θέλουν να δείχνουν ευτυχισμένοι μιας και έρχεται Χριστούγεννα, ανθρώπους, που προσπαθούν να ξεχάσουν. Βλέπεις και άλλους ανθρώπους, στην Αθήνα τις μέρες του Δεκέμβρη: ανθρώπους χωρίς ψεύτικα χαμόγελα, ανθρώπους που δεν μπορούν να ξεχάσουν. Ανθρώπους που δεν κρατάνε σακούλες, αλλά σκεπάζονται με αυτές για να μην κρυώνουν. Ανθρώπους που κοιμούνται στο δρόμο.

Στα μικρά μαγαζιά, τις μέρες του Δεκέμβρη, βλέπεις τεράστιες λαμπερές πινακίδες κάθε χρώματος μέγεθος και σχήματος. Μπερδεύονται όλες μαζί και δημιουργούν μια ετερόκλητη, υπερβολική πανδαισία έντονων χρωμάτων. "ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ", "ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ", "ΟΛΑ 50% ΚΑΤΩ". Οι κάτοχοι των μαγαζιών αυτών, προσπαθούν να υποδεχτούν τους πελάτες τους με χαμόγελο, αλλά μέσα τους αισθάνονται σκατά, γιατί ξέρουν ότι μετά το τέλος του Δεκέμβρη, λίγα είναι τα μαγαζιά που θα συνεχίσουν να υποδέχονται πελάτες. Λίγα είναι τα μαγαζιά που θα παραμείνουν ανοιχτά.

Στα σπίτια της Αθήνας τις μέρες του Δεκέμβρη, βλέπεις φώτα και ανθρώπους να στολίζουν, γεμάτοι χαρά και προσμονή για τις μέρες των Χριστουγέννων. Ανθρώπους που αντιμετωπίζουν αυτή την εποχή σαν διαφορετική, ανθρώπους που προσπαθούν να ξεφύγουν από την υπόλοιπη χρονιά. Σε άλλα σπίτια όμως, τις μέρες του Δεκέμβρη, βλέπεις ανθρώπους που δεν στολίζουν, γιατί δεν έχουν κάποιον να δει το σπίτι τους στολισμένο. Στην Αθήνα τις μέρες του Δεκέμβρη, βλέπεις και σπίτια με φώτα σβηστά, γιατί κανείς δεν μένει σε αυτά.


Υπάρχουν βεβαίως και άλλα, αξιοθέατα, στην Αθήνα τις μέρες του Δεκέμβρη: υπάρχουν τεράστια κτίρια, με τεράστιες φωτεινές πινακίδες, ναοί αγοραπωλησιών, που στο εσωτερικό τους μπλέκονται όλων των ειδών οι άνθρωποι. Είναι κτίρια ψυχρά και άψυχα, όπως λίγοι από τους επισκέπτες τους, που και αυτοί με τη σειρά τους, τριγυρνάνε με τεράστιες σακούλες και ψεύτικα χαμόγελα. Είναι άνθρωποι που δεν ξεχνάνε γιατί δεν θέλουν να ξεχάσουν. Είναι οι άνθρωποι που φταίνε.

Είναι και άλλοι που τριγυρνούν στην Αθήνα τις μέρες του Δεκέμβρη: είναι άνθρωποι χωρίς σακούλες, άνθρωποι χωρίς ψεύτικα χαμόγελα, αλλά και χωρίς αδιαφορία. Είναι άνθρωποι που δεν ξεχνάνε, γιατί δεν μπορούν να ξεχάσουν. Άνθρωποι που δεν κοιμούνται, όχι επειδή δεν μπορούν, αλλά επειδή δεν θέλουν να κοιμηθούν. Άνθρωποι που κρατούν ζωντανό το πραγματικό νόημα της Αθήνας των ημερών του Δεκέμβρη.


Η Αθήνα τις μέρες του Δεκέμβρη, λοιπόν, είναι όπως είναι η Αθήνα πάντα: ζεστή απ'έξω, μα κρύα, πολύ κρύα από μέσα.

Sunday, 4 December 2011

Αγάπη είναι

-Μ'αγαπάς;
-Όχι. Εσύ;
-Ούτε.
-Χαίρομαι που είμαστε μαζί, τότε.