Saturday, 14 April 2012

Ο καλός Χριστούλης


Δυο χιλιάδες  χρόνια πριν, σε μια όχι και τόσο μακρινή χώρα της Ανατολής, γεννήθηκε ο καλός Χριστούλης. Η κατάσταση που επικρατούσε σε αυτή την χώρα δεν διέφερε και πάρα πολύ από την κατάσταση στις περισσότερες χώρες του κόσμου σήμερα: Υπήρχε πείνα, φτώχεια και εκμετάλλευση των φτωχών από τους πλούσιους.

Οι φτωχοί γονείς του καλού Χριστούλη (σ.σ. τουλάχιστον η μητέρα του, γιατί  μέχρι και σήμερα υπάρχουν αμφιβολίες για την ταυτότητα του πραγματικού του πατέρα) έφτασαν σε μια πόλη εκείνης της όχι και τόσο μακρινής χώρας νύχτα,  μετά από μεγάλο ταξίδι. Ο φερόμενος ως πατέρας του Χριστούλη ήταν μαραγκός, δουλειές τότε δεν είχε (ποιος είχε χρήματα να χτίσει  με ξύλο άλλωστε;), οπότε ούτε λόγος για ξενοδοχεία και τέτοια.

Έμειναν λοιπόν σε έναν σταύλο, ενός μικρομεσαίου πανδοχέα, ο οποίος σε μια προσπάθεια να αποτινάξει μερικές από τις τύψεις του για την βολεμένη ζωή που ζούσε, είπε να δώσει για μια φορά στη ζωή του άσυλο σε άπορους. Δεν είχε ιδέα ότι από εκείνη την μέρα και έπειτα αυτή του η πράξη θα γινόταν κάτι σαν έθιμο της αντίστοιχης περιόδου για την υπόλοιπη ιστορία της ανθρωπότητας.

Εκεί η μητέρα του καλού Χριστούλη, η Μαρία, σκεπάστηκε με άχυρα για να μην κρυώνει και ο φερόμενος ως πατέρας του Χριστούλη, Ιωσήφ, την χάιδευε μέχρι να γεννήσει.

Ήταν στ’αλήθεια ένας πολύ καλός άνθρωπος ο μαραγκός Ιωσήφ. Παρόλο που ήξερε ότι το παιδί δεν ήταν δικό του, παρόλο που ήξερε ότι η Μαρία τον είχε απατήσει και ύστερα είχε κουκουλώσει την εγκυμοσύνη της με μια ηλίθια δικαιολογία του τύπου «το έμβρυο βρέθηκε μαγικά μες στην κοιλιά μου, αλήθεια σου λέω!» , ο Ιωσήφ περίμενε αυτό το παιδί με την ίδια ανυπομονησία όπως ακριβώς θα το περίμενε αν ήταν δικό του.

Λίγες ώρες και πολλούς πόνους μετά,  ο καλός Χριστούλης γεννήθηκε, μέσα σε μια ατμόσφαιρα που ξεχείλιζε θαλπωρή από τον συνδυασμό της ανιδιοτελής αγάπης των γονιών του και των καυτών χνώτων των αγελάδων και των λοιπών ζώων.

Σε ένα τέτοιο, ταπεινό μέρος γεννήθηκε ο καλός μας Χριστούλης: ένα μέρος που ήταν προάγγελος της ταπεινότητας του ίδιου.

Αμέσως μετά την γέννησή του τον επισκέφτηκαν, λέει, πάρα πολλοί: βοσκοί που χάριζαν την μητέρα του Μαρία ταθρεφτάρια τους αλλά  και άλλοι, επισκέπτες από μέρη μακρινά.

Ανάμεσα σε αυτούς ξεχώρισαν τρεις πάρα πολύ πλούσιοι άνθρωποι οι οποίοι του έκαναν τρία πολύ ξεχωριστά δώρα: λίγο μύρο, λίγο χρυσό και λίγο λιβάνι, δώρα καθαρά συμβολικά, τα οποία δεν αποτελούσαν παρά ένα πενιχρό μερίδιο του αμύθητου πλούτου τους.  Η πράξη τους αυτή διατηρήθηκε μέχρι και στις μέρες μας και είναι γνωστή ως «φιλανθρωπία».

Έτσι περνούσε ο καιρός, και ο καλός Χριστούλης μεγάλωνε. Λεφτά πολλά η οικογένειά του δεν είχε να τον στείλει στο σχολείο, έτσι από μικρός αναγκάστηκε  να δουλεύει στο ξυλουργείο του πατέρα του. Στο ξυλουργείο του πατέρα του γνώρισε αγάπη και στοργή σχεδόν απ’ όλο τον κόσμο. Έναν κόσμο φτωχό μα καλόκαρδο. Στο ξυλουργείο έμαθε ο καλός Χριστούλης την τέχνη του μαραγκού: είδε από κοντά πόση δουλειά έκανε ο πατέρας του για τους πιο πλούσιους της πόλης, και πόσα λίγα λεφτά έπαιρνε ως ανταμοιβή για τα σπίτια και τα έπιπλα που τους έχτιζε.

Δούλευε πολλές ώρες ο καλός Χριστούλης: Όλο το πρωί και λίγο από το μεσημέρι. Ύστερα γύριζε πίσω αποκαμωμένος και πολλές φορές, καθώς έφτανε στο κατώφλι του σπιτιού του, συναντούσε διάφορους άντρες. Συναντούσε διάφορους άντρες κατά καιρούς στο κατώφλι του σπιτιού του ο καλός Χριστούλης: ήταν άντρες, που αναγνωρίζοντας την κακή οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόταν η οικογένεια του καλού Χριστούλη, επισκεπτόντουσαν την μητέρα του, καθόντουσαν για λίγο μαζί της και της ύστερα της άφηναν χρήματα. Μερικοί από αυτούς, πιο καλοί, ερχόντουσαν πιο συχνά και άφηναν και περισσότερα χρήματα.

«Πάλι καλά που υπάρχουν και αυτοί», σκεφτόταν ο καλός Χριστούλης, που έδειχνε ιδιαίτερη συμπάθεια για αυτούς που ερχόντουσαν πιο συχνά. Αν δεν υπήρχαν και αυτοί, τα πράγματα θα ήταν ακόμη πιο δύσκολα για μας, έλεγε συχνά από μέσα του.

Έτσι ο καλός Χριστούλης μεγάλωνε: μεγάλωνε και έβλεπε την οικογένειά του να δουλεύει  όλο και πιο σκληρά, όλο και πιο σκληρά, μα ποτέ να μην έχει αρκετά χρήματα.
Ο καλός Χριστούλης αναγνώριζε ότι αυτό ήταν πολύ άδικο και για αυτούς αλλά και για όλες τις οικογένεις των φίλων του πατέρα του που βρισκόντουσαν στην ίδια κατάσταση. Ο καλός Χριστούλης ένιωθε βαθιά μέσα του, πως ήταν χρέος του να σταματήσει αυτή την αδικία.

Έτσι, μια μέρα, ανακοίνωσε το σχέδιό του στους γονείς του: «Μητέρα και Ιωσήφ (από την μέρα που έμαθε ότι δεν ήταν ο πραγματικός του πατέρας δεν τον ξαναφώναξε ποτέ μπαμπά, κάτι που κάθε φορά πλήγωνε λίγο τον φτωχό μαραγκό) ,  τόσα χρόνια μου σταθήκατε και σας ευχαριστώ για αυτό. Όμως το μέλλον μου δεν είναι σε αυτή την πόλη. Θέλω να αλλάξω τον κόσμο». Οι γονείς του τον αγκάλιασαν, τον φίλησαν και του ευχήθηκαν «καλή τύχη». Στην μητέρα του καλού Χριστούλη  δεν έκαναν καθόλου εντύπωση τα φιλόδοξα σχέδια του γιου της: πάντοτε έλεγε ότι αυτό το παιδί δεν είναι σαν τα άλλα, ότι είναι για μεγάλα πράγματα. Ούτως ή άλλως, βαθιά μέσα της πίστευε ότι δεν πρόκειται παρά για μια νεανική τρέλα,  και ότι σύντομα θα ξαναγύριζε σε αυτήν.

Έτσι, λοιπόν, ο καλός Χριστούλης ξεκίνησε το μεγαλεπήβολο ταξίδι του για να σώσει τον κόσμο από την αδικία, την φτώχεια και την εκμετάλλευση.


Και πράγματι, το ταξίδι του καλού Χριστούλη ήταν όντως μεγαλεπήβολο:
πήγαινε από πόλη σε πόλη και μιλούσε στον κόσμο. Μιλούσε στους φτωχούς, στους εργαζόμενους και τους έλεγε ότι όλοι είναι ίσοι μεταξύ τους, και ότι όλοι πρέπει να είναι αγαπημένοι.  Ότι δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν μεταξύ τους.


Ακόμη, διοργάνωνε συσσίτια για τους φτωχούς (κάτι που έμεινε στην ιστορία ως θαύμα  του διπλασσιασμού των ψωμιών και των ψαριών) εμπόδιζε όπως μπορούσε την επιβολή σκληρών φορολογικών μέτρων (κάτι που έγινε αργότερα γνωστό ως «η παραβολή του τελώνη» , και επιτιθόταν στην ασύστολη εμπορευματοποίηση των πάντων μεταφορικά και κυριολεκτικά. Και η αλήθεια είναι, ότι ήταν αρκετά χαρισματικός  και έπειθε.

Μιλούσε για μια εναλλακτική ζωή όπου όλοι θα ήταν αγαπημένοι και φιλιωμένοι. Δεν θα υπήρχαν πόλεμοι και η ζωή όλων θα ήταν ευτυχισμένη.

Πολύ σύντομα οι διδαχές του καλού Χριστούλη έγιναν γνωστές σε όλη την επικράτεια και πολλοί εντυπωσιάστηκαν από τα τόσο ασυνήθιστα  λόγια του. Παρόλα αυτά και αν και όλος ο κόσμος ήταν ήταν δυσαρεστημένος από τη ζωή του, από την αδικία και την ανισότητα, οι περισσότεροι των αντιμετώπιζαν ως ονειροπόλο στην καλύτερη, και ως παράφρονα στη χειρότερη.  Λίγοι, πολύ λίγοι ήταν αυτοί που τον πίστεψαν τόσο όσο να ακολουθήσουν τον ευγενή σκοπό του: μια παράδοση που ισχύει ακέραια μέχρι και στις μέρες μας.

Έτσι περνούσε ο καιρός, και  ο καλός Χριστούλης μαζί με τους 12 πιστούς ακόλουθούς του, μια αποφασισμένη μειοψηφία, κύρητταν παντού την δική τους, διαφορετική κοινωνία: μιλούσαν ξανά και ξανά για ισότητα, για ειρήνη και αμφισβητούσαν ευθέως την τότε άρχουσα τάξη.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και τα αντιδραστικά  λόγια του καλού Χριστούλη έφτασαν στα αυτιά της εν λόγω άρχουσας τάξης, τότε γνωστών ως Φαρισαίων, αργότερα ως φεουδαρχών και σήμερα ως επιχειρηματιών. Αυτά τα λόγια, που τόσο φανερά αμφισβητούσαν την εξουσία τους, ενόχλησαν τους Φαρισαίους, και αποφάσισαν ότι έπρεπε να θέσουν ένα τέρμα σε αυτό το «επαναστατικό παραλλήρημα» του καλού Χριστούλη και των μαθητών του.

Χωρίς να χάσουν πολύ χρόνο, οι Φαρισαίοι άρχισαν να στέλνουν έμπιστους υπαλλήλους τους στα μέρη όπου ο Χριστός έδινε τις ομιλίες τους. Οι υπάλληλοι αυτοί διείσδυαν κάθε φορά στο πλήθος και παρίσταναν ακροατές που ακούνε με ενδιαφέρον. Μετά το τέλος κάθε ομιλίας, προσπαθούσαν ν αα κάνουν ερωτήσεις όπως  «Μα πώς γίνεται να είναι όλοι ίσοι; Αφού ο κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός!» ή διαπιστώσεις του τύπου «Ένας καλός βασιλιάς μπορεί να διασφαλίσει ένα καλό μέλλον για όλους μας» σπέρνοντας τον σπόρο της αμφισβήτησης μέσα στο κοινό. Η πράξη αυτή έγινε αργότερα γνωστή ως «προβοκάτσια», και τα άτομα αυτά απέκτησαν την ονομασία «ασφαλίτες» ή «δημοσιογράφοι».

Αν και ο καλός Χριστούλης πάντοτε έδινε αφοπλιστικές απαντήσεις («ο άνθρωπος από τη φύση του είναι πλασμένος για να ζει ειρηνικά με τους άλλους», «οι άνθρωποι δεν γεννιούνται βίαιοι»), οι υπάλληλοι των Φαρισαίων κατάφερναν να πείθουν ολοένα και περισσότερο κόσμο, μιας και, για να λέμε και του στραβού το δίκιο, το λεξιλόγιο του Χριστούλη ,αν και ανατρεπτικό, ήταν ολίγον τι πολύπλοκο για τον κόσμο που στην πλειοψηφία του ήταν αναλφάβητος.


Το γεγονός ότι το κοινό των ομιλιών του καλού Χριστούλη όλο και μειωνόταν και το ότι το πλήθος αυτών που τον παρακολουθούσαν και τον αμφισβητούσαν ολοένα και αυξανόταν άρχισε να προβληματίζει έντονα και αυτόν και τους μαθητές του.

«Χωρίς τον κόσμο μαζί μας δεν θα καταφέρουμε να φτιάξουμε την κοινωνία που θέλουμε!» έλεγε συνεχώς ο καλός Χριστούλης.

Έτσι καθόντουσαν και έσπαγαν το κεφάλι τους ώρες για αυτό το ζήτημα, σκεπτόμενοι πώς θα μπορούσαν να πείσουν πάλι τον κόσμο, πώς θα μπορούσαν να αφαιρέσουν κάθε αμφιβολία για την αλήθεια αυτών που έλεγαν. Ώσπου, ένα απόγευμα…

«Το βρήκα!» φώναξε ο καλός Χριστούλης  ξαφνιάζοντας τους υπολοίπους.

«Θα διαδίδουμε τα ιδανικά μας όπως και πριν, όμως για να πείθουμε τον κόσμο, για να μην τα αμφιβάλλει ότι αυτά που λέμε είναι αλήθεια, θα λέμε ότι τα λόγια μας είναι τα λόγια ενός "θεού!"» είπε σε όλους ενθουσιασμένος.

Και κάπως έτσι γεννήθηκε η ιδέα του  «Θεού» . Μια ιδέα που απάλλαξε τον Χριστό από την ανάγκη να επιχειρηματολογεί υπέρ των πιστεύω του, μια ιδέα που έδιωξε τις αμφιβολίες από τα μυαλά και των πιο δύσπιστων.
Μάλιστα ο καλός Χριστούλης, έφτασε στο σημείο να διαδίδει ότι είναι ο ίδιος ο υιός του «θεού» και ότι τα λόγια αυτά δεν είναι δικά του, αλλά είναι του «θεού» και ότι αυτά απλώς τα μεταφέρει.

Το γεγονός ότι  την ισότητα, την ελευθερία, το τέλος της εκμετάλλευσης των πολλών από τους λίγους την υποστήριζε ένας «θεός» ήταν αρκετό για να πείσει τους πάντες. Ήταν αρκετό για να εξουδετερώσει την οποιαδήποτε «προβοκάτσια» των υπαλλήλων των Φαρισαίων. Αφού αυτά τα έλεγε ένας «θεός» και μάλιστα ένας «θεός», «τέλειος» και «παντοδύναμος»  ποιοι ήταν εκείνοι που θα τον αμφισβητούσαν;

Το σχέδιο του καλού Χριστούλη στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία, ο κόσμος που τον εμπιστευόταν αυξανόταν ραγδαία και εκείνος απέδιδε κάθε πράξη, κάθε φράση του στον «θεό». Πολύ σύντομα, ο «θεός», έγινε « Ο Θεός» και τα λόγια του έγιναν αδιάσειστα.

Το γεγονός ότι ο καλός Χριστούλης κέρδιζε με το μέρος του περισσότερους από ποτέ και ότι το αρχικό τους σχέδιο είχε αποτύχει, θορύβησε και πάλι τους Φαρισαίους, τους οποίους οι πιστοί σπιούνιοι  ενημέρωναν συνεχώς αναλυτικά.

Οι Φαρισαίοι αποφάσισαν ότι έπρεπε να περάσουν σε πιο δραστικά μέτρα. Γνώριζαν όμως, ότι μια εξώφθαλμη επίθεση ενάντια στον καλό Χριστούλη θα ξεσήκωνε βίαιες αντιδράσεις και ίσως και να είχε και αποτέλεσμα τον εκθρονισμό τους και την «επανάσταση» που προσπαθούσαν τόσο να αποφύγουν.

Έπρεπε να δράσουν πιο ύπουλα, πιο υποχθόνια και γρήγορα κατάλαβαν  πως:  επικοινώνησαν με ένα δικό τους άνθρωπο, μικρομεσαίο, που είχε καταφέρει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του καλού Χριστούλη και να διεισδύσει στον «κύκλο του» πιο βαθιά από καθένα,  λέγοντας δήθεν ότι ασπαζόταν τις «ανατρεπτικές ιδέες» του (σ.σ: γνωστός σήμερα ως «Ιούδας», «Ισκαριώτης» ή απλώς ως «προδότης»).  Του έκαναν ξεκάθαρο ότι ο καλός Χριστούλης έπρεπε να φύγει από την μέση με συνοπτικές διαδικασίες και του είπαν ότι σύντομα θα έστελναν ένοπλες δυνάμεις να τον συλλάβουν βάσει ψευδών κατηγοριών. Το μόνο που ζητούσαν από εκείνον ήταν να τους υποδείξει ποιός ακριβώς είναι, και τα υπόλοιπα θα τα αναλάμβαναν οι ίδιοι. Όλα αυτά φυσικά με το αζημίωτο (σ.σ: το ποσό που έλαβε είναι αδιευκρίνιστο, αλλά αναφέρεται στην ιστορία με τη συμβολική ονομασία «30 αργύρια»).

Βέβαια ο καλός Χριστούλης δεν ήταν ηλίθιος. Ήξερε από πριν ότι δεν μπορούσε να εμπιστεύεται μικρομεσαίους και ότι κάποια στιγμή θα τον πρόδιδαν (σ.σ.: γεγονός που αποκαλύπτεται με την γνωστή φράση "κάποιος από σας θα με προδώσει") όμως πίστευε ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει ειρηνικά. Μοιραίο σφάλμα, που έκαναν και αρκετοί μεταγενέστεροί του.

Έτσι λοιπόν, το σχέδιο των Φαρισαίων εξελίχθηκε χωρίς εμπόδια.
 Ένα βράδυ, καθώς ο καλός Χριστούλης και οι μαθητές του μετά από κουραστική μέρα «χαλάρωναν» σε ένα δάσος  (σ.σ. χαρακτηριστικά  αναφέρεται ότι ο εκείνη το βράδυ ο καλός Χριστούλης «είδε τον Θεό»), εμφανίστηκαν γύρω στους 20 πάνοπολους στρατιώτες.

Αμέσως, ο Ιούδας, θυμήθηκε τι έπρεπε να κάνει, και το πρώτο που ήρθε στο μυαλό στην κατάσταση που βρισκόταν ήταν να τον φιλήσει.  Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του, στη σκέψη του ότι λόγω αυτής της πράξης θα χεζόταν στο τάληρο.

Ένα ακόμη σχέδιο (των Φαρισαίων αυτή τη φορά) στέφθηκε με τόση επιτυχία, που παρόμοιες πρακτικές σύλληψης (μετά από ρουφιανιά) εξασκούνται μέχρι και στις μέρες μας.

Έτσι λοιπόν, ο καλός Χριστούλης  συνελλήφθη, βασανίστηκε και στο τέλος καταδικάστηκε σε θάνατο σε μια σικέ δίκη, επιβαρυμένος ένα σορό ψευδές κατηγορίες (σ.σ.: π.χ. ,μεταξύ άλλων, ότι ήθελε να γίνει «βασιλιάς της Ιουδαίας»).

Οι μαθητές του επίσης εκδιώχθηκαν βίαια, καθώς οι Φαρισαίοι ήθελαν να εξαλείψουν οποιοδήποτε «αντιδραστικό στοιχείο».

Οι εναπομείναντες μαθητές του προσπάθησαν να ξαναξεσηκώσουν  τον κόσμο ταξιδεύοντας από χώρα σε χώρα.

Σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να συνεχίσουν το έργο του, άρχισαν να διαδίδουν ότι ο καλός Χριστούλης "αναστήθηκε". Ο κόσμος πείστηκε για την είδησή αυτή  (σ.σ.: και παραμένει πεισμένος μέχρι και σήμερα), κάτι που δεν ήταν και ιδιαίτερα δύσκολο, μιας και ο καλός Χριστούλης ήταν ο "Υιός του Θεού".

Όμως  όπως όλοι ξέρουμε, μετά από μια αντεπανάσταση η απογοήτευση είναι τόσο μεγάλη και οι συνθήκες τόσο αντίξοες που εν τέλει, όλες οι προσπάθειες των μαθητών του καλού Χριστούλη έπεσαν στο κενό.

Βέβαια, παρά τον θάνατό του, ο καλός Χριστούλης είχε καταφέρει να σπείρει στον κόσμο τον καρπό της «ισότητας» και της «δημοκρατίας».

Oι ιδέες του καλού Χριστούλη παραμένουν μέχρι και σήμερα, άλλοτε αυτούσιες, άλλοτε διαστρεβλωμένες από την ιδέα του «θεού» που ο ίδιος είχε εισάγει.

Χίλια οκτακόσια εβδομήντα ένα χρόνια μετά τη γέννησή του και πολλά μίλια δυτικά της Ιουδαίας,άλλωστε, ήταν  και η πρώτη φορά που έγιναν και πράξη.


Tuesday, 10 April 2012

Μπιλ και Γουίλ

Από τη στιγμή που γεννήθηκε, ο γιος του ήταν η μόνη έγνοια του αγρότη Μπιλ Γουέμπον.

Πάντοτε έκανε τα πάντα για να μην του λείπει τίποτα. Φρόντισε δε από μικρό να τον μυήσει στις "χαρές" της αγροτικής ζωής. Έτσι από τα οκτώ του σχεδόν, ο μικρός Γουίλ έμαθε να ταίζει τις κότες, να οργώνει το χωράφι και να πηγαίνει τα γελάδια να βοσκήσουν. 

Κάθε μέσημέρι, όταν ο Μπιλ Γουέμπον συναντούσε τον γιο του στα κτήματα τον ρωτούσε "Πώς είσαι Γουίλ;" και εκείνος του απαντούσε "Καλά πατέρα! Τάισα τις κότες, όργωσα το χωράφι, και πήγα τα γελάδια να βοσκήσουν!" τελειώνοντας πάντα την πρότασή του με ένα τεράστιο χαμόγελο.

Έτσι περνούσε ο καιρός στο κτήμα του Μπιλ Γουέμπον, και ο γιος του ο Γουίλ, μεγάλωνε και γινόταν ένα γεροδεμένο παλικάρι.
Κάθε μέρα που περνούσε, ο Μπιλ πάντα φρόντιζε να ρωτάει το γιο του "Πώς είσαι Γουίλ;" και 'κείνος απαντούσε "Καλά, πατέρα! Τάισα τις κότες, όργωσα το χωράφι, και πήγα τα γελάδια να βοσκήσουν!" τελειώνοντας πάντα, μα πάντα, την πρότασή του με ένα τεράστιο χαμόγελο.

Και έτσι περνούσε ο καιρός...


Ώσπου ένα μεσημέρι, ο Μπιλ Γουέμπον είδε τον γιο του να είναι κάπως πιο σκυθρωπός απ' ότι συνήθως. Και έτσι τον ρώτησε: "Πώς είσαι Γουίλ;"
Και εκείνος του απάντησε: "Δεν είμαι καλά πατέρα."
"Γιατί παιδί μου;" ρώτησε, φανερά ανήσυχος ο Μπιλ. 

"Να, αυτό που  κάνω εδώ και 20 χρόνια είναι να ταΐζω τις κότες, να οργώνω το χωράφι, και να πηγαίνω τα γελάδια να βοσκήσουν..." είπε, εκείνη τη φορά χωρίς να χαμογελάσει.

Friday, 6 April 2012

Για Εμάς

"Τί σκέφτεσαι;"
"Τίποτα".

Ο Κ. απογοητεύτηκε από την απάντηση που μόλις είχε πάρει. Περπάτησε λίγο πιό κάτω.

"Εσύ τί σκέφτεσαι;", ρώτησε κάποιον άλλο.
"Τίποτα".

Ακόμη μεγαλύτερη απογοήτευση. Μα είχε πεισμώσει. Δεν θα τα παρατούσε έτσι εύκολα.  Συνάντησε ακόμη έναν περαστικό και επανέλαβε την ερώτησή του. Η απάντηση που πήρε ήταν η αναμενόμενη: "τίποτα".

Λίγη ώρα μετά, ο Κ. ένιωθε εξαντλημένος,  απογοητευμένος, έτοιμος να τα παρατήσει. Είχε ρωτήσει τόσο κόσμο και κανείς δεν σκεφτόταν τίποτα! "Τίποτα!" αναφωνούσε μόνος του. Αυτή η λέξη τον εξόργιζε, τώρα περισσότερο από ποτέ. "Τίποτα! Πώς γίνεται να μην σκέφτεται κανείς τίποτα;"

Ήταν έτοιμος να πάρει το δρόμο του γυρισμού, όταν τυχαία είδε μια κοπέλα να κάθεται μόνη σ'ένα παγκάκι στην πλατεία. Κάτι πάνω της του τράβηξε την προσοχή, κάτι που ποτέ του δεν κατάλαβε τι  ακριβώς ήταν, να 'ταν τα μαλλιά της, να 'ταν ο τρόπος που καθόταν, να 'ταν το  ανήσυχο βλέμμα της... Αφού την χάζεψε για λίγη ώρα, αποφάσισε να κάνει μια τελευταία προσπάθεια πριν πάει σπίτι.

"Συγγνώμη, να σε ρωτήσω κάτι;", της είπε πλησιάζοντας προς το μέρος της.
Εκείνη σήκωσε το βλέμμα της, και τον κοίταξε από πάνω ως κάτω.
"Μάλιστα".
"Μήπως μπορείς να μου πεις τί σκέφτεσαι;".
"Εμάς" του απάντησε εκείνη αμέσως. Η απάντηση τον αιφνιδίασε. "Εμάς;" επανέλαβε στο μυαλό του.

"Μα πώς γίνεται αυτό;", τη ρώτησε μετά από λίγα δευτερόλεπτα σιωπής. Και συνέχισε:
"Πώς γίνεται να σκέφτεσαι εμάς; Θέλω να πω υπάρχει το  'εμείς' για να το σκέφτεσαι;"

"Όχι, έχεις δίκιο, δεν υπάρχει. Μα αν δεν το σκεφτεί κάποιος, πώς γίνεται να υπάρξει, πώς μπορούμε να υπάρξουμε 'εμείς';" του απάντησε εκείνη, αποστομώνοντάς τον.


Ο Κ. έμεινε να την κοιτάει αμίλητος. Εκείνη, μετά από λίγο, άρχισε να περπατάει αργά, σαν να ήθελε να την ακολουθήσει.

Εκείνος, υπάκουσε αμέσως, και την ακολούθησε σα μεθυσμένος. Στη διαδρομή, του γεννήθηκαν πολλά ερωτήματα: Γιατί ακολουθούσε μία άγνωστη; Πού πηγαίναν;  Γιατί πήγαιναν εκεί;
Ήθελε απαντήσεις για όλα αυτά, αλλά δε ρώτησε τίποτα, παρά μόνο ακολουθούσε το περπάτημα της παράξενης ξένης. Στο κάτω κάτω, ήταν και η μόνη που του είχε απαντήσει.

Μετά από λίγη ώρα, που στον Κ. φάνηκαν μέρες, μήνες, ίσως και χρόνια, έφτασαν σε ένα δάσος. Περπατώντας μέσα στο δάσος, βρήκαν ένα ξέφωτο που κοντά του βρισκόταν ένα τεράστιο βουνό. Σε εκείνο ακριβώς το σημείο, η γυναίκα σταμάτησε και πρότεινε το χέρι της, δείχνοντας στον Κ. αυτό που από απόσταση έμοιαζε με είσοδο σπηλιάς.

Ο Κ. προπορεύτηκε πλησιάζοντας τη σπηλιά. Η γυναίκα τον ακολούθησε.

Αυτό που είδε ο Κ. τον έκανε να μείνει με το στόμα ανοιχτό: Το άνοιγμα του βουνού κατέληγε σε μια αχανή σπηλιά. Στα τοιχώματά της σπηλιάς υπήρχαν παντού μικρές τρύπες που υποδήλωναν την ύπαρξη κατοικιών. Στο πιο χαμηλό της σημείο, σ' ένα πλάτωμα, έκαιγε μια τεράστια φωτιά, και γύρω της υπήρχαν άνθρωποι, χιλιάδες άνθρωποι. Άνθρωποι χαρούμενοι,άνθρωποι που συζητούσαν,  γελούσαν,  φώναζαν, ερωτευόντουσαν. Άνθρωποι που ζούσαν.

Ο Κ. έστρεψε το πρόσωπό του προς τη γυναίκα, μ'ένα βλέμμα που δήλωνε απορία μπερδεμένη με θαυμασμό.

"Καλωσήρθες στην Ουτοπία" του είπε εκείνη με μια ελαφριά υπόκλιση μόλις την κοίταξε.
"Το όνομά μου είναι Επανάσταση".

Ύστερα του χαμογέλασε, και από αυτό το χαμόγελο, σ' εκείνο το φως από τη φωτιά της σπηλιάς, σ'εκείνο το ζεστό φως από τη φωτιά των ανθρώπων, ο Κ. κατάλαβε πόσο όμορφη είναι.

"Εδώ είμαστε όλοι εμείς που σκεφτόμαστε  'εμάς'. Είμαστε όλοι εμείς, και είμαστε πολλοί όπως βλέπεις. Αλλά δεν φτάνουμε μόνοι μας. Δεν είμαστε αρκετοί. Θέλει κι άλλους, πολλούς άλλους να σκέφτονται 'για εμάς', για να υπάρξουμε 'εμείς'. Για να μπορέσουμε να γίνουμε στ' αλήθεια 'εμείς' και μετά όλοι 'εμείς' να γίνουμε 'ένα'."

Ο Κ. την κοίταζε σιωπηλός, απορροφώντας την κάθε της λέξη.

"Λοιπόν τί λες; Θα γίνεις και συ ένας από 'εμάς'; Θες να σκέφτεσαι για 'εμάς'; Θες να βοηθήσεις να υπάρξει το 'εμείς';"

Ο Κ. δεν απάντησε, παρά μόνο την άρπαξε και την φίλησε παθιασμένα. Φιλιόντουσαν για ώρα, και αν τους έβλεπες  από απόσταση προς στιγμήν θα νόμιζες ότι τα δύο σώματα ενωνόντουσαν σε ένα, θα νόμιζες ότι αυτοί οι δύο ήταν στην πραγματικότητα ένας.

 Αν έβλεπες από απόσταση τη σπηλιά, αν έβλεπες από απόσταση εκείνη την φωλιά των χιλιάδων ανθρώπων, μάλλον θα νόμιζες ότι οι κάτοικοί της δεν ήταν πολλοί αλλά όλοι ήταν ένας.

Και αν την επισκεπτόσουν πιο συχνά, θα έβλεπες ότι εκείνη η φωλιά, εκείνη η σπηλιά, εκείνοι οι πολλοί άνθρωποι, εκείνος ο ένας, μεγάλωνε μέρα με τη μέρα...

Και, μέχρι και σήμερα, συνεχίζει να μεγαλώνει.

Και κάποια μέρα, λένε, εκείνος ο ένας θα μεγαλώσει τόσο πολύ, οι πολλοί θα γίνουν τόσο πολλοί που η φωλιά θα ξεχειλίσει. Και θα ξεχυθεί στον κόσμο όλο, και τότε όλοι θα σκέφτονται για 'εμάς', όλοι θα γίνουν σαν 'ένας' και ο κόσμος όλος θα γίνει μια Ουτοπία.

Tuesday, 3 April 2012

Αποχαιρετισμός

Ο ήλιος ανέτειλλε δειλά - δειλά στο αεροδρόμιο. Την απόλυτη σιωπή του πρωινού έσπασε ένα Boeing που προσγειωνόταν.

Αγκαλιάστηκαν σφιχτά.

"Θα μου λείψεις" της ψιθύρισε σιγά στο αυτί.
Εκείνη χαμογέλασε.


Οι μαργαρίτες στα παρτέρια του αεροδρομίου μόλις είχαν αρχίσει να ανοίγουν διάπλατα τα πέταλά τους, προσπαθώντας να απορροφήσουν όσο περισσότερο φως του ήλιου μπορούσαν. Αυτός δάκρυσε.

"Πέντε μέρες θα λείψω μόνο" του απάντησε, σκουπίζοντας τα δάκρυά του με τα τα δάκτυλά της. Η χρυσή της βέρα άστραψε το φως.

Ύστερα τον φίλησε παθιασμένα και μείναν έτσι, αγκαλιασμένοι, για κάμποση ώρα.

Την είδε να απομακρύνεται προς το αεροπλάνο. Λίγο πριν μπει της κούνησε το μαντήλι του. Εκείνη του απάντησε με ένα νεύμα.

Το αεροπλάνο απογειώθηκε και εκείνος πληκτρολόγησε έναν αριθμό.

"-Ναι, έλα αγάπη μου...Ναι, μόλις έφυγε η καριόλα.
Θα έχουμε το σπίτι δικό μας για πέντε ολόκληρες μέρες!
 Ναι, και 'γω σ'αγαπώ. Θα τα πούμε το βράδυ."

Έστρεψε το πρόσωπό τους προς τις μαργαρίτες και ξαναδάκρυσε.

"Γαμημένη αλλεργία", μονολόγησε καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητό του.

Monday, 2 April 2012

Αισθησιακό

Ο πούτσος σου με χόρτασε,
και το μουνί μου, φά' το.