Friday, 27 July 2012

Η περίεργη αίσθηση της ισότητας

Φεμινιστικές τσόντες. Κάψτε τα σουτιέν σας, αυτά είναι που σας καταπιέζουν και σας υποβαθμίζουν. Όλες οι γυναίκες είναι πουτάνες εκτός από την μάνα μου. Όποιο δάχτυλο και αν κόψεις θα πονέσει το ίδιο, αλλά από την άλλη όλα τα δάχτυλα είναι διαφορετικά. Ανθρώπινος καπιταλισμός. Κοίταξε να δεις, η κατάσταση είναι σκατά αλλά αυτό δεν είναι λόγος για να καίμε την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας. Όταν εμείς φτιάχναμε την Ακρόπολη, αυτοί ακόμη σκαρφαλώνανε στα δέντρα ρε. Εγώ δεν είμαι με τη βία, αλλά η κατάσταση με τους μετανάστες έχει ξεφύγει, κάτι πρέπει να γίνει. Δεν έχω πρόβλημα με τους ανθρώπους σου λέω, αλλά ας γυρίσουν στη χώρα τους, τί κάνουν εδώ; Και οι Έλληνες μετανάστευσαν και τα κατάφεραν, αυτοί δηλαδή γιατί δεν μπορούν; Εμπόλεμη ειρήνη. 
Η κατάσταση στα Πανεπιστήμια είναι σκατά, δεν έχουμε βιβλία, οι παρατάξεις όμως τα κάνουν όλα ακόμη χειρότερα. Δεν την αντέχω άλλο τη γυναίκα μου, είναι ανυπόφορη, μου γκρινιάζει στο τηλέφωνο κάθε φορά που είμαι μαζί με την γκόμενα. Πω ρε πούστη μου κι άλλα μέτρα, η ανεργία έχει πάει στο Θεό, πάλι θ' αναγκαστώ ν' απολύσω καμιά εικοσαριά εργαζομένους. Ρε, αυτοί μας παίρνουν τις δουλειές, εγώ ο ίδιος προσέλαβα πέντε Πακιστανούς τις προάλλες. Ειρηνικός πόλεμος. Εντάξει, ναι, έχουν τα δίκια τους οι εργαζόμενοι, αλλά δεν είναι δυνατόν να έρχεται ο άλλος από την άλλη άκρη του κόσμου και να μην μπορεί να δει την Ακρόπολη, είναι απαράδεκτο. Παρανοϊκή Ηρεμία. Οι Γερμανοί μας πήραν τα πάντα, όμως πρέπει να τους δώσουμε περισσότερα για να επιβιώσουμε. Μαζί τα φάγαμε.Αυτή η Νέα Δημοκρατία έχει ξεπουλήσει στους Γερμανούς τα πάντα, πρέπει όμως να την ξαναψηφίσουμε γιατί παίζει να βγούμε από το ευρώ. Ψήφισα Νέα Δημοκρατία, ΒΑΛΤΟΥΣ ΚΑΜΙΑ ΓΚΟΛΑΡΑ ΡΕ ΣΑΜΑΡΑ ΑΓΟΡΙ ΜΟΥ ΝΑ ΔΕΙ Η ΚΑΡΙΟΛΑ Η ΜΕΡΚΕΛ ΤΙ ΠΑΕΙ ΝΑ ΠΕΙ ΕΛΛΑΔΑ! Το παιχνίδι είχε πολιτικές διαστάσεις. Η βία γεννάει βία. Εντάξει η αριστερά δεν έχει κυβερνήσει ποτέ, αλλά έχει καταστρέψει την Ελλάδα περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον. Οι απεργίες κατέστρεψαν την χώρα. Το αφεντικό μου μείωσε και άλλο το μισθό, δεν έχω να πληρώσω το νοίκι, ευτυχώς όμως δεν με απέλυσε. Δεν υπάρχει δουλειά, οι μισθοί πέφτουν, οι τιμές ανεβαίνουν, αλλά εγώ θα βρω τρόπο να τα καταφέρω, όποιος αξίζει ποτέ δεν χάνεται. Ήρεμη παράνοια. 

"Ευχαριστούμε που παρακολουθήσατε τις ειδήσεις των 8".

Friday, 20 July 2012

Γρήγορη Ζωή

Γρήγορα αμάξια.
Γρήγορες γυναίκες.
Γρήγορο περπάτημα.
Γρήγορο φαγητό.
Γρήγορες σχέσεις.
Γρήγορες ερωτήσεις.
Γρήγορες απαντήσεις.
Γρήγορες σπουδές.
Γρήγορο πτυχίο.
Γρήγορη ανεργία.
Γρήγορη εξαθλίωση.
Γρήγορη αυτοκτονία.

Ο τρόπος του να ζεις γρήγορα.

Thursday, 12 July 2012

Ηλιοβασίλεμα

Καθόμουν ώρα εκεί, στην άκρη του μεγάλου βράχου που υψωνόταν πάνω από τη θάλασσα.

Καθώς καθόμουν και περίμενα, άναψα ένα τσιγάρο.

-Αφού δεν καπνίζεις.
-Μπορείς να σκάσεις; Άσε με τουλάχιστον να το κάνω όπως θέλω εγώ.

Τράβηξα μια βαθιά τζούρα και το βλέμμα μου στράφηκε στον ήλιο που εκείνη την ώρα, έκανε σιγά σιγά τη βουτιά του στη θάλασσα. Κοίταξα την κατακκόνινη πύρινη σφαίρα που εκείνη την ώρα, άγγιζε απαλά τα κύματα και γινόταν ένα με τον απέραντο ωκεανό χαρίζοντας του το βαθύ κόκκινο χρώμα της, αυτό το τόσο μοναδικό της δώρο. Τα δυο πιο ισχυρά της φύσης, συνδύαζαν τέλεια τις δυνάμεις τους για να δημιουργήσουν αυτό το υπέροχο θέαμα, αυτό τον μαγευτικό πίνακα ζωγραφικής που εδώ και αιώνες τόσοι δημιουργοί έχουν αποτύχει να αποτυπώσουν στην εντέλεια.

-Ωχου, αρχίσαμε τις μαλακίες πάλι, ε;
-Να πας στο διάολο. Άσε με ήσυχο επιτέλους.



Τράβηξα μια δεύτερη τζούρα. Η θάλασσα εκείνη την μέρα δεν ήταν ούτε πολύ άγρια, ούτε πολύ ήρεμη: όπως ακριβώς έπρεπε. Έκλεισα τα μάτια μου. Άκουσα τους ρυθμικούς παφλασμούς των κυμάτων. Η μόνη μουσική που θα μπορούσε να συνοδεύσει τόσο αρμονικά αυτή την εικόνα.

-Γίνεσαι γελοίος, το ξέρεις; 
-Σκάσε.

Τρίτη τζούρα. Το μέρος αυτό ήταν εκπληκτικό ως είχε, αλλά αποκτούσε μια ιδιαίτερη σημασία, καθώς ήταν το πιο αγαπημένα της σημείο συνάντησης.

Περίμενα εκεί, για αρκετή ώρα, τόσο που πολλά από τα φανταστικά μου τσιγάρα τελείωσαν.

-Δεν θα 'ρθει ούτε και σήμερα, το ξέρεις έτσι; Δεν θα ξανάρθει ποτέ. 
-Έχεις δίκιο. Είσαι μαλάκας, αλλά έχεις δίκιο.
-Πάμε λοιπόν;
-Πάμε.


Έτσι εγώ και ο πιο λογικός μου εαυτός φύγαμε από εκείνο το μέρος της φαντασίας μου, αφού μαζέψαμε πρώτα τις γόπες.

Wednesday, 11 July 2012

Ο Κωστάκης με τη μεγάλη μύτη

O Κωστάκης είχε πολύ μεγάλη μύτη. Για την ακρίβεια ο Κωστάκης είχε την πιο μεγάλη μύτη στην τάξη του. Ίσως και στο σχολείο ολόκληρο.

 Η μύτη του Κωστάκη ήταν τόσο μεγάλη, που όλη η τάξη τον κορόιδευε για το μέγεθός της. Ήταν τόσο μεγάλη που το μέγεθός της είχε αποτελέσει κέντρο συζητήσεων, αστείων, κοροϊδίας και καζούρας, σε βαθμό που οι συμμαθητές του Κωστάκη ανάλωναν αρκετή ώρα από τα διαλείμματά τους για να τον κοροϊδεύουν για το μέγεθός της μύτης σου. Παρατσούκλια όπως "ο μυτόγκας"  και ατάκες του τύπου "Κοιτάξτε! Το παιδί με την πιο μεγάλη μύτη στην τάξη" έπεφταν βροχή κάθε φορά που κάποιος έβλεπε τον Κωστάκη στο προαύλιο του σχολείου, ενώ δεν έλειπαν τα σχόλια σχετικά με τις υπερφυσικές ικανότητες που σίγουρα θα έχει μια τόσο μεγάλη μύτη.

Ο Κωστάκης δεν τους κρατούσε κακία σε κανέναν  γι' αυτό. Ποτέ δεν διαμαρτυρόταν και μάλιστα πολλές φορές και ο ίδιος γελούσε με τα αστεία που γινόντουσαν για το μέγεθος της μύτης του. Του το 'λεγε συνέχεια και η μητέρα του άλλωστε: "ποτέ σου να μην κρατάς κακία σε κανέναν και για τίποτα".

Ήταν μια φορά μονάχα, όταν είχε πρωτοείχε έρθει στο σχολείο, που είχε πει κάτι στη δασκάλα του για το ζήτημα με τη μύτη του και εκείνη εξήγησε σε όλα παιδιά με αυστηρό ύφος ότι "είναι ανεπίτρεπτο να κοροϊδεύουν τους συμμαθητές τους", μα εκείνα δεν σταμάτησαν να τον κοροϊδεύουν -μάλιστα άρχισαν να τον κοροϊδεύουν ακόμη περισσότερο. Τότε ήταν που ο Κωστάκης σκέφτηκε ότι μάλλον το να κοροϊδεύουν την μύτη του τους άρεσε τόσο πολύ που δεν θα σταματούσαν, και άρχισε και αυτός να γελάει με την μύτη του.



Μια μέρα, Κωνσταντίνου και Ελένης ήταν, ο Κωστάκης έφερε σε όλη την τάξη (συμπεριλαμβανομένης και της δασκάλας) γλυκά που είχε φτιάξει με τα χεράκια του και τα μοίρασε σε όλη την τάξη.

 Λίγη ώρα αργότερα όλη η τάξη  (συμπεριλααμβανομένης και της δασκάλας) έπεφτε νεκρή από το ποντικοφάρμακο που είχε βάλει ο Κωστάκης μέσα στα γλυκά.

"Ναι, τώρα δεν υπάρχει αμφιβολία, έχω την πιο μεγάλη μύτη στην τάξη", είπε ο Κωστάκης αφού σιγουρεύτηκε ότι όλοι στην τάξη του (συμπεριλαμβανομένης και της δασκάλας) είχαν πεθάνει.

Sunday, 8 July 2012

Μικρές Γειτονιές

"Εγώ μερικές φορές βαριέμαι να με βιάζει ο πατέρας μου, αλλά εκείνος επιμένει",
είπε ο Κωστάκης όταν η δασκάλα τους ζήτησε να φτιάξουν μία πρόταση το ρήμα "βαριέμαι".

Όλη η τάξη έμεινε με ανοιχτό το στόμα συμπεριλαμβανομένης και της δασκάλας η οποία αρέσκονταν  στο να υμνεί  συχνά - πυκνά την υπέροχη διαπαιδαγώγηση και την οικογένεια του Κωστάκη. 

Τα υπόλοιπα έγιναν πολύ γρήγορα. Αστυνομία, δημοσιογράφοι, αρμόδιες υπηρεσίες του δήμου,  υπηρεσίες του δήμου που δεν είχαν καμία αρμοδιότητα, η κυρία Κική που είχε το απέναντι μπακάλικο και κάτι άνθρωποι που είχαν στρίψει κατά λάθος στο στενό βρέθηκαν μέσα σε σε λίγα λεπτά έξω από το σπίτι του Κωστάκη και της οικογένειάς του.

Τελικά η παρεξήγηση λύθηκε μετά από λίγη ώρα:

απ' ότι φαίνεται, "βιάζω" για τον Κωστάκη σήμαινε "ταΐζω", όπως του είχαν πει οι γονείς του όταν ο Κωστάκης είχε ρωτήσει τη σημασία της συγκεκριμένης λέξης - μιας και είχαν θεωρήσει ότι ήταν πολύ μικρός "για να σπηλώσουν το αμόλυντο παιδικό μυαλουδάκι του με 'κακές λέξούλες' ", όπως δήλωσε χαριτολογώντας η μητέρα του στις κάμερες, παίζοντας ταυτόχρονα με μια μπούκλα από το φρεσκοβαμμένο μαλλί της.

Παρόλα αυτά, και αν και ο πατέρας του Κωστάκη εν τέλει γλίτωσε τη φυλακή, και αθωώθηκε στα μάτια των αρχών και των μίντια, κανείς στην γειτονιά δεν του μιλούσε πια.

Ξέρετε, άλλωστε, πώς είναι αυτές οι μικρές γειτονιές. 



Wednesday, 4 July 2012

Μπροστά.

Έτρεχε αποφασισμένος, με το βλέμμα του καρφωμένο μπροστά. Μόνο μπροστά. Ούτε πίσω, ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Ήξερε πολύ καλά ότι σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να κοιτάς μόνο μπροστά. Ήξερε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν υπάρχει χρόνος για δεύτερες σκέψεις, δεν υπάρχει χρόνος για πισωγυρίσματα. Ήξερε ότι δεν έχεις την πολυτέλεια να κοντοσταθείς και να γυρίσεις πίσω. Δεν μπορείς καν να σταματήσεις, έστω και για λίγα δευτερόλεπτα, και να κοιτάξεις πίσω. Δεν μπορείς να ξανασκεφτείς τίποτα, να αναρωτηθείς τί πήγε στραβά, και τί θα μπορούσες να έχεις κάνει καλύτερα. Δεν γίνεται να κάτσεις και να αναλογιστείς τις δικές σου ευθύνες και ενδεχομένως πώς θα μπορούσες να είχες αποτρέψει αυτή την τροπή της κατάσταση. Όχι, δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω. Έστω και για λίγο. Δεν έπρεπε να κοιτάς καν πίσω. Έτσι έκανε και αυτός τώρα. Προχωρούσε, τρέχοντας και κοιτώντας μπροστά.

Γιατί από πίσω του ερχόταν ένας τεράστιος μπλε δεινόσαυρος έτοιμος να τα γαμήσει όλα. 

Sunday, 1 July 2012

Ο κύριος Όχι - όχι

Μια φορά και έναν καιρό, κάπου στον πλανήτη Γη, ζούσε ο κύριος Όχι - όχι.

Ο κύριος Όχι - όχι ήταν ένας πραγματικά ιδιότροπος άνθρωπος. Ήταν ένας από αυτούς τους ανθρώπους που είναι δύστροποι, δεν έχουν φίλους γιατί μισούν βαθιά όλους τους άλλους ανθρώπους, και συνηθίζουν να περνάνε όλη τους την ημέρα στα μεγάλα σκοτεινά και μοναχικά σπίτια τους. Ήταν ένας από αυτούς τους ανθρώπους που λένε σε όλα "όχι".

Για την ακρίβεια, ο κύριος Όχι - όχι είχε αναπτύξει μια μοναδική τακτική: 'ελεγε σε όλα δύο φορές "όχι", μιας και ήξερε πόσο επίμονοι μπορούν να γίνουν οι άνθρωποι όταν θέλουν να κάνεις το δικό τους. 'Ετσι ο κύριος Όχι - όχι είχε εξοπλιστεί με εκείνη τη μοναδική τακτική, να λέει όχι και ξανά όχι ακόμη και όταν ο συνομιλητής του επέμενε για κάτι, και με αυτό τον τρόπο κατάφερνε να μην κάνει σε κανέναν καμία χάρη. Κατάφερνε να τον αφήνουν όλοι στην ησυχία του.

Άλλωστε το Όχι - όχι δεν ήταν το πραγματικό του όνομα: ήταν το παρατσούκλι που του είχαν βγάλει οι γείτονές του λόγω της συνήθειάς του να λέει στα πάντα δυό φορές όχι.


Μια φορά, που ο κύριος Όχι - όχι είχε πάει στο μπακάλικο να πάρει γάλα και ψωμί, γνώρισε την κυρία Θες - θες - θες.

Η κυρία Θες - θες - θες ήταν μια πραγματική ευχάριστη παρουσία, κοινωνική και φιλική με τους πάντες. Ήταν από αυτούς τους ανθρώπους που το σπίτι τους είναι πάντα γεμάτο με άλλους ανθρώπους, με μουσική και ζεστασιά. Ήταν από αυτούς τους ανθρώπους που λένε στα πάντα ναι, και απαιτούν και από τους άλλους να κάνουν το ίδιο.

Άλλωστε το Θες - θες - θες δεν ήταν το πραγματικό της όνομα, μα το παρατσούκλι που της είχαν βγάλει οι γείτονές της λόγω της συνήθειας που είχε να επιμένει μέχρι να πείσει τον άλλον να κάνει αυτό που ήθελε. Γι' αυτό το λόγο η κυρία Θες - θες - θες ρωτούσε πάντα το συνομιλητή της τρεις φορές για το οτιδήποτε, μέχρι δηλαδή ο άλλος να βαρεθεί και να της απαντήσει καταφατικά.


Η κυρία Θες - θες - θες λοιπόν, είδε τον κύριο Όχι - όχι στο μπακάλικο και της άρεσε πολύ. Έτσι τον πλησίασε και με μια τυχαία αφορμή, έπιασαν τη συζήτηση. Δεν άργησε η ώρα που η κυρία Θες - θες - θες πρότεινε κάτι στον κύριο Όχι - όχι κάτι σαν καφέ ή δείπνο. Ο κύριος Όχι - όχι όπως ήταν φυσικό απάντησε "όχι" και η κυρία Θες - θες - θες, όπως ήταν επίσης φυσικό, επέμεινε. Ο κύριος Όχι - όχι απάντησε και πάλι "όχι", και μετά από λίγο η κυρία Θες - θες - θες τον ξαναρώτησε.

Σε εκείνο το σημείο ο κύριος Όχι - όχι τα 'χασε. Δεν είχε ξανασυνατήσει ποτέ στη ζωή του άνθρωπο που να επιμείνει τόσο πολύ για κάτι, δεν είχε ξαναγνωρίσει άνθρωπο που να αντέξει τόσο μαζί του. Δεν ήξερε τι να πει, δεν είχε ιδέα πως θα αντιδράσει. Συγχυσμένος καθώς ήταν, ο κύριος Όχι - όχι απάντησε στην πρόταση της κυρίας Θες - θες - θες με ένα αδιάφορο ανασήκωμα των ώμων.

Λίγες ώρες μετά, ο κύριος Όχι - όχι δειπνούσε με την κυρία Θες - θες - θες σε κάποιο πανάκριβο εστιατόριο. Και αυτό ήταν μόνο η αρχή: από τότε και έπειτα, πολλές ήταν εκείνες οι προτάσεις στις οποίες ο κύριος Όχι - όχι απαντούσε με ένα ανασήκωμα των ώμων, πολλά ήταν εκείνα τα οποία η κυρία Θες - θες - θες τον "έπειθε", ή όπως συνήθιζε να λέει ο ίδιος αργότερα "τον παρέσερνε χρησιμοποιώντας ύπουλα και υποχθόνια μέσα", να κάνει.


Κάπως έτσι η κυρία Θες - θες - θες μπήκε στη ζωή του κύριου Όχι - όχι, και η αλήθεια ήταν ότι αυτή άλλαξε πολύ. Πλέον ποτέ δεν έμενε μόνος στο σπίτι του, το σπίτι του δεν ήταν πια σκοτεινό και έπαψε να μισεί όλους τους ανθρώπους.

Να φανταστείτε ότι ο κύριος Όχι - όχι σταμάτησε να λέει σε όλα "όχι". Για την ακρίβεια, στην γειτονιά άρχισαν να τον φωνάζουν κύριο Ναι - ναι.

Ώσπου, μια μέρα, ο κύριος Όχι - όχι και η κυρία Θες - θες - θες τσακώθηκαν πολύ άσχημα. Ο λόγος δεν ήταν και πολύ συγκεκριμένος . Σήμερα, το μόνο που θυμάται ο κύριος Όχι - όχι είναι ότι σχετιζόταν με την "αλλαγή".  

Μετά τον τσακωμό τους, ο κύριος Όχι - όχι και η κυρία Θες - θες - θες δεν ξαναειδωθήκαν ποτέ.
Ο κύριος Όχι - όχι ήταν τόσο στενοχωρημένος που κλείστηκε στο σπίτι του για μέρες, βδομάδες, μήνες ολόκληρους. Το σπίτι του ξαναέγινε σκοτεινό και ξανάρχισε να μισεί τους ανθρώπους, όπως παλιά.

Πέρασε πολύς, πάρα πολύς καιρός, μέχρι ο κύριος Όχι - όχι να ξαναβγεί από το σπίτι του.

Εκείνη τη μέρα που ξαναβγήκε όμως, ο κύριος Όχι - όχι  περπατούσε στο δρόμο με ένα περίεργο χαμόγελο σιγουριάς. Περπατούσε στο δρόμο στητός, σίγουρος και ικανοποιημένος με τον εαυτό του. 

Στους ανθρώπους πλέον συστηνόταν ως κύριος Όχι - όχι - όχι, και ήταν πολύ χαρούμενος με την ιδέα  του αυτή. (Η ιδέα του αυτή ήταν μια πολύ έξυπνη ιδέα, έλεγε και ξανάλεγε από μέσα  του ο κύριος Όχι - όχι - όχι, μιας και θα τον προφύλασσε από μελλοντικά λάθη.)

Έτσι περπατούσε λοιπόν και συστηνόταν, ο κύριος Όχι - όχι - όχι.

Σίγουρος και  ικανοποιημένος με τον εαυτό του, μα ταυτόχρονα ελπίζοντας βαθιά μέσα του ότι δεν θα αργήσει ο καιρός που θα βρεθεί στο δρόμο του η κυρία Θες - θες - θες - θες.