Monday, 28 November 2011

Με λένε Ηλία και έχω χοντρό κώλο

Κάθε πρωί, ξυπνάω κατά τις εφτά,εφτάμιση το αργότερο.  Αν είμαι τυχερός, προλαβαίνω τα παιδιά πριν ξυπνήσουν και έτσι καταφέρνω να μπω στο μπάνιο πρώτος και να κάτσω με την άνεσή μου. Κατά τις οκτώ, οκτώ και τέταρτο το αργότερο, μπαίνω στο αμάξι μου -ένα παλιό Renault, μπλε, δίπορτο, μη φανταστείτε τίποτα τρομερό- και ξεκινάω να πάω στη δουλειά. Αν πάλι ξυπνήσουν τα παιδιά και με προλάβουν, τότε τα πράγματα είναι άσχημα. Μερικές φορές παίζουν με τις σαπουνάδες και τις οδοντόκρεμες στο μπάνιο με αποτέλεσμα να καθυστερώ πιο πολύ. Τότε θυμώνω λίγο αλλά δεν τους φωνάζω, γιατί είμαι καλός πατέρας.

Η δουλειά είναι κέντρο, μια μεγάλη επιχείρηση και εγώ μένω προάστεια κοντά. Όταν είμαι τυχερός, δεν έχει κίνηση κι έτσι προλαβαίνω. Όταν έχει κίνηση, ψιλοκολλάω λίγο, πολλά αμάξια βρίσκονται τριγύρω, και όλοι οι οδηγοί είναι εκνευρισμένοι. Ώρες ώρες κάποιος οδηγός δίπλα μου εκνευρίζεται, ε άνθρωπος είναι και αυτός, καταλαβαίνετε, και αρπάζεται μαζί μου. Αλλά δεν φταίει αυτός, ούτε εγώ φταίω, η κίνηση και τα πολλά αμάξια είναι αυτά που μας τσαντίζουν. Κάθε φορά στο τέλος, συνήθως αφήνω τον άλλο να με βρίζει και δε λέω τίποτα,το αφήνω να περάσει έτσι, γιατί είμαι καλός άνθρωπος.

Τέτοιες φορές είναι που αργώ πολύ στη δουλειά μου, φτάνω βιαστικός, και τρέχω να ξεκλειδώσω το γραφείο μου. Αν τυχόν με περιμένουν πελάτες, ή ακόμη χειρότερα,ουρά πελατών τότε όλοι με κοιτάνε με ένα σχεδόν δολοφονικό ύφος και δεν είναι λίγοι αυτοί που με βρίζουν, μου φωνάζουν και με κάνουν σκουπίδι. Εγώ πάντα προσπαθώ να σταματάω ευγενικά τη συζήτηση, να το αφήσω να περάσει έτσι, γιατί είμαι ευγενικός άνθρωπος. Στρώνομαι ευθύς αμέσως στη δουλειά, για να προσπαθήσω να εξυπηρετήσω όσο περισσότερους γίνεται. Τα χειρότερα έρχονται αργότερα, όταν ο προϊστάμενος μάθει ότι άργησα από τυχόν παρατηρήσεις δυσαρεστημένων πελατών: τότε έρχεται αυτοπροσώπως στο γραφείο μου, μου φωνάζει με αυτή την αγριοφωνάρα του, με βρίζει και με απειλεί με απόλυση και μείωση του μισθού μου. Τότε εγώ δεν λέω τίποτα, παρά γνέφω σιωπηλά και καταφατικά το κεφάλι, και το αφήνω να περάσε, γιατί είμαι καλός εργαζόμενος.

Συνήθως σχολάω στις πέντε ακριβώς, εκτός αν το αφεντικό μου πει για καμιά υπερωρία. Τότε εγώ πάλι γνέφω καταφατικά το κεφάλι, και την κάνω, ελπίζοντας από μέσα μου ότι θα την πληρωθώ. Με τις υπερωρίες η δουλειά τελιώνει κατά τις εξήμιση και τότε πέρνω το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι. Τέτοιες ώρες το απόγευμα και ιδιαίτερα Δευτέρες και Τετάρτες δεν έχει πολλά αμάξια στο δρόμο, οπότε φτάνω σχετικά γρήγορα.

Στη γειτονιά μου, κοντά στο σπίτι, έχει ένα μίνι μάρκετ κι ένα ζαχαροπλαστείο. Τις περισσότερες φορές, σταματάω και στα δύο, να πάρω τίποτα για το σπίτι ή κανά γλυκό για τα παιδιά. Το ζαχαροπλαστείο ειδικά είναι πολύ γνωστό και πάντοτε όταν πάω, έχει μια τεράστια ουρά από πελάτες. Εγώ πάντα περιμένω υπομονετικά στην ουρά να εξυπηρετηθώ και μερικές φορές τυχαίνει κάποιος βιαστικός και θρασύς να μου πάρει με ένα σπρώξιμο τη θέση. Εγώ βέβαια ποτέ δεν λέω τίποτα και το αφήνω να περάσει έτσι, γιατί είμαι καλός γείτονας.

Όταν πια φτάσω σπίτι αργά το απόγευμα, εξαντλημένος, τις περισσότερες φορές ακούω τα παιδιά μου να τσακώνονται και τη γυναίκα μου να τους φωνάζει. Συνήθως μόλις ακούσει το άνοιγμα της πόρτας, με ρωτάει επίμονα πού ήμουν, γιατί δεν την πήρα τηλέφωνο, και αν τυχόν έχω τσιμπήσει κάτι έξω, μου φωνάζει και αναρωτιέται δυνατά για ποιόν μαγειρεύει. Εγώ πάντοτε προσπαθώ να την αγνοώ και να απαντάω μονολεκτικά, γιατί είμαι καλός σύζυγος.

Το μόνο που με ενδιαφέρει όταν μπαίνω σπίτι μου, εκεί που καρφώνεται πάντα το βλέμμα μου είναι το σαλόνι. Μόλις ξεμπερδεύω με τους τσακωμούς, ξαπλώνω πάντα στον αγαπημένο μου καναπέ και ανοίγω την τηλεόραση για δω λίγο και να χαλαρώσω.

Ευτυχώς που υπάρχει και αυτή η ρημάδα η τηλεόραση.

2 comments:

  1. Και τώρα σκεψου την Ανθή να διαβάζει δυνατά τον τίτλο της ιστορίας σου.
    Γιατί ο τίτλος είναι άμεσα εμπνευσμένος απ'την Ανθή.

    ReplyDelete