Sunday, 26 June 2011

Το νόημα της ζωής

O Γ. κοίταξε την καλύβα που υψωνόταν ολομόναχη στην κορφή του βουνού. Ο δρόμος ήταν μακρύς και δύσβατος, αλλά δεν τον ένοιαζε. Μετά από χρόνια ολόκληρα, είχε επιτέλους βρει τον προορισμό του. Όλα τα στοιχεία του του έλεγαν ότι στην καλύβα που απείχε μόλις κάτι χιλιόμετρα κακοτράχαλου δρόμου μακριά του ζούσε ένας γεροσοφός ο οποίος κατείχε την απόλυτη γνώση: ήξερε ποιο είναι το νόημα της ζωής. Ξοδεύοντας τις τελευταίες του δυνάμεις άρχισε αποφασισμένος το δύσκολό του δρόμο.
Λίγες ώρες αργότερα,  χτυπούσε την ξύλινη πόρτα της παράγκας.

"Νιε;"
"Ο Γ. είμαι. Μπορώ να περάσω;"
"Α ναι, ναι...Σι πιρίμινα." ακούστηκε μια χαρακτηριστική χωριάτικη φωνή.
Και μόνο στο άκουσμα αυτής της φράσης, η καρδιά του Γ. φτερούγισε...τον περίμενε: απόδειξη ότι ο γέροντας ήταν όντως κάτι ιδιαίτερο.

Άνοιξε την πόρτα και έκανε ένα βήμα μέσα. Το εσωτερικό της καλύβας δεν ήταν αυτό που περίμενε, αν μη τι άλλο. Ούτε στοίβες με χαρτιά ούτε πεταμένα βιβλία, ούτε καν ένα μαγικό φίλτρο στα ράφια, που θα ήταν ένδειξη για τις μαγικές ιδιότητες του γέρου. Αντιθέτως η διακόσμηση ήταν κάτι παραπάνω από λιτή: ένα πέτρινο τζάκι, στο οποίο έβραζε ένα τσουκάλι αγνώστου περιεχόμενου, ένα κρεβάτι, ένας πάγκος με λίγα απαραίτητα προϊόντα και στο βάθος η κουνιστή καρέκλα που καθόταν ο γέροντας. Τον παρατήρησε λίγο καλύτερα. Είχε σκεπάσει τα πόδια του με μια αρκετά φθαρμένη καρώ κουβέρτα και στα γόνατά του γουργούριζε με ευχαρίστηση μια γάτα με λαμπερά μάτια. Αυτός ντυμένος, απλά με μικρά γυαλιάκια, απεριποίητο μακρύ μαλλί και φουντωτή, μακριά γενειάδα. Ρουφούσε με ευχαρίστηση την κυρτή του πίπα. Εντάξει, η εμφάνιση δεν τον απογοήτευε τόσο - ίσως είχε κάποια ελπίδα.

"Κάθισ' αγόρι μ" είπε ο γέροντας και του έδειξε το κρεβάτι του, βγάζοντάς τον απότομα από τη σκέψη του, "να βάλ' ένα τσάγι;"
Ο Γ. κάθισε και έγνεψε αρνητικά. Είχε φτάσει τόσο κοντά στην απάντηση του ερωτήματος που τον βασάνιζε τόσα χρόνια, στον απόλυτο σκοπό του που οτιδήποτε άλλο του φάνταζε περιττό.
Ο γέρος τον κοίταξε διερευνητικά από πάνω ως κάτω. Υπήρξαν κάποια δευτερόλεπτα σιωπής.
"Υπάρχει λόγος που ήρθα ξέρετε" είπε ο Γ. μετά από κάποια ώρα.
"Του υποθέτ'... Και ποιός ιν' αυτός, άν επιτρέπετ' δηλαδής, γιέ μ';"
Κι άλλα δευτερόλεπτα σιωπής. Για τον Γ. ήταν πολύ περιέργο το συναίσθημα ό,τι μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα, στην επόμενη λέξη ή φράση που θα ξεστόμιζε ο γέρος οι κόποι τόσων χρόνων θα ανταμείβονταν. Σχεδόν δεν μπορούσε να το χωνέψει.
"Θέλω να μάθω το νόημα της ζωής."
"Και ήρθες σι ΄μέν';  Γιατί περικαλώ;" Ο Γ. ξαφνιάστηκε. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Μάλλον ο γέροντας δεν είχε ακούσει καλά. Βέβαια, αυτό ήταν, δεν εξηγούνταν αλλιώς.
"Τί γιατί; Είπα ότι θέλω να μάθω το νόημα της ζωής...Με διαβεβαίωσαν ότι εσείς το ξέρετε." έσπευσε να ξεστομίσει.
Ο γέρος άρχισε να γελάει. Δυνατά. Γελούσε για ώρα. Ο Γ. είχε μπερδευτεί. Δεν καταλάβαινε. Ήταν ίσως πιο αινιγματικό και συνάμα απογοητευτικό γέλιο που είχε ακούσει ποτέ του.
"Ωχοχο...Μάλλον κάποιος σου έπαιξ' φάρσα γιε μ', δεν κατέω μπιτ ποιο ιν' του νόημ' της ζωής."
Ο Γ. δεν μπορούσε να πιστέψει στ' αυτιά του.
"Μα, μα...Εσείς ξέρατε ό,τι θα 'ρθω...Μένετε εδώ, απομονωμένα..." ψέλλισε.
"Χοχοχο...Ναι, του τραβάει του κλίμ'. Ίσους να 'πις ούτι ίμι κάποιος σοφός, υποθέτ'. Που μέν' μόνος τ', κάν' μάγια, κι τέτοια, α; Καλά, τα πρόβατα όξου διν τα δ΄ς; Βουσκός ιμ' παλκάρ μ'...Βουσκός..."







Ήταν μία από τις χειρότερες φράσεις που είχε ακούσει ο Γ. ποτέ του. Δεν πίστευε στα αυτιά του. Τον είχαν κοροϊδέψει...Τόσα χρόνια, τόσος κόπος και επιτέλους νόμισε ότι το ταξίδι του θα έφτανε επιτέλους στον προορισμό του...Δεν γινόταν, δεν μπορούσε να είναι αλήθεια, δεν γίνεται να είναι όλα ψέμματα, όχι...

Αμήχανα έπιασε το σακίδιο του. Έτρεξε έξω κοπανώντας στην πόρτα. Βγήκε στο μονοπάτι και άκουσε βελάσματα προβάτων. Λίγα μέτρα πιο δεξιά, στον λοφίσκο, είδε μια στάνη. Σκατά.

"Ιέπ!" Ο Γ. γύρισε απότομα. Είδε τον γέρο να είναι ένα - δυο μέτρα πιο πίσω του. Τον πλησίασε.
"Ξερ'ς μπουρεί να ΄μ γερ'ς, να μην ιμ' γραμματιζούμενος, αλλά μιας κι έκαν'ς τόσουν δρόμ' ίσους να σου λαλήσω πέντ - έξ' πράμματα  που έμαθα τούσα χρόνια στα βουνά...Να σι ανταμείψ' κάπως βρε αδερφε.." O Γ. ξεφύσηξε δυνατά. Δεν είχε και τίποτα να χάσει.
"Για πες λοιπόν."
Ο γέρος τον πλησίασε. Σήκωσε το χέρι του και έδειξε την καρδιά του.

"Το νόημα της ζωής βρίσκεται στην καρδιά μας;"
Ο γέρος γέλασε.
"Όχι, όχι η ζωή δεν είναι τόσο κλισέ." απάντησε και πρόσθεσε "Αν θες να μάθεις το νόημα της ζωής δεν υπάρχει. Και ακόμη πιό σίγουρα δεν υπάρχει άνθρωπος που το γνωρίζει." Η φωνή και το ύφος του γέρου είχαν αλλάξει τελείως. Φάνταζε διαφορετικός, πιο επιβλητικός. Ο Γ. τον κοίταξε απορημένα.

"Όλοι μας επιλέγουμε κάτι, κάποιον δρόμο στη ζωή, θέτουμε ένα δικό μας σκοπό. Αυτό είναι και το προσωπικό μας νόημα. Εγώ για παράδειγμα, επέλεξα να βοσκάω πρόβατα. Αν με ρωτήσεις λοιπόν ποιό είναι το νόημα της ζωής μου, θα σου πω:  'να βοσκάω πρόβατα'. Εσύ πάλι μάλλον επέλεξες να αναζητήσεις το νόημα της ζωής..." Σε αυτό το σημείο ο γέρος γέλασε λίγο.
"Ακούγεται αστείο αλλά μέχρι τώρα μάλλον αυτό ήταν το νόημα της ζωής σου. Και να σου πω την αλήθεια μάλλον δεν θα σου άρεσε να βοσκάς πρόβατα. Ούτε 'μένα να σκαρφαλώνω βουνά και να μιλάω με τρελούς γέρους". 
 Γ. τώρα τον κοιτούσε σκεπτικός. Άρχισε να αμφιβητεί το γεγονός ότι ο συνομιλήτης του ήταν ένας απλός βοσκός.

Ο μάλλον-λίγο-σοφός-τελικά γέροντας συνέχισε:
"Και έτσι κυλάει η ζωή. Θέτουμε το δικό μας νόημα κάθε φορά, και αυτό ακολουθούμε. Και αν τύχει και κάπως, κάποτε, για λίγο το νόημά μας, συμπέσει με κάποιου άλλου, τα μονοπάτια μας διασταυρώνονται και τότε για  λίγο γινόμαστε συνοδοιπόροι...Έτσι φτιάχνονται οι ανθρώπινες σχέσεις. Ο μοναχικός δρόμος είναι πιο δύσκολος. Θέλεις πάντα κάποιον να σε κρατάει σε περίπτωση που σκοντάψεις." Ο Γ. είχε πέσει πλέον σε βαθιά σκέψη.

"Έτσι είναι γιε μου, νόημα της ζωής δεν υπάρχει...Το νόημα το δίνουμε εμείς, είναι αυτό για το οποίο παλεύουμε κάθε φορά απεγνωσμένα. Και πολλές φορές δεν καταφέρνουμε τίποτα. Όμως τελικά μάλλον το ταξίδι είναι αυτό που μετράει...Εκεί είναι που κερδίζουμε τα περισσότερα".
Ο Γ. αναλογίστηκε την πορεία του μέχρι τώρα. Ο γέρος είχε δίκιο. Είχε κερδίσει πολλά. Τον κοίταξε σιωπηλός περιμένοντας τί είχε ακόμη να πει...

"Αυτά είχα να σου πω..Νομίζω έβαλα ένα τέρμα στο δρόμο σου, ήρθε η ώρα λοιπόν παιδί μου να βρεις ένα καινούριο νόημα...Καλό δρόμο" έσφιξε με τα ροζιασμένα χέρια του τους ώμους του και τον φίλησε σταυρωτά.
"Γέροντα σ'ευχαριστώ πάρα πολύ για τις κουβέντες σου..Αλλά έχω μια απορία....Όλα αυτά τα έμαθες από το να βοσκάς πρόβατα;" 
Ο γέρος κοίταξε προς την στάνη.

" Ίσους", του απάντησε.
"Εσύ τί θα κάνεις; Θα κάτσεις εδώ για πάντα;"
" Αυτούνα είν' του νόημά μ'" του είπε. Χαμογέλασε πλατιά και γύρισε να φύγει προς το σπίτι του.

Ο Γ. άρχισε να περπατάει αργά. Δεν είχε απογοητευτεί, όπως νόμιζε. Όχι, όχι. Το κάθε άλλο. Ένιωθε μια περίεργη ικανοποίηση μέσα του. Τελικά ίσως είχαν δίκιο. Τελικά ο περίεργος γέροντας ίσως ήξερε όντως το νόημα της ζωής. Πλέον ήταν ξεκούραστος, και μάλλον ευχαριστημένος. Ένιωθε πλέον κενός νοήματος, μα και τόσο γεμάτος. Αύριο θα ήταν μια νέα μέρα για αυτόν, στ'αλήθεια.

Καθώς απομακρυνόταν από την καλύβα, βελάσματα και βουκολικά τραγούδια αντηχούσαν στ' αυτιά του.

Γύρισε για να δει τον γέρο μια τελευταία φορά. Αλλά εκείνος είχε εξαφανιστεί.

No comments:

Post a Comment