Saturday, 30 June 2012

Να φεύγει το χέρι

Ο Αλέκος ήταν γκόμενος της Άννας. Άννα εστί φίλη κολλητή, τόσα πολλά χρόνια που έχω χάσει το λογαριασμό. Αλέκος εστί τυπάκι από αυτά τα  που ξέρουν πώς να αρχίζουν, να συνεχίζουν και να σταματήσουν τη συζήτηση σε ποιόν να πούν τί, καθώς και πότε ακριβώς να το πουν. Τυπάκι από αυτά τα τόσα κοινωνικά, που σε κάνει να μην απορείς που εσύ είσαι αντικοινωνικός μιας και καταλαβαίνεις ότι όλη η κοινωνικότητα του κόσμου πρέπει να έχει συγκεντρωθεί σε κάτι τέτοιους τύπους.

Με την Άννα και τον Αλέκο κάναμε παρέα κολλητή όλα τα φοιτητικά μας χρόνια, μιας και εκείνη ήταν κολλητή μου και εκείνος γκόμενος της κολλητής μου. Καφέδες, αράγματα, βόλτες, έξοδοι σε μπαρ, έξοδοι σε ταβέρνες, κι άλλες βόλτες, όλες τις δημιουργικές δραστηριότητες των φοιτητών, δηλαδή, τις κάναμε μαζί. Τώρα που το σκέφτομαι δεν υπήρχε λεπτό της φοιτητικής μου ζωής που να μην το μοιράστηκα με την Άννα και τον Αλέκο. Δεν υπήρχε λεπτό που να μην το μοιραζόμασταν, εκτός από τα λίγα ρομαντικά ρεντεζ - βουζ (σικ) που έβγαινα με το άλλο φύλο και τις ώρες που πηγαίναμε σχολή (τις λίγες φορές που το κάναμε, εθιμοτυπικά), που τότε ήμουν μόνο με τον Αλέκο, μιας και οι δυο μας ήμασταν συμφοιτητές στο Φυσικό ενώ η Άννα σπούδαζε φιλόλογος, φιλόσοφος ή κάτι τέτοιο (ποτέ δεν κατάλαβα τί ακριβώς).

Που λέτε έτσι ευχάριστα περνούσαμε τα φοιτητικά μας χρόνια, ο Αλέκος, η Άννα και 'γω. Και επειδή όλα τα ωραία δεν είναι και μόνο ωραία, κάπου κάπου (τρεις φορές το χρόνο για την ακρίβεια) ερχόταν και ο διαολεμένος καιρός της εξεταστικής. 

Όπως ίσως θα έχετε καταλάβει, ο Αλέκος, η Άννα και εγώ, εγώ, η Άννα και ο Αλέκος, δεν ήμασταν και ακριβώς "υποδείγματα" φοιτητή. Έτσι,θα περίμενε κανείς, ότι η εξεταστική δεν θα ήταν και η πιο ευχάριστη περίοδος για μας. Εξεταστική, θα περίμενε κανείς, ότι για μας θα σήμαινε "περίοδος-που-λιώνω-στοδιάβασμα-ή-(και)-ξύνω-τ'αρχίδιαμου-και-στο-τέλος-παίρνω-ακριβώς-αυτά-στην-συντριπτική-πλειοψηφία-των-μαθημάτων".

Περιέργως, το παραπάνω ίσχυε αποκλειστικά για μένα. Η Άννα, τα πήγαινε λίγο καλύτερα, μιας και η σχολή της ήταν αντικειμενικά για τον πούτσο.

Ο Αλέκος, από την άλλη, αποτελούσε τρανή εξαίρεση. Ήταν το φωτεινό παράδειγμα φοιτητή, η μετενσάρκωση του "τα κάνω όλα και συμφέρω", μιας και τα περισσότερα μαθήματα κάθε εξεταστικής, δεν τα περνούσε απλώς, μα έπαιρνε και καλούς βαθμούς.

Κάθε φορά εγώ και λοιποί συμφοιτητές μέναμε μαλάκες με τις επιδόσεις του. Και κάθε φορά, δεδομένου του ότι αφού περνούσαμε κάθε δευτερόλεπτο της ζωής μας μαζί και ποτέ δεν τον έβλεπα να διαβάζει ιδιαίτερα, τον ρωτούσα: "Ρε μαλάκα, πώς το κάνεις αυτό; " και εκείνος μου απαντούσε με μία φυσικότητα "Ρε, είναι απλό. Δεν χρειάζεται και πολύ διάβασμα. Απλώς σε κάθε μάθημα πρέπει να λύνεις ασκήσεις. Πολλές ασκήσεις. Όσο περισσότερες γίνεται. Να φεύγει το χέρι στην εξέταση" και εγώ μετά αναρωτιόμουν "Τί στο διάολο; Αφού ούτε ασκήσεις λύνεις" αλλά το κρατούσα για τον εαυτό  μου.

Ο καιρός περνούσε λοιπόν, οι εξεταστικές το ίδιο και εγώ κάθε φορά ρωτούσα τον Αλέκο "Ρε μαλάκα, πώς το κάνεις αυτό; " και εκείνος μου απαντούσε  "Ρε, είναι απλό. Δεν χρειάζεται και πολύ διάβασμα. Απλώς σε κάθε μάθημα πρέπει να λύνεις ασκήσεις. Πολλές ασκήσεις. Όσο περισσότερες γίνεται. Να φεύγει το χέρι στην εξέταση." και η ζωή συνεχιζόταν με τα καλά της και τα κακά της, και την Ελλάδα να μην ξαναφτάνει στον τελικό του Euro. 




Ώσπου σε μια εξεταστική, μετά από κάποια αποτελέσματα, είχα ξεκινήσει να πάω στο γραφείο της κ. Παπαπαύλου για να διαμαρτυρηθώ. Η κ. Παπαπαύλου ήταν μια από αυτές τις καθηγήτριες, που αφού πρώτα έχεςι δώσεις το μάθημά τους 14 φορές, έρχεται η φορά εκείνη που έχεις διαβάσει εφτά χιλιάδες ώρες, κόβεις το κεφάλι σου ότι έχεις περάσει, μόνο και μόνο για δεις μετά ένα "0.8" να πας στο γραφείο της για να ζητήσεις αναβαθμολόγηση να σου δείξει αυτές τις σωστές λύσεις των θεμάτων και εσύ να νομίσεις ότι σου δείχνει κινέζικα. 


Μόλις έφτασα στο γραφείο της και πήγα να χτυπήσω για να μπω μέσα, άκουσα κάτι περίεργες φωνές.  Βάζοντας το αυτί μου στην πόρτα σιγουρεύτηκα ότι ήταν η κ. Παπαπαύλου, την οποία το δίχως άλλο, σκοτώνανε εκείνη την ώρα. Αμέσως γύρισα το χερούλι της πόρτας, μα ήταν κλειδωμένη, όπως ήταν λογικό. Ποιός αξιοπρεπής δολοφόνος θα άφηνε την πόρτα ξεκλείδωτη; 


Γρήγορα σκέφτηκα ότι ο δράστης θα ήταν σίγουρα κάποιος αγανακτισμένος 9ετής φοιτητής ο οποίος θα είχε πρώτα εμπλακεί στο διάλογο "-Σας παρακαλώ, έχω γράψει 4.95, περάστε με για να πάρω πτυχίο, είναι το τελευταίο μου μάθημα./-Όχι, δεν θα σε περάσω ποτέ, θα πεθάνεις εδώ μέσα."
Το έμφυτο φοιτητικό μίσος για τους σαδιστές καθηγητές πάλεψε λίγο με την έμφυτη ανθρώπινη αλληλεγγύη που μόνο εγώ πιστεύω ότι όλοι οι έχουμε, για να νικήσει το δεύτερο.

Αμέσως σκέφτηκα ότι εφόσον η αστυνομία δεν θα έφτανε εγκαίρως, θα έπρεπε να δράσω μόνος, ως άλλος Σβαρτσενέγκερ, με τη διαφορά ότι μετά δε θα γινόμουν κυβερνήτης. Έτσι έψαξα για ένα βαρύ αντικείμενο και το μάτι μου έπεσε στον κοντινό πυροσβεστήρα.

Χωρίς πολλά πολλά, και με πρωτόγνωρη για μένα δύναμη, άρπαξα τον πυροσβεστήρα και άρχισα να τον κοπανάω με μανία την πόρτα.

Η πόρτα έσπασε αρκετά γρήγορα, όπως ήταν φυσικό: ήταν κοινό μυστικό άλλωστε, ότι οι εργολάβοι είχαν κάνει τρελές κομπίνες με τα υλικά του κτιρίου του Φυσικού.

Όταν μπήκα μέσα, και καταλάγιασε η σκόνη (δεν υπήρχε αλλά χρησιμοποιείται εδώ χάρην λυρικότητας της περιγραφής) και το πριονίδι, το θέαμα που αντίκρυσα ήταν αποτρόπαιο:

Η κ. Παπαπαύλου ήταν γυμνή ξάπλα ανάσκελα πάνω στο γραφείο της, και εκείνος που ήταν απο πάνω της έχοντας χώσει ένα εντυπωσιακά μεγάλο μέρος του χεριού του in her privates που λένε και οι φίλοι μας οι Εγγλέζοι, δεν ήταν άλλος από τον Αλέκο, τον γκόμενο της κολλητής μου.

Κοιταχτήκαμε για λίγα δευτερόλεπτα, η κ. Παπαπαύλου, ο Αλέκος και εγώ, εγώ, ο Αλέκος, και η κ. Παπαπαύλου, και ύστερα σοκαρισμένος, χωρίς να βγάλω μιλιά, γύρισα πλάτη, βγήκα από το γραφείο της ακολασίας, έκλεισα το κομμάτι της πόρτας που είχε απομείνει στον μεντεσέ, και απομακρύνθηκα με αργά αλλά μεγάλα βήματα.

Η αλήθεια είναι, πάντως, ότι το χέρι του Αλέκου "έφευγε" μια χαρά.

No comments:

Post a Comment