Saturday, 14 April 2012

Ο καλός Χριστούλης


Δυο χιλιάδες  χρόνια πριν, σε μια όχι και τόσο μακρινή χώρα της Ανατολής, γεννήθηκε ο καλός Χριστούλης. Η κατάσταση που επικρατούσε σε αυτή την χώρα δεν διέφερε και πάρα πολύ από την κατάσταση στις περισσότερες χώρες του κόσμου σήμερα: Υπήρχε πείνα, φτώχεια και εκμετάλλευση των φτωχών από τους πλούσιους.

Οι φτωχοί γονείς του καλού Χριστούλη (σ.σ. τουλάχιστον η μητέρα του, γιατί  μέχρι και σήμερα υπάρχουν αμφιβολίες για την ταυτότητα του πραγματικού του πατέρα) έφτασαν σε μια πόλη εκείνης της όχι και τόσο μακρινής χώρας νύχτα,  μετά από μεγάλο ταξίδι. Ο φερόμενος ως πατέρας του Χριστούλη ήταν μαραγκός, δουλειές τότε δεν είχε (ποιος είχε χρήματα να χτίσει  με ξύλο άλλωστε;), οπότε ούτε λόγος για ξενοδοχεία και τέτοια.

Έμειναν λοιπόν σε έναν σταύλο, ενός μικρομεσαίου πανδοχέα, ο οποίος σε μια προσπάθεια να αποτινάξει μερικές από τις τύψεις του για την βολεμένη ζωή που ζούσε, είπε να δώσει για μια φορά στη ζωή του άσυλο σε άπορους. Δεν είχε ιδέα ότι από εκείνη την μέρα και έπειτα αυτή του η πράξη θα γινόταν κάτι σαν έθιμο της αντίστοιχης περιόδου για την υπόλοιπη ιστορία της ανθρωπότητας.

Εκεί η μητέρα του καλού Χριστούλη, η Μαρία, σκεπάστηκε με άχυρα για να μην κρυώνει και ο φερόμενος ως πατέρας του Χριστούλη, Ιωσήφ, την χάιδευε μέχρι να γεννήσει.

Ήταν στ’αλήθεια ένας πολύ καλός άνθρωπος ο μαραγκός Ιωσήφ. Παρόλο που ήξερε ότι το παιδί δεν ήταν δικό του, παρόλο που ήξερε ότι η Μαρία τον είχε απατήσει και ύστερα είχε κουκουλώσει την εγκυμοσύνη της με μια ηλίθια δικαιολογία του τύπου «το έμβρυο βρέθηκε μαγικά μες στην κοιλιά μου, αλήθεια σου λέω!» , ο Ιωσήφ περίμενε αυτό το παιδί με την ίδια ανυπομονησία όπως ακριβώς θα το περίμενε αν ήταν δικό του.

Λίγες ώρες και πολλούς πόνους μετά,  ο καλός Χριστούλης γεννήθηκε, μέσα σε μια ατμόσφαιρα που ξεχείλιζε θαλπωρή από τον συνδυασμό της ανιδιοτελής αγάπης των γονιών του και των καυτών χνώτων των αγελάδων και των λοιπών ζώων.

Σε ένα τέτοιο, ταπεινό μέρος γεννήθηκε ο καλός μας Χριστούλης: ένα μέρος που ήταν προάγγελος της ταπεινότητας του ίδιου.

Αμέσως μετά την γέννησή του τον επισκέφτηκαν, λέει, πάρα πολλοί: βοσκοί που χάριζαν την μητέρα του Μαρία ταθρεφτάρια τους αλλά  και άλλοι, επισκέπτες από μέρη μακρινά.

Ανάμεσα σε αυτούς ξεχώρισαν τρεις πάρα πολύ πλούσιοι άνθρωποι οι οποίοι του έκαναν τρία πολύ ξεχωριστά δώρα: λίγο μύρο, λίγο χρυσό και λίγο λιβάνι, δώρα καθαρά συμβολικά, τα οποία δεν αποτελούσαν παρά ένα πενιχρό μερίδιο του αμύθητου πλούτου τους.  Η πράξη τους αυτή διατηρήθηκε μέχρι και στις μέρες μας και είναι γνωστή ως «φιλανθρωπία».

Έτσι περνούσε ο καιρός, και ο καλός Χριστούλης μεγάλωνε. Λεφτά πολλά η οικογένειά του δεν είχε να τον στείλει στο σχολείο, έτσι από μικρός αναγκάστηκε  να δουλεύει στο ξυλουργείο του πατέρα του. Στο ξυλουργείο του πατέρα του γνώρισε αγάπη και στοργή σχεδόν απ’ όλο τον κόσμο. Έναν κόσμο φτωχό μα καλόκαρδο. Στο ξυλουργείο έμαθε ο καλός Χριστούλης την τέχνη του μαραγκού: είδε από κοντά πόση δουλειά έκανε ο πατέρας του για τους πιο πλούσιους της πόλης, και πόσα λίγα λεφτά έπαιρνε ως ανταμοιβή για τα σπίτια και τα έπιπλα που τους έχτιζε.

Δούλευε πολλές ώρες ο καλός Χριστούλης: Όλο το πρωί και λίγο από το μεσημέρι. Ύστερα γύριζε πίσω αποκαμωμένος και πολλές φορές, καθώς έφτανε στο κατώφλι του σπιτιού του, συναντούσε διάφορους άντρες. Συναντούσε διάφορους άντρες κατά καιρούς στο κατώφλι του σπιτιού του ο καλός Χριστούλης: ήταν άντρες, που αναγνωρίζοντας την κακή οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόταν η οικογένεια του καλού Χριστούλη, επισκεπτόντουσαν την μητέρα του, καθόντουσαν για λίγο μαζί της και της ύστερα της άφηναν χρήματα. Μερικοί από αυτούς, πιο καλοί, ερχόντουσαν πιο συχνά και άφηναν και περισσότερα χρήματα.

«Πάλι καλά που υπάρχουν και αυτοί», σκεφτόταν ο καλός Χριστούλης, που έδειχνε ιδιαίτερη συμπάθεια για αυτούς που ερχόντουσαν πιο συχνά. Αν δεν υπήρχαν και αυτοί, τα πράγματα θα ήταν ακόμη πιο δύσκολα για μας, έλεγε συχνά από μέσα του.

Έτσι ο καλός Χριστούλης μεγάλωνε: μεγάλωνε και έβλεπε την οικογένειά του να δουλεύει  όλο και πιο σκληρά, όλο και πιο σκληρά, μα ποτέ να μην έχει αρκετά χρήματα.
Ο καλός Χριστούλης αναγνώριζε ότι αυτό ήταν πολύ άδικο και για αυτούς αλλά και για όλες τις οικογένεις των φίλων του πατέρα του που βρισκόντουσαν στην ίδια κατάσταση. Ο καλός Χριστούλης ένιωθε βαθιά μέσα του, πως ήταν χρέος του να σταματήσει αυτή την αδικία.

Έτσι, μια μέρα, ανακοίνωσε το σχέδιό του στους γονείς του: «Μητέρα και Ιωσήφ (από την μέρα που έμαθε ότι δεν ήταν ο πραγματικός του πατέρας δεν τον ξαναφώναξε ποτέ μπαμπά, κάτι που κάθε φορά πλήγωνε λίγο τον φτωχό μαραγκό) ,  τόσα χρόνια μου σταθήκατε και σας ευχαριστώ για αυτό. Όμως το μέλλον μου δεν είναι σε αυτή την πόλη. Θέλω να αλλάξω τον κόσμο». Οι γονείς του τον αγκάλιασαν, τον φίλησαν και του ευχήθηκαν «καλή τύχη». Στην μητέρα του καλού Χριστούλη  δεν έκαναν καθόλου εντύπωση τα φιλόδοξα σχέδια του γιου της: πάντοτε έλεγε ότι αυτό το παιδί δεν είναι σαν τα άλλα, ότι είναι για μεγάλα πράγματα. Ούτως ή άλλως, βαθιά μέσα της πίστευε ότι δεν πρόκειται παρά για μια νεανική τρέλα,  και ότι σύντομα θα ξαναγύριζε σε αυτήν.

Έτσι, λοιπόν, ο καλός Χριστούλης ξεκίνησε το μεγαλεπήβολο ταξίδι του για να σώσει τον κόσμο από την αδικία, την φτώχεια και την εκμετάλλευση.


Και πράγματι, το ταξίδι του καλού Χριστούλη ήταν όντως μεγαλεπήβολο:
πήγαινε από πόλη σε πόλη και μιλούσε στον κόσμο. Μιλούσε στους φτωχούς, στους εργαζόμενους και τους έλεγε ότι όλοι είναι ίσοι μεταξύ τους, και ότι όλοι πρέπει να είναι αγαπημένοι.  Ότι δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν μεταξύ τους.


Ακόμη, διοργάνωνε συσσίτια για τους φτωχούς (κάτι που έμεινε στην ιστορία ως θαύμα  του διπλασσιασμού των ψωμιών και των ψαριών) εμπόδιζε όπως μπορούσε την επιβολή σκληρών φορολογικών μέτρων (κάτι που έγινε αργότερα γνωστό ως «η παραβολή του τελώνη» , και επιτιθόταν στην ασύστολη εμπορευματοποίηση των πάντων μεταφορικά και κυριολεκτικά. Και η αλήθεια είναι, ότι ήταν αρκετά χαρισματικός  και έπειθε.

Μιλούσε για μια εναλλακτική ζωή όπου όλοι θα ήταν αγαπημένοι και φιλιωμένοι. Δεν θα υπήρχαν πόλεμοι και η ζωή όλων θα ήταν ευτυχισμένη.

Πολύ σύντομα οι διδαχές του καλού Χριστούλη έγιναν γνωστές σε όλη την επικράτεια και πολλοί εντυπωσιάστηκαν από τα τόσο ασυνήθιστα  λόγια του. Παρόλα αυτά και αν και όλος ο κόσμος ήταν ήταν δυσαρεστημένος από τη ζωή του, από την αδικία και την ανισότητα, οι περισσότεροι των αντιμετώπιζαν ως ονειροπόλο στην καλύτερη, και ως παράφρονα στη χειρότερη.  Λίγοι, πολύ λίγοι ήταν αυτοί που τον πίστεψαν τόσο όσο να ακολουθήσουν τον ευγενή σκοπό του: μια παράδοση που ισχύει ακέραια μέχρι και στις μέρες μας.

Έτσι περνούσε ο καιρός, και  ο καλός Χριστούλης μαζί με τους 12 πιστούς ακόλουθούς του, μια αποφασισμένη μειοψηφία, κύρητταν παντού την δική τους, διαφορετική κοινωνία: μιλούσαν ξανά και ξανά για ισότητα, για ειρήνη και αμφισβητούσαν ευθέως την τότε άρχουσα τάξη.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και τα αντιδραστικά  λόγια του καλού Χριστούλη έφτασαν στα αυτιά της εν λόγω άρχουσας τάξης, τότε γνωστών ως Φαρισαίων, αργότερα ως φεουδαρχών και σήμερα ως επιχειρηματιών. Αυτά τα λόγια, που τόσο φανερά αμφισβητούσαν την εξουσία τους, ενόχλησαν τους Φαρισαίους, και αποφάσισαν ότι έπρεπε να θέσουν ένα τέρμα σε αυτό το «επαναστατικό παραλλήρημα» του καλού Χριστούλη και των μαθητών του.

Χωρίς να χάσουν πολύ χρόνο, οι Φαρισαίοι άρχισαν να στέλνουν έμπιστους υπαλλήλους τους στα μέρη όπου ο Χριστός έδινε τις ομιλίες τους. Οι υπάλληλοι αυτοί διείσδυαν κάθε φορά στο πλήθος και παρίσταναν ακροατές που ακούνε με ενδιαφέρον. Μετά το τέλος κάθε ομιλίας, προσπαθούσαν ν αα κάνουν ερωτήσεις όπως  «Μα πώς γίνεται να είναι όλοι ίσοι; Αφού ο κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός!» ή διαπιστώσεις του τύπου «Ένας καλός βασιλιάς μπορεί να διασφαλίσει ένα καλό μέλλον για όλους μας» σπέρνοντας τον σπόρο της αμφισβήτησης μέσα στο κοινό. Η πράξη αυτή έγινε αργότερα γνωστή ως «προβοκάτσια», και τα άτομα αυτά απέκτησαν την ονομασία «ασφαλίτες» ή «δημοσιογράφοι».

Αν και ο καλός Χριστούλης πάντοτε έδινε αφοπλιστικές απαντήσεις («ο άνθρωπος από τη φύση του είναι πλασμένος για να ζει ειρηνικά με τους άλλους», «οι άνθρωποι δεν γεννιούνται βίαιοι»), οι υπάλληλοι των Φαρισαίων κατάφερναν να πείθουν ολοένα και περισσότερο κόσμο, μιας και, για να λέμε και του στραβού το δίκιο, το λεξιλόγιο του Χριστούλη ,αν και ανατρεπτικό, ήταν ολίγον τι πολύπλοκο για τον κόσμο που στην πλειοψηφία του ήταν αναλφάβητος.


Το γεγονός ότι το κοινό των ομιλιών του καλού Χριστούλη όλο και μειωνόταν και το ότι το πλήθος αυτών που τον παρακολουθούσαν και τον αμφισβητούσαν ολοένα και αυξανόταν άρχισε να προβληματίζει έντονα και αυτόν και τους μαθητές του.

«Χωρίς τον κόσμο μαζί μας δεν θα καταφέρουμε να φτιάξουμε την κοινωνία που θέλουμε!» έλεγε συνεχώς ο καλός Χριστούλης.

Έτσι καθόντουσαν και έσπαγαν το κεφάλι τους ώρες για αυτό το ζήτημα, σκεπτόμενοι πώς θα μπορούσαν να πείσουν πάλι τον κόσμο, πώς θα μπορούσαν να αφαιρέσουν κάθε αμφιβολία για την αλήθεια αυτών που έλεγαν. Ώσπου, ένα απόγευμα…

«Το βρήκα!» φώναξε ο καλός Χριστούλης  ξαφνιάζοντας τους υπολοίπους.

«Θα διαδίδουμε τα ιδανικά μας όπως και πριν, όμως για να πείθουμε τον κόσμο, για να μην τα αμφιβάλλει ότι αυτά που λέμε είναι αλήθεια, θα λέμε ότι τα λόγια μας είναι τα λόγια ενός "θεού!"» είπε σε όλους ενθουσιασμένος.

Και κάπως έτσι γεννήθηκε η ιδέα του  «Θεού» . Μια ιδέα που απάλλαξε τον Χριστό από την ανάγκη να επιχειρηματολογεί υπέρ των πιστεύω του, μια ιδέα που έδιωξε τις αμφιβολίες από τα μυαλά και των πιο δύσπιστων.
Μάλιστα ο καλός Χριστούλης, έφτασε στο σημείο να διαδίδει ότι είναι ο ίδιος ο υιός του «θεού» και ότι τα λόγια αυτά δεν είναι δικά του, αλλά είναι του «θεού» και ότι αυτά απλώς τα μεταφέρει.

Το γεγονός ότι  την ισότητα, την ελευθερία, το τέλος της εκμετάλλευσης των πολλών από τους λίγους την υποστήριζε ένας «θεός» ήταν αρκετό για να πείσει τους πάντες. Ήταν αρκετό για να εξουδετερώσει την οποιαδήποτε «προβοκάτσια» των υπαλλήλων των Φαρισαίων. Αφού αυτά τα έλεγε ένας «θεός» και μάλιστα ένας «θεός», «τέλειος» και «παντοδύναμος»  ποιοι ήταν εκείνοι που θα τον αμφισβητούσαν;

Το σχέδιο του καλού Χριστούλη στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία, ο κόσμος που τον εμπιστευόταν αυξανόταν ραγδαία και εκείνος απέδιδε κάθε πράξη, κάθε φράση του στον «θεό». Πολύ σύντομα, ο «θεός», έγινε « Ο Θεός» και τα λόγια του έγιναν αδιάσειστα.

Το γεγονός ότι ο καλός Χριστούλης κέρδιζε με το μέρος του περισσότερους από ποτέ και ότι το αρχικό τους σχέδιο είχε αποτύχει, θορύβησε και πάλι τους Φαρισαίους, τους οποίους οι πιστοί σπιούνιοι  ενημέρωναν συνεχώς αναλυτικά.

Οι Φαρισαίοι αποφάσισαν ότι έπρεπε να περάσουν σε πιο δραστικά μέτρα. Γνώριζαν όμως, ότι μια εξώφθαλμη επίθεση ενάντια στον καλό Χριστούλη θα ξεσήκωνε βίαιες αντιδράσεις και ίσως και να είχε και αποτέλεσμα τον εκθρονισμό τους και την «επανάσταση» που προσπαθούσαν τόσο να αποφύγουν.

Έπρεπε να δράσουν πιο ύπουλα, πιο υποχθόνια και γρήγορα κατάλαβαν  πως:  επικοινώνησαν με ένα δικό τους άνθρωπο, μικρομεσαίο, που είχε καταφέρει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του καλού Χριστούλη και να διεισδύσει στον «κύκλο του» πιο βαθιά από καθένα,  λέγοντας δήθεν ότι ασπαζόταν τις «ανατρεπτικές ιδέες» του (σ.σ: γνωστός σήμερα ως «Ιούδας», «Ισκαριώτης» ή απλώς ως «προδότης»).  Του έκαναν ξεκάθαρο ότι ο καλός Χριστούλης έπρεπε να φύγει από την μέση με συνοπτικές διαδικασίες και του είπαν ότι σύντομα θα έστελναν ένοπλες δυνάμεις να τον συλλάβουν βάσει ψευδών κατηγοριών. Το μόνο που ζητούσαν από εκείνον ήταν να τους υποδείξει ποιός ακριβώς είναι, και τα υπόλοιπα θα τα αναλάμβαναν οι ίδιοι. Όλα αυτά φυσικά με το αζημίωτο (σ.σ: το ποσό που έλαβε είναι αδιευκρίνιστο, αλλά αναφέρεται στην ιστορία με τη συμβολική ονομασία «30 αργύρια»).

Βέβαια ο καλός Χριστούλης δεν ήταν ηλίθιος. Ήξερε από πριν ότι δεν μπορούσε να εμπιστεύεται μικρομεσαίους και ότι κάποια στιγμή θα τον πρόδιδαν (σ.σ.: γεγονός που αποκαλύπτεται με την γνωστή φράση "κάποιος από σας θα με προδώσει") όμως πίστευε ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει ειρηνικά. Μοιραίο σφάλμα, που έκαναν και αρκετοί μεταγενέστεροί του.

Έτσι λοιπόν, το σχέδιο των Φαρισαίων εξελίχθηκε χωρίς εμπόδια.
 Ένα βράδυ, καθώς ο καλός Χριστούλης και οι μαθητές του μετά από κουραστική μέρα «χαλάρωναν» σε ένα δάσος  (σ.σ. χαρακτηριστικά  αναφέρεται ότι ο εκείνη το βράδυ ο καλός Χριστούλης «είδε τον Θεό»), εμφανίστηκαν γύρω στους 20 πάνοπολους στρατιώτες.

Αμέσως, ο Ιούδας, θυμήθηκε τι έπρεπε να κάνει, και το πρώτο που ήρθε στο μυαλό στην κατάσταση που βρισκόταν ήταν να τον φιλήσει.  Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του, στη σκέψη του ότι λόγω αυτής της πράξης θα χεζόταν στο τάληρο.

Ένα ακόμη σχέδιο (των Φαρισαίων αυτή τη φορά) στέφθηκε με τόση επιτυχία, που παρόμοιες πρακτικές σύλληψης (μετά από ρουφιανιά) εξασκούνται μέχρι και στις μέρες μας.

Έτσι λοιπόν, ο καλός Χριστούλης  συνελλήφθη, βασανίστηκε και στο τέλος καταδικάστηκε σε θάνατο σε μια σικέ δίκη, επιβαρυμένος ένα σορό ψευδές κατηγορίες (σ.σ.: π.χ. ,μεταξύ άλλων, ότι ήθελε να γίνει «βασιλιάς της Ιουδαίας»).

Οι μαθητές του επίσης εκδιώχθηκαν βίαια, καθώς οι Φαρισαίοι ήθελαν να εξαλείψουν οποιοδήποτε «αντιδραστικό στοιχείο».

Οι εναπομείναντες μαθητές του προσπάθησαν να ξαναξεσηκώσουν  τον κόσμο ταξιδεύοντας από χώρα σε χώρα.

Σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να συνεχίσουν το έργο του, άρχισαν να διαδίδουν ότι ο καλός Χριστούλης "αναστήθηκε". Ο κόσμος πείστηκε για την είδησή αυτή  (σ.σ.: και παραμένει πεισμένος μέχρι και σήμερα), κάτι που δεν ήταν και ιδιαίτερα δύσκολο, μιας και ο καλός Χριστούλης ήταν ο "Υιός του Θεού".

Όμως  όπως όλοι ξέρουμε, μετά από μια αντεπανάσταση η απογοήτευση είναι τόσο μεγάλη και οι συνθήκες τόσο αντίξοες που εν τέλει, όλες οι προσπάθειες των μαθητών του καλού Χριστούλη έπεσαν στο κενό.

Βέβαια, παρά τον θάνατό του, ο καλός Χριστούλης είχε καταφέρει να σπείρει στον κόσμο τον καρπό της «ισότητας» και της «δημοκρατίας».

Oι ιδέες του καλού Χριστούλη παραμένουν μέχρι και σήμερα, άλλοτε αυτούσιες, άλλοτε διαστρεβλωμένες από την ιδέα του «θεού» που ο ίδιος είχε εισάγει.

Χίλια οκτακόσια εβδομήντα ένα χρόνια μετά τη γέννησή του και πολλά μίλια δυτικά της Ιουδαίας,άλλωστε, ήταν  και η πρώτη φορά που έγιναν και πράξη.


No comments:

Post a Comment