Magic Bus

Σταθμός. Φτάνω. Ο φωτεινός πίνακας γράφει τα δρομολόγια. Ή και δεν τα γράφει. Ανάλογα με τα κέφια του. Ανακοίνωση. "Στις 16:30 το λεωφορείο 102 θα αναχωρήσει για Αθήνα από το διάδρομο 2". Κοιτάζω τους διαδρόμους. Υπάρχουν μόνο 2. Ο ένα και ο δύο. Η απόστασή τους είναι - δεν είναι 2 μέτρα. Πρακτικά δηλαδή να το δεις, αν βρίσκεσαι στον ένα, μπορείς να δεις και τον δύο. Και τούμπαλιν. Είναι περιεργη χώρα η Ελλάδα. Σάπιο περιεχόμενο με φανταχτερό περιτύλιγμα.

Ένα ζευγάρι φιλιέται παθιασμένα. Αυτός μόλις έφτασε. Ή αυτή μόλις φεύγει. Ή έφτασαν και οι δύο. Ή φεύγουν και οι δύο. Κάτι τέτοιο τέλος παντων. Μια καθαρίστρια περνάει. Κάνω στην άκρη. Τραγουδάει και μαζεύει φύλλα. Μαζεύει φύλλα και τραγουδάει. Ένα τραγούδι για την αγάπη που θυμίζει φύλλα. "Α, ρε, ριζώσαμε εδώ χάμω..." Μονολογεί. "Ε εσύ! Που ήρθες εδώ; Θα σε βρίσουν οι ταξιτζήδες!". Κοιτάω εκεί  που απευθύνεται. Ένα αστικό λεωφορείο, με ταμπέλα σβηστή και δρομολόγιο άγνωστο έχει παρκάρει ανάμεσα στον διάδρομο 1 και στο πάρκινγκ των ταξί . Ποιός ξέρει γιατί; Ίσως να ζήλεψε τα υπεραστικά λεωφορεία και να προσπαθεί να τους μοιάσει. Ίσως να εκτελεί κάποιο νέο, πιο φθηνό και πιο επικίνδυνο υπεραστικό δρομολόγιο με σκοπό ακόμη μεγαλύτερο κέρδος. Δεν βαριέσαι. Κανείς δεν μπορεί να τα ξέρει όλα. Κάποια πράγματα πρέπει να τα αφήνεις στην τύχη τους.
Το ζευγαρι δίπλα τσακώνεται.

-...τότε που είχαμε τσακωθεί για τις πετσέτες!
-Ναι, αλλά τελικά βγήκα από πάνω!
-Ε, γυρίσαμε πίσω, όπως είχα πει! Έγινε το δικό μου!
-Μμμ...

Τσακωμός στην μνήμη ενός παλιότερου τσακωμού. Ο άντρας νίκησε. Η κοπέλα θύμωσε. Μια πικρή νίκη. Η ιστορία επαναλαμβάνεται.
 Κοιτάω την καθαρίστρια. Πάλι μονολογεί. Για τον καιρό που δουλεύει εδώ. Για τα λεφτά που  παίρνει. Λόγια που θα έπρεπε να πει σε κάποιον αλλά τελικά τα λέει στον εαυτό της. Όπως όλοι. Ή σχεδόν όλοι. Την προσοχή μου αποσπούν μπλε ανθρωπάκια που τριγυρίζουν το σταθμό. Σεκιουριτάδες. Άλλοι, αποτυχημένοι μπάτσοι. Άλλοι, άνθρωποι απεγνωσμένοι για δουλειά. Σοβαρό και βαριεστημένο ύφος αντίστοιχα. Σχεδόν αδύνατο να τα ξεχωρίσεις.

Μπαίνω μέσα στο σταθμό. 

"Φιλαράκι, έχεις πενήντα λεπτά να πάρω κάτι να φάω;"
"Όχι ρε φίλε, δεν έχω".

Έχει πλάκα η ιστορία με τα πενηντάλεπτα. Παλιά έλεγες "όχι δεν φίλε δεν έχω" και σκεφτόσουν "έχω αλλά δεν γουστάρω να σου δώσω". Οι ναρκομανείς σε κοιτούσαν δύσπιστα και κάποιοι σε έβριζαν κιόλας. Τώρα λες "δεν έχω" και η αλήθεια δεν απέχει και πολύ. Οι ναρκομανείς φεύγουν μετά την πρώτη άρνηση.

Γκισέδες. Στους γκισέδες υπάλληλοι -  ρομπότ επαναλαμβάνουν μηχανικές κινήσεις. Εκδίδουν εισητήρια για τον παράδεισο. Επικυρώνουν τις επιθυμίες φυγής του κάθε πικραμένου. Είναι οι Άγιοι Πέτροι επί των σταθμών του ΚΤΕΛ. Το ταξίδι σου τελικά εξαρτάται από τις διαθέσεις του υπαλλήλου - ρομπότ. Έχουν τεράστια εξουσία στα χέρια τους αλλά δεν το ξέρουν. Όπως όλοι. Ή σχεδόν όλοι.

Κοιτάω τα βλέμματά τους. Πελάτης, πισί, ρέστα, υπερπέραν. Κάτι ψάχνουν στο υπερπέραν. Ίσως τα όνειρα για τη ζωή που είχαν κάποτε. Όνειρα που χάθηκαν μέσα σε γκισέδες και μηχανικές κινήσεις.

Κοιτάω τους επίδοξους ταξιδιώτες. Παλιά το ταξίδι ήταν ευτυχία. Έβλεπες πρόσωπα λαμπερά, χαμόγελα. Και τώρα υπάρχουν. Αλλά μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Οι περισσότεροι ταξιδεύουν λόγω κάποιας υποχρέωσης. Οι περισσότεροι ταξιδεύουν όσο πιο λίγο γίνεται. Δεν είναι ότι δεν θέλουν. Είναι ότι δεν μπορούν.

Οι μελλοντικοί επιβάτες των υπεραστικών λεωφορείων μετράνε τα χρήματά τους. Όπως όλοι. Οι υπάλληλοι - ρομπότ κοιτάνε διαδοχικά το πισί, το εισητήριο, τον πελάτη και τα λεφτά. Και πάλι από την αρχή. Βεβαιώνονται πως όλοι φέρουν τα διαπιστευτήρια που απαιτούνται για τα εισητήρια που διεκδικούν. Και είναι αυστηροί σε αυτό. Οι περισσότεροι υπάλληλοι και ελεγκτές είναι αυστηροί. Απαιτούν επίδειξη ειδικής κάρτας για την έκδοση μειωμένου εισητηρίου. Βεβαιώνονται ότι οι ιδιοκτήτες των λεωφορείων δεν θα χάσουν ούτε ευρώ. Η αυστηρότητα των υπαλλήλων των ελεγκτών και των σεκιουριτάδων διασφαλίζει την τήρηση της τάξης και την κερδοφορία των ιδιωτών που έχουν τα ΚΤΕΛ. Είναι να λυπάσαι που δεν βγάζουν και οι ίδιοι τίποτα.

Περνάω όλους τους απαραίτητους ελέγχους. Είμαι καθαρός. Μπαίνω στο λεωφορείο. Σκέφτομαι πως τα λεωφορεία είναι σαν τη ζωή. Τα πάντα μπορούν να παρομοιαστούν με τη ζωή. Αρκεί να έχεις όρεξη.

"Συγγνώμη, μήπως μπορείτε να κάνετε στην άκρη να περάσω γιατί έχω το 24;"
Κοιτάω. Είναι μια γυναίκα. Κάθεται ήδη στο 24. Εγώ κάθομαι στο 23, δηλαδή στη θέση μου. Οι αριθμοί είναι σαφείς. Αυτή νομίζει ότι το 23 είναι το 24. Kαι το αντίστροφο.
Την κοιτάω πιο προσεκτικά. Άσχημα έντονο μακιγιάζ, εκτυφλωτικό κόκκινο κραγιόν, λεοπάρ φόρεμα.
"Ναι, μάλιστα" απαντάω και κάθομαι στο 24 προκειμένου να την αφήσω να περάσει στο υποθετικό 24 που είναι η θέση μου. Μερικές φορές στη ζωή είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσεις ακόμη και τα πιο απλά πράγματα.

Το λεωφορείο γεμίζει. Σαρανταεννιά άνθρωποι ετοιμοι να ξεκινήσουν ένα  νέο ταξίδι, μια καινούρια περιπέτεια. Με προσμονή για τον προορισμό στον οποίο, σύμφωνα με τις πιθανότητες, μπορεί και να μην φτάσουν ποτέ.

Μπαίνει και ο οδηγός. Οι πόρτες κλείνουν. Οι σαρανταεννιά κοιτάζουν στο υπερπέραν. Ο ένας κοιτάζει στον καθρέφτη προκειμένου να ξεπαρκάρει.

Είναι τουλάχιστον περίεργο. Σαρανταεννιά άνθρωποι, ξένοι στη ζωή και ξένοι και μέσα στο λεωφορείο, καθονται σιωπηλά, περιμένουν υπομονετικά στα καθίσματά τους για τρεις ώρες.Την μοίρα σαρανταεννιά ανθρώπων, για τρεις ώρες, την ορίζει ο ένας.
Το λεωφορείο ξεκινάει. Ελπίζω να τα καταφέρουμε. 

Comments