Saturday, 23 April 2011

Καλή Ανάσταση

Ο ζητιάνος βρισκόταν καθισμένος στα μαρμάρινα σκαλιά της εκκλησίας όπως πάντα, όταν η καμπάνα χτύπησε χαρμόσυνα 12 φορές και η νύχτα έγινε μέρα από βεγγαλικά, πυροτεχνήματα, στρακαστρούκες και παντος είδους εκρηκτικά που δηλώνουν την υπέρμετρη χαρά των απανταχού πιστών και πυρομανών. Λίγα λεπτά αργότερα, η βαριά ξύλινη πόρτα άνοιξε και το ογκοδέστατο πλήθος των εκκλησιαζόμενων, πασιχαρών πλέον που ο Κύριός τους αναστήθηκε για ακόμη μία χρονιά και που έλαβαν το πολυπόθητο Άγιο Φως, πέρασε δίπλα του.
Κάποια ψιλά (πιο πολλά από τις περισσότερες φορες βεβαίως βεβαίως), λίγα "Καλό Πάσχα" και αρκετά βλέμματα γεμάτα προσποιητή θλίψη ήταν ό,τι άφησε το κοπάδι πίσω του.
Η πόρτα ξανάνοιξε τρεις ώρες μετά όταν τα κρεσέντα του ψάλτη, η έξοδος των τριών τελευταίων εναπομείναντων πιστών (οι υπόλοιποι είχαν και μία μαγειρίτσα να λατρέψουν, βλέπετε) καθώς και τα 2 τελευταία ευρώ της ημέρας σήμαναν την επίσημη λήξη της ιεροτελεστίας.
Ο ζητιάνος είχε συμμαζέψει το κασελάκι του, είχε διπλώσει την ταμπέλα που έγραφε με τεράστια κόκκινα γράμματα "ΠΙΝΑΟ" και ήταν έτοιμος να κινήσει προς το παγκάκι του, όταν η πόρτα ξανάνοιξε με ένα αργό τρίξιμο.
Ένα γενειοφόρο κεφάλι πρόβαλε διστακτικά και γύρισε προς το μέρος του. Σχεδόν αμέσως, ο παπάς κατέβηκε σιγά σιγά τα σκαλιά και τον πλησίασε γεμάτος συμπόνοια.
"Έλα" έγνεψε καλοσυνάτα ο παπάς, "δεν είναι σωστό τούτη την άγια μέρα να ξεπαγιάζεις έξω μόνος σου". "Έλα στο σπίτι μου να φάμε μαγειρίτσα με την οικογένειά μου".
"Να 'στε καλά" ήταν το μόνο που είπε ο ζητιάνος. Οι τυπικοί κανόνες ευγενίας που του επέβαλλαν να αρνηθεί είχαν διαλυθεί μετά από 60 χρόνια ζωής κάτω από το όριο της φτώχειας. Ούτως ή άλλως, στον τόσο καιρό που ζητιάνευε εκεί, πρώτη φορά του έκαναν παρόμοια πρόταση. Τρελός ήταν να αρνηθεί;
Ο παπάς χαμογέλασε και έτεινε το δάχτυλό του προς την BMW που ήταν παρκαρισμένη στο πεζοδρόμιο μπροστά από την εκκλησία. "Εκεί είναι το αμάξι μου. Έλα να με βρεις μόλις μαζέψεις τα πράγματά σου".

Η ώρα κατά τη διάρκεια του γεύματος κυλούσε αμήχανα και σιωπηρά με μόνες παραφωνίες τους ήχους των ρουφηγμάτων της μαγειρίτσας από τον παπά και του βιαστικού καταβροχθίσματος του φαγητού από τον ζητιάνο. Το τραπέζι ήταν τεράστιο και παρ'όλο που η παπαδιά και τα παπαδοπαίδια είχαν φάει και κοιμηθεί πριν  επιστρέψει ο παπάς, τα αποφάγια ήταν παραπάνω από αρκετά για να χορτάσουν και οι δύο.
Λίγα λεπτά αργότερα το γεύμα και των τσούγκρισμα αυγών ολοκληρώθηκε και οι δύο συνδαιτήμονες σχεδόν δεν είχαν αλλάξει κουβέντα πέραν των αυστηρώς τυπικών. Δεν ήταν ότι είχαν και κάποιο κοινό μεταξύ τους άλλωστε, περισσότερα τους χώριζαν παρά τους ένωναν. Παλιός σοβιετικός ο ένας, φωνή του Θεού επί της Γης ο άλλος, καταλαβαίνετε πως είναι αυτά. 
Αφού χόρτασε λοιπόν, ο ζητιάνος σκουπίστηκε, σηκώθηκε και είπε: "Νομίζω ήρθε η ώρα να φύγω".
"Είσαι σίγουρος; Μπορείς να μείνεις απόψε εδώ αν θες" είπε ο παπάς με μία εξώφθαλμα ψεύτικη ευγένια.
"Όχι, όχι. Αρκετά εκμεταλλεύτηκα την φιλοξενία σας. Και σας χιλιοευχαριστώ, να είστε καλά..." απάντησε με ειλικρινή ευγνωμοσύνη.
Ο παπάς χαμογέλασε. "Περίμενε λίγο". Έφυγε και μετά από δύο λεπτά ξαναγύρισε με την φούχτα του γεμάτη ψιλά. Την άδειασε μέσα στις προτεταμένες παλάμες του ζητιάνου. "Πάρε αυτά" του είπε, "είναι από το παγκάρι της εκκλησίας. Σήμερα γέμισε και η αλήθεια είναι ότι η εκκλησία μας δεν έχει και τόσες ανάγκες τον τελευταίο καιρό".  Ο ζητιάνος τον ξαναευχαρίστησε  και έκανε να φύγει. Ο παπάς τον συνόδεψε μέχρι την έξοδο της διώροφης μονοκατοικίας και του έσφιξε το χέρι.
"Καλή Ανάσταση", του είπε. "Και μην φοβάσαι, ο Θεός έχει για όλους. Θα έρθουν καλύτερες μέρες, θα το δεις."

"Σίγουρα", απάντησε ο ζητιάνος. "Θα έρθουν, ακριβώς σε έναν χρόνο από τώρα. Μόνο που θα είναι μία καλύτερη μέρα. Και θα είναι μόνο για εκείνη την μέρα."

No comments:

Post a Comment