Wednesday, 7 March 2012

Η Αννούλα

Στο δημοτικό ήταν αρκετά διαδεδομένη συνήθεια, τα αγόρια να βρίζουνε τα κορίτσια και το αντίστροφο. Μιλάμε για βρισίδι άγριο, ύπουλο και ζοφερό, βρισίδι βγαλμένο από τα βάθη της αβύσσου. Βρισίδι και μίσος. Ένα μίσος αρχέγονο, πρωτόγονο. Ώ θεέ μου, πόσο τις μισούσαμε!
Δυστυχώς δεν ξέραμε ότι αυτό θα το μετανιώναμε για τις επόμενες δεκαετίες της ζωής μας.

Εγώ παραδόξως, ήμουν αρκετά ήσυχος, ήμουν ακριβώς αυτό που οι μαμάδες αποκαλούσαν "φιλειρινιστής", και τα υπόλοιπα παιδάκια "μαλάκα". Ούτε έβριζα τα κοριτσάκια, ούτε πέτρες τους πετούσα, ούτε ξερίζωνα τα κεφάλια από τις Barbie (TM) τους γελώντας σατανικά, ούτε τίποτα.
Στα διαλείμματα δε, καθόμουν σε μια γωνίτσα, έτρωγα το κολατσιό μου, και 2 - 3 φορές τη βδομάδα τα υπόλοιπα παιδάκια με σαπίζαν στο ξύλο.

Το γιατί ποτέ δεν κατάφερα το απαντήσω, όμως αναπολώντας τα παιδικά μου χρόνια, θυμάμαι ότι αυτό τους γέμιζε χαρά, οπότε δεν κρατάω κακία.

Κατά τη διάρκεια των σχολικών μου χρόνων, γνώρισα και τον Στάθη. Ο Στάθης, ήταν ένα παιδί από αυτά τα οποία σου μένουν με τον χαρακτηρισμό "ο νταής του σχολείου".

Τέτοιος ήταν ο Στάθης, ένα παιδί υπερκινητικό και σαφώς πιο μεγαλόσωμο από τ' άλλα, που τουλάχιστον 12 ώρες από την ημέρα του τις περνούσε με το να παίζει μπάλα, μπάσκετ, χάντμπωλ, ποδόσφαιρο με κουτάκι και  κάθε λογής άθλημα που απαιτεί μπάλα και βιαιότητα. Τις υπόλοιπες ώρες τις περνούσε χτυπώντας και κλέβοντας κολατσιό από παιδάκια σαν εμένα.

Ο Στάθης ηγούνταν της μικρής αγέλης βαρβάρων που με χτυπούσε περιοδικά, όμως για κάποιο λόγο που δε συγκρατώ, κάποια στιγμή που μου διαφεύγει, γίναμε φίλοι.

Έτσι τα υπόλοιπα παιδάκια σταμάτησαν να με χτυπούν, να με κοιτούν υποτιμητικά σαν παιδί ενός κατώτερου θεού, και άρχισαν να με αντιμετωπίζουν ως ίσο (σχεδόν).
Άρχισα και εγώ λοιπόν να κοινωνικοποιούμαι και να επιδίδομαι σε δραστηριότητες φυσιολογικές για την ηλικία μου, όπως μπάλα στις πλατείες, πέταγμα νερατζιών σε παράθυρα, χτύπημα κουδουνιών σε αγνώστους και ανελέητο χλεύασμα κοριτσόπουλων.
Κάπου εδώ πρέπει να σημειώσω βεβαίως, ότι σχεδόν σε όλες τις δραστηριότητες και δη στην τελευταία ήμουν απλώς παρατηρητής, διότι ήμουν και ολίγον τι μαμούχαλος. Και έτσι, η ζωή κυλούσε ήσυχα, σχεδόν ευχάριστα.

Μέχρι που μια ηλιόλουστη μέρα, κατά τη διάρκεια του μεγάλου διαλείμματος, παίζαμε, ως συνήθως, μπάλα με τα υπόλοιπα αγοράκια, το θεσμοθετημένο πλέον ντέρμπυ "Τρίτη - Πέμπτη".
Τέρμα σε μας έπαιζε, ως συνήθως, ο πιο άχρηστος, δηλαδή εγώ.

 Δυο λεπτά πριν τελειώσει το διάλειμμα λοιπόν και ενώ το σκορ ήταν ισοπαλία (16 - 16), ο "διαιτητής" (δηλ. οι κραυγές του όχλου) ζητάει πέναλντυ και με λούζει κρύος ιδρώτας. Εκείνη τη στιγμή τα έχασα. Ήξερα ότι όλα κρίνονται από μένα. Το ματς, η υπόληψή μου, η συνέχεια της κοινωνικοποίησής μου., η υγεία της παιδικής μου ζωής.
Από το άγχος μου δεν έβλεπα μπροστά μου. Άκουσα μόνο το σφύριγμα ενός παιδιού που σηματοδοτούσε την εκτέλεση του πέναλντυ. Αστραπιαία και ενστικτωδώς αποφάσισα να "πέσω" προς τα αριστερά, όμως από το άγχος και την πλήρη ανικανότητά μου σε οποιοδήποτε άθλημα, παραπάτησα και έπεσα (στην κυριολεξία) στα δεξιά.
Για καλή μου τύχη όμως, ένιωσα την μπάλα να χτυπάει στα χέρια μου και κάπως έτσι έσωσα μια ολόκληρη τάξη από βέβαιη συντριβή.
Μόλις συνειδητοποίησα ότι η μπάλα βρισκόταν στα χέρια μου, εξεπλάγην. Άρχισα να ξαναβλέπω και το βλέμμα μου οδηγήθηκε σε αυτόν που εκτέλεσε τον πέναλντυ.

Ή μάλλον, σε αυτή που εκτέλεσε το πέναλντυ.
Γιατί ο παρολίγο σκόρερ ήταν το μοναδικό κοριτσάκι που έπαιζε μαζί μας μπάλα: ένα "Πεμπτάκι" με ξανθά μαλλάκια, πράσινα μάτια και sic ροζ φόρμα.

Μόλις την αντίκρυσα, τα 'χασα. Αγνόησα πλήρως τις φωνές που μου ζητούσαν επιτακτικά να τους δώσω τη μπάλα για να "τελειώσουμε το παιχνίδι" και το μόνο που έκανα ήταν να την κοιτάζω. Την κοίταζα για ώρα, μέχρι που το κουδούνι χτύπησε και οι συμμαθητές μου άρχισαν να με βρίζουν.

Η έκπληξή μου μεγάλωσε, όταν εκείνη με πλησίασε και μου είπε με περίσσιο νάζι
"Ωραία απόκρουση. Είσαι πολύ καλός".


Και κάπως έτσι γνώρισα και την Αννούλα. Η Αννούλα ήταν ένα από αυτά τα ιδιαίτερα κοριτσάκια τα οποία με κάποιον παράξενο τρόπο κατάφερναν να ξεφύγουν από το άσβεστο μένος των αγοριών, και έμεναν στο απυρόβλητο. Ήταν ένα από αυτά τα κοριτσάκια τα οποία αν και δεν ήταν ακριβώς "αγοροκόριτσα" κατάφερναν και  να παίζουν μπάλα και να παίζουν με Barbie εξίσου, να φοράνε φορεματάκια και να απολαμβάνουν παρόλα αυτά το σεβασμό των αγοριών. Ήταν ένα κοριτσάκι το οποίο θα μάθαινα πολύ αργότερα στη ζωή μου ότι χαρακτηρίζεται από τα υπόλοιπα αγοράκια ως "μουνάρα".

Ήταν αναπόφευκτο λοιπόν να την ερωτευτώ την Αννούλα, όσο μπορεί δηλαδή κανείς να ερωτευτεί πριν συμπληρώσει την πρώτη δεκαετία της ζωής του. Τότε μου φαινόταν ότι κατά κάποιον τρόπο ήμασταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλο, καθώς και οι δύο απολαμβάναμε τη συμπάθεια και του ανδρικού και του γυναικείου φύλου, και έκανα όνειρα για το πώς θα περνούσαμε την υπόλοιπη ζωή μας μαζί σ'ένα μικρό  σπίτι σε κάποιο λειβάδι (η σειρά με είχε επηρεάσει αρκετά). Πολύ αργότερα κατάλαβα ότι αυτό που έφταιγε στην πραγματικότητα ήταν ότι η Αννούλα μας περνούσε δύο χρόνια, και άρα ήταν "υπεραναπτυγμένη" για την ηλικία της (με ό,τι πρόστυχο συνεπάγεται αυτό).

Έτσι αρχίσαμε να μιλάμε και να κάνουμε κολλητή παρέα με την Αννούλα. Στα πλαίσια της παρέας αυτής γνώρισα και όλα τα κορίτσια της κοριτσοπαρέας της και έγινα αυτό που τα υπόλοιπα αγοράκια αποκαλούσαν "γκέη" και που πολύ αργότερα θα αποκαλούσαν "μουνοφύλακας". Κάπως έτσι έκοψα επαφές και με τα υπόλοιπα αγοράκια (κάποια από αυτά ξανάρχισαν να με δέρνουν σε περιοδική βάση, κάποια άλλα ξερίζωναν τα κεφάλια από τις Barbie (ΤΜ) μου) αλλά δεν με πείραζε καθόλου: από μικρός θεωρούσα τον εαυτό μου ρομαντικό και τον έρωτα την ύψιστη αρετή.

Οι μέρες και οι εβδομάδες περνούσαν και το άσβεστο πάθος μου για την Αννούλα μεγάλωνε. Καθώς ο έρωτας ωρίμαζε μέσα μου ταυτόχρονα με τον εαυτό μου μία σκέψη μόνο τριγυρνούσε στο παιδικό μυαλό μου :  να της ζητήσω να τα "φτιάξουμε".

Αλλά φοβόμουν. Φοβόμουν την απόρριψη, φοβόμουν την πιθανότητα η Αννούλα να μου πει "όχι". Ένιωθα ότι η παραμικρή άρνησή της θα ήταν αρκετή για να δώσω ένα τέλος στη ζωή μου, γιατί χωρίς αυτήν δεν είχα λόγο να συνεχίσω να ζω. Έτσι συνέχιζα να μην της λέω τίποτα και η καυτή φωτιά του έρωτα συνέχιζε να μου καταπίνει την αθώα παιδική καρδούλα μου.

Μέχρι που, μια μέρα, στο δεύτερο διάλειμμα, η Αννούλα με πλησίασε και μου ψιθύρισε στο αυτί να "πάμε στην τουαλέτα να μου δείξει κάτι".
 Εγώ πονηρεμένος καθώς ήμουν για την ηλικία μου, ήξερα πολύ καλά τι σημαίνει αυτό και ήξερα ότι όταν ένα αγοράκι δέχεται μια τέτοια πρόταση από ένα κοριτσάκι δεν πρέπει ποτέ, μα ποτέ, να λέει όχι.
Έτσι, ευχαρίστησα τους θεούς για την τύχη μου και ακολούθησα την Αννούλα με ανυπομονησία.

Μετά από λίγο, φτάσαμε στις γυναικείες τουαλέτες (ήταν οι πιο καθαρές), και η Αννούλα με κόλλησε στο τοίχο. Εγώ είχα δει την αντίστοιχη σκηνή σε πάρα πολλές ρομαντικές ταινίες, και ήμουν έτοιμος για όλα.
Όμως αυτό που ακολούθησε σίγουρα δεν υπήρχε σε καμία ρομαντική ταινία.
Από το πουθενά πετάχτηκε ο Στάθης ο οποίος με μια αστραπιαία κίνηση μου κατέβασε τα παντελόνια μου μαζί με τα σώβρακα. Σχεδόν ταυτόχρονα, 30 - 40 παιδιά στριμώχτηκαν γύρω γύρω, και να έμεναν να με κοιτάνε και να γελάνε δυνατά, σχεδόν βάρβαρα.

Τα γέλια τους τρυπούσαν το μυαλό και την ψυχή μου, ενώ με δάκρυα στα μάτια είδα τον Στάθη να καγχάζει, να αρπάζει την Αννούλα και να τη φυλάει παθιασμένα, στεβλώνοντας πέρα ως πέρα την τελευταία σκηνή κάθε ταινίας που σέβεται τον εαυτό της, όπου αυτό το κάνει ο "καλός" της υπόθεσης. Δεν πίστευα στα μάτια μου! Ο Στάθης και η Αννούλα τα είχαν!

Κλαίγοντας, και επειδή δεν μπορούσα να ξεφύγω λόγω του πλήθους που είχε μαζευτεί κλειδώθηκα σε μια τουαλέτα μέχρι που το κουδούνι χτύπησε, τα γέλια σταμάτησαν, και ο όχλος επέστρεψε στις τάξεις του για μάθημα.
Έκατσα εκεί μέχρι που ήρθαν οι γονείς μου και με πήραν, ή τουλάχιστον έτσι μου είπαν, γιατί το τί συνέβη μετά, έχει διαγραφεί πλήρως από τη μνήμη μου. Με τον Στάθη και την Αννούλα δεν ανταλλάξαμε κουβέντα έκτοτε.




(15 χρόνια αργότερα)




Λίγες μέρες πριν, καθώς περπατούσα στη λαϊκή της γειτονιάς μου, αναζητώντας τις καλύτερες δυνατές τιμές, άκουσα μια γυναικεία φωνή να επαναλαμβάνει το όνομά μου.
"Χρήστο! Χρήστο!"

Γύρισα, για να αντικρύσω μια υπέρβαρη, παστωμένη με μακιγιάζ ξανθιά, να  με φωνάζει καθώς έσερνε αγκομαχώντας 2 καρότσια: ένα γεμάτο λαχανικά και ένα γεμάτο μωρά.

"Χρήστο! Εσύ είσαι! Καλά σε κατάλαβα!" συνέχισε χαμογελώντας.

Εγώ την κοίταξα με απορία.

"Δεν με αναγνώρισες, ε; Η αλήθεια είναι ότι έχω αλλάξει λίγο από τότε", είπε καθώς με μία κίνηση του χεριού, έβγαλε τα τεράστια λεοπάρ γυαλιά ηλίου της.

Τα πράσινα μάτια της, όσο δηλαδή μπορούσαν να φανούν μέσα στους τεράστιους μπλε κύκλους σκιάς  μες στους οποίους τα είχε καταχώσει, ανέσυραν σκοτεινές, βάναυσες μνήμες, από το παρελθόν μου.

"Ρε Χρηστάκη! Εγώ είμαι! η Αννούλα!" συνέχισε και οι φωνές και το χαμόγελο της έκαναν το πρόσωπό της να δημιουργεί μια παλίρροια λίπους.

Υπό κανονικές συνθήκες, θα έκανα ότι δεν καταλαβαίνω, αλλά φαινόταν τόσο σίγουρη για τον εαυτό της, που δεν θα το έχαφτε με τίποτα.

"Α...ναι...Τί κάνεις εσύ;" τη ρώτησα. Ήταν μια ερώτηση που μέχρι και σήμερα μετανιώνω, καθώς ενεργοποίησε μια μακροσκελή τριαντάλεπτη απάντηση στην οποία η Αννούλα μου αφηγήθηκε με λεπτομέριες την πορεία τη ζωή της από το δημοτικό μέχρι και σήμερα. Και ήταν στ'αλήθεια, μια πολύ βαρετή πορεία.

Έτσι λοιπόν έμαθα, ότι η Αννούλα, είχε σπουδάσει σ'ένα Τ.Ε.Ι (δεν θυμάμαι ποιο ακριβώς), αλλά είχε αποφασίσει ότι δεν θα το τελείωνε ποτέ  και ότι από το δημοτικό μέχρι τώρα, τα είχε με τον Στάθη (με τα απαραίτητα μικρά διαλείμματα εννοείται). Παντρεύτηκαν όταν εκείνη ήταν 3ο έτος, τώρα είχαν  τρία παιδιά και περίμεναν το τέταρτο. Εκείνος, είχε τελειώσει την σχολή αστυνομικών (sic), και τώρα δούλευε με απόσπαση σε κάποιο χωριό κοντά στην Κομμοτηνή. Εκείνη, ασχολούνταν με τα "οικιακά" και μεγάλωνε τα παιδιά της, και ήταν "πολύ χαρούμενη γι' αυτό", ή τουλάχιστον, έτσι έλεγε.

"Έη! Να βγούμε καμία φορά για καφέ, ε;! Μην ξαναχαθούμε!" μου είπε στο τέλος με ύφος τόσο λάγνο, που μου θύμησε την Αννούλα τον παιδικών μου χρόνων. Ύστερα με αγκάλιασε και εγώ ένιωσα ότι δεν θα μπορούσε ποτέ μου να ξεπλύνω αυτή τη γλίτσα.

"Ναι, ναι" βιάστηκα να απαντήσω εγώ και απομακρύνθηκα βιαστικά, σχεδόν τρέχοντας.

"Όχι, που θα σε αφήσω να μου την ξαναφέρεις, παλιοπουτάνα", μουρμούρισα καθώς άφηνα πίσω μου τη λαϊκή και την Αννούλα.


No comments:

Post a Comment