Posts

Happy End :)

Πάντα του άρεσαν τα happy end. Γι'αυτό, αφού σκότωσε τους γονείς του, έπνιξε το σκύλο του και έκαψε το σπίτι του, έκανε με τη φωτιά ένα τεράστιο μπάρμπεκιου.

Το συρτάρι με τις αναμνήσεις

Άνοιξε το συρτάρι που φυλούσε τις αναμνήσεις του. Είχε καιρό να το τακτοποίησει. Βαθιά χωμένα ανάμεσα στα άλλα πράγματα βρήκε: Ένα μαραμένο τριαντάφυλλο. Που του είχε χαρίσει εκείνη. Μία πένα. Με την οποία έπαιζε κιθάρα μόνο για εκείνη. Μία φωτογραφία. Της Pamela Anderson. Το μυαλό του αμέσως κατακλύστηκε από αναμνήσεις. Ανέτρεξε σε εποχές παλιές, αθώες, γυμνασιακές. Τότε που το μόνο που σκεφτόταν ήταν αυτή, τότε που τραβούσε μαλακία μόνο για πάρτη της. Ναι, λάστιχο τον είχε κάνει, θυμήθηκε.  "Α ρε γαμώτο πώς περνάν' έτσι τα χρόνια, γιατί να γεράσεις έτσι ρε Pamelaκι γαμώτο γιατί" σκέφτηκε. Τράβηξε μία ακόμη επετειακή με αυτή την παλιά φωτογραφία και μετά κοιμήθηκε ήσυχος.

Το νόημα της ζωής

O Γ. κοίταξε την καλύβα που υψωνόταν ολομόναχη στην κορφή του βουνού. Ο δρόμος ήταν μακρύς και δύσβατος, αλλά δεν τον ένοιαζε. Μετά από χρόνια ολόκληρα, είχε επιτέλους βρει τον προορισμό του. Όλα τα στοιχεία του του έλεγαν ότι στην καλύβα που απείχε μόλις κάτι χιλιόμετρα κακοτράχαλου δρόμου μακριά του ζούσε ένας γεροσοφός ο οποίος κατείχε την απόλυτη γνώση: ήξερε ποιο είναι το νόημα της ζωής. Ξοδεύοντας τις τελευταίες του δυνάμεις άρχισε αποφασισμένος το δύσκολό του δρόμο. Λίγες ώρες αργότερα,  χτυπούσε την ξύλινη πόρτα της παράγκας. "Νιε;" "Ο Γ. είμαι. Μπορώ να περάσω;" "Α ναι, ναι...Σι πιρίμινα." ακούστηκε μια χαρακτηριστική χωριάτικη φωνή. Και μόνο στο άκουσμα αυτής της φράσης, η καρδιά του Γ. φτερούγισε...τον περίμενε: απόδειξη ότι ο γέροντας ήταν όντως κάτι ιδιαίτερο. Άνοιξε την πόρτα και έκανε ένα βήμα μέσα. Το εσωτερικό της καλύβας δεν ήταν αυτό που περίμενε, αν μη τι άλλο. Ούτε στοίβες με χαρτιά ούτε πεταμένα βιβλία, ούτε καν ένα μαγικό φίλ...

Άλλαξ' ο κολιές

Δεν ήταν σίγουρη αν προτιμούσε τις γυναίκες ή τους άντρες. Ούτε εκείνος ήταν. Γι'αυτό ενιότε αυτός έκανε τη γυναίκα και εκείνη το άντρα.

Το ταξίδι είναι επικίνδυνο

"Τα φοβάμαι τα ταξίδια" του είχε πει κάποτε. "Μαζί θα ταξιδέψουμε" της είχε απαντήσει εκείνος. "Κι αν φύγεις;" ρώτησε. "Δεν θα φύγω". "Μου το υπόσχεσαι;" "Δεν σου υπόσχομαι τίποτα. Απλώς έτσι θα γίνει." Της έσφιξε το χέρι. Εκείνη του χαμογέλασε. "Θα είμαι πάντα εδώ για 'σένα. Πάντα." "Πάντα; Πώς είσαι τόσο σίγουρος;" "Δεν είμαι σίγουρος για τίποτα, απλώς έτσι θα γίνει. Ό,τι και να γίνει θα είμαι κοντά σου, δίπλα σου. Θα με κουβαλάς για πάντα μέσα σου. Να το ξέρεις αυτό." "Περίεργα τα μου τα λες...". Ξαναχαμογέλασε. "Λένε ότι τα πολλά λόγια είναι φτώχεια...Λοιπόν; Πάμε;" αντέτεινε εκείνος. Της έδωσε το χέρι του. "Πάμε..." του είπε και το έπιασε. Και η στιγμή πάγωσε. Και ταξίδεψαν. Ταξίδεψαν σε μέρη μακρινά, μα και πολύ κοντινά. Ταξίδεψαν στις καρδιές και στα συναισθήματά τους. Ταξίδεψαν σε όμορφες ακρογιαλιές, καταπράσινα  λιβάδια. Πάνω από ρεματ...

Γαμώ το σύστημα

Ax=b .

Τσιγγάνικο Βαλς

Τα όργανα έπαιζαν το γνωστή σε όλους μελωδία. Τα νταούλια βαρούσαν, τα τσέλα έτριζαν, τα ντέφια κροτάλιζαν σε έναν ξέφρενο ρυθμό.  Όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα ... Οι δυο τσιγγάνοι στεκόντουσαν ο ένας απέναντι από τον άλλο. Όλος ο υπόλοιπος καταυλισμός,γύρω τους, να κοιτάει με ενδιαφέρον. Στην μέση, εκείνη. Το μήλο της έριδος. Πανέμορφη, περήφανη, μελαχρινή. Είχε ατιμάσει τον ένα από τους δύο με τον άλλο, και τώρα τα πράγματα έπρεπε να ξεκαθαριστούν. Την κοίταξαν και οι δύο φευγαλέα και απέστρεψαν γρήγορα το βλέμμα τους. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της. Ο τσιγγάνος με τα μακριά μαλλιά έκανε το πρώτο βήμα. Άρχισε να περπατάει κατά μήκος της περιφέρειας του νοητού κύκλου που σχηματιζόταν στην μέση του πλήθους. Το βλέμμα του φωτιά, καρφωμένο στον αντίπαλό του. Και τα όργανα έπαιζαν. Όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα... Ο άλλος αποδέχτηκε την "πρόκληση" και άρχισε να περπατάει από την αντίθετη κατεύθυνση. Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν, γεμίζο...