Τα όργανα έπαιζαν το γνωστή σε όλους μελωδία. Τα νταούλια βαρούσαν, τα τσέλα έτριζαν, τα ντέφια κροτάλιζαν σε έναν ξέφρενο ρυθμό. Όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα ... Οι δυο τσιγγάνοι στεκόντουσαν ο ένας απέναντι από τον άλλο. Όλος ο υπόλοιπος καταυλισμός,γύρω τους, να κοιτάει με ενδιαφέρον. Στην μέση, εκείνη. Το μήλο της έριδος. Πανέμορφη, περήφανη, μελαχρινή. Είχε ατιμάσει τον ένα από τους δύο με τον άλλο, και τώρα τα πράγματα έπρεπε να ξεκαθαριστούν. Την κοίταξαν και οι δύο φευγαλέα και απέστρεψαν γρήγορα το βλέμμα τους. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της. Ο τσιγγάνος με τα μακριά μαλλιά έκανε το πρώτο βήμα. Άρχισε να περπατάει κατά μήκος της περιφέρειας του νοητού κύκλου που σχηματιζόταν στην μέση του πλήθους. Το βλέμμα του φωτιά, καρφωμένο στον αντίπαλό του. Και τα όργανα έπαιζαν. Όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα... Ο άλλος αποδέχτηκε την "πρόκληση" και άρχισε να περπατάει από την αντίθετη κατεύθυνση. Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν, γεμίζο...