Posts

Showing posts with the label Εκείνες κ' Εγώ

H Χρύσα

Image
Η Χρύσα ήταν γεννημένη τον Μάιο του 1983. Εγώ τη γνώρισα σκονισμένη και σκουριασμένη, παρατημένη σε μιαν αποθήκη, επίσης έναν Μάη. Εκείνο του 2017. Τα σημάδια στο σώμα της φανέρωναν ότι ο χρόνος δεν της είχε φερθεί καθόλου καλά. Η μακροχρόνια χρήση και η μακροχρόνια αχρηστία που την ακολούθησε την είχαν καταπονήσει τόσο, που η άρνηση να συνεργαστεί μαζί μου ήταν παραπάνω από εμφανής. Και, για να είμαι ειλικρινής, δεν την κατηγορούσα για αυτό. Έτσι, όταν χρεωθήκαμε όπλα στο στρατόπεδο, όσες φορές κι αν προσπάθησα, όση δύναμη κι αν έβαλα ποτέ δεν κατάφερα να μετακινήσω τον σκουριασμένο μοχλό που όπλιζε το G3A3 το οποίο έφερε στο κυρίως μεταλλικό τουμέρος χαραγμένο με κεφαλαία γράμματα το όνομα "ΧΡΥΣΑ". Το γεγονός αυτό βέβαια δεν με προβλημάτιζε ιδιαίτερα, όπως δεν προβλημάτιζε και οποιονδήποτε αξιωματικό στο στρατόπεδο: όπως και όλα τα υπόλοιπα πράγματα στο στρατό, η λειτουργία των όπλων περιοριζόταν στο "φαίνεσθαι". Το μόνο για το οποίο ενδιαφερόταν ο διοικητ...

Στο Αεροδρόμιο

Image
Ένα βλέμμα. Ένα νεύμα. Και δάκρυα. Ρούφηγμα μύτης. Χαμήλωμα βλέμματος. Αδέξια προσπάθεια απόκρυψης συναισθημάτων. Ένας αποχαιρετισμός. Και βήματα. Βήματα μπρος.Βήματα πίσω. Μια αγκαλιά. Μια προσπάθεια. Να γαντζωθείς από έναν άνθρωπο. Μια άγκυρα ενάντια στα κύματα της ξενιτιάς. Ή μία ακόμη αποσκευή συναισθημάτων στο ταξίδι του. Ο επαναλαμβανόμενος αγώνας ένωσης. Δύο ανθρώπων. Δύο κόσμων με αρκετή απόσταση σημείων σε οποιαδηποτε υδρόγειο μαθητή δημοτικού. Μπάρες. Έλεγχος. Εισητηρίων.Έλεγχος. Συναισθημάτων. Σκέφτεσαι. Οι μπάρες του αεροδρομίου είναι τα σύγχρονα σύνορα. Διαχωρισμού των συναισθημάτων. Κοιτάς. Ανάμεσα στο κινούμενο πλήθος. Ανάμεσα στα βήματα μπρος. Και βήματα πίσω. Μένεις να κοιτάς το πλοίο. Που φεύγει χωρίς άγκυρα. Μένεις να κοιτάς τον άνθρωπο. Που φεύγει χωρίς αποσκευές συναισθημάτων. Και κάνεις. Άσχημες σκέψεις για τους ελεγκτές. Του αεροδρομίου. Απαίσιες φαντασιώσεις για τους ελεγκτές. Της καρδιάς σου. Και σκέφτεσαι. Σε έναν διαφορετικό κόσμο. Δεν ...

Ανθρώπων Έργα

Image
Εκείνη τριγυρνούσε πέρα - δώθε μέσα στο σπίτι. Άνοιγε ντουλάπες, συρτάρια, κοιτούσε κάτω από έπιπλα, σήκωνε μαξιλάρες. Αναστάτωση σκέτη. Εγώ είχα κάτσει στον καναπέ, έτρωγα παγωτό και κοιτούσα το παράθυρο, και έξω από το παράθυρο, εκείνη την ατέλειωτη βροχή. Δεν κοιτιόμασταν. Δεν μιλούσαμε. Και τί να πούμε άλλωστε; Ήταν σαν να είχαμε χρησιμοποιήσει όλες τις λέξεις που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν όλα αυτά τα χρόνια. Και για να ξαναμιλήσουμε, θα έπρεπε να δημιουργηθούν άλλες, καινούριες λέξεις. Μετά από κανά μισάωρο στάθηκε στην πόρτα, φορώντας ένα παραγεμισμένο σακίδιο και κρατώντας δυο - τρεις σακούλες. "Φεύγω" μου είπε. "Αν έχω αφήσει κάτι, πάρε τηλέφωνο, και θα έρθω κάποια άλλη στιγμή" . Την κοίταξα. Ήταν ακόμη όμορφη. "Νομίζω ότι έχεις αφήσει κάτι στην καρδιά μου" , αποκρίθηκα. "Καλά, καλά, θα περάσω άλλη ώρα" , είπε αδιάφορα και γύρισε να φύγει. "Εντάξει" , απάντησα και συνέχισα να κοιτάζω τη βροχή έξω από το παράθυρο. Δεν ήταν ε...

Εγώ & Αυτός

Είχαμε πολλές διαφορές. Βασικά, είχαμε όσες διαφορές έχουν δύο τελείως διαφορετικοί άνθρωποι. Ήμασταν δύο τελείως διαφορετικοί άνθρωποι. Όποτε τύχαινε να βρεθούμε (και φυσικά βρισκόμασταν μόνο τυχαία) τον κοιτούσα έντονα, εξονυχιστικά, από πάνω ως κάτω. Προσπαθούσα να εξετάσω αναλυτικά αυτές τις διαφορές που είχαμε. Προσπαθούσα να μπω στη δική της θέση, και μέσα από τα τα δικά της μάτια να δω ποιές ήταν οι κρίσιμες διαφορές αυτές, πώς τις αντιλαμβανόταν εκείνη. Και κυρίως, να κατανοήσω ποιά αντιλαμβανόταν εκείνη  σαν τα προτερήματα που είχε αυτός σε σχέση με μένα. Μάταιος κόπος. Εδώ καλά - καλά δεν μπορούσα να κατανοήσω ποιά αντιλαμβανόταν εκείνη σαν τα προτερήματα που είχα εγώ, τότε. Εδώ καλά - καλά δεν μπόρεσα ποτέ να κατανοήσω ποιά αντιλήφθηκε εκείνη σαν μειονεκτήματα, λίγο καιρό αργότερα.

Πρώην

"Πάμε για κανά ποτό";  Η φωνή της ήταν βραχνή, αναμειγμένη με θόρυβο από τις ταλαιπωρημένες γραμμές  του τηλεφώνου μου. Στο άκουσμά της μετά από τόσο καιρό, το μυαλό μου πλημμύρισε με χιλιάδες ερωτήματα, αντιδράσεις, συναισθήματα. Όλα σχεδόν ξεχείλιζαν, ήθελαν να βγουν έξω, να ουρλιάξουν. "Και δεν πάμε; ", ήταν το μόνο που βγήκε έξω στην πραγματικότητα, όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις. "Κατά τις 9 είναι καλά;" "ΟΚ". Ο τόπος συνάντησης δεν ειπώθηκε στο τηλέφωνο. Υπέθεσα ότι θα ήταν η συνηθισμένη πλατεία. Όπως τότε. Έφτασα εκεί 10 λεπτά πριν το ραντεβού. Όπως τότε. Λίγα λεπτά μετά είχα καπνίσει πέντε τσιγάρα. Ή τόσα θα κάπνιζα πάνω στη φούρια μου, αν όντως κάπνιζα. Είχα φτάσει στο σημείο να αναρωτιέμαι αν τελικά είχα υποθέσει λάθος για το σημείο του ραντεβού. Αν είχαν αλλάξει τόσα από τότε. Την αμφιβολία μου καθησύχασε το αντίκρυσμα της σιλουέτας της να καλύπτει ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι του πεδίου όρασής μου, καθώς ...

Χιόνι

Δωμάτιο. Καναπές. Κάθεται. Μόνος. Μπροστά. Τραπέζι. Πάνω στο τραπέζι. Τηλεόραση. Ανοιχτή. Χιόνι. "Κλικ" . Αλλαγή καναλιού. Πάλι χιόνι. "Κλικ" . Αλλαγή της αλλαγής. Μαλακίες. Χιόνι, χιόνι, μαλακίες, κιάλλες μαλακίες, περισσότερο χιόνι, πιο πολλές μαλακίες, και χιόνι,  και μαλακίες, μαλακίες, χιόνι, μαλακίες, χιόνι, χιόνι, μαλακίες. "Κλικ" . Τηλεόραση. Κλείνει. Μάτια. Αφουγκράζεται. Σιωπή. Χιόνι. Και σιωπή. Σκέφτεται. Το τηλέφωνο. Σιωπηλό.  Όπως τις τελευταίες ώρες. Άψυχο. Όπως τις τελευταίες μέρες. Σιωπή. Χιόνι. Εκείνος. Βυθίζεται. Απαλά. Χάνεται. Στη σιωπή. "ΝΤΡΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΝ!" Ξυπνάει. Απότομα. Μάτια. Ανοίγει. Μπροστά. Τηλεόραση. Χιόνι. Τη σιωπή διαταράσσει. Ένας χτύπος.  "ΝΤΡΙΙΙΙΙΙΝ!". Τηλέφωνο. Συνειδητοποιεί. Τρέχει στο διάδρομο. "ΝΤΡΙΙΙΙΙΙΙΙΝ!" Ακουστικό. Σηκώνει. -Ναι; -Έλα... Εκείνη. Τηλεόραση. Χιόνι. Τηλέφωνο. Μαλακίες. Και "δεν μπορούσα". Και "δεν έπρεπε". Και "δεν θα '...

Το κυνήγι του ορίζοντα

Πήγα στο νησί μετά από και εγώ δε θυμάμαι πόσα χρόνια. Όταν έφτασα στο σπίτι, κάθισα στο πεζούλι ακριβώς απέναντι, και το χάζευα για πολλή ώρα. Τα συναισθήματα ήταν περίεργα και ανάμεικτα: σαν να είχαν αλλάξει τα πάντα και τίποτα από το τελευταίο μου καλοκαίρι εκεί. Έμεινα να κοιτάω τη βεράντα που λερωνόμασταν από τα ζουμιά των φετών από καρπούζι που καταβροχθίζαμε λαίμαργα και άγαρμπα, τα δρομάκια με τα χαλίκια που τρέχαμε, κουτροβαλώντας σχεδόν, για να φτάσουμε τη θάλασσα, πέφτωντας και κάνοντας τις πρώτες μας γνωριμίες με την αίσθηση του πόνου. Και στο τέλος του δρόμου, η θάλασσα. Η θάλασσα, άλλοτε ήρεμη, και άλλοτε αγριεμένη, σαν την ίδια τη ζωή, και οι βουτιές που κάναμε  σε αυτή από τον μικρό κόλπο, που μετά από τόσα ταξίδια σε διαφορετικά μέρη σε άφηνε αδιάφορο, αλλά όταν ήσουν μικρός έμοιαζε με το δικό σου, προσωπικό κομμάτι του παράδεισου. Όλα τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων, οι πρώτες φιλίες, οι πρώτοι τσακωμοί, τα πρώτα παγωτά, τα πρώτα νυχτερινά μπάνια, οι π...

Μονομερής κήρυξη

Η σταθερότητά μου σου προκάλεσε αστάθεια και κάλεσες σε βοήθεια τις "σταθεροποιητικές δυνάμεις". Από τότε δεν ξαναμιλήσαμε. Τα έχουν αυτά, βλέπεις, οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις.

Σε είδα

καθισμένη στο μάρμαρο σε έξοδο του Μετρό να παίζεις με τα κουμπιά της φωτογραφικής σου μηχανής και να κουνάς χαριτωμένα τα πόδια σου πέρα δώθε και ύστερα να ξαπλώνεις στο γρασίδι κάποιου πάρκου κάποιας Πανεπιστημίουπολης και κοιτώντας τον ουρανό αφήνοντας τον χρόνο να κυλάει, χωρίς να σε ακουμπάει, χωρίς να σε νοιάζει, βλέποντας κάποια ταινία σε κάποιο μικρό σινεμά, που χωράει βία άλλους δυο - τρεις ανθρώπους, και ύστερα να διαφωνείς με μανία για το τί ήθελε να πει ο σκηνοθέτης πίσω από αυτά που τελικά είπε και με τους τρεις, κουνώντας τα χέρια σου με μανία, καθώς έτρεχες να με πιάσεις, μεθυσμένη σε κάποιο σοκάκι του κέντρου, σ' ένα κυνηγητό που μόνο εμείς οι δύο θα ξέραμε πώς παίζεται, και μετά να πετάγεσαι πάνω μου και να με σφιχταγκαλιάζεις όταν  αρχίζει η δυνατή μπόρα, και εμείς πιασμένοι χέρι - χέρι παρατηρούμε τον κόσμο να βιάζεται να προστατευθεί, ενώ εμείς περπατάμε αργά, βλέποντας τον χρόνο να περνάει, τις μέρες να κυλούν, αφήνοντάς μας ανέπαφους, γιατί ε...

Τζιν τόνικ

Image
Πάντοτε, όταν βγαίναμε, συνήθιζε προς το τέλος της βραδιάς, να παραγγέλνει ένα τζιν τόνικ. Ισχυριζόταν ότι το έκανε γιατί η δυνατή του γεύση, "ξέπλενε" όλες εκείνες τις κακόγευστες καταχρήσεις της νύχτας. Μερικές φορές, όταν είχαμε ήδη πιει πολύ, πρόσθετε ότι το ένιωθε σαν ένα κύμα αλκοόλ που σκορπούσε όλες σου τις σκουτούρες, τις αρνητικές σου σκέψεις, ένα γλυκό οινόπνευμα που σου πρόσφερε εκείνη την χαρακτηριστική ξέγνοιαστη νεανική ζάλη. Μια τέτοια νύχτα ήπια και 'γω τζιν τόνικ από το ποτήρι της. Η γεύση όντως ήταν δυνατή και με συνόδευσε σε όλο το μεγάλο ζαλισμένο μου γυρισμό στο σπίτι με τα πόδια, μέχρι που έπεσα στο κρεβάτι μου. Την επόμενη μέρα όμως, όταν ξύπνησα, δεν είχε μείνει τίποτε. Την επόμενη μέρα, ξύπνησα χωρίς τζιν τόνικ. Ξύπνησα, χωρίς γεύση. Ξύπνησα, χωρίς εκείνη.

Σκοτάδι

"Ξέρεις, ήλπισα. Ήλπισα ότι δεν θα γίνει έτσι. Ντάξει, ίσως είμαι λίγο αθώος. Όπως όταν ήμαστε παιδιά. Που είχαμε αυτό το περίεργο μείγμα λογικής και φαντασίας. Τότε που φοβόμασταν τη νύχτα και τους μπαμπούλες που ερχόντουσαν μαζί της. Και αφήναμε την πόρτα ανοιχτή, ίσα που να μπαίνει το λιγοστό φως του φωτισμένου διαδρόμου, ή ανάβαμε εκείνο το άλλο, το μικρό "φωτάκι νυχτός". Τότε ξέραμε, μες στην παράλογη λογική μας, ότι το φως δεν ήταν ικανό για να κρατήσει τους μπαμπούλες μακριά. Αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο, μας έδινε μια αίσθηση προστασίας, ασφάλειας. Έτσι και 'γω. Ήλπισα. Άφησα εκείνη την μικρή αισιόδοξη πορτούλα ανοιχτή, να μπαίνει το λιγοστό φως της ελπίδας, από κείνης ντε, του διαδρόμου. Ύστερα ήρθες εσύ, σαν μπαμπούλας του σήμερα,  και αναδεικνύοντας την παιδική αφέλειά μου, έκλεισες την πόρτα με δύναμη. Και με άφησες μόνο μου, στο σκοτάδι. Ο μεντεσές ξεχαρβαλώθηκε και η πόρτα θα χρειαστεί καιρό να επισκευαστεί. Ας είναι. Τους φόβους μας, λένε,...

Η Σοφία

Μια μέρα, ήρθε ο μικρός μου γιος και με ρώτησε τί σημαίνει σοφία. Δηλαδή δεν έχω γιο. Αλλά έτσι κάνω εγώ. Όταν αναρωτιέμαι κάτι, φαντάζομαι ότι μου το ρωτάει ο μικρός μου γιος. Έτσι. Γιατί είναι μικρός, δεν ξέρει πολλά, και πρέπει να μπω στον κόπο να του εξηγήσω όσο καλύτερα γίνεται. Έτσι και εγώ καταλαβαίνω καλύτερα, και ο φανταστικός μου γιος παίρνει την απάντηση που θέλει προκειμένου να συνεχίσει με την επόμενη ερώτησή του (έτσι είναι τα μαλακισμένα, ποτέ δεν ικανοποιούνται με μία απάντηση, κάθε φορά ρωτάνε όλο και πιο δύσκολες ερωτήσεις - σαν τα τηλεπαιχνίδια) και όλοι μένουμε ικανοποιημένοι. Είπα λοιπόν στον φανταστικό γιο μου για μια φορά, που δυο συμφοιτητές μου και συγκάτοικοι, ο Μάκης και ο Γιάννης την "έπιναν" στο σπίτι τους, μόνοι (εμένα με παρέλειψα από την ιστορία λόγω τακτ). Αυτό είναι το δεύτερο κόλπο μου: μου αρέσει να απαντάω με παραδείγματα που είναι βγαλμένα ή θα μπορούσαν να είναι βγαλμένα από τη ζωή. Την έπιναν λοιπόν, ο Μάκης και ο Γιάννης και ξαφνικ...

Η ωραία Αίγινα

Στην ωραία Αίγινα αντρώθηκα. Εκείνη την λέγανε Σούλα. Μελαχροινή, μαυρομάτα με καμπύλες γενναιόδωρα δοσμένες από τη μητέρα της σίγουρα (γιατί ο πατέρας αμφιβάλλουμε για το ποιος ήταν). Η Σούλα ήταν η "ψημένη" χωριάτισσα, και εγώ ο και καλά "άπειρος έφηβος με το κορμί λαμπάδα" που της κιάλαρε.  Είχαμε βρεθεί αρκετές φορές με τη Σούλα. Και τί δεν είχαμε κάνει μαζί. Κάμποσα χρόνια αργότερα, κάτι τα χρέη, κάτι τα προβλήματα με την άδεια, η "ωραία Αίγινα" έκλεισε. Η τσατσά, απ' ότι λέγεται, αγόρασε ένα περίπτερο εκεί κοντά. Η Σούλα, από την άλλη, άρχισε να δίνει κώλο στην Ομόνοια για να βγάλει το μεροκάματο. Και ούτε χωριάτισσα, ούτε ρόλοι, ούτε τίποτα. Κώλο, έτσι απλά. Για λίγα φράγκα. Και ήταν ωραίο το Σουλάκι, ρε γαμώτο...

Η Αννούλα

Στο δημοτικό ήταν αρκετά διαδεδομένη συνήθεια, τα αγόρια να βρίζουνε τα κορίτσια και το αντίστροφο. Μιλάμε για βρισίδι άγριο, ύπουλο και ζοφερό, βρισίδι βγαλμένο από τα βάθη της αβύσσου. Βρισίδι και μίσος. Ένα μίσος αρχέγονο, πρωτόγονο. Ώ θεέ μου, πόσο τις μισούσαμε! Δυστυχώς δεν ξέραμε ότι αυτό θα το μετανιώναμε για τις επόμενες δεκαετίες της ζωής μας. Εγώ παραδόξως, ήμουν αρκετά ήσυχος, ήμουν ακριβώς αυτό που οι μαμάδες αποκαλούσαν "φιλειρινιστής", και τα υπόλοιπα παιδάκια "μαλάκα". Ούτε έβριζα τα κοριτσάκια, ούτε πέτρες τους πετούσα, ούτε ξερίζωνα τα κεφάλια από τις Barbie (TM) τους γελώντας σατανικά, ούτε τίποτα. Στα διαλείμματα δε, καθόμουν σε μια γωνίτσα, έτρωγα το κολατσιό μου, και 2 - 3 φορές τη βδομάδα τα υπόλοιπα παιδάκια με σαπίζαν στο ξύλο. Το γιατί ποτέ δεν κατάφερα το απαντήσω, όμως αναπολώντας τα παιδικά μου χρόνια, θυμάμαι ότι αυτό τους γέμιζε χαρά, οπότε δεν κρατάω κακία. Κατά τη διάρκεια των σχολικών μου χρόνων, γνώρισα και τον Στάθη. Ο Στά...

Η Οφηλία

Η Οφηλία ήταν μια όμορφη κοπελίτσα από αυτές που συνηθίζουν να φοράνε κουρτίνες για παντελόνια, τραπεζομάντηλα της γιαγιάς στους ώμους τους και κάθε λογής μάλλινα παρασκευάσματα στο κεφάλι τους. Ήταν μια "καλλιτέχνιδα" με όλη της σημασία της λέξης. Εμφανισιακά τουλάχιστον, γιατί καλή στις τέχνες σίγουρα δεν ήταν. Την Οφηλία τη γνώρισα σ' ένα τοπικό θέατρο της Κομοτηνής, όπου έπαιζε σε νεωτεριστική παράσταση από αυτές τις βουβές, που όλοι είναι γυμνοί και κρατάνε αντικείμενα που σε όλο το έργο προσπαθείς να καταλάβεις τί στο διάολο συμβολίζουν και άμα αντέξεις και ρωτήσεις το σκηνοθέτη θα σου δώσει την εξής αποστομωτική απάντηση: "Τϊποτα. Και τα πάντα." Βρέθηκα σε αυτό το θέατρο εντελώς τυχαία. Τότε σπούδαζα Νομική στη Κομοτηνή και είχε έρθει η γιαγιά μου για επίσκεψη. Με τη γιαγιά μου γενικά δεν είχαμε και πολλά να πούμε, εκτός από τα συνηθισμένα: "-Τι σπουδάζεις είπαμε; -Νομική. -Δικηγόρος δηλαδή. -Ναι. -Αθήνα ε; -Όχι γιαγιά, Κομοτηνή. -Και...

Η Μαρία

Image
"Πρέπει να κάνουμε τα πράγματα απλά αλλά όχι απλούστερα απ'ότι είναι", δηλώνει  ο Ντίμης Μπουρδέλογλου στο  <εισάγετε όνομα  γνωστού κουτσομπολίστικου περιοδικού> .   "Πφφφ, έχω βαρεθεί πια να βλέπω τσιτάτα διάσημων προσωπικοτήτων να περνιώνται ως πνευματική ιδιοκτησία τυχαίων τηλεμαϊντανών" είπα καθώς άφηνα το κουτσομπολίστικο περιοδικό <εισάγετε όνομα  γνωστού κουτσομπολίστικου περιοδικού> στο τραπέζι. Ύστερα ρούφηξα μια τελευταία τζούρα από το τσιγάρο μου και έσβησα την γόπα στο τασάκι. Ήταν το 10ο τσιγάρο που κάπνιζα μέσα στις 2 τελευταίες ώρες. "Πρέπει να κόψω το κάπνισμα ή να σταματήσω να σκέφτομαι την Μαρία" σκέφτηκα, αν και ήξερα πολύ καλά πως το πρώτο ήταν αδύνατο χωρίς το δεύτερο. Η Μαρία ήταν ένα θεϊκό πλάσμα (ή τουλάχιστον έτσι μου φαινόταν εμένα) το οποίο εντοπιζόταν κυρίως στα γραφεία του δευτέρου ορόφου της εταιρίας που δούλευα εκείνη την περίοδο. Μάτια λαμπερά, χαμόγελο απαστράπτον, μαλλιά μεταξένια και ένας κώλο...

Η Ελένη

Την Ελένη τη γνώρισα στο Πικέρμι που πηγαίναμε τα Σαββατοκύριακα με τους γονείς μου. Εγώ ήμουν έξι, εκείνη δεκατριών και λόγω της έλλειψης παιδιών στη γειτονιά και της ντεμέκ φιλευσπλαχνίας που αρχίζει να αναπτύσσεται σε εκείνες τις ηλικίες στις γυναίκες, κάναμε πολύ παρέα. Η Ελένη μόλις άρχιζε να αναπτύσσεται, εγώ μόλις άρχιζα να συνειδητοποιώ ότι τα κορίτσια δεν υπάρχουν μόνο και μόνο για να τα κοροϊδεύεις οπότε ο έρωτας ήταν αναπόφευκτος. Την ερωτεύτηκα σφόδρα λοιπόν, και μια μέρα που καθόμασταν στην αλάνα αποκαμωμένοι μετά από παιχνίδι και βλέπαμε το ηλιοβασίλεμα, γύρισα προς το μέρος της και με πολύ σοβαρό ύφος της είπα: "Ελένη, θέλεις να με παντρευτείς;" Εκείνη έμεινε για λίγο άφωνη, και εγώ, λες και ήθελα να μεγαλώσω την έκπληξή της, έβγαλα από την τσέπη του σορτς μου ένα καλογυαλισμένο δαχτυλίδι από τενεκεδάκι (το χαρτζιλίκι μου τότε ήταν πενιχρό και ήταν το πιο αξιοπρεπές πράγμα που μπορούσα να αγοράσω για την περίσταση). Μετά από αυτό, η Ελένη γέλασε, με ε...

Η Τόνια

Περίεργο τυπάκι η Τόνια. Φαίνεται και από το όνομα νομίζω. Το σπίτι της ήταν αρκετά μεγάλο και για κάποιο λόγο, ήταν γεμάτο κωλόχαρτα. Κωλόχαρτα, παντού. Στο σαλόνι, στο δωμάτιό της. Κωλόχαρτα μέχρι καιι στη κουζίνα. Γλυκούλα και έξυπνη η Τόνια, που λέτε. Πολύ έξυπνη. Τόσο έξυπνη που πολλές φορές καταντούσε εκνευριστικό. Χωρίσαμε γρήγορα. Και έτσι, έμεινα με την απορία. Ποτέ δεν πρόλαβα να της το πω, ποτέ δεν πρόλαβα να τη ρωτήσω... ΤΙ ΣΚΑΤΑ ΤΑ ΕΚΑΝΕ ΤΟΣΑ ΚΩΛΟΧΑΡΤΑ;